Το βλέπω κάθε μέρα – τακτικά,
με της αυγής τα πρώτα σκιρτήματα:
στα κρατικά,
κομματικά,
πολιτικά,
μορφωτικά,
τρέχει το πλήθος ιδρύματα.
Βροχή χαρτιών στα ενδότερα σε δέρνει μόλις περάσεις…
Μαζεύοντας καμιά πενηντάρια -τα σπουδαιότερα-
τρέχουν οι υπάλληλοι στις συνεδριάσεις.
Παρουσιάζεσαι:
«Τον αρμόδιο θέλω να δω.
Το ζήτημα βιάζει».
«Ο σύντροφος Ιβάν Βάνιτς δεν είναι εδώ.
Στην Ένωση “ΤΣΟ” και “ΓΟΥΚΟΝ” συνεδριάζει».
Αλωνίζεις εκατό σκάλες.
Σωστή τυράννια.
Και ξανά:
«Θα σας δεχτεί σε μιαν ώρα.
Του συνεταιρισμού τα μελάνια διαπραγματεύεται τώρα».
Κι όταν πας, ούτε γραφιάς ούτε γραμματέας – κενό.
Δε βρίσκεις κανέναν.
Οι πάντες ως είκοσι δύο χρονώ
της Κομσομόλ* ακούν τα «πεπραγμένα».
Σκαρφαλώνεις ξανά ενώ το βράδυ φτάνει στου επταώροφου κτηρίου την κορφή: «Γύρισε ο Ιβάν Βάνιτς;»
«Είναι στη σύσκεψη
των Άλφα, Βήτα, Κάππα, Λάμδα, Φι».
Ορμάω στη σύσκεψη
σα χιονοστιβάδα γιγαντωμένος, βλαστημάω επιθετικότατος.
Και κοιτώ:
ανθρώπους στη μέση κομμένους. Διάβολε!
Πού ’ναι τ’ αποδέλοιπο σώμα τους; Σφαγή!
Ξολόθρεμα!

Η φρίκη κάνει τρελές τις σκέψεις.
Κι ακούω
τον ήσυχο γραμματέα να εξηγεί:
«Εργάζονται ταυτόχρονα σε δύο συσκέψεις
Έχουν τη μέρα είκοσι συνεδριάσεις.
Κόβεσαι στα δυο για να προφτάσεις.
Μισός εκεί.
Μισός εδώ…»
Άυπνος ως το πρωί θα τη βγάλεις μ’ οράματα τολμηρών προτάσεων:
«Ω, κάνετε μιαν ακόμα συνεδρίαση
για την απαγόρευση όλων των συνεδριάσεων».
1922

 

 

Περίληψη

Όταν ξεφυλλίζω αυτές τις σελίδες, είμαι ένας διαβάτης που τριγυρίζει στο γνώριμο από τον καιρό της νιότης ρωσικό πνευματικό τοπίο και κουβεντιάζει με την αιωνιότητα, έχοντας διερμηνέα την ποίηση. Άρχισα μεταφράζω Ρώσους ποιητές στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν σπούδαζα στο Λογοτεχνικιό Ινστιτούτο «Μαξίμ Γκόρκι» της Μόσχας. Συγκεντρώνω από καιρό σε καιρό στα τετράδιά μου τη συγκομιδή δίχως να κρατάω κάποια σειρά ή ν’ ακολουθώ κάποιο σύστημα χρονολογικής ταξινόμησης. Γυρίζω κατά καιρούς στους ίδιους ή μεταγενέστερους ποιητές για να εμπλουτίσω την «ανθολογία» μου με πρόσθετα ποιήματα, δίνοντας προτεραιότητα στην καθαρή, λυρική, διαχρονική ποίηση. Εκείνη που σε κάνει να επικοινωνείς με το συνάνθρωπο κάθε εποχής –ακόμα και της πιο απόμακρης– ως συνομήλικος.

Α.Π.