Απ’ όλες αυτές τις δηλώσεις του Ένγκελς και του Ντίτσγκεν φαίνεται καθαρά ότι για το διαλεκτικό υλισμό δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα όρια ανάμεσα στη σχετική και στην απόλυτη αλήθεια. Ο Μπογκτάνοφ δεν το κατάλαβε διόλου αυτό, μια και μπόρεσε να γράψει: «αυτή (η κοσμοθεωρία του παλιού υλισμού) θέλει να είναι η απόλυτα αντικειμενική γνώση της ουσίας των πραγμάτων (υπογράμμιση του Μπογκντάνοφ) και είναι ασυμβίβαστη με τον ιστορικά εξαρτημένο χαρακτήρα κάθε ιδεολογίας» («Εμπειριομονισμός», βιβλίο ΙΙΙ, σελ. IV). Από την άποψη του σύγχρονου υλισμού, δηλαδή του μαρξισμού, ιστορικά εξαρτημένα είναι τα όρια της προσέγγισης των γνώσεών μας στην αντικειμενική, την απόλυτη αλήθεια, είναι όμως έξω από όρους η ύπαρξη αυτής της αλήθειας, είναι απόλυτο το ότι πλησιάζουμε σ’ αυτήν. Το περίγραμμα της εικόνας είναι ιστορικά εξαρτημένο, είναι όμως απόλυτο το ότι η εικόνα αυτή απεικονίζει ένα μοντέλο που υπάρχει αντικειμενικά. Είναι ιστορικά εξαρτημένο πότε και κάτω από ποιες συνθήκες προχωρήσαμε στη γνώση της ουσίας των πραγμάτων και φτάσαμε ως την ανακάλυψη της αλιζαρίνης μέσα στην πίσσα του πετροκάρβουνου ή των ηλεκτρονίων μέσα στο άτομο, είναι όμως απόλυτο το ότι κάθε τέτοια ανακάλυψη είναι κι ένα βήμα προς τα μπρος «της απόλυτα αντικειμενικής γνώσης». Με μια λέξη, κάθε ιδεολογία είναι ιστορικά εξαρτημένη, μα είναι απόλυτο το ότι σε κάθε επιστημονική ιδεολογία (σε διάκριση, λόγου χάρη, από τη θρησκευτική ιδεολογία) αντιστοιχεί η αντικειμενική αλήθεια, η απόλυτη φύση. Θα πείτε: αυτή η διάκριση ανάμεσα στη σχετική και την απόλυτη αλήθεια είναι απροσδιόριστη. Κι εγώ θα σας απαντήσω: ναι, η διάκριση αυτή είναι ακριβώς τόσο «απροσδιόριστη», ώστε να εμποδίζει τη μετατροπή της επιστήμης σε δόγμα με την κακή σημασία της λέξης αυτής, να εμποδίζει τη μετατροπή της σε κάτι το νεκρό, το απολιθωμένο, το αποστεωμένο, μα ταυτόχρονα είναι τόσο ακριβώς «προσδιορισμένη», ώστε να μας επιτρέπει να χαράξουμε με τον πιο κατηγορηματικό και αμετάκλητο τρόπο μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μας και στον φιντεϊσμό, στον αγνωστικισμό, στο φιλοσοφικό ιδεαλισμό και στη σοφιστική των οπαδών του Χιουμ και του Καντ. Εδώ υπάρχει ένα σύνορο που δεν το προσέξατε, και, επειδή δεν το προσέξατε, κατρακυλήσατε στο βάλτο της αντιδραστικής φιλοσοφίας. Είναι το σύνορο ανάμεσα στο διαλεκτικό υλισμό και στο ρελατιβισμό.

Είμαστε ρελατιβιστές, εξαγγέλλουν ο Μαχ, ο Αβενάριους και ο Πέτσολντ. Είμαστε ρελατιβιστές, επαναλαβαίνουν ο κ. Τσερνόφ και μερικοί ρώσοι μαχιστές, που θέλουν να είναι μαρξιστές. Ναι, κύριε Τσερνόφ και σύντροφοι-μαχιστές, αυτό ακριβώς είναι το σφάλμα σας. Γιατί το να θέτει κανείς το ρελατιβισμό σαν βάση της γνώσης, σημαίνει αναπόφευκτη καταδίκη του εαυτού του είτε στον απόλυτο σκεπτικισμό, τον αγνωστικισμό και τη σοφιστική, είτε στον υποκειμενισμό. Ο ρελατιβισμός, σαν βάση της θεωρίας της γνώσης, δεν είναι μόνο η αναγνώριση της σχετικότητας των γνώσεών μας, αλλά και η άρνηση ενός οποιουδήποτε αντικειμενικού μέτρου ή πρότυπου που να υπάρχει ανεξάρτητα από την ανθρωπότητα και στο οποίο πλησιάζει η σχετική μας γνώση. Από την άποψη του καθαρού ρελατιβισμού κάθε είδους σοφιστεία μπορεί να δικαιολογηθεί, μπορεί να δεχτεί κανείς ότι είναι «εξαρτημένο» το αν πέθανε ή δεν πέθανε ο Ναπολέων στις 5 του Μάη 1821, μπορεί να θεωρήσει απλή «βολικότητα» για τον άνθρωπο ή την ανθρωπότητα την αποδοχή δίπλα στην επιστημονική ιδεολογία («βολική» από μια ορισμένη άποψη) και της θρησκευτικής ιδεολογίας (πολύ «βολική» από μια άλλη άποψη) κτλ.

Η διαλεκτική, – όπως έχει εξηγήσει ήδη ο Χέγγελ- περιλαβαίνει το στοιχείο του ρελατιβισμού, της άρνησης, του σκεπτικισμού, μα δεν ανάγεται στο ρελατιβισμό. Η υλιστική διαλεκτική του Μαρξ και του Ένγκελς περιλαβαίνει αναμφισβήτητα μέσα της το ρελατιβισμό, μα δεν ανάγεται σ’ αυτόν, δηλαδή αναγνωρίζει τη σχετικότητα όλων των γνώσεών μας, όχι με την έννοια της άρνησης της αντικειμενικής αλήθειας, αλλά με την έννοια του ιστορικά εξαρτημένου χαρακτήρα των ορίων προσέγγισης των γνώσεών μας σ’ αυτή την αλήθεια.

Ο Μπογκντάνοφ γράφει, υπογραμμίζοντας: «Ο συνεπής μαρξισμός δεν επιτρέπει τέτοιο δογματισμό και τέτοια στατική αντίληψη», όπως είναι οι αιώνιες αλήθειες («Εμπειριομονισμός», βιβλίο ΙΙΙ, σελ. ΙΧ). Αυτό είναι σύγχυση. Αν ο κόσμος είναι αιώνια κινούμενη και αναπτυσσόμενη ύλη (όπως φρονούν οι μαρξιστές), που την αντανακλά η αναπτυσσόμενη ανθρώπινη συνείδηση, τότε τι σχέση έχει εδώ η «στατική αντίληψη»; Δεν πρόκειται εδώ καθόλου ούτε για αμετάβλητη ουσία των πραγμάτων, ούτε για αμετάβλητη συνείδηση, αλλά για την αντιστοιχία ανάμεσα στη συνείδηση που αντανακλά τη φύση και στη φύση που αντανακλάται από τη συνείδηση. Σε σχέση μ’ αυτό –και μόνο σε σχέση μ’ αυτό- το ζήτημα, ο όρος «δογματισμός» έχει μια ιδιαίτερη χαρακτηριστική φιλοσοφική γεύση: είναι η αγαπημένη λεξούλα των ιδεαλιστών και των αγνωστικιστών ενάντια στους υλιστές, όπως είδαμε πιο πάνω με το παράδειγμα του αρκετά «παλιού» υλιστή Φόϋερμπαχ. Παλιά, παμπάλαια σαβούρα, να τι είναι όλες οι αντιρρήσεις κατά του υλισμού, αντιρρήσεις που γίνονται από τη σκοπιά του περιβόητου «νεότερου θετικισμού».