Archive for Ιουνίου, 2018


Στην Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης (16 Ιούλη 2011) «Για την Πολιτική Αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη», αναφερόταν μεταξύ άλλων:

«Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αποφασίζει την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Παράλληλα, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση της κομματικής του ιδιότητας.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας, που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Στη λαϊκή συνείδηση ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν».

Στο διάστημα που πέρασε από την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 2011, η όλη διαδικασία για τη συγγραφή του Α’ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας, ιδιαίτερα της περιόδου 1939 – 1949, έδωσαν τη δυνατότητα μεγαλύτερης εμβάθυνσης στη δράση και την κατάσταση του ΚΚΕ στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μελετήθηκαν παραπέρα η λειτουργία του Κόμματος και η σχέση του με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.

Τεκμηριώνεται το συμπέρασμα ότι η συλλογική λειτουργία των καθοδηγητικών οργάνων (ΠΓ και ΚΕ) ήταν ανεπαρκής, με ανάλογη επίδραση σε όλη τη δομή του ΚΚΕ. Αυτή η ανεπάρκεια εκφράστηκε ακόμα περισσότερο στο διάστημα της απελευθέρωσης και το Δεκέμβρη του 1944, έως την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, περίοδο κατά την οποία παραγκωνίστηκε ταυτόχρονα το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ.

Η υποβάθμιση της συλλογικής λειτουργίας του ΠΓ και της ΚΕ συνεχίστηκε και μετά από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ενώ εκφράστηκε χαρακτηριστικά και στον τρόπο αντιμετώπισης του Άρη Βελουχιώτη από το ΠΓ. Δίχως να δικαιώνεται η απειθαρχία του, συνάγεται ότι η διαρρηγμένη συλλογική λειτουργία όχι μόνο δεν προσέφερε στον Αρη, καθώς και σε χιλιάδες άλλα κομματικά μέλη, πεδίο για μια ουσιαστική συζήτηση, αλλά και τροφοδοτούσε εξ αντικειμένου φυγόκεντρες κινήσεις, που βεβαίως είχαν πολιτική βάση. Προκάλεσε τη μαζική αντίδραση των μελών του Κόμματος και ΕΛΑΣιτών στη Συμφωνία της Βάρκιζας, που γρήγορα ανατράπηκε από τη ζωή.

Τα παραπάνω ενισχύουν το σκεπτικό ότι η μη κομματική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη δεν εναρμονίζεται με την πολιτική του αποκατάσταση που έγινε το 2011.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ αποφασίζει να αποκατασταθεί ολόπλευρα ο Αρης Βελουχιώτης.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη εκτιμά ότι το ΚΚΕ διαθέτει την απαραίτητη ωριμότητα να κρίνει τα ιστορικά γεγονότα αντικειμενικά και εξάγοντας συμπεράσματα, ένα από τα οποία είναι η ανάγκη τήρησης των αρχών της συλλογικότητας, της σταθερής προσήλωσης στις αρχές λειτουργίας του.

 

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=9907033

Advertisements

Το Δελτίο Τύπου:

Η ιδέα της μελέτης ξεκίνησε από ένα ανέκδοτο -στη Δύση- κείμενο του 1951. Συγγραφέας ήταν ο Ρόντνεϋ Χίλτον, μέλος της περίφημης ομάδας των μαρξιστών ιστορικών της Βρετανίας, ο οποίος είχε στείλει το άρθρο, υπό τη μορφή επιστολής σε κάποιο ιστορικό περιοδικό της Μόσχας, με σκοπό να δείξει την πορεία της επιστημονικής και συνάμα πολιτικής δράσης της νεοσύστατης ομάδας. Η Αγλαΐα Κάσδαγλη παρουσιάζει το «Γράμμα» ως ένα αθησαύριστο τεκμήριο που ρίχνει φως στο πνεύμα και στο φρόνημα της κομμουνιστικής διανόησης στην Αγγλία κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Το συνοδεύει με συστηματικό υπομνηματισμό που αποσκοπεί σε μια τεκμηριωμένη παρουσίαση προσώπων και καταστάσεων. Επιπλέον, με τη χρήση παραθεμάτων από άλλα κείμενα του Χίλτον της ίδιας περιόδου, η ιδεολογία και η πρακτική της Ομάδας εντάσσονται σε ευρύτερο πλαίσιο. Στο επίμετρο, που αφορά την επίσκεψη του Χίλτον και μιας ομάδας Άγγλων επιστημόνων στη Μόσχα (1953), συνοψίζεται μία ομιλία στον ιστορικό τομέα της Ακαδημίας Επιστημών, ενώ στο παράρτημα μεταφράζονται οι ανταποκρίσεις στον σοβιετικό τύπο σχετικά με την αποστολή αυτή.

Ο κ. Βουρνάς ρωτάει αν η ποίηση της ήττας εκπροσωπεί το πολιτικό και ιδεολογικό ισοδύναμο των ημερών μας. Ξέροντας πόσο δύσκολη είναι πάντα (που δεν είναι άλλωστε απαραίτητα πάντοτε να υπάρχει), περιορίστηκα μόνο να τονίσω τη γνησιότητα της ποίησης της ήττας. Ο κ. Βουρνάς, που θέτει το ερώτημα, δεν μας δίνει καμιά απάντηση. Υπάρχει σήμερα μια ποίηση, που ανταποκρίνεται στο ανθρώπινο συμβάν και ποια είναι αυτή; Χωρίς να ταυτίζω την ποίηση με τη φιλοσοφία, όπως με παρουσιάζει να κάνω ο κ. Βουρνάς, αλλά πιστεύοντας ότι η ποίηση επιζητεί να φτάσει κι αυτή στην ουσία της ανθρώπινης αλήθειας, θεωρώ την ποίηση της ήττας σαν ένα στάδιο ανάπτυξης προς αυτή την κατεύθυνση, μια βαθμίδα στην προσπάθεια της ποίησης να συλλάβει το ανθρώπινο γεγονός καθολικότερα. Οι ποιητές της ήττας δεν ζητούν πίσω τα χρόνια τους. Ζητούν την αλήθεια για όσα συνέβησαν στον άνθρωπο κατά το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν. Χωρίς αυτή τη γνώση αισθάνονται μετέωροι μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια.
Πιστεύω ότι η ποίηση της ήττας δεν είναι ήττα της ποίησης, και πιστεύω ότι ο τρόπος που ερευνώ τα ποιητικά φαινόμενα δεν αποτελεί «ήττα της κριτικής», όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο κ. Βουρνάς με τον πομπώδη τίτλο της μελέτης του. Πιστεύω ακόμη ότι η έρευνα της σημερινής μας ποίησης δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε δυο τρεις ποιητές, έτσι που κάθε συζήτηση για ποίηση να μοιάζει ότι αναφέρεται και αντανακλά μόνο στο έργο του Βρεττάκου, του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, και μέσα σ’ αυτό να δίνεται η απάντηση. Η σημερινή μας ποιητική πραγματικότητα αφήνει εν πολλοίς πίσω τους ποιητές αυτούς και δημιουργεί τις προϋποθέσεις της ανόδου της σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, όπου η ποίηση θα μπορεί να συνειδητοποιεί την αλήθεια των φαινομένων και να την εκφράζει την ίδια τη στιγμή της γέννησής τους. Θα είναι πολύ λυπηρό να παρανοηθεί ό,τι γράφεται και ό,τι θα γραφτεί πάνω στον τομέα αυτόν, από κριτικούς και ποιητές. Λυπηρό, όσο και το γεγονός ότι δυστυχώς στους πνευματικούς μας κύκλους ορισμένη ορολογία, ορισμένες λέξεις και ονόματα εξακολουθούν ακόμη να προκαλούν αδικαιολόγητες αντιδράσεις

 

Στο άλλο τμήμα της ποιητικής πραγματικότητας ο κ. Βουρνάς τοποθετεί «πολλούς καλόπιστους δημιουργούς, που ζουν αυτή τη στιγμή σε πλήρη διάσταση με την κοινωνία και την ιδεολογία τους, σε αντίθεση με τους παραπάνω τρεις ποιητές που «η ιδεολογία τους δεν τους εγκαταλείπει ούτε στιγμή». Εδώ το πρόβλημα για τον κ. Βουρνά εμφανίζεται με τη μορφή κρίσης περιεχομένου. Η εξήγηση που επιχειρεί να δώσει σ’ αυτή την κρίση, παραμένει πολύ μυστηριώδης. Αυτοί «οι καλόπιστοι δημιουργοί», βρίσκονται, λέει ο κ. Βουρνάς, σε διάσταση με την ιδεολογία τους για λόγους «ποικίλους και ευεξήγητους». Αλλά ποια είναι αυτή η ιδεολογία τους και ποιοι οι ποικίλοι και ευεξήγητοι λόγοι; Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία του προβλήματος, αλλά ο κ. Βουρνάς το παρακάμπτει τελείως. Εγώ μίλησα για μια συγκεκριμένη ιδεολογία, την αντιστασιακή, και για την κρίση της μέσα στα πλαίσια της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας, που τείνει στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συνείδησης. Αλλά, μέσα από την επιχειρηματολογία του κ. Βουρνά βγαίνει φυσικά και ένα άλλο ερώτημα, που μένει αναπάντητο. Γιατί τάχα οι παραπάνω δημιουργοί να μην έχουν κι αυτοί ανάγκη από «ποιητική εκτόνωση» και να μη λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση με τους άλλους, οπότε το πρόβλημα λύνεται και γι’ αυτούς αυτόματα;
Σχετικά με την αντιστασιακή ιδεολογία και την αντιστασιακή ποίηση δεν θα ασχοληθώ ξανά εδώ. Επιμένω σε όσα έχω υποστηρίξει μέχρι σήμερα στις μελέτες μου. Θέλω μόνο να τονίσω τη διαφωνία μου με τον κ. Βουρνά αναφορικά με την άποψή του, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση «κόπηκε βίαια» και δεν έφτασε στη φυσιολογική της έκβαση. Η γνώμη μου αντίθετα είναι, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση ήταν αυτή η ίδια που μετασχηματίστηκε, ύστερα από «μακριά και βίαιη φίμωση», στη σημερινή «ποίηση μνήμης». Δυο εγγενείς ιδιομορφίες της αντιστασιακής μας ποίησης απέκλεισαν αυτή τη διαδικασία. Η μια ιδιομορφία είναι η απ’ αρχής σύνδεσή της με την παράδοση της δημοτικής μας ποίησης, σύνδεση που της προσέδωσε μια σαφήνεια και ρηματική καθαρότητα.
Έτσι, ή ήταν αντιστασιακή και «αφίμωτη» η ποίησή μας ή δεν ήταν αντιστασιακή. Η άλλη ιδιομορφία της είναι ότι στάθηκε κάπως μακριά από τους εκφραστικούς νεωτερισμούς, που είχαν ήδη κατακτηθεί στην προπολεμική μας ποίηση, με αποτέλεσμα να μη λειτουργήσει σχεδόν ποτέ σε μας σαν ποίηση συμβόλων (όπως αντίθετα έγινε π.χ. στη Γαλλία, όπου συνδέθηκε με τον σουρεαλισμό). Και χωρίς σύμβολα, μια ποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ποίηση μνήμης. Δεν βλέπω λοιπόν το λόγο, να λειτουργεί σήμερα η αντιστασιακή ποίηση σαν ποίηση μνήμης και να μην έχει λειτουργήσει σαν τέτοια σε χρόνια πιο έντονης καταπίεσης και μεγαλύτερου φόβου. Η ποίηση της ήττας είναι για μένα νέα ποιητική πραγματικότητα, που ήρθε σαν κρίση και σαν αναίρεση της αντιστασιακής ποίησης και όχι σαν συνέχειά της.

 

http://www.katiousa.gr/katiousa/enas-chronos-katiousa-parti-stis-15-iouniou/

http://www.katiousa.gr/politismos/vivlio/vivlioparousiaseis/schetika-tin-ekdosi-tou-vivliou-o-megalos-zoologikos-kipos-tou-nikolas-gkigien/