… Σε δυόμιση μέρες ειπώθηκαν εδώ τόσα ενδιαφέροντα πράγματα, που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη συζήτησή μας. Έχω πεισθεί, ύστερα από τις τόσες ομιλίες που άκουσα, ότι η σημερινή μας συνάντηση δεν αποτελεί και την τελευταία μας συνάντηση.

 
Δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι θα μάθουμε γρήγορα να συνεννοούμαστε. Αν θέλετε, υπάρχει ακόμα καιρός. Ζούμε σε μακρινές αποστάσεις. Στη χώρα μας σχηματίστηκαν διαφορετικές ιδέες για τις αρχές που έχουνε σχέση με την ηθική και πνευματική αξία στην κοινωνική ζωή, και μεις οι ίδιοι σαν ποιητές είμαστε λίγο διαφορετικοί από τους Γάλλους και τους Ιταλούς ποιητές. Εμείς στην πλειονότητά μας είμαστε «πνευματικοί άνθρωποι από μια γενιά» και, να, γιατί μπορεί να μη βρίσκεται σε μας η φινέτσα και η αναγκαία ακρίβεια στην κρίση. Πιστεύω, όμως, ότι έχουμε ένα ουσιαστικό σημείο εκκίνησης που θα μας επιτρέψει να φτάσουμε στην κατανόηση.

 
Ακούγοντας όσα ειπώθηκαν σ’ αυτές τις τρεις μέρες είχα την εντύπωση ότι το νερό έμενε νερό και το λάδι έμενε λάδι, μα μερικές φορές το λάδι διαλυόταν μες στο νερό κι αυτό είναι κιόλας μια νίκη, γιατί πρώτη φορά ανοίγουμε ένα διάλογο αναμεταξύ μας, ανάμεσα στην ποίηση της δύσης, που σηκώνει το βάρος της παλιάς κουλτούρας, η οποία γίνεται πότε πότε ένα ογκώδες και ενοχλητικό εμπόδιο, και την ποίησή μας που είναι γεμάτη απληστία για την κουλτούρα.

 
Θέλω να προτείνω, θέλω να αναλάβω ορισμένες υποχρεώσεις απέναντι στους Ιταλούς φίλους μας.

 
Η πρώτη υποχρέωση: μόλις γυρίσουμε στην πατρίδα μας, στη Μόσχα, στο Λένινγκραντ, στο Κίεβο, θα αναφέρουμε μέσω των περιοδικών μας και άλλων δημοσιευμάτων, και με τη μεγαλύτερη αντικειμενικότητα στις λεπτομέρειές τους όσα ειπώθηκαν για την ποίηση, εδώ, σ’ αυτή την αίθουσα, απ’ τους συναδέλφους μας. Θα προσπαθήσουμε όλοι οι ποιητές μας να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη συζήτηση που εδώ στη Ρώμη έγινε μόνο η αρχή της. Θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τη συζήτηση στις στήλες του λογοτεχνικού μας τύπου. Φτιάχνουμε τώρα ένα γεφύρι για να περάσουμε το ποτάμι μιας παρατεταμένης ασυνεννοησίας και πρέπει να του κάνουμε γερά θεμέλια.

 
Θέλω τώρα ν’ απαντήσω στην ερώτηση που μου έκανε ο ποιητής Ακκρόκκα: ο Ακκρόκκα ζητούσε να μας πει «αυτός ο πρώτος γραμματέας» τι μπορεί να γίνει για τη μετάφραση Ιταλών ποιητών στη ρώσικη γλώσσα. Το να είμαι ο πρώτος γραμματέας της Ένωσης των συγγραφέων μας δεν είναι ένα γεγονός που μου φέρνει χαρά, μου είναι μάλιστα μια επαχθής ασχολία. Ο πρώτος γραμματέας πολύ σπάνια βλέπει και ξεμοναχιάζει αυτό το ωραίο κορίτσι που λέγεται «Μούσα». Εγώ δεν μπορώ να δίνω διαταγές σ’ αυτούς που τυπώνουν βοβλία, μα εμείς οι σοβιετικοί ποιητές αναλαμβάνουμε εδώ μια υποχρέωση: να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να γίνει καλύτερα γνωστή η ιταλική ποίηση στη χώρα μας με μεταφράσεις και με δημοσιεύσεις στα περιοδικά και τις εφημερίδες μας. Αν το θέλετε, ελπίζω να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας στη Μόσχα.

 
Μπορεί κάποιος απ’ τους Ιταλούς ποιητές να βρει τον καιρό για να περάσει το περίφημο «σιδηρούν παραπέτασμα» και τότε ίσως συνεχίσουμε στη χώρα μας το διάλογο, που εδώ έχουμε αρχίσει. Αν το κρίνετε σκόπιμο, προτείνω όχι πια τη σύσταση μιας επιτροπής, αλλά τη σύσταση μιας ομάδας πρωτοβουλίας, που να μας φέρνει αμοιβαία σ’ επαφή και να μας ενημερώνει πάνω στις τάσεις περιβάλλοντος και πνεύματος της σύγχρονης, της μοντέρνας ποίησης στις δυο χώρες.
Αυτές είναι οι προτάσεις μας στο τέλος αυτών των ημερών, όπου η συζήτηση αν δεν είχε συγκεκριμένα αποτελέσματα, άρχισε ωστόσο.

 
Δυο ομιλίες εδώ μου έχουν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Η πρώτη είναι η έξυπνη ομιλία του κριτικού Τζιανκάρλο Βιγκορέλλι και η δεύτερη η ενδιαφέρουσα ομιλία του καθηγητή Ριπελλίνο. Πιστεύω ότι σ’ αυτές τις δυο ομιλίες υπάρχει πλουσιότατο υλικό για ν’ ανοίξουμε μια μεγάλη συζήτηση πάνω στις τύχες της ποίησής μας, πάνω στις τύχες της Ποίησης.

 
Αν η διεύθυνση του περιοδικού «Κοντεμποράνεο» με δεχόταν για συνεργάτη του περιοδικού, θα έκανα πολύ ευχαρίστως μια συζήτηση μ’ αυτούς τους δυο φίλους, μια και δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να την κάνω τώρα. Μόνο για ένα πράμα θέλω να απαντήσω στον Βιγκορέλλι. Μιλούσε για δυσκολίες, για το γεγονός ότι οι ποιητές του δυτικού κόσμου ζούνε μέσα σε συνθήκες πιο δύσκολες από τους ποιητές της χώρας μας. Δεν είμαι εντελώς σύμφωνος μαζί του. Δεν μπορώ να είμαι σύμφωνος μαζί του, γιατί εμείς ζούμε στο μέρος εκείνο του πλανήτη που πραγματοποιούνται οι πιο βαθιές αλλαγές της ιστορίας. Εμείς ζούμε σε μια κοινωνία, όπου στα τελευταία σαράντα χρόνια ολόκληρες κοινωνικές τάξεις έχουν εξαφανιστεί απ’ τον κοινωνικό χώρο. Αυτό πρέπει να το θυμάται κανείς όταν κρίνει τις αρετές και τις αδυναμίες μας.

 
Θέλω να αναπτύξω τη σκέψη του Βιγκορέλλι για τον κριτικό πεσσιμισμό, γιατί, αντικαθιστώντας ίσως μερικούς όρους, μπορούμε να μείνουμε σύμφωνοι στην ουσία.

 
Δεν θά’ θελα μερικοί από εσάς να βλέπουν την ποίησή μας σαν ένα μπουνταλά που χορεύει σε μια κηδεία. Δεν είναι σωστό. Η ηλίθια αισιοδοξία δεν είναι η αισιοδοξία μιας κοινωνίας που βαδίζει σ’ ένα δρόμο εξαιρετικά δύσκολο. Προχωράμε μέσα απ’ το αίμα, μέσα από ανυπόφορες οδύνες, μέσα από καταστροφές τεράστιας σημασίας. Είναι φοβερό σ’ αυτό το κινούμενο ιστορικό φόντο να βλέπει κανείς το χορό του ηλιθίου που αισιοδοξεί.

 
Μα εμείς πιστεύουμε στο αύριο της ανθρωπότητας. Έχουμε εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, και πιστεύουμε ότι είναι κάτι καλύτερο απ’ ό,τι μερικοί νομίζουν. Το μόνο μας φταίξιμο είναι ότι πιστεύουμε στη δυνατότητα να ξεκαθαρίσουμε αυτή την κατάσταση που εξαιτίας της η πλάτη του ενός κρύβει τον ήλιο από εκατομμύρια ανθρώπους.

 
Κατηγορείστε μας, αν θέλετε, ότι γι’ αυτά τα πράματα μιλάμε μια χωριάτικη, μια μονότονη γλώσσα, μη μας θίγετε όμως με τη ρετσινιά του «κονφορμισμού». Δεν ξέρουμε να πεθαίνουμε μόνο στους στίχους. Ξέρουμε να πεθαίνουμε και όταν μας σημαδεύουν τα ντουφέκια. Η γυναίκα, που κάθεται εδώ μαζί μας, η ποιήτρια Βέρα Ίνμπερ, μας ήρθε απ’ τον παλιό κόσμο. Το ’42 όταν ο πληθυσμός του Λένινγκραντ πέθαινε κυριολεκτικά απ’ την πείνα, αυτή η γυναίκα είδε και έζησε τόσο φοβερά πράματα που η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναγνωρίσει. Εμείς τη συναντήσαμε όταν γυρνούσε απ’ το πολιορκημένο Λένινγκραντ. Μας έφερνε το ποίημα: «Η Μεριντιάνα του Πουχώφ». Γύρισε απ’ το Λένινγκραντ διαφορετική.

 
Αγαπητοί φίλοι, είμαστε άνθρωποι σε μια δύσκολη μοίρα. Δεκαεφτά χρονών είδα για πρώτη φορά, σε απόσταση ενάμισι μέτρο από μένα, πως μπορούσαν να σκοτώνουν έναν άνθρωπο. Δεκαοχτώ χρονών για πρώτη φορά πολυβολούσα τον κόσμο που έτρεχε να φτάσει τα χαρακώματά μας.

 
Πενήντα χρονών βρισκόμαστε με την πείρα του αιώνα μας στην πλάτη και πρέπει να τη σηκώσουμε. Κανείς Στάλιν δεν μπορούσε να μας φοβίσει και να μας κάνει διαφορετικούς απ’ αυτό που είμαστε. Καμιά αισιοδοξία δεν μπορούσε να μας κάνει να ψευτίσουμε απέναντι στη συνείδησή μας. Ό,τι είναι συνδεδεμένο με το όνομα του Στάλιν, είναι σύνθετο, δύσκολο να εννοηθεί. Αποτελεί τη διαλεκτική της εξέλιξης της νέας κοινωνίας. Είναι σκληρή η διαλεκτική της εξέλιξης, ματωμένη, γεμάτη ακόμη και από αδικίες.

 
Σας παρακαλούμε μονάχα για ένα πράμα. Προσπαθήστε να μας καταλάβετε, έτσι όπως είμαστε, χωρίς να χρησιμοποιείτε διαστάσεις και μέτρα μιας άλλης κοινωνίας, γιατί αυτά τα μέτρα δεν μπορεί να είναι σύμφυτα με το ειδικό βάρος της ύπαρξής μας. Απ’ αυτό το δρόμο περνούν και οι αρετές και οι αδυναμίες της ποίησής μας. Έχουμε ξεπεράσει το ατομικιστικό κλείσιμο του ποιητή. Ο θαυμάσιος Ρώσος ποιητής Αλέξανδρος Μπλοκ έγραφε:

 

«Ένας καινούργιος συνοικισμός γεννήθηκε στην άκρη της πόλης, πάνω στους κινητούς βάλτους. Ζούνε εκεί οι ποιητές και ο καθένας τους συναντάει τον άλλο, μ’ ένα χαμόγελο περηφάνειας».

 

Κάποτε είχαμε πολλούς «υπεράνθρωπους» και λιγότερο «κοινούς θνητούς». Θέλουμε η ποίηση να είναι ανθρώπινη και όχι υπερ-ανθρώπινη. Θέλουμε η ποίηση να βοηθάει τον άνθρωπο να ζήσει τη ζωή του πάνω στη γη και όχι να μπερδεύει την ύπαρξή του με πράματα που κανείς μονάχα μπορεί να τα μαντέψει.

 
Θέλουμε τα καλά ποιήματα να βοηθάνε τον άνθρωπο για να γίνει πιο ωραίος, πιο ψηλός στο ανάστημα, με πιο πλατιούς ώμους. Θέλω να πω, με πλήρη συνείδηση, ότι το μεγαλύτερο μέρος απ’ τις ομιλίες των Ιταλών ποιητών, αυτό το σκοπό είχε. Τό’ βλεπε κανείς ότι ήθελαν να δώσουν στον άνθρωπο αυτή την πνευματική τροφή.

 
Θα μου επιτρέψετε να κλείσω την ομιλία μου μ’ ένα άλλο ποίημα του Αλέξανδρου Μπλοκ που σ’ αυτό βλέπω ένα είδος επίπεδου πάνω στο οποίο θα μπορούσε να συνεχιστεί η συζήτησή μας:
«Σ’ αναγνωρίζω ζωή, σε δέχομαι, σε χαιρετώ στον ήχο της ασπίδας».

 

Επιθεώρηση Τέχνης

Advertisements