«Η αλήθεια και η πλάνη, όπως κι όλες οι κατηγορίες της νόησης που κινούνται σε διαμετρικές αντιθέσεις, έχουν απόλυτη ισχύ μόνο μέσα σε μια εξαιρετικά περιορισμένη περιοχή, όπως το είδαμε ήδη και όπως θα το ήξερε και ο κ. Ντύρινγκ, αν είχε γνωρίσει κάπως τα πρώτα στοιχεία της διαλεκτικής, τις πρώτες κρίσεις της, που πραγματεύονται ακριβώς την ανεπάρκεια όλων των διαμετρικών αντιθέσεων. Μόλις αρχίσουμε να εφαρμόζουμε την αντίθεση αλήθειας και πλάνης έξω από τα όρια της στενής περιοχής που αναφέραμε, η αντίθεση αυτή θα γίνει σχετική (ρελατιβιστική) και επομένως, ακατάλληλη για έναν ακριβή επιστημονικό τρόπο έκφρασης. Αν, όμως, επιχειρήσουμε να την εφαρμόσουμε έξω από τα όρια αυτής της περιοχής, σαν να έχει απόλυτη ισχύ, καταλήγουμε αμέσως σε πλήρη αποτυχία: και οι δυο πόλοι της αντίθεσης μετατρέπονται ο καθένας στο αντίθετό του, η αλήθεια γίνεται πλάνη και η πλάνη αλήθεια»11. Εδώ ακολουθεί ένα παράδειγμα: ο νόμος του Μπόυλ (ο όγκος ενός αερίου είναι αντίστροφα ανάλογος με την πίεση). Ο «κόκκος αλήθειας» που κλείνει μέσα του αυτός ο νόμος αποτελεί απόλυτη αλήθεια μόνο μέσα σε ορισμένα όρια. Ο νόμος αυτός είναι «μόνο κατά προσέγγιση» αλήθεια.

Η ανθρώπινη νόηση είναι, λοιπόν, από τη φύση της ικανή να μας δώσει και μας δίνει την απόλυτη αλήθεια, που σχηματίζεται από το άθροισμα των σχετικών αληθειών. Κάθε βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης προσθέτει νέους κόκκους σ’ αυτό το άθροισμα της απόλυτης αλήθειας, τα όρια όμως της αλήθειας κάθε επιστημονικής θέσης είναι σχετικά, γιατί πότε ευρύνονται, πότε στενεύουν με την παραπέρα ανάπτυξη των γνώσεων. «Την απόλυτη αλήθεια, – γράφει ο Ι. Ντίτσγκεν στο έργο του «Αναδρομές» – μπορούμε να τη δούμε, να την ακούσουμε, να την οσφρανθούμε, να την ψηλαφήσουμε και αναμφισβήτητα να τη γνωρίσουμε, όμως δεν μπαίνει ολόκληρη (geht nicht auf) στη γνώση» (S. 195). «Είναι αυτονόητο ότι η εικόνα δεν εξαντλεί το αντικείμενο, ότι ο ζωγράφος μένει πίσω από το μοντέλο του… Πώς μπορεί η εικόνα να “συμπίπτει” με το μοντέλο; Κατά προσέγγιση, ναι» (197).

«Τη φύση και τα μέρη της μπορούμε να τα γνωρίσουμε μόνο σχετικά (ρελατιβιστικά), γιατί το κάθε μέρος, αν και αποτελεί ένα σχετικό κομμάτι της φύσης, κατέχει ωστόσο και την ιδιότητα του απόλυτου, την ιδιότητα του φυσικού συνόλου αυτού καθεαυτού (des Naturganzen an sich), που δεν εξαντλείται με τη γνώση… Από πού ξέρουμε, λοιπόν, ότι πίσω από τα φαινόμενα της φύσης, πίσω από τις σχετικές αλήθειες βρίσκεται μια καθολική, απεριόριστη, απόλυτη φύση, που δεν αποκαλύπτεται εντελώς στον άνθρωπο;… Από πού πηγάζει αυτή η γνώση; Μας είναι έμφυτη. Μας είναι δοσμένη μαζί με τη συνείδηση» (198).

Η τελευταία αυτή άποψη είναι μια από τις ανακρίβειες του Ντίτσγκεν, που έκαναν τον Μαρξ σ’ ένα από τα γράμματά του προς τον Κούγκελμαν να επισημάνει τη σύγχυση που υπήρχε στις απόψεις του Ντίτσγκεν. Μόνο όταν γαντζώνεται κανείς από τέτοιες όχι σωστές περικοπές μπορεί να μιλά για ξεχωριστή φιλοσοφία του Ντίτσγκεν, διαφορετική από τον διαλεκτικό υλισμό.

Ο ίδιος, όμως, ο Ντίτσγκεν διορθώνει τον εαυτό του στην ίδια σελίδα: «Αν λέω ότι η γνώση της ατελεύτητης, απόλυτης αλήθειας μάς είναι έμφυτη, ότι είναι μια και η μοναδική γνώση a priori, δεν είναι λιγότερο σωστό ότι και η εμπειρία επιβεβαιώνει αυτή την έμφυτη γνώση».

 

11 Άπαντα Λένιν, Τόμος 18.