Βέβαια αυτές τις απόψεις δεν τις συμμερίζονταν όλοι οι οπαδοί της Προλεταριακής Κουλτούρας. Μεταξύ αυτών υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν τίποτε εναντίον της μελέτης του περασμένου πολιτισμού, αλλά γενικά δεν προχωρούσαν πέρα από την παθητική γνώση του παρελθόντος, χωρίς να προσπαθούν να χρησιμοποιούν ορισμένα στοιχεία του παλιού πολιτισμού στην οικοδόμηση της νέας κουλτούρας. Κι αυτό επίσης ήταν μια παραλλαγή της μηδενιστικής στάσης έναντι του παρελθόντος.

 
Ο μηδενισμός των οπαδών της Προλεταριακής Κουλτούρας πρέπει να εξεταστεί όχι μόνο από την άποψη των ατομικών προβλημάτων της φιλολογίας και της τέχνης αλλά σαν απάρνηση των επιτευγμάτων του παλιού πολιτισμού στην πιο πλατιά του έννοια, απάρνηση των πνευματικών και υλικών αξιών που δημιούργησε η ανθρωπότητα. Οι φιλόσοφοι της προλεταριακής κουλτούρας κήρυτταν τη σχετικότητα ισχυριζόμενοι ότι η ανθρώπινη γνώση ήταν πάντοτε σχετική και για κανένα λόγο δε μπορούσε να έχει οποιαδήποτε μόνιμη σημασία. Με άλλα λόγια αρνούνται τη συνέχεια της ανθρώπινης τέχνης που αναπτύχθηκε σε μια διαφορετική ταξική κοινωνία. Οι οπαδοί της Προλεταριακής Κουλτούρας πίστευαν πως η προλεταριακή ιδεολογία αναπτύχθηκε σε ένα γυμνό σημείο, απομονωμένη και αυτοτελής και δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από εκπροσώπους άλλων τάξεων, της αγροτιάς λ.χ. ή της διανόησης. Αυτό εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο και για την «προλεταριακή κουλτούρα».

 
Ο Λένιν επέκρινε έντονα τις τάσεις καταστροφής του παλιού πολιτισμού και απάλειψής του από τα τεφτέρια της ιστορίας: « Είναι επιτακτικό να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια να στηρίξουμε τα θεμέλια του πολιτισμού μας, γιατί το προλεταριάτο ουδέποτε θα μας συγχωρέσει αν τα αφήσουμε να καταρρεύσουν».(«Ο Λένιν για τη φιλολογία και την Τέχνη», Μόσχα, 1960, σελ.668). Ήταν ακούραστος στην προσπάθεια διευκρίνησης της έννοιας των βασικών καθηκόντων της πολιτιστικής επανάστασης και των μεθόδων εκτέλεσης αυτών των καθηκόντων.

 
Το πρόβλημα της πολιτιστικής κληρονομιάς συνδέεται στενά με το πρόβλημα της ανανέωσης. Συνέχεια και ανανέωση είναι τα αγκωνάρια της πολιτιστικής επανάστασης. Συνεπάγονται τα προβλήματα του παλιού και του νέου στην πολιτιστική οικοδόμηση, άρνηση και κατάφαση, καταστροφή και οικοδόμηση, διάσπαση και σύνδεση. Η αντίθεση αυτών των ιδεών σύγχυζε τους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να σκεφτούν διαλεκτικά και για τους οποίους το ένα πράγμα αποκλείει το άλλο, ανθρώπους που σκέφτονται μόνο μ ε σταθερές κατηγορίες-«ναι» ή «όχι». Ήταν το πρόβλημα της ανανέωσης που ξεσήκωσε τις πιο θερμές συζητήσεις μεταξύ των συγγραφέων , των καλλιτεχνών, των κριτικών της φιλολογίας και της τέχνης. Ήταν γύρω από αυτό το ζήτημα που διασταύρωναν τα σπαθιά τους πολύ συχνά. Και τα πιο ακραία κάποτε παράλογα συμπεράσματα και ενέργειες των πιο ένθερμων αντιπάλων του κάθε τι που ήταν παλιό και παραδοσιακό συνοδεύονταν από πλήρη ανικανότητα στη θεωρία.

 
Ο μαρξισμός-λενινισμός έδειξε το δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί για την ανάπτυξη νέου πολιτισμού και προσέφερε σταθερές βάσεις για μια ορθή προσέγγιση του προβλήματος της ανανέωσης. Ο ίδιος ο Λένιν έδωσε ένα παράδειγμα βαθιού και στηριγμένου σε αρχές χειρισμού του προβλήματος.

 
Ο Λένιν τόνιζε πάντα την ανάγκη κριτικής εκτίμησης του υλικού που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, την ανάγκη επίδειξης πρωτοβουλίας στη χρησιμοποίηση και ανάπτυξη του παγκόσμιου πολιτισμού. Ο Λένιν ενθάρρυνε κάθε εποικοδομητική προσπάθεια δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και φροντίδα για τους νεαρούς βλαστούς του γνήσιου σοσιαλιστικού πολιτισμού. Πίστευε βαθιά πως το έδαφος της σοσιαλιστικής πραγματικότητας θα αποφέρει πραγματικά νέα, μεγάλη κομμουνιστική τέχνη.

 
Ο Λένιν έδειχνε οξύ ενδιαφέρον για την εργασία νεαρών προλετάριων ποιητών. Το 1921, ύστερα από συνομιλία του με το Γκόργκι, ο Λένιν έστειλε ένα σημείωμα στη βιβλιοθήκη, παρακαλώντας τον υπεύθυνο του ιδρύματος να εξασφαλίσει για αυτόν μια σειρά από εφημερίδες του Ιβάνοβυ-Βοζνεσενσκ «Ραμπότσι Κραϊ» (Χώρα των εργατών) που δημοσίευσε ποιήματα τοπικών συγγραφέων. Στο σημείωμα του ο Λένιν τους αποκαλούσε «πραγματικούς προλετάριους ποιητές» προσθέτοντας πως ο Γκόργκι είχε μεγάλη ιδέα για αυτούς.

 


Ενώ υποστήριζε κάθε τι το προοδευτικό και νέο στην καλύτερη έννοια του, ο Λένιν εναντιωνόταν αποφασιστικά σε κάθε είδους ψευτοανανέωσης, επιτήδευσης και επινόησης νέων τεχνασμάτων με μόνο σκοπό τον εκθρονισμό του παλιού. Έβλεπε πάντοτε τις εκδηλώσεις τέτοιας «ανανέωσης» στην τέχνη πολύ αποδοκιμαστικά. «Το παρακάνουμε για την ανατροπή στο ζήτημα της ζωγραφικής», έλεγε «Γιατί να αποστρέφουμε το βλέμμα από ότι είναι αληθινά ωραίο, να το απορρίπτουμε σαν αφετηρία για παραπέρα ανάπτυξη , μόνο και μόνο γιατί είναι παλιό; Γιατί θα πρέπει να εκθειάζουμε κάθε τι που είναι νέο και να υποτασσόμαστε σε αυτό μόνο και μόνο γιατί είναι νέο; Ανοησίες, μεγάλες ανοησίες!». («Ο Λένιν για τη Φιλολογία και την Τέχνη», Μόσχα, 1960, σελ.660, ρωσ. Εκδ.)

 
Ο Λένιν υποστήριζε πάντοτε τις ρεαλιστικές τάσεις στην τέχνη, ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη των καλύτερων παραδόσεων του ρεαλισμού και καλούσε τους καλλιτέχνες να προσέχουν να μην ξετρελαίνονται με το φουτουρισμό και τις άλλες φορμαλιστικές τάσεις.

 
Γελοιοποιώντας την επιπόλαιη απομίμηση της «νέας» τέχνης στη Δύση, ο Λένιν έγραφε: « Είμαστε καλοί επαναστάτες , αλλά για ορισμένους λόγους νιώθουμε υποχρέωση να αποδεικνύουμε επίσης πως έχουμε φτάσει στον κολοφώνα του μοντέρνου πολιτισμού»(Στο ίδιο, σελ. 660).

 
Ο Λένιν καθόριζε επίσης με σαφήνεια τους τρόπους καταπολέμησης τέτοιων ανανεώσεων. «Πιο κοντά στη ζωή», έγραφε στο άρθρο του «Ο Χαρακτήρας των εφημερίδων μας». «Πιο πολλή προσοχή στον τρόπο με τον οποίο οι εργάτες και χωρικοί χτίζουν πραγματικά το νέο στην καθημερινή τους δουλειά και πιο πολλή επιβεβαίωση έτσι που να εξακριβώνουμε την έκταση στην οποία το νέο είναι κομμουνιστικό»(Λένιν, Άπαντα, τομ.28, σελ.98)

Advertisements