Συζητούν οι Ζ. Π. ΣΑΡΤΡ, Ε. ΦΙΣΕΡ, Ε. ΓΚΟΛΝΤΣΤΥΚΕΡ, Μ. ΚΟΥΝΤΕΡΑ, Π. ΠΟΥΙΣΜΑΝ, Α. ΧΟΦΜΑΪΣΤΕΡ, Γ. ΧΑΓΙΕΚ.

Το δεύτερο θέμα που συζήτησαν ο Ζαν Πωλ Σαρτρ και οι Τσέχοι διανοούμενοι ήταν η παρακμή. Τη συζήτησή τους για την ειρηνική συνύπαρξη και την πάλη των ιδεών δημοσιεύσαμε στο προηγούμενο τεύχος της Ε.Τ.

Ζαν Πωλ Σαρτρ

Αποτέλεσμα εικόνας για ζαν πωλ σαρτρΕυχαρίστως παίρνω το λόγο για να μιλήσω για την παρακμή. Κι αυτό γιατί χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε ακόμη μερικές ασάφειες –όχι μαζί σας- αλλά με μερικούς φίλους κομμουνιστές, ακόμα και με ορισμένους Σοβιετικούς λ.χ. συγγραφείς οι οποίοι στη συνάντηση των Ευρωπαίων συγγραφέων που έγινε στο Λένινγκραντ, επανέρχονταν πολύ συχνά στο θέμα της παρακμής της τέχνης στην καπιταλιστική κοινωνία. Θα σας πω γιατί ο όρος «παρακμή» μας δυσκολεύει πολύ στη δουλειά μας. Πρέπει να τον εξετάσουμε πολύ σοβαρά, για να μην πω πως ίσως ως ένα βαθμό πρέπει να τον ξεπεράσουμε. Είπατε, πολύ σωστά, πως η Τσεχοσλοβακία είναι μια χώρα στην οποία συναντιούνται θαυμάσιες πολιτιστικές παραδόσεις με μαρξιστική σκέψη που πρέπει να αναπτυχθούν. Αυτό μας οδηγεί στο να δούμε ποιος είναι ο ρόλος της μαρξιστικής σκέψης και πώς πρέπει να εκφραστεί. Υπάρχουν και στη Δύση, είτε σα μονάδες είτε σαν ομάδες, άνθρωποι που εκπροσωπούν αυτό που η Τσεχοσλοβακία εκπροσωπεί σα σύνολο. Αυτοί είναι οι προοδευτικοί διανοούμενοι, κομμουνιστές ή και μη κομμουνιστές. Θα ήθελα, σα σχηματικό παράδειγμα για όλους αυτούς, να αναφέρω τη δική μου περίπτωση:

Γεννήθηκα το 1905. Με ανάθρεψε ο παππούς μου, καθηγητής, και που τότε συμμεριζόταν τις ιδέες του περασμένου αιώνα. Ζούσα σ’ έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε η συμβολική λογοτεχνία και η τέχνη για την τέχνη. Αφομοίωσα όλες αυτές τις ιδέες. Ύστερα μεγαλώνοντας, γνωρίστηκα όταν σπούδαζα με τη δυτική φιλοσοφία. Σταδιακά απελευθερωνόμουν απ’ αυτή, αλλά και διατηρούσα μερικά δικά της πολιτιστικά στοιχεία. Τελικά έφτασα στο μαρξισμό, αλλά με όλα όσα είχαν συσσωρευτεί μέσα μου από πριν. Νομίζω πως η ανάγνωση του Φρόιντ, του Κάφκα ή του Τζόυς –αναφέρω τα τρία αυτά ονόματα γιατί τα ανάφεραν πολύ συχνά στο Λένινγκραντ- η ανάγνωση λέω αυτών των τριών συγγραφέων αληθινά με οδήγησε στον μαρξισμό. Δεν μιλώ για τις υπόλοιπες θετικές επιδράσεις τους. Όταν λοιπόν, στο Λένινγκραντ, διαπίστωσα πως μερικοί ανατολικοί διανοούμενοι αντιμετωπίζουν τους τρεις αυτούς ανθρώπους, χωρίς την παραμικρή στενοχώρια, σαν παρακμασμένους, μόνο και μόνο γιατί ανήκαν σε μια παρακμασμένη κοινωνία, αισθάνθηκα εκείνη την ώρα να τίθεται εκτός νόμου η ίδια μου η κουλτούρα και συνεπώς πως θα έπρεπε να ζητήσω από τους Σοβιετικούς φίλους να με συγχωρέσουν γιατί τους τρεις αυτούς ανθρώπους τους διάβασα, τους αγάπησα, τους γνώρισα. Όταν από το στόμα ορισμένων ανθρώπων ακούγεται μια τέτοια ερμηνεία του όρου παρακμή και όταν εφαρμόζεται λ.χ. στον Τζόυς, τότε γίνεται απλός φορμαλισμός από ανθρώπους που δεν διάβασαν τον Τζόυς. Σε τέτοια περίπτωση δεν πρόκειται για ουσιαστική μελέτη, αλλά για απλή τακτική. Η συμβολή αυτών που κλήθηκαν από τη Δύση σε μια τέτοια συνάντηση μένει ανεκμετάλλευτη. Αυτοί οι ίδιοι προσπάθησαν ώστε να απομονώσουν ό,τι θα μπορούσε να είναι πραγματικά αστικό σ’ αυτούς τους συγγραφείς, ό,τι δεν μπορεί να αφομοιώσει η σοσιαλιστική κοινωνία. Παράλληλα, όμως, προσπάθησαν να πάρουν και να διατηρήσουν την προσφορά τους εκείνη που είναι θετική και που ισχύει ακόμα και για όλους μας. Η εργασία αυτή θα έπρεπε να εκτιμηθεί τουλάχιστον για το λόγο ότι βοηθά στη σύγκρουση και τον αγώνα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Πιστεύω πως οι προοδευτικοί συγγραφείς της Δύσης δεν υστερούν σε τίποτα γιατί διάβασαν έναν ορισμένο αριθμό συγγραφέων, όπως τον Προυστ ή τον Κάφκα. Αντίθετα, παρά το γεγονός αυτό ή καλύτερα χάρη σ’ αυτό έγιναν προοδευτικοί άνθρωποι, μαρξιστές και ικανοί να χρησιμοποιούν τον διάλογο. Αυτό σημαίνει πως πρέπει οπωσδήποτε να αποδεχθούμε αυτούς τους συγγραφείς, αυτό σημαίνει πως ο δημιουργικός μαρξιστής δεν μπορεί να μας διδάξει διαφορετική αντιμετώπισή τους. Αυτά είναι τεκμήρια ζωντανής σύνθεσης που πηγάζει από τις αντιθέσεις και τον διάλογο. Νομίζω πως δεν πρέπει να αποκλείουμε από τις συζητήσεις ανθρώπους αυτού του είδους, αν πραγματικά θέλουμε ο μαρξιστής, όταν συζητά με αστούς αντιμαρξιστές, να έχει συμπαραστάτες τους ανθρώπους εκείνους, που ενώ έχουν αστική κουλτούρα είναι ενάντιά της. Οι Σοβιετικοί άνθρωποι είχαν τελείως διαφορετική κουλτούρα και παράδοση.

Πρώτα απ’ όλα πιστεύω πως πρέπει να απορρίψουμε a priori τον όρο «παρακμή». Βεβαίως, η παρακμή υπάρχει: υπήρξε η εποχή των τελευταίων χρόνων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου μπορούμε να μιλήσουμε για παρακμή στην τέχνη. Και τούτο για τον απλούστατο γιατί οι καλλιτέχνες έμειναν στον απλό φορμαλισμό. Λ.χ. μεγάλοι καλλιτέχνες της εποχής εκείνης δεν ήταν σε θέση να αντιγράφουν ούτε την τεχνική των προγόνων τους. Ένας απ’ αυτούς έλεγε: ξέρω πολύ καλά να φτιάχνω άλογα, ξέρω να φτιάχνω ανθρώπους, αλλά δεν ξέρω να καθίσω έναν άνθρωπο πάνω σ’ ένα άλογο. Την ίδια αυτή εποχή σβήσανε τελείως μερικές μορφές τέχνης. Το γεγονός αυτό συνδεόταν με την πραγματικότητα που έδειχνε πως η κοινωνία όλο και πιο πολύ έπαιρνε χαρακτήρα ταξικής κοινωνίας και πως παράλληλα οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσουν κάτι νέο.

Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί και να διατυπωθεί ο όρος παρακμή. Δηλαδή μόνο όταν τον βλέπουμε μέσα σε καθαρά καλλιτεχνικά πλαίσια. Στην ερώτηση: μπορεί η τέχνη να είναι παρακμασμένη, απαντώ: είναι δυνατό μόνο σε περίπτωση που εξετάζεται σε σχέση με τον καθαρό καλλιτεχνικό της χαρακτήρα. Αν θέλουμε να αποδείξουμε πως ο Τζόυς, ο Πικάσο ή ο Κάφκα είναι παρακμασμένοι, θα πρέπει να το κάνουμε με βάση, πρώτα απ’ όλα τα έργα τους. Και μόνο ύστερα απ’ αυτό –πρόκειται για μεγάλο μαρξιστικό πρόβλημα- θα μπορούσαμε να καταλάβουμε, ξεκινώντας από τις ιστορικές σχέσεις και από τις μεγάλες κοινωνικές διαρθρώσεις, γιατί δημιουργούνται τέτοια φαινόμενα.