Οι Metallica είναι μεγαλύτερη μπάντα. Μουχαχαχα

 

Από καιρό παρατηρείται ένα παράδοξο φαινόμενο: ανάμεσα σε αυτούς που φωνάζουν πιο δυνατά από όλους, ότι η ελευθερία είναι ποθητή και αναγκαία, είναι πάντα εύκολο να βρει κανείς τον πιο αμείλικτο διώκτη της. Ο Β.Ι. Λένιν προείδε, ότι στις αναπόφευκτες ιδεολογικές συγκρούσεις του μέλλοντος, ο καπιταλισμός θα υψώσει εναντίον μας τη «σημαία της ελευθερίας».

 
Σήμερα κραυγαλέες επικλήσεις προς την ελευθερία και καυτοί αναστεναγμοί για τη θλιβερή απουσία της στις χώρες τη σοσιαλιστικής κοινότητας, αντηχούν στην αστική δύση και πρώτα απ’ όλα στις ΗΠΑ. Το γεγονός δεν προκαλεί έκπληξη γιατί η υποκρισία έγινε στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία αναπόσπαστο γνώρισμα της πολιτικής και της ιδεολογίας της. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σαλ Μπέλοου, ο τελευταίος αμερικανός που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας, σε συνέντευξή του στη σουηδική εφημερίδα «Ντάνγκενς Μιούχετερ» δήλωσε: «Κάθε κακό γίνεται από εμάς τους Αμερικανούς στο όνομα των ευγενικών ιδανικών». Το ιερό όνομα αυτού του ευγενικού ιδανικού είναι πολύ γνωστό: λέγεται δολάριο!

 
Το κυριότερο πραγματικά περιεχόμενο της διαπαιδαγωγικής δραστηριότητας, που αναπτύσσεται σε μεγάλη έκταση, σήμερα από τα ιδεολογικά μέσα του αστικού κόσμου, είναι να κρύβεται το πραγματικό πρόσωπο του καπιταλισμού ή , αν αυτό δεν πετύχει, να προσαρμόζονται τα ήθη, οι προτιμήσεις των ανθρώπων στα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντά του, να μαθαίνουν οι άνθρωποι να δέχονται τις παραμορφώσεις της πραγματικότητας, όπου κυριαρχούν τα μονοπώλια, σαν «φυσικές», σαν «κανονικές».

 
Στη σφαίρα του πολιτισμού αυτός ο «διπλός ελιγμός» αποκαλύπτεται ίσως πολύ πιο ανάγλυφα. Από τη μία πλευρά, με κάθε τρόπο διαλαλείται η ελευθερία της δημιουργίας, που παρέχεται δήθεν στον καλλιτέχνη χωρίς καμία επιφύλαξη ή περιορισμό από μέρους της σύγχρονης αστικής κοινωνίας.

 
Από την άλλη, επιβάλλεται στον καταναλωτή , στον «άνθρωπο του δρόμου», είτε στο λεγόμενο «μαζικό άνθρωπο», μεθοδικά με όλους τους κανόνες του καλά οργανωμένου εμπορίου, η πλατιά κατανάλωση της «μαζικής κουλτούρας», ένα χαμηλής ποιότητας υποκατάστατο των πραγματικών καλλιτεχνικών και πνευματικών αξιών, οι οποίες τάχα δεν είναι προσιτές στην αφομοιωτική δύναμη του εκπροσώπου των μαζών.

 
Τα έργα που διαπνέονται από την κοινωνική σκέψη, οι εργασίες οι ρεαλιστικές χαρακτηρίζονται «φτηνό είδος» ανάξιο ενός πραγματικού καλλιτέχνη. Αντίθετα ενθαρρύνονται με κάθε τρόπο τα δημιουργήματα της «καθαρής τέχνης», το στριφνό και το αφηρημένο. Ουσιαστικά, σπρώχνουν τους καλλιτέχνες στο αόρατο εκείνο χείλος του βαράθρου, όπου ταιριάζει πια να μιλάει κανείς όχι για ελευθερία δημιουργίας αλλά για «ελευθερία πτώσης» στο τέλμα της παθολογικής αυτοανάλυσης, της αρρωστημένης ψύχωσης, του μυστικισμού και κάθε άλλης πνευματικής ταχυδακτυλουργίας. Όποιο κι αν είναι το τίμημα μιας τέτοιας «απελευθέρωσης», ο σκοπός πετυχαίνει: ο καλλιτέχνης ή θα περιπέσει σε λήθαργο ή θα απομακρυνθεί από τα καυτά προβλήματα της σύγχρονης εποχής, από τον οξύ κοινωνικό προβληματισμό.

 
Έτσι αποκαλύπτεται ακόμα μια πλευρά της φυσικής εχθρότητας του καπιταλισμού προς την τέχνη, για την οποία μιλούσε ο Μαρξ, επισημαίνοντας την ιστορική και κοινωνική αιτία της εχθρότητας. Ο καπιταλισμός σήμερα δεν είναι μόνο εχθρός προς τις καλλιτεχνικές τάσεις, που δεν ανταποκρίνονται στις ιδεολογικές θέσεις του «ελεύθερου κόσμου». Φοβούμενος την ιδεολογικοπολιτική δύναμη της τέχνης , φοβούμενος τις μελλοντικές σαρωτικές θύελλες, επιδιώκει να οδηγήσει τη δημιουργική διαδικασία στο δρόμο των άγονων μοντερνιστικών ασκήσεων. Σκοτώνει την τέχνη στη γέννηση της.

Advertisements