André Lurçat – Ο άνθρωπος, η τεχνική και η αρχιτεκτονική

Η συνδιάσκεψη των αρχιτεκτόνων της περιοχής της Μόσχας θα ολοκληρώσει σήμερα τις εργασίες της. Πώς τέθηκαν τα προβλήματα ενώπιον της συνέλευσης, ποιες λύσεις μελετήθηκαν;

Λαμβάνοντας υπόψη τη συνέχεια των παρεμβάσεων που έγιναν πάνω στις διάφορες εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν, φαίνεται, πρώτα από όλα, πως η μάζα των αρχιτεκτόνων δεν είναι, γενικά, ικανοποιημένη, ούτε από την κατεύθυνση της ‘Eνωσης των Aρχιτεκτόνων, ούτε από τη διεύθυνση των υπηρεσιών σχεδιασμού της πόλης της Μόσχας. Εξάλλου, διαβάζοντας τα πολυάριθμα άρθρα στον Τύπο, φαίνεται πως και οι μάζες δεν είναι ικανοποιημένες από τους αρχιτέκτονες.

Γιατί υπάρχει μια τέτοια κατάσταση; Πώς μπορούμε να τη διορθώσουμε;

Φαίνεται ότι αυτή η άσχημη κατάσταση προέρχεται από τα ακόλουθα γεγονότα: τα ατελιέ του Σοβιέτ της Μόσχας είναι πιο ευνοημένα συγκριτικά με τους άλλους οργανισμούς που επίσης εργάζονται στη Μόσχα· οι οργανισμοί διεύθυνσης της ανοικοδόμησης της πόλης αγνοούν υπερβολικά συχνά τη σημασία των στόχων που πρέπει να επιτύχουν κάποιοι εξωτερικοί ως προς το Σοβιέτ της Μόσχας και ανήκοντες σε διάφορα Επιτροπάτα (Ελαφράς Βιομηχανίας, Δημόσιας Υγείας κλπ) οργανισμοί και δεν δίνουν την απαραίτητη προσοχή. Δεν γίνεται αισθητό ότι είναι επικεφαλής των εργασιών μια ενιαία διεύθυνση, η μάζα των εργαζομένων της αρχιτεκτονικής δεν είναι ενωμένη σε ένα μέτωπο, παρότι ο στόχος όλων είναι ο ίδιος, η ανοικοδόμηση της Μόσχας.

Για αυτούς τους λόγους, η ανοικοδόμηση δεν ακολουθεί τον επιθυμητό ρυθμό, και λόγω ακραίας γραφειοκρατίας, οι εργασίες εξαιρετικά συχνά καθυστερούν. Με δυο λόγια, το σχέδιο δεν υλοποιείται.

images

O Αντρέ Λυρσά στη Μόσχα το 1934

Ωστόσο, μεταξύ των πολλαπλών θεμάτων των παρεμβάσεων και των συζητήσεων, αυτό που κυριαρχεί και τραβά την προσοχή όλων, είναι, βεβαίως, αυτό της αναζήτησης μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής.

Μου φαίνεται, και ήθελα να το επισημάνω στην παρέμβασή μου (1), ότι το πρόβλημα, παρότι τέθηκε σε όλες τις εκφάνσεις του από το Κόμμα και από την Κυβέρνηση, δεν έχει ακόμα λάβει από την πλευρά των αρχιτεκτόνων μια απάντηση επαρκώς καθαρή και σωστή. Είναι φυσικά βέβαιο πως για να αποσαφηνιστεί η κατάσταση, μεγάλοι αγώνες δόθηκαν, ενάντια στον κονστρουκτιβισμό πρώτ’ απ’ όλα, και έπειτα ενάντια στο φορμαλισμό.

Όμως αυτές οι καμπάνιες διεξήχθησαν από τον Τύπο και όχι από τους αρχιτέκτονες: αυτό δείχνει αδιαμφισβήτητα μια καποια αδυναμία τους να επιλύσουν το πρόβλημα· αυτό δείχνει ότι δεν βλέπουν ξεκάθαρα την κατάσταση, καθώς η ώθηση τους πρέπει να τους δίνεται έξωθεν.

Για ποιους λόγους η αναζήτηση μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής, η οποία να ακολουθεί το γενικό ρυθμό της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έχει μείνει τόσο πίσω;

Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες αυτής της καθυστέρησης είναι η έλλειψη ανώτερων ικανοτήτων από ένα μεγάλο τμήμα των αρχιτεκτόνων, οι οποίοι έτσι δεν στέκονται στο μεγάλο ύψος των προβλημάτων που τους τίθενται. Όμως, ο κύριος λόγος είναι ότι η πλειοψηφία των αρχιτεκτόνων στερούνται πλήρως πολιτικής κατάρτισης, κατανόησης της κοινωνίας, η οποία θα τους επέτρεπε να καταλάβουν τους σκοπούς που επιδιώκονται, στην αναζήτηση μιας νέας αρχιτεκτονικής, και που θα τους έδιναν τις απαραίτητες βάσεις για μια καλή ανάλυση των προβλημάτων που τίθενται.

Αυτή η έλλειψη πολιτικής εκπαίδευσης, αυτή η έλλειψη γνώσης του μαρξισμού, τους οδηγεί ενίοτε στις χειρότερες αντιφάσεις, ενώ η διαλεκτική υλιστική μέθοδος έρευνας θα αποτελούσε ένα σοβαρό στήριγμα για την εργασία τους. Όμως οι αρχιτέκτονες τη χρησιμοποιούν λίγο ή καθόλου, να γιατί δεν έχουν ακόμα μπορέσει να διεισδύσουν στην καρδιά των προβλημάτων που τίθενται, δηλαδή, στην κατανόηση και, έπειτα, στη μεταφορά στην τέχνη τους της πραγματικότητας του σοσιαλισμού.

Αυτή η πραγματικότητα, είναι ωστόσο δική μας, μας περιβάλλει, είναι η οικοδόμηση στην οποία συμμετέχουμε όλοι, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού· είναι επίσης οι άνθρωποι που εργάζονται για να τον οικοδομήσουν, είναι η ζωή τους, οι επιθυμίες τους, οι ανάγκες τους, οι φιλοδοξίες τους τις οποίες εμείς, οι αρχιτέκτονες πρέπει να ικανοποιούμε ή να εκφράζουμε στα έργα μας.

Ωστόσο, ξεχνάμε εξαιρετικά συχνά ότι εμείς είμαστε οι οργανωτές του πλαισίου της ζωής και ότι έτσι δεν μπορούμε, χωρίς να ρισκάρουμε να διαπράξουμε χοντρά λάθη, να τα βλέπουμε όλα αυτά απ’ έξω.

Την ίδια στιγμή που πρέπει να λαμβάνει υπόψη πλήρως την πραγματικότητα του καιρού του, να γίνεται ένα με αυτή, ο αρχιτέκτονας πρέπει να καταλαβαίνει το κεφαλαιώδες πρόβλημα για αυτόν, αυτό της κληρονομιάς του παρελθόντος, για το οποίο ο Λένιν μας είχε μιλήσει ήδη προ πολλού. Κατά την αναζήτηση μιας νέας αρχιτεκτονικής, αυτή η κληρονομιά έχει τεράστια σημασία: το προλεταριάτο είναι ιστορικά ο κληρονόμος των πολύτιμων κληροδοτημάτων του παλιού και του σύγχρονου καιρού, και εμείς οι αρχιτέκτονες, οι οποίοι εργαζόμαστε όλοι για το προλεταριάτο, πρέπει να κατανοήσουμε την ουσία αυτής της πολιτιστικής κληρονομιάς και όχι να εφαρμόζουμε μηχανικά τα διδάγματά της ωσάν να επρόκειτο για ένα απλό σύνθημα.

Κάθε μεγάλη ιστορική εποχή είχε τη δική της οικονομική, κοινωνική, πολιτική “πραγματικότητα”, και την κουλτούρα της η οποία προέκυπτε ευθέως από αυτή τη ζωντανή πραγματικότητα. Ο αρχιτέκτονας πρέπει να αφομοιώνει, να κατανοεί βαθιά ποιες ήταν οι διαδοχικές πραγματικότητες, με τις πολλαπλές τους πτυχές, τι παραμένει χρήσιμο για αυτόν από αυτές, τι μπορεί με τιμές και επωφελώς να αποσύρει.

Για αυτό πρέπει να προβαίνει σε ανάλυση, και η μέθοδος του διαλεκτικού υλισμού θα του επιτρέψει να αποφύγει τα λάθη σε αυτή την ανάλυση, των διαφόρων εποχών που προηγήθηκαν· να μην ξεχνά σ’ αυτή τη μελέτη τον πάντοτε σοβαρό κίνδυνο να αφεθεί να σαγηνευτεί από τη φόρμα, από την εξωτερική πτυχή των πραγμάτων, τον κίνδυνο να μη βλέπει παρά το εποικοδόμημα, χωρίς να το συναρτά άμεσα από τις πραγματικότητες που το καθόρισαν.

lurcat-with-the-guys2O Αντρέ Λυρσά στη Μόσχα το 1934 μαζί με άλλους ξένους αρχιτέκτονες και τον Μοϊσέι Γιάκοβλεβιτς Γκίνζμπουργκ στην άκρη δεξιά (πηγή)

Η γνώση του μαρξισμού πρέπει να βοηθά τον αρχιτέκτονα να κάνει την αρχιτεκτονική μια τέχνη βασισμένη στη γνώση των πραγμάτων και στην επιστήμη των νόμων που τη διέπουν, κάτι που ήταν μέχρι την εποχή του καπιταλισμού. Η αρχιτεκτονική σύνθεση, οι μορφές και οι αναλογίες τους, καθορίζονται από συγκεκριμένους νόμους και όχι μόνο από το συναίσθημα: δεν θέλω επ’ουδενί να αρνηθώ την καλλιτεχνική πλευρά, το ταλέντο, την ώθηση του καλλιτέχνη, όμως, χωρίς μια επιστήμη στη βάση, χωρίς γνώση και πειθαρχία, αυτή η ώθηση παραμένει στείρα, και δεν επιτυγχάνει μια έκφραση πολύτιμη για όλους.

Τι μπορούμε να βρούμε αξιόλογο από την κληρονομιά του παρελθόντος; Ποια είναι τα διδάγματα που μπορούμε να συνάγουμε; Ποιες είναι οι εφαρμογές τους στις οποίες μπορούμε να προβούμε στο έργο μας;

Πρώτα από όλα, υπενθυμίζουμε το γνωστό γεγονός ότι η αρχιτεκτονική είναι μια από τις πιο άμεσες εκφράσεις μιας κοινωνίας. Τι εκφράζει λοιπόν, στις λεπτομέρειές της, η αρχιτεκτονική μιας εποχής, αν ξέρουμε καλά να την αναλύουμε;

Εκφράζει, πάνω από όλα, τις υλικές ανάγκες μιας εποχής, δείχνει την ποιότητα και την ισχύ των μέσων παραγωγής της, γιατί ο αρχιτέκτονας υλοποιεί τα έργα του με τη βοήθεια μιας συγκεκριμένης τεχνικής, η οποία ανταποκρίνεται στις δυνατότητες της στιγμής· εκφράζει, επίσης, τις κοινωνικές και πολιτικές τάσεις της κοινωνίας για την οποία αυτή δημιουργήθηκε· δείχνει, επίσης, την κατάσταση των διάφορων τάξεων, και ιδιαίτερα τις συνθήκες εργασίας των εργατών. Καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι, εκφράζοντας, επίσης ευθέως, τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν σε μια κοινωνία, η αρχιτεκτονική εκφράζει, επιπροσθέτως, το εποικοδόμημα, την ιδεολογία του, εντυπώνοντας διαδοχικά τις εποχές, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα σε συγκεκριμένα κτίρια κατά προτίμηση έναντι άλλων. Η Ελλάδα εκφραζόταν από το Ναό, η Ρώμη από τις αρένες, τα θέατρα και τα λουτρά, ο χριστιανικός Μεσαίωνας από τον καθεδρικό ναό. Θα μπορούμε έτσι να χαρκτηρίζουμε κάθε εποχή, κάθε κοινωνία από το κύριο μνημείο της, από τον τρόπο κατασκευής του, από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, για την οικοδόμησή του.

Αν σταματούσαμε σε αυτή την ανάλυση του παρελθόντος, δεν θα μας επιτρεπόταν ακόμα να βρούμε τα αναγκαία στοιχεία για την καλή κατανόησή του, για τον καθορισμό των διδαγμάτων τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε.

Στην πραγματικότητα, αν αυτή η ανάλυση μας επιτρέπει να ανακαλύπτουμε το πραγματικό περιεχόμενο κάθε μνημείου, δεν πρέπει να ξεχνάμε να αναλύουμε επίσης τις αιτίες που του έδωσαν τη συγκεκριμένη μορφή του, να βλέπουμε πώς, μέσα από ποια πλαστικά μέσα, ο αρχιτέκτονας μπόρεσε να επιλύσει τα προβλήματα που του τίθονταν.

Η γνώση των δυνατοτήτων που δίνει κάθε υλικό και κάθε τρόπος κατασκευής, μας δείχνει εύκολα ποιες είναι οι αρχιτεκτονικές δυνατότητες και ποια αποτελέσματα μπορούν να αντληθούν από αυτά αναφορικά με τις μορφές· όμως, δεν μπορούμε ακόμα να ανακαλύψουμε, μέσα από μια σφιχτή ανάλυση, ποιες αρχιτεκτονικές μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος· ποιο σύστημα σύνθεσης, ποιος τρόπος θέσης των αναλογιών επικράτησε στη δημιουργία του έργου του. Σε αυτό το σημείο, κάθε εποχή μας δίνει τη συμβολή της, να καθορίσουμε πώς στις ιδιαίτερές μας συνθήκες και με τα διαθέσιμα μέσα μας, αυτή η συμβολή μπορεί να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, να καταστήσουμε αισθητή την ιδέα που επιθυμούμε να εκφράσουμε, να τη μεγαλώσουμε χάρη στην τέχνη μας.

Έτσι, θα μπορέσουμε να πάρουμε από το παρελθόν αυτό που ήταν πραγματικά η ουσία του, και δεν θα ρισκάρουμε να πέσουμε στα χοντρά λάθη ενός ακαδημαϊκού φορμαλισμού ή ενός χωρίς ζωή και αξία εκλεκτικισμού.

Ο εκλεκτικισμός δεν είναι παρά μια ξερή, χωρίς πνεύμα αντιγραφή της εξωτερικής πτυχής των έργων του παρελθόντος, που δεν λαμβάνει υπ’ όψη το περιεχόμενό τους, την ιδεολογική τους αξία, την εποχή και την κοινωνία για τις οποίες δημιουργήθηκαν.

Μπορούμε να καταλάβουμε εύκολα τι λάθος προκαλεί, στην αναζήτηση μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής, η χωρίς προσαρμογή χρήση στοιχείων που είχαν αξιοποιηθεί για να εκφράσουν τις εποχές όπου υπερίσχυε η φεουδαρχία ή ο καπιταλισμός. Θα πρέπει να βρούμε εμείς οι ίδιοι τα ιδιαίτερα στοιχεία της δημιουργίας της νέας αρχιτεκτονικής, και για αυτό θα πρέπει να πασχίσουμε να αποκτήσουμε μια πραγματική γνώση και βαθιά κατανόηση της κληρονομιάς του παρελθόντος. Η πραγματικότητα της εποχής μας, της πραγματικότητάς μας, είναι αρκετά ισχυρή για να μας δώσει τις αναγκαίες ζωντανές δυνάμεις για μια τέτοια δημιουργία.

Σε αυτό το τόσο σύνθετο ζήτημα της αναζήτησης μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής, μια σοβαρή έγνοια πρέπει σταθερά να παραμένει στη βάση των εργασιών μας: ο Στάλιν ήταν που είχε πει πως “από όλα τα κεφάλαια που υπάρχουν στον κόσμο, το πολυτιμότερο είναι ο άνθρωπος”. Στις αναζητήσεις μας, ο κύριος σκοπός πρέπει να είναι σταθερά αυτός ο άνθρωπος, ο νέος άνθρωπος που γεννήθηκε από τη σοσιαλιστική επανάσταση: πρέπει πάνω από όλα να δώσουμε ικανοποίηση στις πολλαπλές του ανάγκες, υλικές ή πνευματικές. Εκεί, μου φαίνεται, έγκειται η βαθιά αιτία, το κέντρο των ίδιων των ερευνών μας.

tumblr_mc6ypn6C6q1rs42pno1_500Werkbundsiedlung, Bιέννη. Έργο του André Lurçat

Στις παλιές κοινωνίες, η έγνοια για τον άνθρωπο δεν υπήρχε, ή υπήρχε λίγο. Ο άνθρωπος δεν ήταν ο άξονας των αρχιτεκτονικών αναζητήσεων. Αυτός ο άξονας ήταν είτε η θέληση δοξασμού ενός Θεού, είτε η έκφραση της ισχύος μιας τάξης. Αν βρισκόμασταν στην αρχαία Ρώμη των κτιρίων που χτίστηκαν για τη συλλογικότητα, η ανάλυση μάς δείχνει πολύ γρήγορα ότι η κοινωνική και πολιτική μορφή της ρωμαϊκής κοινωνίας απαιτούσε για τη διατήρηση της ιδίας, οικοδομημάτων για το λαό, προκειμένου να τον αποπροσανατολίζουν και να τον απομακρύνουν από τα ζητήματα της διεύθυνσης του κράτους την οποία κατείχε μια τάξη προνομιούχων. Η αρχιτεκτονική της Ρώμης, θέλοντας να εκφράσει την ισχύ, τη δύναμη, η οποία τη δημιούργησε, είναι η πιο ιμπεριαλιστική αρχιτεκτονική που υπήρξε ποτέ.

Το να παίρνουμε άμεσα παράδειγμα από αυτές τις εποχές, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία τους χωρίς καμία μετάθεση, όπως κάνει ο εκλεκτικιστής αρχιτέκτονας, δεν θα μπορούσε παρά να μας οδηγήσει να εισάγουμε τεχνητά στα έργα μορφές και, μαζί με αυτές, το περιεχόμενό τους σε πλήρη αντίθεση με τη σοσιαλιστική ιδεολογία μας.

Το παράδειγμα της Ρώμης μάς δείχνει σε ποιο βαθμό η έγνοια για τον άνθρωπο ήταν απούσα κατά τη δημιουργία της αρχιτεκτονικής του παρελθόντος. Και καταλαβαίνουμε εύκολα ποια μπορούσε να είναι η θέση αυτού του ανθρώπου έναντι του οικοδομήματος που δημιουργήθηκε από την κοινωνία της οποίας ήταν μέλος, και αυτού που μπορούσε αυτό το οικοδόμημα να αναπαριστά για αυτόν. Το οικοδόμημα επικρατούσε πάνω του, τον καταπίεζε, τον συνέτριβε από το μυστήριο που περιέκλειε (όπως π.χ. στους ινδουιστικούς ναούς): όμως ποτέ το οικοδόμημα δεν ήταν δικό του, κοντά του, ανοιχτό σε αυτόν.

Στην εποχή μας, εποχή του σοσιαλισμού, δεν μπορεί άλλο να έχουν έτσι τα πράγματα. Όλα εκκινούν και επιστρέφουν στον άνθρωπο: είναι αυτός που δημιουργεί την ιστορία του, είναι αυτός που οργανώνει τη ζωή του, δημιουργεί το πλαίσιό της. Όλα του ανήκουν, όσα κατέκτησε. Η θέση του έναντι του οικοδομήματος πρέπει να είναι εντελώς διαφορετική από ό,τι ήταν στο παρελθόν.

Δεν λέμε, άλλωστε “η ακαδημία μας των επιστημών”, “το μετρό μας”, “το κανάλι μας”, “οι κατοικίες μας”;

Το σπίτι των μηχανικών του μετρό της Μόσχας, τελική εκδοχή

Ο άνθρωπος είναι εδώ πλέον απελευθερωμένος κοινωνικά και πολιτικά και βαδίζει προς την κατάκτηση της τεχνικής. Αυτή η κατάκτηση της τεχνικής θα έχει μια μεγάλη σημασία για εμάς τους αρχιτέκτονες. Γιατί όταν ο άνθρωπος θα απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις και θα γίνει κύριος της τεχνικής, αναπτύσσοντάς την έτσι σε ένα ρυθμό ολοένα πιο επιταχυμένο, δεν θα είναι πλέον ένας σκλάβος όπως στο παρελθόν.

Και στα οικοδομήματα που θα δημιουργούνται τότε, η ισχύς των τεχνικών μέσων που θα χρησιμοποιούνται δεν θα έχει πλέον τη σημασία που είχε παλαιότερα. Δεν θα εκφράζει πια τη δύναμη μιας τάξης, την επιβολή της στο υπόλοιπο της κοινωνίας, δεν θα περιβάλλεται από το μυστήριο του μεγαλείου, δεν θα επιδεικνύει πλέον τον πλούτο με τον οποίο έπρεπε τέτοια οικοδομήματα να περιβάλλονται. Το μνημείο θα είναι τότε φιλόξενο, ανοιχτό σε όλους, πρόσχαρο και ελαφρύ. Η απελευθερωμένη τεχνική θα επιτρέπει δημιουργήματα άλλοτε ασύλληπτα, και ο άνθρωπος που θα κατέχει μια τέτοια τεχνική θα γνωρίζει να την αξιοποιεί για να ανεγείρει μεγαλειώδη μνημεία που θα εκπροσωπούν ταπεινά την εποχή του σοσιαλισμού.

Δημοσιεύτηκε στην Ιζβέστια στις 12/06/1937. Στα γαλλικά βρίσκεται στο Ίδρυμα Lurçat από όπου δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο του Jean-Claude Ludi «Pionniers de l’architecture moderne, une anthologie», Presses polytechniques et universitaires romandes, 1η έκδοση, Λωζάνη, 2002, σ.σ. 287-291.

(1) Πρόκειται για το κείμενο που παρουσίασε κατά την 1η συνδιάσκεψη των αρχιτεκτόνων της περιοχής της Μόσχας (Ιούνης 1937)

πηγή https://parapoda.wordpress.com

Advertisements