Αυστηρή κριτική & ανοιχτές συζητήσεις

Βέβαια, δεν θέλω να γίνει καμμία παρερμηνεία πως είμαι, δήθεν, εναντίον της κριτικής, εναντίον των αοιχτών συζητήσεων των καλλιτεχνικών ζητημάτων με τους συναδέλφους, εναντίον της απαραίτητηας βοήθειας των εκδοτών και των συμβούλων. Αντίθετα, θεωρώ απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή ανάπτυξη της μουσικής δημιουργίας την συνεργασία με τους συναδέλφους στη δουλειά και την αυστηρή κριτική.

Η Ένωση Μουσουργών πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιεί τις ανοιχτές συζητήσεις πάνω στα νέα έργα. Ας ακούγεται η οξύτερη, προσωπική, δυσάρεστη κριτική. Ας δίνουν οι κριτικοί τις συμβουλές τους και στους αρχάριους και στους ώριμους συνθέτες. Όμως, όλα αυτά ας μην έχουν χαρακτήρα “εντολής” και ας μην ασχολούνται με ψευτοκηδεμονία των συνθετών τα μουσικά μας ιδρύματα, απαλλάσσοντας τον εαυτό τους από την ευθύνη για τη λύση των προβλημάτων της δημιουργίας. Η Ένωση Μουσουργών δεν πρέπει να δέχεται το ρόλο ως αλάνθαστου κριτή, των μουσικών μας ιδρυμάτων. Η συζήτηση για οποιοδήποτε έργο στους κόλπους της Ένωσης Μουσουργών πρέπει να έχει χαρακτήρα ελεύθερης ανταλλαγής γνωμών, να είναι μια πραγματικά γόνιμη συζήτηση.

Μια τέτοια συζήτηση θα βοηθήσει πολύ το συνθέτη και θα δείξει σε ποια κατεύθυνση αναπτύσσεται η τέχνη του. Στη συζήτηση αυτή στην Ένωση Μουσουργών μπορεί να διαπιστωθούν τα προσόντα και ενός έργου που να μην είναι τέλειο, που μπορεί όμως να έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη του ταλέντου ενός συνθέτη.

Από τη συζήτηση γεννιέται η αλήθεια. Πρέπει να έχει κανείς περισσότερη τόλμη και να είναι πιο αποφασιστικός όταν υπερασπίζεται μια προσωπική του άποψη που στηρίζεται βέβαια σε μια αρχή. Είναι απολύτως δυνατό, π.χ. ένα έργο που κρίθηκε αρνητικά στις ανοιχτές συζητήσεις της Ένωσης Μουσουργών να μπορεί να τυπωθεί ή να εκτελεστεί. Η ίδια η ζωή θα επανορθώσει την αρχική εκτίμηση, εάν αυτή ή ήταν λανθασμένη ή μονόπλευρη, τέτοια που παράβλεψε τα δεδομένα της μουσικής πείρας. Όπως είναι γνωστό, η σοβιετική μουσική γνωρίζει αρκετά τέτοια παραδείγματα.

Δ’ Για το εθνικό στοιχείο στη μουσική τέχνη

Πάνω στο θέμα αυτό αρκετά έχουν ειπωθεί και αρκετά έχουν γραφτεί ως τώρα. Κι όμως, έχω τη γνώμη πως το ζήτημα δεν έχει ξεκαθαριστεί εντελώς. Μερικοί σύντροφοι έχουν εσφαλμένη αντίληψη για το εθνικό στοιχείο στη μουσική. Στενεύουν πολύ την έννοια αυτή, συνοψίζοντας το όλο ζήτημα μονάχα στην τονική συγκρότηση της μελωδίας. Θεωρούν δε πηγή εθνικού χρώματος μόνο το λαϊκό τραγούδι, που χρησιμοποιείται εμφαντικά. Βεβαίως, το λαϊκό τραγούδι είναι πλουσιότατη πηγή για σύνθεση. Βεβαίως και μια μελωδία με τονική συγκρότηση λαϊκού τραγουδιού είναι η σπουδαιότερη ένδειξη εθνικού χαρακτήρα στη μουσική. Η σπουδαιότερη, όχι όμως και η μοναδική.

Η έννοια του εθνικού στη μουσική είναι πολύπλευρη. Κοντά στο μελωδικό χαρακτήρα υπάρχει και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αποδίδει μουσικά τις ιδέες του ένας λαός, οι χορευτικοί του ρυθμοί, η ηχητική ιδιομορφία των μουσικών του οργάνων, ο τρόπος με τον οποίο ένας λαός εκφράζει μουσικά τα αισθήματά του (ο Ρώσος εκφράζει μουσικά τη χαρά του διαφορετικά από τον Γεωργιανό. Ο Γαλλος εκφράζει τη νοσταλγί για το πατρικό του σπίτι διαφορετικά από το νέγρο π.χ.).

Πολλές φορές, ακούμε μουσικά έργα με βαθιά εθνικό χαρακτήρα και ύφος, στα οποία όμως δεν συναντούμε τον τόνο του λαϊκού τραγουδιού. Μπορεί κανείς να αναφέρει πολλά παραδείγματα από τη ρώσικη κλασική μουσική που πειστικά επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. Ας πούμε η 6η Συμφωνία του Τσαϊκόφσκυ, είτε το 2ο Κονσέρτο το Ραχμάνινοφ. Είναι δυνατό να αμφιβάλει κανείς για την εθνικότητα των έργων αυτών, που το καθένα, με το δικό του τρόπο, εκφράζει τον ρωσικό εθνικό του χαρακτήρα, την ψυχοσύνθεση του Ρώσου;

Και αντίθετα, μπορεί κανείς να αναφέρει πολλά έργα με επεξεργασία λαϊκών τραγουδιών, στολισμένα με όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του λαϊκού τραγουδιού που όμως δεν έχουν αληθινά εθνικό χαρακτήρα, που δεν εκφράζουν το λαϊκό πνεύμα της ζωής και του πολιτισμού. Συχνά κάνουν την εμφάνισή τους μαζικά τραγούδια με αξιώσεις λαϊκών αγροτικών τραγουδιών. Τα στοιχεία όμως που θέλουν να δώσουν εθνικό χαρακτήρα στα τραγούδια αυτά έχουν καθαρά επιφανειακό, εξωτερικό χαρακτήρα. Δεν είναι παράδοξο ότι τα τραγούδια του είδους αυτού δεν “πιάνουν”, αφήνουν το λαό αδιάφορο, δεν θίγουν τις χορδές της ψυχής του.

Με το πρόβλημα του εθνικού στυλ στη μουσική πρέπει να καταπιάνεται κανείς πλατύτερα, χωρίς δεσμευτικούς περιορισμούς, σοφίσματα και ταλμουδισμούς.

Μπορούμε να πούμε και στην περίπτωση αυτή: περισσότερα τραγούδια, καλά και διάφορα. Κι αυτό σημαίνει: περισσότερη τόλμη στη δημιουργία. Το τραγούδι πρέπει να έχει ειλικρίνεια και έμπνευση, πρέπει να είναι λαϊκό ως προς το ιδεολογικό του περιεχόμενο, πρέπει αληθινά να εκφράζει τις ιδέες και τα αισθήματα του πρωτοπόρου σοβιετικού ανθρώπου. Η μελωδία του πρέπει να έχει χτυπητά χρώματα, φρεσκάδα και γοητεία. Ο εθνικός χαρακτήρας του δεν πρέπει να συνίσταται σε επιφανειακούς συνδυασμούς πάνω στους καθιερωμένους τρόπους του λαϊκού τραγουδιού. Μπορεί κανείς να φανταστεί ένα θαυμάσιο τραγούδι, εθνικό στο ύφος του, αλλά και δίχως τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της φόρμας του λαϊκού τραγουδιού.

Το στένεμα της έννοιας του εθνικού στη μουσική φτωχαίνει την τέχνη μας, περιορίζει τα εθνικά όρια στην τέχνη και οδηγεί σε επικίνδυνες εθνικιστικές παρεκκλίσεις. Αυτό εκδηλώνεται με την πολύ λανθασμένη προσπάθεια που κάνουν μερικοί ιθύνοντες της μουσικής ζωής των σοβιετικών δημοκρατιών για να δημιουργήσουν τεχνητούς φραγμούς ανάμεσα στους μουσικούς πολιτισμούς των αδελφών σοσιαλιστικών εθνών… Μήπως είναι ανάγκη να υπενθυμίσουμε πόσο είναι απαραίτητη η καρποφόρα αλληλεπίδραση των εθνικών καλλιτεχνικών πολιτισμών, η επαφή στη δημιουργική εργασία ανάμεσα στους συνθέτες των διαφόρων λαών;

Ζωντανή ιδέα σε καλλιτεχνική μορφή

Θέλω να πω ακόμα λίγα λόγια για την ικανότητα του συνθέτη. Γι’ αυτό το σπουδαιότατο πρόβλημα είχε αφιερωθεί ένα περιεκτικό, με ορθές απόψεις, άρθρο του Ντμίτρι Καμπαλέφσκυ. Συμφωνά απόλυτα με τον ορισμό του: “Η ικανότητα του καλλιτέχνη είναι να μπορεί να ενσαρκώνει μια ζωντανή αληθινή, ιδεολογικά σημαντική ιδέα σε μια τέλεια καλλιτεχνική φόρμα”. Για μια τέτοια τέχνη εμείς οι σοβιετικοί συνθέτες πρέπει να αγωνιζόμαστε και να εντείνουμε τον αγώνα μας. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα είναι ανάγκη να ανεβάσουμε τα καλλιτεχνικά κριτήρια και τις απαιτήσεις έναντι του ίδιου του εαυτού μας.

Η απαιτητική κριτική και η ικανότητα στην τέχνη είναι δύο έννοιες αλληλένδετες. Όσο πιο απαιτητικοί θα είμαστε έναντι του εαυτού μας, τόσο θα ανεβαίνει το επίπεδο της ικανότητάς μας στην τέχνη. Ανεβάζοντας το επίπεδο της ικανότητάς μας στην τέχνη, θα προβάλλουμε όλο και νέες απαιτήσεις έναντι του εαυτού μας. Συνεχίζοντας την υψηλή ρεαλιστική κληρονομιά των κλασικών, κατακτώντας και αναπτύσσοντας την πλούσια δημιουργική τους πείρα, πρέπει να θυμόμαστε πάντα το αιωνίως ανικανοποίητο αίσθημα, την απαιτητική και αδιάλλακτη αυτοκριτική που κρατούσε διαρκώς σε ανησυχία την καλλιτεχνική τους συνείδηση και που τους ανάγκαζε να βαδίζουν πάντα εμπρός, χωρίς να σταματάνε στα σημεία που κατακτήσανε.

Θαυμάσιο παράδειγμα καλλιτέχνη δημιουργού που είχε πάντοτε αξιώσεις απ’ τα έργα του, μας έδωσε ο Ν. Μιασκόφσκυ, εξαιρετικός συνθέτης, ένας από τους θεμελιωτές της σοβιετικής συμφωνικής μουσικής. Ήταν ένας αληθινός τεχνίτης της μουσικής με την καλλύτερη έννοια αυτής της λέξης. Δυστυχώς, μεταξύ μας υπάρχουν ακόμα όχι λίγοι ικανοποιημένοι από τον εαυτό τους άνθρωποι που προτιμούν να προβάλλουν αξιώσεις όχι στον εαυτό τους, αλλά στους άλλους: προς την Ένωση Μουσουργών, την Οικονομική Υπηρεσία, τον Μουσικό Εκδοτικό Οργανισμό, την Κριτική κ.α. Είναι έτοιμοι να κατηγορήσουν για την αποτυχία τους οποιονδήποτε άλλος εκτός από τον εαυτό τους. Υπάρχει, λοιπόν, λόγος να πούμε πως παρόμοια “απαιτητικότης” όχι μόνο δε βοηθά, μα εμποδίζει την ανάπτυξη του μουσικού μας πολιτισμού;

Η ανανέωση του στυλ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού

Στα τελευταία χρόνια, στην Ένωση Μουσουργών πραγματοποήθηκαν αρκετές ανοιχτές συζητήσεις με ενδιαφέρον. Αρκετά άρθρα γραμμένα με γνώση και περιεχόμενο, πάνω στα προβλήματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας δημοσιεύτηκαν στις σελίδες του περιοδικού μας. Κι όμως, έχω την εντύπωση πως η κριτική μας σκέψη εξακολουθεί να παρακάμπτει τα οξύτερα, τα πιο ζωντανά σύγχρονα προβλήματα και μόνο επιφανειακά αναφέρεται στη μουσική ζωή της χώρας μας. Είναι πολύ καλό το ότι οι μουσικολόγοι μας καλλιεργούν βαθιά ορισμένα θεωρητικά προβλήματα, ότι συζητούν πάνω στα ζητήματα της υπόθεσης των έργων, της λαϊκότητας, της τονικής συγκρότησης της μελωδίας κ.α. Δεν έτυχε όμως, σχεδόν ποτέ, να διαβάσω άρθρα αφιερωμένα στο πρόβλημα του στυλ και της κατεύθυνσης που έχει η έρευνα στην καλλιτεχνική μας δημιουργία.

Στηριζόμαστε γερά στις θέσεις του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και της λαϊκότητας. Δεν έχουμε και ούτε μπορεί να έχουμε αμφιβολίες και συζητήσεις για το ιδεολογικό περιεχόμενο της σοβιετικής μουσικής. Όλα είναι ξεκάθαρα. Όμως, και το στυλ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δεν αναπτύσσεται; Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι η καλλιτεχνική δημιουργία των σοβιετικών συνθετών δεν θα αναπτύσσεται από την άποψη του στυλ; Ότι τα νέα προβλήματα της ζωής που προβάλλει η σοσιαλιστική πραγματικότητα, η πορεία μας προς τον κομμουνισμό, δεν θα προκαλέσουν αναζητήσεις για νέες καλλιτεχνικές φόρμες ανάλογες με το συνεχώς ανανεούμενο περιεχόμενο; Πώς, σε ποια κατεύθυνση, υπερνικώντας ποιες δυσκολίες πρέπει να αναπτύσσεται η σοσιαλιστική μας τέχνη; Να τα ερωτήματα στα οποία οι θεωρητικοί μας πρέπει να προσπαθούν να βρούνε σωστές, βαθιά μελετημένες απαντήσεις.

Αναλύοντας τα διάφορα προβλήματα της σύγχρονης μουσικής τέχνης και τα έργα των σοβιετικών συνθετών, οι κριτικοί μας πρέπει να γενικεύουν, να συνδυάζουν τις παρατηρήσεις τους και με θάρρος να καλούν τους συνθέτες στην έρευνα για κάτι νέο.

Ο σοβιετικός μουσικοκριτικός πρέπει να έχει την ίδια φλόγα και πάθος για την ιδέα του όπως και ο συνθέτης. Η δημιουργική τόλμη πρέπει να διαπερνά όλη του τη δράση.

Καλλιεργώντας τα υψηλά αισθητικά προβλήματα, ο κριτικός δεν πρέπει να ξεχνά τους τρόπους με τους οποίους εκφράζεται μουσικά ο λαός μας.

Τι τραγουδά ο λαός μας; Τι θέλει ν’ ακούει, να τραγουδά και να χορεύει η νεολαία; Τι της προσφέρουν οι οργανισμοί που είναι αρμόδιοι για τη μαζική μουσική; Η μουσική, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, είναι ένα από τα ισχυρά μέσα για την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση της μάζας. Δεν γνωρίζουμε όμως καλά πως αυτό πραγματοποιείται πρακτικά, στην καθημερινή πείρα.

Η οικογένεια των σοβιετικών συνθετών αριθμεί πολλά, πρώτης τάξεως ταλέντα. Κοντά στους εξέχοντες Ρώσους συνθέτες που καλλιεργούν όλα τα είδη της μουσικής τέχνης, στις αδελφές σοβιετικές δημοκρατίες αναπτύχθηκαν αρκετοί συνθέτες με ταλέντο που καλλιεργούν τις πλούσιες εθνικές παραδόσεις των αδελφών λαών.

Στην οικοδόμηση της σοβιετικής μουσικής πήραν μέρος μεγάλοι καλλιτέχνες σαν τον Μιχαήλ Ιππολίτωφ- Ιβάνοφ, Νικολάι Μιασκόφσκι, Σεργκέι Προκόφιεφ, Ανατόλι Αλεξανδρώφ, Ζακαρία Παλιασβίλι, Αλεξάντρ Σπεντιάρωφ, Ουζεγίρ Χατζιμπέγιοφ, Βίκτορ Κοσένκο. Καρποφόρα εξακολουθούν να εργάζονται οι πρεσβύτεροι τεχνίτες της σοβιετικής μουσικής Ρέινγκολντ Γκλιέρ, Σεργκέι Βασιλένκο, Γιούρι Σαπόριν, Λεβ Ρεβούτσκυ. Μεγάλες είναι οι υπηρεσίες που πρόσφεραν στην τέχνη της πατρίδας τους οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Ντμίτρι Καμπαλέφσκυ, Τιχόν Χρεννίκωφ, Βασίλι Σολοβιόφ – Σεντόι, Βάνο Μουραντέλι, Ανατόλι Νόβικωφ, Γκεόργκι Σβιρίντωφ, Βησσαρίων Σεμπαλίν, Iσαάκ Ντουναγιέφσκυ, Καρά Καράγιεφ, Εύγκεν Καππ, Γκουστάβ Ερνεσάξ, Σάλβα Μσβελίντζε, Αντρέα Μπαλαντσιβάντζε, Άντολφς Σκουλτε, Γκριγκόρ Εγκιαζαριάν και πολλοί άλλοι. Οι συνθέτες της γενιάς αυτής τίμια φέρουν τη σημαία της ρεαλιστικής τέχνης. Με επιτυχία εργάζονται και οι αντιπρόσωποι της νεότερης γενιάς Μπαρίς Τσαϊκόφσκυ, Β. Τσιστιάκοφ, Όταρ Τακτακισβίλι, Άρνο Μπαμπατζανιάν, Αλεξάντερ Αρουτιουνιάν, Σουλχάν Τσιντσάντζε και αρκετά άλλα ταλέντα που υπόσχονται πολλά.

Κανείς δε θα μπορέσε να μειώσει τη σημασία που έχουν οι μεγάλες επιτυχίες της σοβιετικής μουσικής στη δοξασμένη 36χρονη πορεία της. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να επαναπαυθούμε στις επιτυχίες μας αυτές. Κάθε καινούργια μέρα της ζωής της πατρίδας μας προβάλλει νέα και νέα προβλήματα στους σοβιετικούς καλλιτέχνες. Και τα προβλήματα αυτά μπορούν να λυθούν με βάση τα προοδευτικά θέματα και την ανώτερη, εμπνευσμένη τέχνη. Εάν θέλουμε την ανάπτυξη και την τελειοποίηση της σοβιετικής μουσικής, πρέπει να καλλιεργούμε και να τελειοποιούμε τη λαϊκή και την κλασική παράδοση στην τέχνη, να συλλαμβάνουμε προσεκτικά τον παλμό και τις απαιτήσεις της μεγάλης μας εποχής και κοντά σ’ αυτά, να μην ξεχνάμε ποτέ πως η ανάπτυξη προϋποθέτει κίνηση προς τα εμπρός και πάντα προς τα εμπρός.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα και η Σοβιετική Κυβέρνηση δημιούργσαν όλες τις προϋποθέσεις για την επιτυχή ανάπτυξη της τέχνης της Πατρίδας μας. Η πορεία μας φωτίζεται από τη μεγάλη διδασκαλία του Μαρξισμού – Λενινισμού, νιώθουμε πάντα τις φροντίδες και τη βοήθεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος που μας καλεί για μια εμπνευσμένη και φωτεινή σύγχρονη τέχνη.

Το καθήκον μας μπροστά στο λαό, μπροστά στο Κόμμα είναι να δικαιολογήσουμε τη μεγάλη εμπιστοσύνη, να απαντήσουμε με όλο και νέα έργα που να υμνούν τον ηρωισμό των ημερών μας, να δοξάζουν την Πατρίδα, να επιβεβαιώνουν την ιδέα του κομμουνισμού. Τα έργα αυτά πρέπει να είναι θαυμάσια στη φόρμα τους και μέσα σ’ αυτό πρέπει να πάλλει το πνεύμα μιας νέας πρωτοπόρας τέχνης. Πρέπει να είναι γραμμένα με θάρρος, με τόλμη. Να υπάρχει μέσα τους το στοιχείο της ανησυχίας και της ταραχής και όχι η ησυχία και το πνεύμα πως όλα παν καλά, όλα είναι μέλι-γάλα.

Περιοδικό: Σοβιετική Μουσική, τεύχος Νοέμβρη 1953.

Η μετάφραση πάρθηκε από την “Αυγή”, το όργανο της ΕΔΑ, όπου δημοσιεύτηκε σε 4 φύλλα, αυτά της 31/01/1954, τ.399, σ.2, της 02/02/1954, τ.400, σ.2, της 03/02/1954, τ.401, σ.2 και της 04/02/1954, τ.402, σ.2.

αναδημοσίευση από https://parapoda.wordpress.com/

Advertisements