Του ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΤΒΑΡΝΤΟΦΣΚΥ
Μεταφράζει ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ
Ο Αλεξάντρ Τβαρντόφσκυ, διευθυντής ενός από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της ΕΣΣΔ, θεωρείται ο μεγαλύτερος από τους σημερινούς ποιητές της Ρωσίας και ένα από τα πιο φωτεινά πνεύματα της χώρας του. Η ενεργητική συμμετοχή του στην πολιτιστική ζωή, αλλά και γενικότερα στον καθόλου βίο της πατρίδας του, χαρακτηρίζεται από έναν βαθύτατο προβληματισμό. Η ευθύτητα και η ειλικρίνειά του στην αντιμετώπιση των ζητημάτων που φέρνει στην ημερήσια διάταξη η σοβιετική πραγματικότητα, προσδίνουν ξεχωριστό ενδιαφέρον στις δημόσιες εκδηλώσεις του. Ο λόγος που εξεφώνησε πρόσφατα στο 22ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε., και που τον δημοσιεύουμε εδώ, προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση.
Στην αρχή της ομιλίας του ο Τβαρντόφσκυ αφού αναφέρθηκε στη σημασία του 22ου Συνεδρίου και του προγράμματος που υιοθετήθηκε απ’ αυτό για την ειρήνη στον κόσμο, συνέχισε ως εξής: Η λογοτεχνία και η τέχνη είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες απέναντι σε καθετί σημαντικό που συμβαίνει στη ζωή της κοινωνίας. Τα χρόνια που κύλησαν από το Εικοστό Συνέδριο του Κόμματός μας στάθηκαν χρόνια γεμάτα από δημιουργικό ενθουσιασμό των μαζών, χρόνια καρποφόρου μόχθου. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο σημειώθηκε ένα είδος πνευματικής έξαρσης στη
σοβιετική λογοτεχνία. Μέσα στην περίοδο αυτή η λογοτεχνία μας απαλλάχτηκε από κάποια αίσθηση καταναγκασμού και περιορισμού που την χαρακτήριζε και που ήταν αποτέλεσμα των αντιανθρωπιστικών εκδηλώσεων οι οποίες προέκυψαν από την προσωπολατρεία. Αρκεί να πούμε πως ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους τους οποίους το κόμμα μας, καταγγέλλοντας την προσωπολατρεία, αποκατάστησε τιμητικά και τους ξανάφερε στη ζωή, βρίσκονται και πολλοί συνάδελφοί μας συγγραφείς, που ξανακέρδισαν το όνομά τους σαν λογοτέχνες και τη θέση τους στην ιστορία της σοβιετικής λογοτεχνίας.
Όλα όσα έγιναν σ’ αυτά τα πρόσφατα, τα πολύ καρποφόρα χρόνια, δεν μπορούσε παρά να έχουν επίδραση πάνω στη διάθεση και τη δημιουργική προσπάθεια των συγγραφέων μας και άλλων καλλιτεχνών. Δεν μπορείς να αφαιρέσεις λέξεις από ένα τραγούδι, λέει ο λόγος. Η πολύπλοκη και σοβαρή ιδεολογική αλλαγή που έγινε μέσα στην μετά το Εικοστό Συνέδριο περίοδο δεν στάθηκε μήτε εύκολη μήτε απλή για πολλούς από εμάς. Δεν ήταν τα πάντα αμέσως κατανοητά σ’ όλους. Υπήρχαν δυσκολίες για το ξεπέρασμα των συνηθισμένων αντιλήψεων, της ψυχολογικής αδράνειας. Αλλά το να μένει κανείς τέλεια άτρωτος σε τέτοιες περιπτώσεις, το να απαλλάσσεται ανέμελα και μ’ αλαφριά καρδιά από καθετί, όπως η ράχη της πάπιας απαλλάσσεται απ’ το νερό, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ιδεώδης πνευματική προσαρμογή.
Αυτές οι αναπότρεπτες δυσκολίες της αλλαγής στη νοοτροπία και τη διάθεση των λογοτεχνών μας ξεπεράστηκαν. Πρέπει όμως ακόμη να αντιμετωπίσουμε κάποιες επιβιώσεις του τρόπου σκέψης που χρονολογείται από την περίοδο της προσωπολατρείας, κάποιες συνήθειες στη λογοτεχνική πρακτική, στο γράψιμο και στις μεθόδους απεικόνισης της πραγματικότητάς μας. Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτά τα πράγματα με ειλικρίνεια και ευθύτητα.
Παρ’ όλα τα πασίδηλα επιτεύγματα της λογοτεχνίας μας στα τελευταία χρόνια, δεν στάθηκε, κατά τη γνώμη μου, δυνατό ακόμη να επωφεληθούμε ολοκληρωτικά – και επιθυμώ να το πω αυτό απ’ το βήμα του Συνεδρίου από τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργήθηκαν με το Εικοστό Συνέδριο του Κόμματος. Το παράδειγμα τόλμης, ευθύτητας και φιλαλήθειας που έδωσε το Κόμμα δεν ακολουθείται πάντα.