Αν τώρα προσθέσουμε σε αυτά τα επεισόδια πολυάριθμα γεγονότα εχθρότητας προς την πραγματική τέχνη, αν θυμηθούμε τους άγριους διωγμούς ενάντια στους προοδευτικούς παράγοντες του αμερικανικού κινηματογράφου στη δεκαετία του 1950, την αναγκαστική φυγή από τις ΗΠΑ, του μεγάλου Τσάπλιν, την αυτοκτονία της Μέρλιν Μονρόε, που κυνηγήθηκε από την ψυχρή διαφημιστική μηχανή, τα ισόβια δεσμά στα οποία καταδικάστηκε στις μέρες μας κιόλας για τις απόψεις και τις πεποιθήσεις της η μαύρη ποιήτρια Ασάτι Σακούρ, θα δούμε καθαρά πως τα παραμυθάκια ότι ο καπιταλισμός κάνει το Μεκίνα των τεχνών, τα παραμύθια για την ελευθερία της αυτοέκφρασης είναι το ίδιο εκείνο μεγάλο ψέμα, που αποτελεί το μόνιμο παιχνίδι του καπιταλισμού.

 
Να ποια είναι η πραγματικότητα που θέλουν να αποκρύψουν. Να ποια είναι η πραγματικότητα, μέσα στην οποία οι υπερπόντιοι σοβιετολόγοι και τα διάφορα φερέφωνά τους ξεσηκώνουν θόρυβο, προσποιούμενοι ότι ανησυχούν πάρα πολύ για την κατάσταση της ελεύθερης δημιουργίας στην ΕΣΣΔ. Φαίνεται πως οι κύριοι που προσπαθούν να διδάξουν στο ένα και πλέον τρίτο της ανθρωπότητας λεπτούς τρόπους, θέλουν, και ορισμένες φορές απαιτούν, από τη σοβιετική κοινωνία να εξασφαλίσει κάποια απόλυτη ελευθερία δημιουργικής αυτοέκφρασης. Μια ελευθερία απεριόριστη, που αρνείται καθαρά κάθε εξάρτηση-είτε από την ανάπτυξη της κοινωνίας, το χαρακτήρα της ιστορικής στιγμής και την αντιπαράθεση των ιδεών, είτε τέλος, από την προσωπική εκλογή, στην οποία ο σκεπτόμενος άνθρωπος φαίνεται, απόκτησε κάποιο δικαίωμα. Η έλλειψη συναίσθησης, ο αχαλίνωτος αυθορμητισμός της δημιουργίας διακηρύσσεται από αυτούς σαν το επιστέγασμα της καλλιτεχνικής ελευθερίας.

 
Από εδώ ξεκινάει η θέση των απολογητών, ότι η απολιτικότητα είναι λέει ο πρώτος απαραίτητος όρος της δημιουργικής ελευθερίας. Τα αριστουργήματα, δίδασκε πρόσφατα τους καλλιτέχνες ο αστός αισθητικός Χέρμπερτ Ρίντ, δημιουργούνταν μόνο τότε, όταν οι δημιουργοί απομακρύνονταν από τα πολιτικά προβλήματα, όταν «δεν αντιλαμβάνονται το κοινωνικό υπόβαθρο της δράσης τους». Το παράξενο όμως είναι ότι όλη η λογοτεχνία και η τέχνη του παρελθόντος καθώς και όλη η σημερινή και παγκόσμια κουλτούρα, δείχνουν χειροπιαστά εντελώς το αντίθετο. Ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στην προοδευτικότητα της κοσμοθεωρία του καλλιτέχνη, στο βαθμό της κοινωνικής δράσης του και στη δημιουργικότητα της εργασίας του. Ότι πρακτικά είναι αδύνατο για το δημιουργό να αφαιρείται από την πραγματικότητα και κατά πρώτο λόγια ό την κοινωνική. Ότι ολέθρια για το ταλέντο κάθε ολκής είναι η αχαλίνωτη αυθαιρεσία, η αναρχία στη δημιουργία.

 
Και τέλος, ακόμα και η ελάχιστη προσεκτική ανάλυση των εκκλήσεων για «ελευθερία χωρίς όχθες» οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι είναι αντιδραστικότατη, αντιανθρωπιστική η ουσία αυτής της μελοδραματικής αναφώνησης, ότι τέτοια ελευθερία δεν ανεβάζει τον άνθρωπο, δεν τον διδάσκει να σέβεται την προσωπικότητα, αλλά την εκμηδενίζει, την ταπεινώνει. Και όταν ένας, ο μαιτρ το μοντερνισμού, παρουσιάζει στα εγκαίνια μιας ζωγραφικής έκθεσης μια λεκάνη αποχωρητηρίου από πορσελάνη σαν έργο τέχνης, δεν κάνει μόνο μια ανόητη, αποκρουστική, εκκεντρική πράξη. Τέτοιες πράξεις έχουν το δικό τους νόημα: αισθητικοποιούν το χυδαίο, το τετριμμένο, διδάσκουν ότι τα πάντα επιτρέπονται.

 
«Το μεγάλο καύχημα του αστού διανοούμενου, η ελευθερία της κουλτούρας …δεν αποτελεί παρά επίφαση» λέει ο Ε. Σανγκινέττι, ο γνωστός Ιταλός πρωτοπόρος ποιητής. Εδώ μπορούμε να δώσουμε ένα πολύ σκληρό ορισμό: τον διανοούμενο στην αστική κοινωνία τον πληρώνουν για να παριστάνει ή ακόμα και να παίζει το ρόλο του ελεύθερου ανθρώπου. Πέρα από αυτό, για το σκοπό αυτό, τον σπρώχνουν με τις κλωτσιές στον πισινό.

Advertisements