https://mauroflight.files.wordpress.com/2015/07/pict1607.jpg?w=479&h=319

Ωστόσο ο Παναγιώτης Μανιάτης επιχείρησε να αξιοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις διαθέσιμες εγχώριες πηγές που, αν μη τι άλλο, μπορούν να αναδείξουν με σχετική επάρκεια την πρόσληψη της ρωσικής ποίησης και γενικότερα της ρωσικής κουλτούρας από τους Έλληνες καλλιτέχνες, ιδίως της ελληνικής Αριστεράς. Τόσο στην εισαγωγή του βιβλίου όσο και στη βιβλιογραφία αναφέρει τις βασικές πηγές που χρησιμοποίησε όσο και σχετικές δυσκολίες που συνάντησε. Δυσκολίες που σε κάθε περίπτωση ενισχύονται από τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένες και λειτουργούν οι βιβλιοθήκες και τα αρχεία στον τόπο μας.

 
Το πιο σημαντικό πρόβλημα που συναντά κανείς όταν καταπιάνεται με τέτοιου είδους έργα αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα δομήσει, θα οργανώσει και θα παρουσιάσει το σχετικό υλικό. Η χρονολογική διάταξή του, για παράδειγμα, εγείρει αμέσως πρόβλημα περιοδολόγησης. Η δομή των περιεχομένων είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας επιχείρησε να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Έχουμε λοιπόν το πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η προεπαναστατική περίοδος», το δεύτερο με τον τίτλο «Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση», το τρίτο που αναφέρεται στην «επαναστατική καλλιτεχνική διαπάλη» και –αφήνοντας προσωρινά το τέταρτο-, το τελευταίο, πέμπτο κεφάλαιο, που αναφέρεται στην περίοδο «Από τα Πεντάχρονα Πλάνα στον Πόλεμο», στο τέλος της δεκαετίας του ΄30. Το τέταρτο κεφάλαιο δεν υπακούει σε αυτή τη χρονολογική διάταξη. Ο συγγραφέας θεωρεί εδώ αναγκαίο να αφιερώσει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, θεωρώντας τον –όχι αδικαιολόγητα- τον κατεξοχήν ποιητικό εκφραστή της επαναστατικής ορμής αυτής της περιόδου.

 
Είναι φανερό ότι η αδρή διάκριση ανάμεσα στην προεπαναστατική και τη μετεπαναστατική περίοδο, με σαφές και καθόλα νόμιμο κριτήριο την επανάσταση του 1917, είναι γενικά αποδεκτή. Είναι σύνηθες φαινόμενο, ωστόσο, οι ιστορικοί να προχωρούν σε αναλυτικότερες οριοθετήσεις τόσο της προεπαναστατικής όσο και της μετεπαναστατικής περιόδου, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που έχει μια τέτοια διάκριση. Τέτοιες αναλυτικότερες διακρίσεις διαφαίνονται και στη μελέτη του Παναγιώτη Μανιάτη, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στα λογοτεχνικά ρεύματα που συγκρότησαν κάθε μείζονα περίοδο και στα αντίστοιχα χρονικά όριά τους.

 
Ένα δεύτερο πρόβλημα αφορά τη συγκρότηση και την αλληλουχία του παρατιθέμενου υλικού. Όσο δυσχερές είναι να συγκεντρώσει, να επιλέξει και να κατατάξει κανείς την ποιητική δημιουργία που αποτελεί ουσιαστικά το βασικό κορμό της συγγραφής, άλλο τόσο δύσκολο είναι να την παρουσιάσει με συνοχή και αλληλουχία, ώστε να διακρίνονται με σαφήνεια τόσο οι συνέχεις και αλληλεπιδράσεις όσο και οι τομές και οι υπερβάσεις. Οι αδυναμίες που μπορεί να εντοπίσει ο ενημερωμένος αναγνώστης σε αυτό τον τομέα, και αναφέρομαι σε μελετητές που ξεπερνούν τις δικές μου, περιορισμένες γνώσεις αυτού του πεδίου, είναι υπαρκτές και σε τελευταία ανάλυση είναι ενδεικτικές των μεγάλων απαιτήσεων που προϋποθέτει ένα τέτοιο έργο, ιδίως όταν κινείται σε μάλλον αχαρτογράφητα νερά.

 
Στο υπόλοιπο μέρος της εισήγησής μου θα σας παρακινούσα να στραφούμε στην απόλαυση της ποίησης που με τόσο μεράκι αλλά και με περισσή ευσυνειδησία μας ανθολόγησε ο Παναγιώτης Μανιάτης. Ακολουθώντας σε γενικές γραμμές το ταξινομικό σχήμα που ο ίδιος επέλεξε για να οργανώσει το υλικό του, ξεχώρισα τρία ποιήματα για το υπόλοιπο της ομιλίας μου.

 
Από την προεπαναστατική περίοδο θα προτιμήσω το ποίημα «Ο φουτουριστής» του Βασίλι Καμένσκι, που περιλήφθηκε στην έκδοσή της του 1924 «Σύγχρονοι Ρώσσοι ποιηταί της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου». Ένα ποίημα που πάνω στο βασικό καμβά της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο νέο λογοτεχνικό ρεύμα, το φουτουρισμό, και τις καθεστηκυίες λογοτεχνικές παραδόσεις, όπως το συμβολισμό και το ρομαντισμό, ενσωματώνει και στοιχεία μιας γενικότερης αντιπαράθεσης ανάμεσα στο παλιό, καταδικασμένο τελεσίδικα στη φθορά και την υποχώρηση, και στο καινούριο, που εισβάλλει ορμητικά σε όλα τα πεδία της κοινωνίας και του πολιτισμού.

 
Την ορμή και την ένταση της Οκτωβριανής Επανάστασης επιχειρεί να αναδείξει, συχνά με εκφραστικά μέσα οικεία στο ευρύ κοινό, η επαναστατική ποίηση της περιόδου 1917-1921, της λεγόμενης περιόδου του πολεμικού κομμουνισμού. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της περιόδου είναι το ποίημα του Σάρεντς «Κόκκινα Άλογα».

 
Τέλος, τις δυσκολίες και τα προβλήματα, αλλά και την αισιοδοξία και τις προσδοκίες της μετεπαναστατικής περιόδου εκφράζει εύγλωττα και παραστατικά το ποίημα του Ντεμιάν Μπέντνι «Ολοταχώς».

 
Επιστρέφω, καταληκτικά, σε όσα ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, για να τονίσω την έγγραφη δέσμευση που έχει αναλάβει ο Παναγιώτης Μανιάτης να συνεχίσει την εργασία του σχετικά με τη μελέτη της σοβιετικής πρωτοπορίας στον τομέα της κουλτούρας. Το πρώτο βήμα είναι ενθαρρυντικό και μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια γενικότερη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος γύρω από πολλά παρεμφερή θέματα που τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια έχουν υποτιμηθεί.

Advertisements