Η δουλειά δεν είναι χαρά. Είναι καθημερινή γκρίζα αιωνιότητα και ρουτίνα που κάνει τα
πάντα να φαίνονται άρρωστα. Σε κάνει να νιώθεις ξένος προς τον κόσμο. Σε αποχαυνώνει μα
και σε κάνει πιο σκληρό πιο δυνατό και πιο περήφανο. Μα είναι καταναγκασμός.
Δουλεύω 9 ώρες την ημέρα στο εργοστάσιο που καταβρόχθισε τον πατέρα μου. Στο ίδιο
πόστο. Εκεί με τοποθέτησε το <<φιλάνθρωπο>> πρώην αφεντικό του. Κάθε μέρα πλην της
Κυριακής η ζωή μου επαναλαμβάνεται με την ίδια ανατριχιαστική μονοτονία. Στις πέντε το
ξυπνητήρι χτυπάει. Ένα λεπτό μετά η μάνα μου μπαίνει στο δωμάτιο και και μου λέει με
παράξενα χαρωπή φωνή,<<ξύπνα Κωστακη ,σε καλεί η δουλειά>>. Μπάνιο και κολατσιό
που μου ετοίμασε με τόση αγάπη μπαίνει στον φθαρμένο και μπαλωμένο στρατιωτικό σάκο.
Λεωφορείο. Ασφηκτικά γεμάτο από ανέκφραστα πρόσωμα, λευκά και μελαμψά. Πολλοί
κοιμόμαστε, θέλουμε να κοιμηθούμε μα δεν μπορούμε. Μερικά πρόσωπα είναι
σιωπηλά. Γνωστοί, τους αντικρίζω κάθε μέρα την ίδια ώρα στο ίδιο μέρος. Το λεωφορείο κάνει
καμιά ώρα.
Χαιρεταώ τον φύλακα, έναν κουρασμένο μεσήλικα που ετοιμάζεται να πάει σπίτι μετά την
ολονύχτια κοσμική αγρύπνια του.
Ο ήλιος που ανατέλει βάφει τα τεμπέλικα σύνεφα. Και έπειταη πύλη, κολοσιαία με την
φθαρμένη επωνυμία της εταιρίας πάνω της.
Η δουλειά είναι μονότονη και φονική. Σκοτώνει σιγά σιγά την επιθυμία για κάτι
καλύτερο, κάνει το πνεύμα νωθρό. Η αλλοτρίωση έρχεται πιο εύκολα απ ότι νομίζεις. Μετά
από μερικούς μήνες σε νοιάζει μόνο η μπύρα, οι γκόμενες και το φαί και ο πολύτιμος
ύπνος. Και που το κακό; Αυτή είναι η ζωή, αλλοτριωτική παράνοια μονοτονίας που θυμίζει
λήθαργο.
Και τα μηχανήματα συνεχίζουν να κινούνται, γίνονται ένα με την σάρκα. Όλα είναι ένα, οι
ανάσες, τα γράμματα που σχηματίζουν λέξεις ,οι χτύποι της καρδιάς. Κάθε αιμοσφαίριο στο
σώμα του εργάτη, κάθε άτομου του κάθε ατόμου που χάνει την ατομικότητά του και
γίνεται κομμάτι του μεγάλου οργανισμού που καταπίνει ατσάλι υδρώτα και κάποιες φορές
χέρια, πόδια, σάρκα, δάχτυλα, ζωές. Και ξερνάει πλούτη και ψίχουλα.
Κάπου ακούγεται το φτερούγισμα μιας μύγας.
Οι συνάδελφοι είναι άνθρωποι διάφορων τύπων. Οικογενειάρχες που δουλεύουν από αγάπη
και από ανάγκη. Αποχαυνωμένοι εικοσιοχτάρηδες που ζουν για να την πίνουν στα
κωλόμπαρα, παιδιά που απλά θέλουν να ξεφύγουν από το φάντασμα που λέγεται ανεργεία
και εξαθλίωση. Είμαστε αυτοί που κινούν το μεταλλικό σώμα. Κάθε μέρα όλο και πιο
αλλοτριωμένοι όλο και πιο σκληροί. Προχτές το μηχάνημα άρπαξε το χέρι ενός
παλικαριού. ‘Ηταν λίγο μεγαλύτερος από μένα. Τα ουρλιαχτά του, σαν ουρλιαχτά ζώου
αντηχούσαν σε όλο το εργοστάσιο. Τα γρανάζια είχαν βαφτεί κόκκινα. Όταν το σταμάτησαν
στη θέση του χεριού του έμεινε ένα χωρίς σχήμα κρεάτινο απομεινάρι. Το πρόσωπό του είχε
χλωμιάσει. Δάκρυζε. Έκλαιγε σαν μωρό. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Η δουλειά συνεχίζεται. Ο
καθένας κοιτάζει τον εαυτό του. Θρίαμβος της αλλοτριωμένης ατομικότητας την στιγμή που
αυτή χάνει κάθε υπόσταση.
Και όλα συνεχίζονται. Τα μηχανήματα, οι ανάσες, οι χτύποι της καρδιάς, οι φωνές, οι
βρισιές. Μια χαλύβδινη Συμφωνία…
Είναι 5. Κάθομαι και περιμένω το λεωφορείο. Πάω να ξεσκάσω, να εξορκίσω για λίγο την
μιζέρια και μετά σπίτι. Για να ξυπνήσω πάλι στις πέντε και για να κάνω τα ίδια και τα ίδια. Να
γίνομαι ένα με την θάλασα από ατσάλι και να γίνω χορδή σε βιολί της Χαλύβδινης συμφωνίας.
Την είδα να μπαίνει. Μου χαμογέλασε και την αγνόησα. Κάθησε δίπλα μου…..
Ο Ιάκωβος Γερακόπουλος γεννήθηκε το 1988 στην Οστράβα της Τσεχίας. Ο πατέρας του είναι πολιτικός πρόσφυγας δεύτερης γενιάς ενώ οι προγονοί του είναι από τον Πόντο και την Αρμενία. Το 1996 ήρθε στην Ελλάδα. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ευρωπαϊκή ιστορία στο Ιστορικό Αρχαιολογικό της Αθήνας. Γράφει από το 2009.Έχει γράψει και εκδώσει δύο συλλογές τον Βασιλιά της Βαβυλώνας το 20014 και την Πτώση της δύσης το 2015.Συμετέχει στο περιοδικό η φωνή των λογοτεχνών και έχει γράψει σε διάφορες συλλογές τρίτων όπως στα Οχτώ Φετίχ .Αυτή την στιγμή εργάζεται ως υπάλληλος τηλεφωνικής υποστήριξης.
Advertisements