Εγώ προσωπικά, -γράφει σχετικά με τον εαυτό του ο Μπογκντάνοφ- γνωρίζω για την ώρα στη βιβλιογραφία μόνο έναν εμπειριομονιστή, έναν κάποιο Α. Μπογκντάνοφ· όμως, τον γνωρίζω πολύ καλά και μπορώ να εγγυηθώ ότι οι απόψεις του ικανοποιούν πέρα για πέρα την ιερή διατύπωση της προτεραιότητας της φύσης απέναντι στο πνεύμα. Συγκεκριμένα, ο Μπογκντάνοφ θεωρεί καθετί που υπάρχει σαν μια συνεχή αλυσίδα ανάπτυξης που οι κατώτεροι κρίκοι της χάνονται μέσα στο χάος των στοιχείων, ενώ οι ανώτεροι κρίκοι της, που μας είναι γνωστοί, αποτελούν την εμπειρία των ανθρώπων (υπογράμμ. του Μπογκντάνοφ), την ψυχική και –ακόμη ψηλότερα- τη φυσική εμπειρία, και η εμπειρία αυτή και η γνώση που πηγάζει απ’ αυτήν αντιστοιχούν σε ό,τι συνήθως λέγεται «πνεύμα» («Εμπειριομονισμός». ΙΙΙ, ΧΙΙΙ).

Ο Μπογκντάνοφ κοροϊδεύει εδώ σαν «ιερή» διατύπωση τη γνωστή μας θέση του Ένγκελς, τον οποίο ωστόσο παρακάμπτει ο ίδιος διπλωματικά! Δεν διαφωνούμε με τον Ένγκελς, α, όχι, κάθε άλλο…

Ας εξετάσουμε, όμως, πιο προσεκτικά πώς συνοψίζει ο ίδιος ο Μπογκντάνοφ τον περιβόητο «εμπειριομονισμό» του και την «υποκατάστασή» του. Αποκαλεί το φυσικό κόσμο εμπειρία των ανθρώπων και διακηρύσσει ότι η φυσική εμπειρία βρίσκεται «πιο ψηλά» στην αλυσίδα της εξέλιξης από την ψυχική. Μα αυτό είναι κραυγαλέος παραλογισμός! Και είναι παραλογισμός του είδους ακριβώς εκείνου που χαρακτηρίζει την κάθε λογής ιδεαλιστική φιλοσοφία. Είναι σωστή κωμωδία να παρουσιάζει ο Μπογκντάνοφ ένα τέτοιο «σύστημα» σαν υλισμό: και για μένα, λέει, η φύση είναι το πρωτεύον και το πνεύμα το δευτερεύον. Αν έτσι πρόκειται να εφαρμόσουμε τον ορισμό του Ένγκελς, τότε και ο Χέγγελ είναι υλιστής, γιατί και γι’ αυτόν, επίσης, η ψυχική εμπειρία (με την ονομασία απόλυτη ιδέα) υπάρχει πρωτύτερα, ακολουθεί έπειτα «πιο ψηλά» ο φυσικός κόσμος, η φύση και τέλος, η γνώση του ανθρώπου που διαμέσου της φύσης γνωρίζει την απόλυτη ιδέα. Ούτε ένας ιδεαλιστής δεν θ’ αρνηθεί μ’ αυτή την έννοια την προτεραιότητα της φύσης, γιατί στην πραγματικότητα εδώ δεν πρόκειται για προτεραιότητα, στην πραγματικότητα η φύση δεν παίρνεται εδώ σαν κάτι το άμεσα δοσμένο, σαν αφετηρία της γνωσιολογίας. Στην πραγματικότητα, φτάνουμε στη φύση ύστερα από ένα μακρινό ακόμη πέρασμα διαμέσου των αφαιρέσεων του «ψυχικού». Είναι αδιάφορο πώς θα ονομάσουμε αυτές τις αφαιρέσεις: απόλυτη ιδέα, καθολικό Εγώ, παγκόσμια βούληση κτλ., κ.ο.κ. Οι όροι αυτοί χαρακτηρίζουν τις διάφορες παραλλαγές του ιδεαλισμού και τέτοιες παραλλαγές υπάρχουν αναρρίθμητες. Η ουσία του ιδεαλισμού βρίσκεται στο ότι θεωρεί σαν αφετηρία το ψυχικό· απ’ αυτό, συνάγει τη φύση και μόνο ύστερα συνάγει από τη φύση τη συνηθισμένη ανθρώπινη συνείδηση. Αυτό το πρωταφετηριακό «ψυχικό» αποδείχνεται γι’ αυτό το λόγο πάντοτε νεκρή αφαίρεση που κρύβει αραιωμένο διάλυμα θεολογίας. Π.χ. ο καθένας ξέρει τι σημαίνει ανθρώπινη ιδέα· ιδέα, όμως, χωρίς τον άνθρωπο και πριν απ’ τον άνθρωπο, ιδέα σε αφαίρεση, η απόλυτη ιδέα είναι θεολογική επινόηση του ιδεαλιστή Χέγγελ. Ο καθένας ξέρει τι είναι το ανθρώπινο αίσθημα: αίσθημα, όμως, χωρίς τον άνθρωπο και πριν απ’ τον άνθρωπο είναι παραλογισμός, νεκρή αφαίρεση, ιδεαλιστικό τέχνασμα.