Αποτέλεσμα εικόνας για μιλαν κουντεραΧαίρομαι που βρισκόμαστε και πάλι για να συζητήσουμε συγκεκριμένα και επιστημονικά θέματα. Εμείς μεταχειριζόμαστε συχνά τέτοιους όρους όπως παρακμή, μοντερνισμός, φορμαλισμός κλπ. με τέτοιο τρόπο ώστε να παραμένουν όροι κενοί. Θα μπορούσαν να σημαίνουν τα πάντα όπως και τίποτα και ο καθένας ελεύθερα καθορίζει τα όριά τους. Γιατί στην εποχή του δογματισμού πραγματικά δεν υπήρξε ανάπτυξη της σκέψης, που πολύ συχνά την αντικαθιστούσαν, με τον πιο κωμικό τρόπο και κατά εποχές, με διάφορους όρους που δεν σήμαιναν απολύτως τίποτα. Έτσι αν διαβάσουμε κανένα άρθρο εκείνης της εποχής, μπορούμε να ανακαλύψουμε την περίοδο όπου γράφτηκε όχι από το περιεχόμενο των ιδεών, αλλά από τους όρους που περιείχε όπως λ.χ. φορμαλισμός ή παρακμή, ρεβιζιονισμός ή λιμπεραλισμός κλπ. Η ορολογία έπαιζε σχεδόν τον ίδιο ρόλο που παίζει η μόδα: εκπροσωπούσε τούτη ή εκείνη την παροδική εποχή. Και οι δυο σύντροφοι, που βρίσκονται εδώ σήμερα, σίγουρα θα έχουν αντιληφθεί ότι τώρα πια κατορθώσαμε να φτάσουμε στην πραγματική διαλεκτική αντιμετώπιση αυτού που λέμε παρακμασμένη λογοτεχνία και πως καταλάβαμε ότι ο ιδεολογικός αγώνας δεν σημαίνει άρνηση, αλλά νικηφόρο ξεπέρασμα.

Νομίζω, πως στην περίπτωσή μας μάς βοήθησε ένα ιστορικό γεγονός που μας εμπόδισε να δεχτούμε τη σχηματική συνταγή σύμφωνα με την οποία πρωτοπορία σημαίνει πολιτική αντίδραση. Το γεγονός αυτό είναι ακριβώς η ίδια η ιστορία της τσεχικής πρωτοπορίας. Και θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή και των δυο συντρόφων στο θέμα αυτό. Και τούτο γιατί στη διεθνή συζήτηση που γίνεται για την πρωτοπορία, στη συζήτηση που γίνεται λ.χ. στην Ιταλία μεταξύ Ιταλών και Λούκατς, θα μπορούσε η μελέτη της τσέχικης πρωτοπορίας της εποχής ανάμεσα στους δυο παγκόσμιους πολέμους, να είναι ένα σοβαρό θετικό βοήθημα. Πρώτα απ’ όλα γιατί αυτή η πρωτοπορία είτε ακολούθησε τον σουρεαλισμό είτε τον λυρισμό, είτε άλλη ακαθόριστη τάση, ήταν στενά δεμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και όχι μόνον γι’ αυτό. Αλλά και γιατί οι πιο μεγάλες μορφές της τσέχικης πρωτοπορίας αποδεικνύουν ότι είναι ανόητο να αντιμετωπίζουμε σαν απόλυτες αντιθέσεις την πρωτοπορία και τον ρεαλισμό. Αντίθετα χάρη σ’ αυτές τις δυο σχολές είναι δυνατό να αποδείξουμε ποια ακριβώς είναι τα τελείως εξτρεμιστικά ρεύματα στη μοντέρνα τέχνη, είναι δυνατό να φτάσουμε σε ένα τέτοιο τύπο τέχνης που περικλείνει μέσα του τον κόσμο στο σύνολό του. Και ειδικά έχω στο νου μου τούτη τη στιγμή τον πεζογράφο Βαντσούρα και τον ποιητή Νεζβάλ.

Η καλλιτεχνική τους πορεία είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο στον κόσμο. Και ακόμα μία παρατήρηση. Ο σύντροφος Σαρτρ μίλησε στο Ντομπρζίς και για το μυθιστόρημα του Καμύ «Η χολέρα». Παρατήρησε πως τον εξέπληξε το γεγονός της αποδοχής του, με τόσο ενθουσιασμό, στη χώρα μας. Πιστεύω πως και αυτή η μονομερής αποδοχή ενός μυθιστορήματος είναι κάτι που χαρακτηρίζει νομοτελειακά την κατάστασή μας. Στον αγώνα κατά του δογματισμού, φτάσαμε στο σημείο πολύ συχνά να αγκαλιάζουμε καθετί που απέρριπταν οι δογματιστές και τούτο για να επιβάλουμε την έκδοση και τη γνώση όλων αυτών των έργων. Βεβαίως, υπάρχει εδώ ο κίνδυνος κάποιου εκλεκτικισμού. Στην εποχή που σ’ εμάς εκδηλωνόταν μόνο άρνηση για τη δυτική λογοτεχνία, δεν μπορούσε και να υπάρχει αντικειμενική κριτική γι’ αυτή τη λογοτεχνία. Και γι’ αυτό το λόγο ως σήμερα η αντιμετώπισή μας μπορεί να έχει ένα κάπως άκριτο χαρακτήρα, θετικό ή αρνητικό. Και υπάρχει κάτι παράδοξο στο γεγονός πως βρίσκουμε μερικά κριτικά στοιχεία προώθησης λ.χ. στα κριτικά έργα του Ζαν Πωλ Σαρτρ, που κάποτε τον αρνιόντουσαν στον τόπο μας σαν αστό συγγραφέα που δεν μπορεί να έχει τίποτα το κοινό με τον μαρξισμό. Έχω στο νου μου την εξαιρετικά βαθιά ανάλυσή του για τις φιλοσοφικές ρίζες του αμερικανικού φορμαλισμού στο έργο του για τους «Ξένους» του Καμύ ή μερικές άλλες μελέτες του για τον Φώκνερ κλπ. Νομίζω πως ο κύριος Σαρτρ, με αυτό τον τρόπο, μας βοήθησε στο να αποκτήσουμε βαθιά κριτική αντιμετώπιση όλων αυτών των σκέψεων και έργων, που τώρα μετά την παρέλευση της εποχής του δογματισμού, θέλουμε να τους ανοίξουμε την πόρτα μας.