Όταν τα ξημερώματα τους επέστρεφαν σηκωτούς στη σκηνή, οι υπόλοιποι, όσοι μπορούσαν να κινηθούν, φρόντιζαν τους σακατεμένους κομμουνιστές, δυο σταγόνες νερό στο στόμα και στις πληγές, τους βοηθούσαν να ξαπλώσουν ή να σηκωθούν, μια τρυφερή κουβέντα… Τον Γεράσιμο δεν τον πλησίαζε κανείς. Μόνος απέναντι στο φοβερό μηχανισμό της βίας και στο χλευασμό των συναγωνιστών του. Ναι, ένα βραδυ που τον πήραν, τον βασάνιζαν σ’ ένα χώρο που είχε κάρβουνο, κι όταν τα ξημερώματα τον πέταξαν μέσα στη σκηνή και σέρνονταν όπως πάντα μόνος για να φτάσει στη θέση του, οι άλλοι έβαλαν τα γέλια γιατί ήταν μαύρος σαν τον αράπη από την καρβουνόσκονη. Και βέβαια ο Γεράσιμος δεν ήξερε γιατί γελάνε, και όπως μου είπε μετά από πολλά χρόνια, κείνο το βράδυ ήταν η μόνη φορά που έκλαψε κάτω από την κουβέρτα του. Μπορείς να μου πεις σε ποια λογική, σε ποιο συναίσθημα, εντάσσεται αυτή η απανθρωπιά; Ο Γεράσιμος δεν έσπασε, βγήκε παλικαρίσια από το Μακρονήσι, και στη δικτατορία του 67 μπήκε από τους πρώτους στην αντίσταση. Τον πιάσανε ξανά. Πέρασε πάλι παλικαρίσια τα βασανιστήρια της ασφάλειας και της ΕΣΑ, και τον έφεραν φυλακή. Ήμουν τότε επικεφαλής της παράνομης οργάνωσης της φυλακής. Μόλις μπήκε ο Γεράσιμος, έτρεξε στο να χαιρετήσει ένα παλιό σύντροφο που τον είδε στο προαύλιο. Ήταν μαζί σ’αυτή την ομάδα του Μακρονησίου που σου περιέγραψα πριν. Αυτός του γύρισε την πλάτη. Ήρθε στο κελί μου και μου είπε πως ο Γεράσιμος είναι τροτσκιστής και πρέπει να προσέχουμε, ότι τον ήξερε από το Μακρονήσι και τα ρέστα. Έτσι έμαθα και το περιστατικό που σου περιέγραψα. Τον σκυλόβρισα βέβαια, και του είπα πως αντί να καμαρώνει, έπρεπε να ντρέπεται. Με κοίταξε παραξενεμένος και πληγωμένος. Ξέρεις τι καλός άνθρωπος και αγωνιστής ήταν; Κι όμως δεν πέρναγε απ’το μυαλό του ότι μπορούσε να φερθεί διαφορετικά σ’ έναν άνθρωπο που βασανιζόταν μαζί του. Σκέφτομαι, όταν μ’ αυτό τον ανελέητο τρόπο αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους που έχουν διαφορετική αντίληψη για τα πράγματα από μας, τι σκατά «Σοσιαλιστική Δημοκρατία» θα φτιάχναμε αν είχαμε έρθει στην εξουσία! Χέστα.

 

(Απο το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου. Αν και δε συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό ορισμένων για το βιβλίο, μπορώ να πω ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει μια αξία. Το αλίευσα από τον προσωπικό λογαριασμό του φίλου Δημήτρη Σάλτου που ακόμα δεν έχει εκδώσει ποίησή του αν και θα ‘πρεπε.)

Advertisements