Гончаров Григорий Андреевич (1913-2001) «Русские писатели в Воронеже» 1972

Από αυτήν την άποψη η ομιλία του Λένιν στο 3ο συνέδριο του Συνδέσμου Κομμουνιστικής Νεολαίας στις 2 του Οκτώβρη το 1920 είναι πολύ ενδεικτική. Στην ομιλία του Τα «Καθήκοντα του Συνδέσμου Νεολαίας» ο Λένιν υπογράμμισε την ανάγκη επίμονης συστηματικής εργασίας για την απόκτηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Λένιν εξηγούσε στη νεολαία πως «μόνο μια ακριβής γνώση και μεταμόρφωση του πολιτισμού που δημιουργήθηκε από την ανάπτυξη της ανθρωπότητας θα μας κάνει ικανούς να δημιουργήσουμε ένα προλεταριακό πολιτισμό» (Λένιν, Άπαντα. Τ. 31, σελ. 287, αγγλ. Εκδ.).Όταν μιλούσε για την ανάγκη εμπλουτισμού της σκέψης μας με τη γνώση που συσσωρεύτηκε από την ανθρωπότητα, ο Λένιν τόνιζε πως ένας κομμουνιστής θα ήταν μια απλή φούσκα αν δεν ξεσκόνιζε σε όλη τους την έκταση τις πληροφορίες που είχε πάρει. «Δεν πρέπει απλώς να αφομοιώνετε αυτή τη γνώση, αλλά να την αφομοιώνετε κριτικά» (στο ίδιο, σελ.288).

 
Η δήλωση του Λένιν για την ύπαρξη δύο πολιτισμών σε κάθε εθνικό είναι ουσιώδες για την ανάπτυξη μιας κατάλληλης προσέγγισης στο ζήτημα της χρησιμοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Λένιν αποσαφήνιζε ότι κάθε εθνικός πολιτισμός περιέχει παράλληλα με τα κυριαρχικά στοιχεία του πολιτισμού των εκμεταλλευτών τα στοιχεία, έστω και σε στοιχειώδη μορφή, δημοκρατικού και σοσιαλιστικού πολιτισμού, « εφόσον σε κάθε έθνος υπάρχουν εργαζόμενες και εκμεταλλευόμενες μάζες, που οι συνθήκες της ζωής τους αναπόφευκτα δημιουργούν την ιδεολογία της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού»(«Κριτικές Σημειώσεις πάνω στο Εθνικό Ζήτημα», Άπαντα, τ. 20, σελ.24). Τα δημοκρατικά και σοσιαλιστικά στοιχεία αποτελούν το απαραίτητο τμήμα της κληρονομιάς που γίνεται αποδεκτό για την οικοδόμηση ενός νέου πολιτισμού.

 
Ο Λένιν πρόβαλε τη μαρξιστική θέση έναντι των επιτευγμάτων της προοδευτικής κοινωνικής σκέψης σ’ ένα από τα πρώτα έργα του, «Η κληρονομιά την οποία απορρίπτουμε»(18917). Αρχίζοντας πολεμική με τους ναροτνικούς έγραφε ότι οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες έκαναν καλύτερη δουλειά με τη διατήρηση της επαναστατικής δημοκρατικής κληρονομιάς παρά οι ναροντικοί. Σημείωσε ότι οι σοσιαλδημοκράτες διαφύλατταν αυτήν την κληρονομιά κατά τρόπο διάφορο από τους αρχειοφύλακες που φυλάγουν παλιές εφημερίδες. Επανειλημμένα ο Λένιν τόνιζε την ανάγκη κριτικής μεταχείρισης των υλικών που χρησιμοποιούνται και ζητούσε δημιουργική πρωτοβουλία στη χρησιμοποίηση και ανάπτυξη της παρακαταθήκης του παγκόσμιου πολιτισμού.

 
Η πολιτιστική κληρονομιά είναι ο ακαταμέτρητος πλούτος του λαού, τον οποίο πρέπει να χειριζόμαστε προσεκτικά, να χρησιμοποιούμε με τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και να τον διαφυλάττουμε και διατηρούμε για τις γενεές που θα ‘ρθουν.

 
Είναι πολύ διδακτικό ότι εκτός της ολόπλευρης διευκρίνησης του προβλήματος της πολιτιστικής κληρονομιάς, ο Λένιν προσέφερε ένα σημαντικό παράδειγμα της πρακτικής του λύσης.

 
Αμέσως μετά την Οκτωβριανή επανάσταση η σοβιετική κυβέρνηση πήρε μια σειρά μέτρα για α προστατεύσει τον πολιτιστικό πλούτο της χώρας. Συλλογές ανεκτίμητων έργων Ρώσων και Δυτικοευρωπαίων ζωγράφων καταγράφηκαν στη Μόσχα, την Πετρούπολη και σε άλλες πόλεις. Με πρωτοβουλία του Λένιν το Κρεμλίνο της Μόσχας αποκαταστάθηκε το 1918. Στις 17 Ιουλίου 1918 ο Λένιν υπέγραψε το διάταγμα «Προστασία Βιβλιοθηκών και Συλλογών Βιβλίων».

 
Τυχοδιώκτες και κερδοσκόποι κάθε είδους εκμεταλλεύονταν τη σοβαρή οικονομική κατάσταση στο σοβιετικό κράτος για να αγοράσουν έργα τέχνης και άλλα πολύτιμα αντικείμενα με εξευτελιστικές τιμές από άτομα και να τα διοχετεύουν έξω από τη χώρα. Η Σοβιετική κυβέρνηση χτύπησε αυτές τις τάσεις στη γέννησή τους θεσπίζοντας το 1918 στα διατάγματα « Καταγραφή και προστασία έργων τέχνης και αρχαιοτήτων που βρίσκονται στην κατοχή ατόμων συνδέσμων και οργανώσεων», «Προστασία αντικειμένων επιστημονικής αξίας(επιστημονικά μουσεία, μελέτες, εργαστήρια κλπ)» και «Εθνικοποίηση της Πινακοθήκης Τρετιακόφ».

 

Гринштейн Иосиф (1901-1975) «Литейный цех»

Αυτά είναι μονάχα μερικά από τα πολλά μέτρα της σοβιετικής κυβέρνησης που αποδεικνύουν ότι η προστασία του πολιτιστικού πλούτου από την καταστροφή θεωρούνταν ένα πρακτικό πρόβλημα μεγάλης σπουδαιότητας στην περίοδο αμέσως μετά την οκτωβριανή επανάσταση, την περίοδο της επαναστατικής κατάλυσης της παλιάς τάξης.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα και η σοβιετική κυβέρνηση έδιναν τόσο μεγάλη σημασία σε αυτό το πρόβλημα γιατί υπήρχαν επίσης άνθρωποι που ζητούσαν άμεση καταστροφή ολόκληρου του πολιτισμού του παρελθόντος και εξαφάνιση όλων των εκδηλώσεών του, των επιρροών και παραδόσεών του. «Προς χάρη του μέλλοντός μας θα κάψουμε το Ραφαήλ, θα καταστρέψουμε μουσεία και θα ποδοπατήσουμε τα λουλούδια της τέχνης» αναφωνούσε ένα από τα ποιήματα εκείνων των χρόνων.(Γκρυάτουστσι «Το Μέλλον». 1918.αρ. 2. Σελ.4) «Κάτω ο πολιτισμός!» φώναζε ένα άλλο ποίημα («Προλεταριακά ποιήματα των πρώτων χρόνων της σοβιετικής εποχής», Μόσχα, 1959, σελ. 357). Υπήρχαν ιδιαίτερα πολλοί καταστροφείς ανάμεσα στους εκπροσώπους της λεγόμενης αριστεράς ή επαναστατικής τέχνης.

 

Дормидонтов Николай Иванович (1898-1962) «Шуровальщики» 1930

Αυτές οι μηδενιστικές απόψεις βρήκαν την πιο τέλεια έκφρασή τους στους «θεωρητικούς» της «Προλεταριακής κουλτούρας». Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της «Προλεταριακής κουλτούρας» διέβλεπαν «ταξικά χαρακτηριστικά» ακόμα και σε άψυχα αντικείμενα και πάνω σε αυτή τη βάση είχαν την απαίτηση να δημιουργούν δικές τους «προλεταριακές» υλικές αξίες. Έτσι τα πρωτόκολλα της 1ης Συνδιάσκεψης της Προλεταριακής Κουλτούρας στη Μόσχα αναφέρουν τα παρακάτω: «Δεν είναι τα παλιά σπίτια, που τα έχτισαν άλλες τάξεις και για άλλους σκοπούς και που είναι γεμάτα ξένες σε εμάς συγκινήσεις, όπου κατοικούμε προσωρινά μετά τη νίκη μας, που χρειαζόμαστε. Όχι. Χρειαζόμαστε ένα σπίτι δικό μας …που κάθε τούβλο θα χτιστεί συνειδητά από κάθε χτίστη». («Πρωτόκολλα της 1ης Διάσκεψης Πόλης των Πολιτιστικών και Εκπαιδευτικών οργανώσεων» στη Μόσχα 1918, σελ. 15)

Advertisements