Ο Αλέκος Πούλος είναι ναυτεργάτης και γράφει ποίηση και διηγήματα. Γεννήθηκε στη Σάρτη Χαλκιδικής από πατέραΙκαριώτη και μητέρα Μικρασιάτισσα. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1980, μέσα από τις στήλες της εφημερίδας των ναυτεργατών “Η Ναυτεργατική”, στην αρχή ακόμη της εργασίας του στα καράβια. Έχουν εκδοθεί πέντε ποιητικές του συλλογές, ενώ σε περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες έχουν δηµοσιευθεί ποιήματα και διηγήματά του. Ιδιαιτέρως τον τιμά το βραβείο της Πανικαριακής Αδελφότητας για το σύνολο του έργου του. Τα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό “ΙΚΑΡΙΑΚΑ” και έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Δημιούργημα των ωρών ξεκούρασης µες στα καράβια είναι τα διηγήματα, όπως και όλη η ανέκδοτη εργασία που έχει. Είναι µέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

 

Πως σώθηκα

Στη χτεσινή καταιγίδα
τρομαγμένος κι εγώ
ικεσίες πάνω απ’ τα κύματα
προς τους εφτά ουρανούς έστελνα
με δάκρυα στα μάτια
που δανειζόμουν απ’ τη νοσταλγία
των δικών σου ματιών.
Δεν ήταν κανείς εκεί να τις ακούσει
και γύριζαν πάλι σε μένα
κατάκοπες απ’ το μάταιο ταξίδι τους.
Στις πρωινές αναφορές των πελάγων
είπαν ότι σώθηκα
αγκαλιά κρατώντας μια φωτογραφία
ως σωσίβιο
κι ήταν αυτή
με το πρώτο μας φιλί.

Συνεχίζει να μας πειράζει

Δεν έπρεπε να πεθάνεις!
Απ’ το πρωί οι πουτάνες
το ίδιο τραγούδι ακούνε
αυτό του τελευταίου σου χορού
κι αμίλητους μ’ ένα ποτό
– έτσι σπονδή δεν γίνεται –
καθηλωμένους στα καθίσματα μας έχουν
μακριά αυτές από μας
με τα χέρια μας σε σχηματισμό προσευχής.

Εμείς νομίζαμε
ότι θα ήθελες ξεφάντωμα σήμερα
βεβαίως και το τραγούδι αυτό να χορέψουμε
αλλά κάνε κάτι και μην γελάς
να το σταματήσουν.
Δε νομίζω τόσο πολύ να σ’ αγαπούσαν
γιατί θα σε ξαναφέρουμε πίσω
να τελειώσεις τον χορό σου
να γλιτώσουμε και μεις
απ’ το καινούργιο βασανιστήριο
που εφεύραν οι πουτάνες
οι αμέτοχες του χορού σου.

Περιμένουμε υπομονετικά
μήπως κλάψει καμία
να το σταματήσουμε
λόγω βαρύτατης θλίψης.
Άδικα όμως θλιμμένοι δείχνουμε
γιατί ήδη ξημερώνει
και μεις βαρεθήκαμε
και το τραγούδι
και τις πουτάνες
μα κυρίως εσένα
γι’ αυτό που μας έκανες πάλι σήμερα.

Advertisements