Στο άλλο τμήμα της ποιητικής πραγματικότητας ο κ. Βουρνάς τοποθετεί «πολλούς καλόπιστους δημιουργούς, που ζουν αυτή τη στιγμή σε πλήρη διάσταση με την κοινωνία και την ιδεολογία τους, σε αντίθεση με τους παραπάνω τρεις ποιητές που «η ιδεολογία τους δεν τους εγκαταλείπει ούτε στιγμή». Εδώ το πρόβλημα για τον κ. Βουρνά εμφανίζεται με τη μορφή κρίσης περιεχομένου. Η εξήγηση που επιχειρεί να δώσει σ’ αυτή την κρίση, παραμένει πολύ μυστηριώδης. Αυτοί «οι καλόπιστοι δημιουργοί», βρίσκονται, λέει ο κ. Βουρνάς, σε διάσταση με την ιδεολογία τους για λόγους «ποικίλους και ευεξήγητους». Αλλά ποια είναι αυτή η ιδεολογία τους και ποιοι οι ποικίλοι και ευεξήγητοι λόγοι; Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία του προβλήματος, αλλά ο κ. Βουρνάς το παρακάμπτει τελείως. Εγώ μίλησα για μια συγκεκριμένη ιδεολογία, την αντιστασιακή, και για την κρίση της μέσα στα πλαίσια της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας, που τείνει στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συνείδησης. Αλλά, μέσα από την επιχειρηματολογία του κ. Βουρνά βγαίνει φυσικά και ένα άλλο ερώτημα, που μένει αναπάντητο. Γιατί τάχα οι παραπάνω δημιουργοί να μην έχουν κι αυτοί ανάγκη από «ποιητική εκτόνωση» και να μη λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση με τους άλλους, οπότε το πρόβλημα λύνεται και γι’ αυτούς αυτόματα;
Σχετικά με την αντιστασιακή ιδεολογία και την αντιστασιακή ποίηση δεν θα ασχοληθώ ξανά εδώ. Επιμένω σε όσα έχω υποστηρίξει μέχρι σήμερα στις μελέτες μου. Θέλω μόνο να τονίσω τη διαφωνία μου με τον κ. Βουρνά αναφορικά με την άποψή του, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση «κόπηκε βίαια» και δεν έφτασε στη φυσιολογική της έκβαση. Η γνώμη μου αντίθετα είναι, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση ήταν αυτή η ίδια που μετασχηματίστηκε, ύστερα από «μακριά και βίαιη φίμωση», στη σημερινή «ποίηση μνήμης». Δυο εγγενείς ιδιομορφίες της αντιστασιακής μας ποίησης απέκλεισαν αυτή τη διαδικασία. Η μια ιδιομορφία είναι η απ’ αρχής σύνδεσή της με την παράδοση της δημοτικής μας ποίησης, σύνδεση που της προσέδωσε μια σαφήνεια και ρηματική καθαρότητα.
Έτσι, ή ήταν αντιστασιακή και «αφίμωτη» η ποίησή μας ή δεν ήταν αντιστασιακή. Η άλλη ιδιομορφία της είναι ότι στάθηκε κάπως μακριά από τους εκφραστικούς νεωτερισμούς, που είχαν ήδη κατακτηθεί στην προπολεμική μας ποίηση, με αποτέλεσμα να μη λειτουργήσει σχεδόν ποτέ σε μας σαν ποίηση συμβόλων (όπως αντίθετα έγινε π.χ. στη Γαλλία, όπου συνδέθηκε με τον σουρεαλισμό). Και χωρίς σύμβολα, μια ποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ποίηση μνήμης. Δεν βλέπω λοιπόν το λόγο, να λειτουργεί σήμερα η αντιστασιακή ποίηση σαν ποίηση μνήμης και να μην έχει λειτουργήσει σαν τέτοια σε χρόνια πιο έντονης καταπίεσης και μεγαλύτερου φόβου. Η ποίηση της ήττας είναι για μένα νέα ποιητική πραγματικότητα, που ήρθε σαν κρίση και σαν αναίρεση της αντιστασιακής ποίησης και όχι σαν συνέχειά της.

 

Advertisements