αναδημοσίευση από https://parapoda.wordpress.com/

Η ουσία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού

Α΄

Ποτέ ως τώρα, σε οποιαδήποτε εποχή, η ζωή δεν ήταν τόσο συγκινητικά ωραία, τόσο ενδιαφέρουσα και πλούσια σε γεγονότα παγκόσμιας ιστορικής σημασίας, όσο είναι στην εποχή μας, στην εποχή της οικοδόμησης του κομμουνισμού. Ποτέ οι καλλιτέχνες μας δεν αντιμετώπιζαν τόσο ενδιαφέροντα προβλήματα, ποτέ δεν είχαν τέτοιο μεγαλόπρεπο κοινό από αναγνώστες, θεατές και ακροατές.

Μπορούμε, εμείς οι σοβιετικοί συνθέτες, να ποούμε ότι η τέχνη μας ανταποκρίνεται στις ολοένα αυξανόμενες πνευματικές απαιτήσεις των σοβιετικών ανθρώπων; Ότι τα επιτεύγματά μας είναι ανάλογα με το μεγαλείο των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε; Όχι. Δεν μπορούμε να το πούμε αυτό.

Πρέπει τίμια και θαρραλέα να ομολογήσουμε πως τα επιτεύγματα των σοβιετικών συνθετών στα τελευταία χρόνια απέχουν πολύ από το να είναι ανάλογα με τις μεγάλες απαιτήσεις που προβάλλει ο λαός.

Όπερα, συμφωνία, καντάτα, μαζικό τραγούδι, μουσική κωμωδια, ελαφρά μουσική. Παρά τα αναμφισβήτητα προσόντα που έχουν ορισμένα έργα στα είδη αυτά της μουσικής, δεν καταφέραμε ακόμα να πετύχουμε αναλογία της “προσφοράς” των συνθετών με την τεράστια παλλαϊκή “ζήτηση” που συνεχώς αυξάνει.

Να δίνουμε πλήρη ικανοποίηση στις διαρκώς αυξανόμενες πνευματικές απαιτήσεις του λαού. Την μεγάλη αυτή απαίτηση, που είναι ένας κρίκος του βασικού νόμου του σοσιαλισμού, την αντιλαμβάνονται λανθασμένα, καμιά φορά, μερικοί ιθύνοντες της μουσικής μας ζωής, με πνεύμα αβασάνιστης προσαρμογής. Μήπως είναι λίγα τα έργα που γράφονται στον τόπο μας υπολογισμένα για ένα “μέσο” γούστο, έργα στα οποία ο συνθέτης παραμερίζει την προσωπιότητά του και καλύπτεται με μια άχρωμη πολυμεταχειρισμένη φρασεολογία; Γιατί το κάνει αυτό; Μα, βλέπετε, είναι βέβαιος ότι ο λαός θα δεχθεί μόνο το “πολύ γνωστό”, το “συνηθισμένο”.

Αυτό μου φέρνει στη μνήμη μια απροσδόκητη αναλογία. Την άποψη αυτή για την τέχνη, τη βλέπω σαν μια προσπάθεια να φορτώσεις στο λαό ένα μεταχειρισμένο αντικείμενο που το απόκτησες στο παλαιοπωλείο. Και να λέμε, μάλιστα, πως από το λαό το πήραμε και στο λαό επιστρέφεται…

Ο λαός όμως δεν δέχεται τα μεταχειρισμένα πράγματα. Ζητά από μας το νέο, στην τέχνη το φρέσκο, το ωραίο, το κομψό και το εμπνευσμένο.

Πόσο συχνά, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, δεν έτυχε να ‘μαστε μάρτυρες μιας τέτοιας αντίληψης προσαρμογής! Πόσες φορές δεν έτυχε ν’ ακούσουμε “μνημειώδη” έργα για τα οποία επιστρατεύονταν τεράστια εκτελεστικά μέσα και που δεν ήταν παρά μια κραυγαλέα συνθετική φλυαρία γαρνιρισμένη με ένα σπουδαίο επίκαιρο θέμα που εκφραζόταν κυρίως με τον τίτλο του έργου. Πόσες φορές παραβλέπαμε φανερά ελαττώματα ενός έργου μόνο και μόνο γιατί στο εξώφυλλό του ήταν χαραγμένος ένας τίτλος για την αγάπη προς την πατρίδα, την πάλη για την ειρήνη, την φιλία των λαών που συγκινούν.

Και πόσο λίγο εμβαθύναμε, στις περιπτώσεις αυτές, στην ουσία του έργου, πόσο χλιαρά εξετάζαμε τα μέσα με τα οποία ο συνθέτης προσπαθούσε να εκφράσει την καλή του ιδέα, χωρίς να πολυσυσκοτιζόμαστε για το αν τα “δανεισμένα” αυτά μέσα είναι κατάλληλα για να λύσουν ένα μεγάλο καλλιτεχνικό πρόβλημα.

Η ίδια η ζωή, η ίδια η πείρα της μουσικής μας ζωής έδωσε την πρέπουσα αξία στα έργα του είδους αυτού: είναι αποφασιστικά λησμονημένα.

Σε σχέση με το θέμα που έθιξα εδώ για τη θεληματική ή όχι προσαρμογή, θέλω να μιλήσω και πάνω στο θέμα του νεωτερισμού στην τέχνη που με συγκινεί βαθιά.

Β’ Το καινούργιο στην τέχνη

Όλη η ιστορία του καλλιτεχνικού πολιτισμού επιβεβαιώνει την αμετάβλητη αλήθεια πως μόνο τα έργα τέχνης που βαθιά και τολμηρά δίνουν φαινόμενα της ζωής που πάλλονται από ζωντανή και φλογερή ιδέα, αφήνουν ίχνος στην ψυχή του ανθρώπου.

Με πόση δύναμη της φλογερής πεποίθησής τους, με τι άμετρη τόλμη καταπιάνονταν οι μεγάλοι κλασσικοί του παρελθόντος με τη λύση των καλλιτεχνικών προβλημάτων που πρόβαλλε η ίδια η ζωή! Νεωτεριστές στην τέχνη ήσαν ο Μπαχ, ο Μπετόβεν, ο Γκλίνκα, ο Μουσόργκσκυ, ο Τσαϊκόφσκυ. Τολμηρός νεωτεριστής ήταν ο Μαγιακόφσκυ. Η δύναμη αυτών και πολλών άλλων καλλιτεχνών νεωτεριστών συνίστατο στο ότι αυτοί χάραζαν νέους δρόμους στην τέχνη, υπηρετώντας τον λαό, ξεκινώντας από τις απαιτήσεις της πραγματικότητας της ζωής, υποτασσόμενοι στην υψηλή έμπνευση. Ακριβώς αυτό το είδος του ρεαλιστικού νεωτερισμού διδάσκει το κόμμα μας σε εμάς τους σοβιετικούς καλλιτέχνες.

Έχω την εντύπωση πως μερικοί από τους ιθύνοντες της μουσικής μας ζωής εσφαλμένα αντιλαμβάνονται το πρόβλημα του νεωτερισμού που είναι τόσο σπουδαίο για την ανάπτυξη μιας πρωτοπόρας τέχνης. Συνδέουν το νεωτερισμό με το κυνήγι της “ιδιόρρυθμης πρωτοτυπίας” που χαρακτηρίζει τα καλλιτεχνικά γούστα των συνθετών – φορμαλιστών του εξωτερικού. Τέτοιου είδους “νεωτερισμός” μάς είναι βαθιά ξένος και θα αγωνιζόμαστε πάντα με αμείωτη ενεργητικότητα εναντίον των φορμαλιστικών ηχοκατασκευών.

Ο νεωτερισμός δεν αποτελεί αυτοτελή σκοπό. Θυμόμαστε καλά τα λόγια του συντρόφυ Α. Α. Ζντάνοφ: “Το νέο πρέπει να είναι καλύτερο από το παλιό, αλλιώς δεν έχει νόημα”. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσα λάθη έχουν γίνει στη σοβιετική μουσική κατά την περίοδο που ο φορμαλιστικός νεωτερισμός είχε εξασκήσει τη γοητεία του.

Πρέπει να τείνουμε προς ένα ρεαλιστικό νεωτερισμό που να στηρίζεται στις μεγάλες αραδόσεις της κλασσικής τέχνης.

Ο νεωτερισμός του ρεαλιστή καλλιτέχνη δεν είναι μια τεχνολογική διαδικασία που συνίσταται για να εξευρεθούν κάποιες εκλεπτυσμένες, παράξενες αρμονίες και πρωτάκουστα πολυφωνικά ευρήματα. Πολύ εκτιμώ τα έργα που είναι γραμμένα από τεχνικής απόψεως με εφευρετικότητα και τελειότητα. Όμως η τεχνική και η φόρμα πρέπει να είναι ολοκληρωτικά υποταγμένες στην ιδέα του έργου και στην ομορφιά του περιεχομένου… Δεν αξίζουν τίποτε οποιαδήποτε΄

τεχνικά κόλπα – εάν δεν βοηθάνε να φθάσει στον ακροατή ή η ιδεολογική – αισθητική πρόθεση του συγγραφέα, ούτε πάλι εάν η πρόθεση αυτή είναι κακή. Δεν μπορεί να χωρίζουμε την τεχνοτροπία παό τη ζωντανή μουσική που πρέπει να θίγει τις χορδές της ψυχής του ακροατή, να τον συγκινεί, να του δίνει χαρά.

Υπάρχει η εσφαλμένη “θεωρία” που εξακολουθεί ακόμα να έχει απήχηση, πως στην τέχνη δεν έχει σημασία το τι θα πεις αλλά το πώς θα το πεις. Οι οπαδοί της “θεωρίας” αυτής ενδιαφέρονται όχι για το περιεχόμενο, την ιδέα του μουσικού έργου, αλλά για την τεχνική της σύνθεσης. Ξεχούν ότι είναι χωρίς έννοια και ανώφελη και η τελειότερη τεχνική του συνθέτη εάν το περιεχόμενό της είναι τιποτένιο. Μας αφήνουν ασυγκίνητους έργα γεμάτα πομπώδικη ρητορική αλλά στερημένα από μια βαθιά ιδέα και ένα ζωντανό αίσθημα. Εϊναι αλήθεια πως βρίσκονται και άλλοι “εκτιμητές” αυτού του είδους μουσικής, που μπορούν να ενθουσιάζονται μ’ αυτή την ψεύτικη πολυτέλεια. Ο βασιλιάς όμως μένει γυμνός (σημ.μετ.: ρωσική παροιμία)!

Η τεχνική είναι καλή όταν ο καλλιτέχνης έχει τι να πει στον ακροατή, όταν ο καλλιτέχνης είναι εμπνευσμένος και αφιλοκερδής τραγουδιστής του λαού του, της εποχής του, που μπορεί να την παρουσιάζει αληθινά, ανάγλυφα και φωτεινά.

Σοστακόβιτς & Προκόπιεφ

Παρακολουθώντας τους δρόμους της εξέλιξης της σοβιετικής μουσικής τέχνης δεν μπορεί να μη στραφεί κανείς νοερά προς το έργο των εξαίρετων καλλιτεχνών όπως είναι ο Σεργκέι Προκόφιεφ και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Τα καλύτερα έργα των συνθετών αυτών με συγκινούν, αναζωογονούν την καλλιτεχνική μου αντίληψη, αναταράσσουν τη συνείδησή μου.

Γνωρίζουμε ότι στη μουσική, όπως και σ’ όλες τις καλές τέχνες, αντικαθρεφτίζεται το πνεύμα της εποχής. Τα σημαντικότερα, από άποψη ιδέας, έργα του Προκόφιεφ και του Σοστακόβιτς, με μεγάλη καλλιτεχνική δύναμη δίνουν τα θέματα και τις μορφές της εντατικής, κορεσμένης από επαναστατική ενέργεια πραγματικότητας. Έχω υπ’ όψη μου όχι μόνο τα θέματα ορισμένων έργων, όχι μόνο την προγραμματική απόδοση των σελίδων της ιστορίας μας που μας συγκινούν, γεγονότα και συμβάντα της εποχής μας, αλλά και την ίδια την αίσθηση του ρυθμού της σύγχρονης ζωής μας, τη διάθεση του πνευματικού κόσμου του σοβιετικού ανθρώπου. Δεν έχω πρόθεση να υποχρεώσω κανένα να αισθάνεται όπως αισθάνομαι εγώ. Γνωρίζω ότι θα βρεθούν άνθρωποι που δεν θα είναι σύμφωνοι με εμένα, όμως έτσι ακριβώς δέχομαι τη μουσική του Προκόφιεφ και του Σοστακόβιτς. Ακούω τους χτύπους του σφυγμού της επαναστατικής μας πραγματικότητας ακόμα και στα έργα όπως “Ο Αλέξανδρος Νιέφσκι” που το θέμα του αναφέρεται στο μακρινό παρελθόν του ρώσικου λαού, όπως η βαθιά λυρική 5η Συμφωνία του Σοστακόβιτς.

Πριν από λίγο καιρό, ο σοβιετικός μουσικός πολιτισμός είχε μια βαριά απώλεια. Έφυγε από τη ζωή ο Σ. Προκόφιεφ, εμπνευσμένος σοβιετικός συνθέτης, καλλιτέχνης νεωτεριστής με την καλύτερη σημασία της λέξης. Ο Προκόφιεφ έκανε λάθη στην καλλιτεχνική του πορεία, είχε γοητευθεί από το κυνήγι της ανανέωσης της φόρμας. Η σοβιετική κοινή γνώμη δίκαια τον κατέκρινε για αυτό. Και ο Προκόφιεφ, σαν ένας πραγματικά σοβιετικός καλλιτέχνης, μπορούσε σωστά να δέχεται την κριτική, μπορούσε να αντιλαμβάνεται αυτό που ζητούσε ο λαός και να διορθώνει τα λάθη του. Δημιούργησε όχι λίγα θαυμάσια ρεαλιστικά έργα και δίκαια πρέπει να τον κατατάξουμε στους σημαντικότερους, τους μεγαλύτερους Ρώσους συνθέτες για την καλλιτεχνική δημιουργία των οποίων δίκαια υπερηφανεύεται όλος ο σοβιετικός λαός.

Στα καλύτερά του έργα, ο Προκόφιεφ είναι καλλιτέχνης ρεαλιστής, αγωνίζεται για ανώτερο περιεχόμενο και για τη λαϊκότητα της μουσικής. Ο νεωτερισμός του στα θαυμάσια έργα όπως “Ο Αλέξανδρος Νιέφσκι”, “Ζντράβιτσα”, “Φρουρά της Ειρήνης”, “Ρότσα”, Ρωπούτα”, 7η Συμφωνία, ορισμένες σονάτες και κονσέρτα, είναι πάντα υποταγμένος στα σύγχρονα μεγάλα προβλήματα της δημοκρατικής τέχνης.

Στην υπηρεσία του λαού, στην υπηρεσία της προοδευτικής ανθρωπότητας, να ποια ήταν τα συνθήματα που οδηγούσαν τον Προκόφιεφ, τον σοβιετικό συνθέτη – πατριώτη, όταν δημιουργούσε τα καλύτερά του έργα στις δύο τελευταίες δεκαετίες. Ήταν μεγάλος καλλιτέχνης, τολμηρός μαχητής για μια πρωτοπόρα τέχνη.

Αυτή την τόλμη στη δημιουργία, αυτή την κοχλάζουσα ενέργεια του αγωνιστή για πρωτοπόρα τέχνη δεν την έχουνε πολλοί από εμάς. Θέλω να καλέσω τους συνθέτες μας, τη νεολαία μας να είναι πιο τολμηροί στη δημιουργία τους.

Το αίσθημα του καινούργιου είναι μια από τις πολυτιμότερες ιδιότητες ενός πραγματικά σοβιετικού καλλιτέχνη. Δεν είναι καθόλου απαραίτητο να εκδηλώνεται μόνο στα έργα μεγάλης φόρμας. Θα μπορούσε να φέρει κανείς παραδείγματα αληθινού νεωτερισμού και στο ύφος του σοβιετικού τραγουδιού, στη δημιουργία νέου τρόπου εκτέλεσης (φωνητικά συγκροτήματα). Ο προσεκτικός μας ακροατής υποστηρίζει πάντα με θέρμη εκείνα τα στοιχεία στη μουσική που περιέχουν τον πολύτιμο αυτό σπόρο του νέου.

Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός & Επαναστατικός Ρομαντισμός

Είμαι βαθιά πεπεισμένος πως ο σπόρος της καλλιτεχνικής προόδου δεν είναι δυνατό να περιέχεται σε έργα στερημένα από μια ζωντανή ιδέα που να ζητά κάτι, σε έργα εξωτερικά λεία και καλοχτενισμένα χυμένα με τέτοιο τρόπο που είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν ανέχεται τέτοιου είδους τοποθέτηση της δημιουργίας στην τέχνη. Προϋποθέτει ελευθερία ανάπτυξης στις πολύμορφες και φωτεινές δημιουργικές ατομικότητες. Τα περίφημα λόγια του Μαγιακόφσκυ “περισσότερους ποιητές, καλούς και διάφορους” μπορεί να ειπωθούν και για τη σοβιετική μουσική δημιουργία.

Μιλώντας για τη σύγχρονη μουσική δημιουργία δεν πρέπει να ξεχνάμε τον επαναστατικό ρομαντισμό που είναι ένα από τα βασικά στοιχεία στο στυλ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Δεν είναι δυνατό να φαντασθεί κανείς ένα έργο γεμάτο από πάθος επαναστατικού ρομαντισμού, εμπνευσμένο από τη θερμή αγάπη προς την Πατρίδα, προς τον άνθρωπο της σοσιαλιστικής μας πραγματικότητας και να είναι γραμμένο δίχως δημουργική ορμή, προσέχοντας “μην παραπατήσεις”. Και μήπως λίγες φορές παρουσιάζονται έργα όπου εξωτερικά όλα φαίνονται εντάξει; Το πρόγραμμα καλό, τα θέματα με λαϊκό χαρακτήρα, οι αρμονίες καλές, η ενορχήστρωση φτιαγμένη με γνώση της δουλειάς, η καλλιτεχνική του αξία όμως μηδέν, γιατί το έργο στερείται δημιουργικής τόλμης και έμπνευσης. Ένα τέτοιο έργο, πολλές φορές “εκτιμάται καλώς” στην Ένωση Μουσουργών, στη διεύθυνση Καλών Τεχνών, στο ραδιόφωνο. Ο ακροατής, όμως, μένει αδιάφορος, γιατί η προγραμματική ιδέα σε παρόμοια έργα εκφράζεται επιφανειακά, η μουσική με χαρακτήρα “επικής εξαγγελίας” δεν αφήνει κανένα ίχνος στη μνήμη ακόμα και του πιο καλοπροαίρετου ακροατή. Και πρέπει να πούμε πως εμείς, οι σοβιετικοί συνθέτες, έχουμε το πιο καλοπροαίρετο ακροατήριο στον κόσμο. Αυτό είναι το ευτύχημα για εμάς. Όμως γι’ αυτό φέρουμε και μεγάλη ευθύνη.

Περί εμπιστοσύνης & δημιουργικής ευθύνης

Πιστεύω πως έφτασε η ώρα να αναθεωρηθεί το καθιερωμένο σύστημα της κηδεμονίας των ιδρυμάτων πάνω στους συνθέτες. Θα πω μάλιστα πως πρέπει αποφασιστικά να απορρίψουμε την κακή πείρα της επέμβασης των ανθρωπων των μουσικών μας ιδρυμάτων στη δημιουργική εργασία των συνθετών. Το πρόβλημα της δημιουργίας δεν μπορεί να λυθεί με γραφειοκρατικό τρόπο. Ο καλλιτέχνης πρέπει να βρει την ορθή δημιουργική λύση των ζητημάτων της μουσικής τέχνης στο φως των μεγάλων προβλημάτων της ζωής που μας έθεσε το Κόμμα. Γι’ αυτό και είναι σοβιετικός καλλιτέχνης.

Το λογικό καταμερισμό και την φροντισμένη διεύθυνση της μουσικής ζωής της χώρας δεν πρέπει να την υποκαθιστούν η επέμβαση στην εργασία της σύνθεσης ή της εκτέλεσης. Ούτε να επιβάλλονται στους συνθέτες τα γούστα των ανθρώπων των μουσικών οργανώσεων που βρίσκονται έξω από τη δημιουργία, φαντάζονται όμως τον εαυτό τους “πάνω” από τη δημιουργία. Οι σοβιετικοί συνθέτες πρέπει να νιώσουν καλά τη μεγάλη ευθύνη που έχουν απέναντι στο λαό σαν πολίτες. Περισσότερη εμπιστοσύνη στον καλλιτέχνη και αυτός με μεγαλύτερη συναίσθηση της ευθύνης και πιο ελεύθερα θα καταπιάνεται με τα σύγχρονα προβλήματα της δημιουργίας για να τα λύσει.

Για την ποιότητα της όπερας της συμφωνίας, των τραγουδιών, πρέπει να δίνουν λόγο πρώτα απ’ όλα οι ίδιοι οι συνθέτες και όχι οι σύμβουλοι και οι εκδότες, διοικητές και διευθυντές των θεάτρων. Και όμως, με το “σύστημα της κηδεμονίας” που υπάρχει, ο συνθέτης “απαλλάσσεται” από την ευθύνη. Εάν π.χ. ο συνθέτης δώσει σε κάποιο μουσικό ίδρυμα ένα τραγούδι του, ο καθένας θα θεωρήσει υποχρέωσή του να του δώσει κάποια “συμβουλή”, να του υποδείξει κάποια απαραίτητη αλλαγή στη μελωδική ή στη ρυθμική μορφή. Με λίγα λόγια, του δίνουν “οδηγίες και υποδείξεις” για το ξαναφτιάξιμο του τραγουδιού. Κι όσο κι αν φαίνεται περίεργο, μερικοί συνθέτες δέχονται εύκολα όλες τις αλλαγές και απαρνούμενοι ό,τι αρχικά σκέφτηκαν και ένιωσαν, καμιά φορά κι αυτήν ακόμα την ιδέα του τραγουδιού που με κόπο διαμόρφωσαν, τη χτενίζουν με τον τρόπο που χτενίζει ο κουρέας την περούκα.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την όπερα. Γι’ αυτό το ζήτημα πολλά έχουν ειπωθεί και πολλά έχουν γραφεί. Δεν έχω πρόθεση να τα επαναλάβω. Πιστεύω πως μια τέτοια μέθοδος δεν μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία κλασικής σοβιετικής όπερας. Δε χρειάζεται κηδεμονία! Ας αφήσουμε το συνθέτη και το λιμπρετίστα μόνοι τους, με προσωπική τους ευθύνη, απαιτητικοί απέναντι στον ίδιο τον εαυτό τους, να εργαστούν πάνω στο δοσμένο έργο. Ας δοκιμάσουμε να εμπιστευθούμε τη δημιουργία της όπερας (μα και άλλων έργων) στους καλύτερούς μας συνθέτες, δραματουργούς – λιμπρετίστες και στα θέατρα, απαλλάσσοντας αυτούς από τη φτηνή κηδεμονία των ανθρώπων των μουσικών μας ιδρυμάτων.

Περιοδικό: Σοβιετική Μουσική, τεύχος Νοέμβρη 1953.

Η μετάφραση πάρθηκε από την “Αυγή”, το όργανο της ΕΔΑ, όπου δημοσιεύτηκε σε 4 φύλλα, αυτά της 31/01/1954, τ.399, σ.2, της 02/02/1954, τ.400, σ.2, της 03/02/1954, τ.401, σ.2 και της 04/02/1954, τ.402, σ.2.

Advertisements