Στο άρθρο του «Η εξέλιξη της ζωής στη φύση και στην κοινωνία» (1902. Βλ. «Από την ψυχ. της κοιν.», σελ. 35 και επόμ.) ο Μπογκντάνοφ παραθέτει την ονομαστή περικοπή από τον πρόλογο της «Zur Kritik», όπου ο «μέγιστος κοινωνιολόγος», δηλ. ο Μαρξ, εκθέτει τις βάσεις του ιστορικού υλισμού. Ο Μπογκντάνοφ, παραθέτοντας τα λόγια του Μαρξ, δηλώνει ότι «η παλιά διατύπωση του ιστορικού μονισμού, χωρίς να παύει να είναι βασικά σωστή, δεν μας ικανοποιεί πια πέρα για πέρα» (37). Ο συγγραφέας θέλει, συνεπώς, να επιφέρει διόρθωση στη θεωρία ή να την αναπτύξει, ξεκινώντας από τις ίδιες τις βάσεις της. Το κύριο συμπέρασμα του συγγραφέα είναι το ακόλουθο:

«Δείξαμε ότι οι κοινωνικές μορφές ανήκουν στο εκτεταμένο γένος των βιολογικών προσαρμογών. Μ’ αυτό, όμως, δεν ορίσαμε ακόμη την περιοχή των κοινωνικών μορφών: για να δώσουμε τον ορισμό της πρέπει να προσδιορίσουμε όχι μόνο το γένος, μα και το είδος… Στον αγώνα τους για την ύπαρξη οι άνθρωποι δεν μπορούν να ενώνονται διαφορετικά παρά μόνο μέσω της συνείδησης: χωρίς συνείδηση δεν υπάρχει επικοινωνία. Γι’ αυτό, η κοινωνική ζωή σε όλες τις εκδηλώσεις της είναι συνειδητά ψυχική… Η κοινωνικότητα είναι αξεχώριστη από τη συνειδητότητα. Το κοινωνικό Είναι και η κοινωνική συνείδηση με την ακριβή έννοια αυτών των λέξεων είναι ταυτόσημα» (50, 51. Υπογράμμιση του Μπογκντάνοφ).

Ότι αυτό το συμπέρασμα δεν έχει τίποτε το κοινό με το μαρξισμό, το έδειξε ήδη ο Ορτοντόξ («Φιλοσοφικά δοκίμια», Πετρούπολη, 1906, σελ. 183 και προηγ.). Μα ο Μπογκντάνοφ πιάστηκε από ένα λάθος της περικοπής και του απάντησε απλώς με βρισιές. Αντί τη φράση «με την ακριβή έννοια αυτών των λέξεων», ο Ορτοντόξ παράθεσε: «με την πλήρη έννοια». Το λάθος είναι ολοφάνερο και ο συγγραφέας είχε κάθε δικαίωμα να το διορθώσει· τα ξεφωνητά, όμως, μ’ αυτή την αφορμή για «διαστρέβλωση», για «λαθροθειρία» κτλ. («Εμπειριομονισμός», βιβλ. ΙΙΙ, σελ. XLIV) δεν είναι παρά άθλιες λέξεις που σκοπό έχουν να συγκαλύψουν την ουσία της διαφωνίας. Όποια και να είναι η «ακριβής» έννοια που σοφίστηκε ο Μπογκντάνοφ για τις λέξεις «κοινωνικό Είναι» και «κοινωνική συνείδηση», παραμένει αναμφισβήτητο ότι η θέση του που παραθέσαμε δεν είναι σωστή. Το κοινωνικό Είναι και η κοινωνική συνείδηση δεν είναι ταυτόσημα, όπως ακριβώς δεν είναι ταυτόσημο το Είναι γενικά και η συνείδηση γενικά. Από το γεγονός ότι οι άνθρωποι, όταν έρχονται σε επικοινωνία, δρουν σαν συνειδητά όντα, δεν βγαίνει καθόλου ότι η κοινωνική συνείδηση είναι ταυτόσημη με το κοινωνικό Είναι. Σε όλους τους κάτω σύνθετους κοινωνικούς σχηματισμούς και ιδιαίτερα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό- οι άνθρωποι, όταν έρχονται σε επικοινωνία δεν έχουν συνείδηση ποιες κοινωνικές σχέσεις διαμορφώνονται στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με ποιους νόμους αναπτύσσονται αυτές οι σχέσεις κτλ. Λόγου χάρη, ο αγρότης πουλώντας στάρι, έρχεται σε «επικοινωνία» με τους παραγωγούς σταριού στην παγκόσμια αγορά· ωστόσο, δεν έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος, δεν έχει συνείδηση ούτε των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται από την ανταλλαγή. Η κοινωνική συνείδηση αντανακλά το κοινωνικό Είναι, να σε τι συνίσταται η διδασκαλία του Μαρξ. Η αντανάκλαση μπορεί να είναι κατά προσέγγιση πιστό αντίγραφο του αντικειμένου που αντανακλάται, αλλά είναι παράλογο να μιλάει κανείς εδώ για ταυτότητα. Η συνείδηση γενικά αντανακλά το Είναι, αυτή είναι γενική θέση όλου του υλισμού. Και δεν μπορεί να μη βλέπει κανείς τον άμεσο και αδιάρρηκτο δεσμό της με τη θέση του ιστορικού υλισμού: η κοινωνική συνείδηση αντανακλά το κοινωνικό Είναι.

Η απόπειρα του Μπογκντάνοφ να διορθώσει απαρατήρητα και ν’ αναπτύξει τον Μαρξ «στο πνεύμα των βάσεών του» είναι ολοφάνερη διαστρέβλωση αυτών των υλιστικών βάσεων στο πνεύμα του ιδεαλισμού. Θα ήταν γελοίο να το αρνηθεί κανείς αυτό. Ας θυμηθούμε την έκθεση του εμπειριοκριτικισμού που έκανε ο Μπαζάροφ (όχι του εμπειριομονισμού, πώς είναι δυνατό! – υπάρχει τόσο τεράστια, τόσο τεράστια διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο «συστήματα»!): «η αισθητηριακή αντίληψη είναι ακριβώς ή έξω από μας υπάρχουσα πραγματικότητα». Αυτό είναι φανερός ιδεαλισμός, φανερή θεωρία της ταυτότητας συνείδησης και Είναι. Θυμηθείτε, ακόμη την διατύπωση του Β. Σούππε, ενυπαρξιστή (που, όπως ο Μπαζάροφ και Σία, κοβόταν κι αυτός να ορκίζεται σε θεούς και δαίμονες ότι δεν είναι ιδεαλιστής και που, όπως κι ο Μπογκντάνοφ, επέμενε το ίδιο κατηγορηματικά στην «ακριβή» έννοια των λέξεών του): «το Είναι ίσον συνείδηση». Και τώρα αντιπαράβαλέ τα όλα αυτά με την ανασκευή του ιστορικού υλισμού του Μαρξ από τον ενυπαρξιστή Σούμπερτ-Ζόλντερν: «Κάθε υλικό προτσές της παραγωγής είναι πάντα ένα γεγονός συνείδησης του παρατηρητή αυτού του προτσές… Από γνωσιολογική, λοιπόν, άποψη πρωτεύον (prius) δεν είναι το εξωτερικό προτσές της παραγωγής, αλλά το υποκείμενο ή τα υποκείμενα· μ’ άλλα λόγια, και το καθαρά υλικό προτσές της παραγωγής δεν (μας) οδηγεί έξω από τη γενική συνειδησιακή αλληλουχία» (Bewußtseinszusammenhangs). Βλ. βιβλίο που αναφ.: «Das menschliche Glϋck und die soziale Frage», S. 293 και 295-296.