Για το πόσο δυνατά συγκρούονται τούτες οι αντιθέσεις, θα ήθελα να φέρω ένα υποβλητικό παράδειγμα. Η διεθνής έκθεση του Παρισιού στα 1889 είναι περίπου η διαχωριστική περίοδος της εποχής που ο Λένιν σημείωσε σαν την αρχή του ιμπεριαλισμού. Εδώ από τη μια μεριά έχουμε τον Πύργο του Άιφελ, το μέγαρο των εκπληκτικών μηχανικών κατασκευών, του απέραντου ορίζοντα των νέων παραγωγικών δυνάμεων. Και ξέρουμε όλοι μας καλά, τι μαγεία, τι ώθηση σήμαιναν όλα αυτά για την τέχνη και πόσο την βοήθησαν να αναπτυχθεί. Από την άλλη μεριά, όμως, την ίδια εποχή έχουμε την υπόθεση της διώρυγας του Παναμά, την αποτελμάτωση των παραγωγικών σχέσεων που κι αυτό επηρέασε την τέχνη και τη λογοτεχνία. Όποιος βλέπει καθαρά αυτή τη διαλεκτική, αυτή την πάλη των αντιθέσεων στην ανάπτυξη της τέχνης και της λογοτεχνίας, φτάνει στο συμπέρασμα πως ποτέ δεν υπήρξε εποχή απόλυτης παρακμής και ούτε ήταν δυνατό να υπάρξει… Στις εποχές όπου κυριαρχούσαν τα ρεύματα της παρακμής, γεννιόταν πάντα και ένα αμυντικό κίνημα που στο τέλος νικούσε. Γιατί ο μεγάλος λογοτέχνης και ο μεγάλος καλλιτέχνης δημιουργεί το έργο του μέσα από ολόκληρη την πραγματικότητα όπου το μέλλον έχει μεγαλύτερη επίδραση από το παρελθόν.

Πιστεύω πως σαν διαλεκτικοί άνθρωποι θα πρέπει να ξεπεράσουμε τη μηχανιστική αντίληψη στην κριτική μας. Επίσης, πιστεύω πως και για το πρόβλημα της παρακμής θα πρέπει να ενδιαφερθούμε σα διαλεκτικοί. Συχνά μπερδεύουμε συγγραφείς σαν τον ντ’ Ανούτσιο, που ήταν αισχροί απολογητές αισχρών συνθηκών, με συγγραφείς σαν τον Μπέκετ. Ο Μπέκετ είναι ένας μοραλιστής που δεν είναι καθόλου ενθουσιασμένος με τις συνθήκες που περιγράφει, δεν εκφράζει την παρακμή, όπως ο ντ’ Ανούτσιο, αντίθετα εκφράζει την αηδία και την απελπισία. Μέσα στην απόλυτη άρνηση του Μπέκετ είναι συσσωρευμένη η εκρηκτικότητα, η τρομερή ανησυχία, που μπορούν να μεταβληθούν σε αντίσταση και δράση.

Αν ο Μπέκετ στο έργο του «Το τέλος του παιχνιδιού» πρόβαλε έστω και έναν θετικό ανταγωνιστή, θα έχανε σε δύναμη και όλα θα χάνανε τη διορατικότητά τους. Είναι παράδοξο γιατί ο Μπέκετ εικονίζει τον αστικό κόσμο, σαν ένα χωρίς ελπίδα και ετοιμοθάνατο κόσμο, σαν κάτι που έσβησε πια, ακριβώς όπως το κάνουν και οι σεκταριστές –δογματικοί κομμουνιστές. Και είναι ακριβώς αυτοί που τον πολεμούν σαν εκπρόσωπο της παρακμής. Μα τόσο απόλυτη και ταυτόχρονα ψυχρή άρνηση δεν παρουσιάστηκε ούτε στην αρχαιότητα. Και είναι αυτό ακριβώς που προκαλεί την άρνηση. Σε αντίθεση με τις παθητικές μορφές του έργου, το κοινό στέκεται σαν ενεργητική δύναμη που καλείται να αποφασίσει. Θα μπορούσαμε να αποφασίσουμε οπορτουνιστικά: «Μα αφού στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο φρικτά τα πράγματα…» Με μια, όμως, τέτοια απάντηση δεν μπορεί να κάνει κανείς τίποτα. Όμως, το κοινό μπορεί, συγκλονισμένο, να βάλει το ερώτημα: «Μα πραγματικά έχουμε τέτοια φρικτή κατάσταση; Μήπως μπορούμε να ανατρέψουμε το τέλος αυτού “του έργου”, αυτή την καταστροφή;» Πιστεύω πως το νόημα της μαρξιστικής κριτικής βρίσκεται ακριβώς στο να βοηθήσει να φτάσουμε σε μια τέτοια θέση. Με το να πούμε στη νεολαία ότι από τον Τζόυς ως τον Μπέκετ, δεν υπάρχει παρά μια απόλυτη παρακμή, εγκαταλείπουμε τη νεολαία των καπιταλιστικών χρόνων τελείως άοπλη, να καταπίνει το δηλητήριο χωρίς να έχει αντιφάρμακο. Πρέπει να της εξηγήσουμε, όχι μόνο ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον ντ’ Ανούτσιο και τον Μπέκετ, ανάμεσα στο λάτρη του αστικού κόσμου και τον απόλυτο αρνητή του, αλλά και πρέπει να βρούμε το θάρρος να της πούμε: «Το να απεικονίζουν οι συγγραφείς την παρακμή και να την καταδικάζουν ηθικά, αυτό δεν είναι παρακμή». Δεν θα πρέπει να αφήσουμε τον αστικό κόσμο να πάρει ούτε τον Προυστ, ούτε τον Τζόυς, ούτε τον Μπέκετ και ακόμα περισσότερο τον Κάφκα. Αν το επιτρέψουμε αυτό, τότε πραγματικά αυτοί οι συγγραφείς μπορούν να επενεργήσουν εναντίον μας. Αν δεν το επιτρέψουμε, τότε δεν θα βοηθήσουν τον αστικό κόσμο, αλλά εμάς. Εγκαταλείψαμε τον Κάφκα –αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα του καθήκοντος- και μάλιστα για μεγάλο διάστημα και με αναξιοπρεπή τρόπο, στον αστικό κόσμο. Όταν τελικά τον ανακαλύψαμε, έγινε ένα μέσο διαπαιδαγώγησης και ένας από τους καλύτερους βοηθούς μας.