Αποτέλεσμα εικόνας για worker in american paintingΣτην αρχή δεν ήθελα να τον ακολουθήσω, ήξερα πως θα μου έδειχνε κάτι που θα με στενοχωρούσε, που θα με ταπείνωνε, κάποια φρικτή μαρτυρία της ηθικής και φυσικής ταπείνωσης στην οποία μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος μέσα στην απελπισία του. Δε μου αρέσει να παρακολουθώ το θέαμα του ανθρώπινου εκφυλισμού, σιχαίνομαι να κάθομαι, σαν δικαστής ή σαν θεατής, να κοιτάζω τους ανθρώπους ενώ κατεβαίνουν τα τελευταία σκαλιά της ευτέλειας: φοβάμαι μονίμως πως θα γυρίσουν το κεφάλι τους και θα μου χαμογελάσουν….

 
Δε θέλω να βλέπω μέχρι ποιό σημείο ο άνθρωπος μπορεί να εξευτελιστεί, για να ζήσει. Προτιμούσα τον πόλεμο από την «πανούκλα» που, μετά την απελευθέρωση, μας είχε όλους λερώσει, διαφθείρει, ταπεινώσει – όλους μας, άντρες, γυναίκες, παιδιά. Πριν την απελευθέρωση, είχαμε αγωνιστεί και υποφέρει για να μην πεθάνουμε. Τώρα αγωνιζόμασταν και υποφέραμε για να ζήσουμε. Υπάρχει μια μεγάλη διάφορα ανάμεσα στον αγώνα για να μην πεθάνεις και στον αγώνα για να ζήσεις. Οι άνθρωποι που αγωνίζονται για να μην πεθάνουν διατηρούν την αξιοπρέπεια τους, την υπερασπίζονται με δόντια και με νύχια, όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, με ένα άγριο πείσμα. Οι άντρες δεν έσκυβαν το κεφάλι. Δραπέτευαν στα βουνά στα δάση, ζούσαν σε σπηλιές, πάλευαν σαν τους λύκους ενάντια στους κατακτητές. Αγωνίζονταν να μην πεθάνουν. Κι ήταν ένας αγώνας ευγενής, αντρίκιος, γεμάτος αξιοπρέπεια. Οι γυναίκες δεν έριχναν το κορμί τους στη μαύρη αγορά για ν’ αγοράσουν κοκκινάδι για τα χείλη, μεταξωτές κάλτσες, τσιγάρα ή ψωμί. Υπέφεραν την πείνα, αλλά δεν πουλιόντουσαν. Δεν πουλούσαν τους άντρες τους στον εχθρό. Προτιμούσαν να δουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από πείνα, παρά να πουληθούν, παρά να πουλήσουν τους άντρες τους. Μονάχα οι πόρνες πουλιόντουσαν στον εχθρό. Πριν την απελευθέρωση, οι λαοί της Ευρώπης υπέφεραν τα παντα με αξιοπρέπεια. Αγωνίζονταν με το κεφάλι ψηλά. Αγωνίζονταν να μην πεθάνουν. Και οι άνθρωποι, όταν αγωνίζονται για να μην πεθάνουν γραπώνονται με τη δύναμη της απελπισίας από ο,τιδήποτε αποτελεί το πιο ζωντανό, αιώνιο τμήμα της ανθρώπινης ζωής, από το πιο ουσιαστικό, το πιο ευγενικό και πιο αγνό στοιχείο της ζωής: την αξιοπρέπεια, την υπερηφάνεια, την ελευθερία της συνείδησης τους. Αγωνίζονται για να σώσουν την ψυχή τους.

 
Μετά την απελευθέρωση, όμως, οι άνθρωποι χρειάστηκε ν’ αγωνιστούν για να ζήσουν. Το να παλεύεις για να ζήσεις είναι ένα φρικτό, ταπεινωτικό πράγμα, μια επαίσχυντη ανάγκη. Μονάχα για να ζήσεις. Μονάχα για να σώσεις το τομάρι σου. Δεν είναι ένας αγώνας ένάντια στη σκλαβιά, για την ελευθερία, για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, για την τιμή. Είναι ένας αγώνας ενάντια στην πείνα. Είναι ένας αγώνας για το ξεροκόμματο, για λίγη φωτιά, για ένα κουρέλι που θα ντύσει τα παιδιά σου, για λίγο άχυρο πάνω στο οποίο θα ξαπλώσεις. Όταν οι άνθρωποι παλεύουν για να ζήσουν, όλα, ακομα κι ένας άδειος τενεκές, μια γόπα, ένα πορτοκαλόφλουδο, μια φέτα ξερό ψωμί πεταγμένο στα σκουπίδια, ένα απλό κόκαλο, όλα αποχτούν μια τεράστια βαρύτητα. Οι άνθρωποι είναι ικανοί για οποιαδήποτε ατιμία προκειμενού να ζήσουν: είναι ικανοί για οποιαδήποτε καταισχύνη, για οποιοδήποτε έγκλημα, αρκεί να ζήσουν. Για ένα μεροκάμματο, ο καθένας μιας είναι έτοιμος να πουλήσει τη γυναίκα του, τις κόρες του, να κηλιδώσει την τιμή της μάνας του, να βγάλει στην αγορά τ’ αδέλφια και τους φίλους του, να εκπορνευτεί σ’ έναν άλλον άντρα. Είναι έτοιμος να γονατίσει, να συρθεί στο χώμα, να γλείψει τα παπούτσια όποιου μπορεί να τον ταΐσει, να σκύψει την πλάτη κάτω από το μαστίγιο, να σκουπίσει χαμογελώντας το μάγουλο του από τα σάλια μιας φτυσιάς: και έχει ένα ταπεινό, γλυκό χαμόγελο, ένα βλέμμα γεμάτο ελπίδα κτηνώδη και αδηφάγα, μια συγκινητική ελπίδα.

 

Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Η παρθένα της Νάπολι, σελ. 52.

Advertisements