Archive for Οκτώβριος, 2018


Σας περιμένω

https://www.facebook.com/events/2102902286691070/

Το μικρό ρωσιδάκι έκανε μπλογκ https://thebookkeeper7.webnode.gr/bookmarks/?fbclid=IwAR3vmdsDJBgBZ0oaVXxwBocWHRR5fyVM2DH7jM-CQiMjSWzbkVfNLIWdvxk

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Ο γνωστός δάσκαλος της καποέιρα και μουσικοσυνθέτης, Ρομουάλντο Ροσάριο ντα Κόστα, 63 ετών, δολοφονήθηκε με 12 μαχαιριές την Κυριακή 7 Οκτώβρη στο Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα της Βραζιλίας, αφού προηγήθηκε πολιτική διαφωνία με φανατικό οπαδό του Ζαΐρ Μπολσονάρο.

Το θύμα, γνωστό και ως Mestre Moa do Katendê, δολοφονήθηκε την ημέρα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών της Βραζιλίας, αφού παραδέχτηκε ότι ψήφισε τον ηγέτη του Κόμματος Εργατών (ΡΤ), Φερνάντο Χαντάντ.

Η Γραμματεία Δημόσιας Ασφάλειας της Μπαΐα ανακοίνωσε ότι ο δράστης του εγκλήματος ήταν ο Πάουλο Σέρζιο Φερέιρα ντε Σαντάνα, 36 ετών, ο οποίος ομολόγησε το έγκλημα στην αστυνομία τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης.

Ο δράστης, μαύρος επίσης κατά τραγική ειρωνεία, κατέθεσε ακόμα ότι ένας από τους αδελφούς του θύματος, 51 ετών, ξυλοκοπήθηκε επίσης κατά τη διάρκεια του καυγά, που προκλήθηκε μετά την ψηφοφορία της 7ης Οκτώβρη στη Βραζιλία.

Φίλοι, συγγενείς και θαυμαστές του Μόα κατήγγειλαν τη βάρβαρη δολοφονία μέσω των κοινωνικών δικτύων, με hashtag #MestreMoa. Μεταξύ άλλων, ο γνωστός βρετανός μουσικός της ροκ Ρότζερ Γουότερς τίμησε τη μνήμη του αφροβραζιλιάνου καλλιτέχνη και ακτιβιστή κατά τη διάρκεια συναυλίας του στο Σαλβαδόρ.

Ο Mestre (δάσκαλος) Moa do Katendê γεννήθηκε στο Σαλβαδόρ και ήταν καλλιτέχνης με δεσμούς στις αφροβραζιλιάνικες παραδόσεις. Συνήθιζε να μιλά για την «επαναφρικανοποίηση» της νεολαίας της Μπαΐα και να αποδίδει αυτή τη διαδικασία στην ίδια την εσωτερική δυναμική της ζωής της Μπαΐα.

Το 1977 έγραψε το τραγούδι Badauê, που μετά από 40 χρόνια παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή της μουσικής Candomblé στη Βραζιλία.
Πηγές: Telesur, okayafrica.com

Ή βαρύνουσα τρισύλλαβη λέξη «suffering» άκούγεται πιο ήχηρά στην αρχή, παρά αν χωνόταν στο τέλος της πρότασης, όπως φαίνεται νά υπαγορεύει ή λογική. Ό τόνος του ποιήματος είναι εύγενικός, άλλά οχι φλεγματικός. Είναι πολιτισμένος, όχι όμως έξεζητημένος ή υπερβολικά καθωσπρέπει, όπως μερικά άπό τά τελευταία ποιήματα του ~Ωντεν. To «dreadful» είναι τυπικό επίθετο της άγγλικής άνώτερης τάξης, όπως λέμε «Darling, he was perfectly dreadful!»,4 άλλά δέν τό αισθανόμαστε επιτηδευμένο, όσο ανίσχυρο κι αν είναι νά περιγράφει τό μαρτύριο. Τό ποίημα έχει ένα κύρος πού δείχνει νά εκπορεύεται άπό τήν πείρα καί, ώς έκ τούτου, μάς προδιαθέτει νά τό ακούσουμε. Άφοΰ ό ποιητής μπορεί νά δει πόσο καλά καταλάβαιναν τήν άλήθεια της ανθρώπινης δυστυχίας οι παλιοί δάσκαλοι, τότε πρέπει νά είναι ισότιμός τους, απ’ αύτή τήν άποψη τουλάχιστον. Τό ποίημα μοιάζει νά μιλά έκ μέρους μιάς πολύ εγγλέζικης κοινής λογικής καί κανονικότητας κι όμως ρωτά συγκαλυμμένα πώς ορισμένες ακραίες καταστάσεις ταιριάζουν σ’ αύτό τό οικείο πλαίσιο άναφοράς. Μήπως λοιπόν αύτή ή κανονικότητα πρέπει νά αμφισβητηθεί ώς στενόμυαλη ή μήπως είναι έτσι τά πράγματα άπό τήν ίδια τους τή φύση, ώστε τό συνηθισμένο καί τό εξωτικό νά βρίσκονται πλάι-πλάι, χωρίς καμιά συγκεκριμένη σύνδεση;

Ή στροφή κυριολεκτικά εκτείνεται άπό τήν άνθρώπινη οδύνη ώς τά καπούλια τού άλογου, κι έτσι περιέχει ένα είδος άντικλίμακας (bathos). Άπό τό επιβλητικό «How, when the aged are reverently, passionately waiting / For the miraculous birth» πέφτουμε δυό-τρείς τόνους στον έσκεμμένα επίπεδο στίχο «there always must be / Children who did not specially want it to happen» πού δέν ρέει ομαλά, γιατί οι λέξεις πού περιλαμβάνει έχουν διαφορετική μορφή καί σχήμα. Ή σύνταξη συνωμοτεί μ’ αύτό τό κατακάθισμα: τό κόμμα μετά τό «How» αναστέλλει προσωρινά τήν πρόταση, παρέχοντάς μας μιά έξυψωτική στιγμή «when the aged are reverently, passionately waiting…» μόνο καί μόνο γιά νά μάς ξαναρίξει πεζά κάτω.

Εντούτοις, ακόμα κι εδώ ό στίχος διατηρεί τούς καλούς του τρόπους: τό «did not specially want it to happen» ίσως σημαίνει αύτό ακριβώς πού λέει, ότι τά παιδιά δέν άντιτίθενται στή γέννηση, ούτε όμως τά ενθουσιάζει αύτή ή προοπτική. Θά μπορούσε όμως νά είναι ένας εύγενικός τρόπος γιά νά πει ότι δέν δίνουν δεκάρα γιά τή θαυμαστή γέννηση, όπως τό «not a little boring» (οχι λιγάκι βαρετό) είναι ένας εύγενικός εγγλέζικος τρόπος γιά νά πει κανείς «unbelievably boring» (άπίστευτα βαρετό). Τό ποίημα διατηρεί τούς καλούς του τρόπους μιλώντας κάπως έμμεσα. Δέν είναι σαφές, όμως, πώς μετακινείται άπό τήν ιδέα τής δυστυχίας στήν ιδέα τών γερόντων πού περιμένουν εύλαβικά τή θαυμαστή γέννηση. Τι σχέση έχει ή εύλαβική προσδοκία μέ τον πόνο; Μήπως είναι οδυνηρή ή άναμονή; ’Ή μήπως ή εν λόγω δυστυχία είναι ή ίδια ή γέννηση;

‘Ένα πρόβλημα πού αντιμετωπίζει τό ποίημα είναι πώς να γίνει έπαρκώς ειρωνικό μέ τον πόνο χωρίς να γίνει κυνικό. Πρέπει να πατήσει στη λεπτή γραμμή πού χωρίζει τήν ελαφρώς ειρωνική σοφία από τήν απλή βαριεστιμάρα. Πρέπει να απομυθοποιήσει τον ανθρώπινο πόνο, χωρίς όμως να φανεί ότι τον υποτιμά. ’Έτσι, ό τόνος -εύγενής, άλλα όχι ασυγκίνητος ή υπεροπτικός- πρέπει να δουλευτεί προσεκτικά. Ή φωνή δέν είναι τέτοια ώστε να ’ναι πιθανό ό κάτοχός της νά πιστεύει σέ υπερούσιες γεννήσεις, νά ενδίδει σέ εύλαβικές προσδοκίες
ή νά γίνεται μάρτυρας. Ανήκει στον κοινό νοΰ, είναι υπερβολικά κοσμικός γιά νά κάνει κάτι τέτοιο, καί υπερβολικά σκεπτικιστής γιά μεγαλειώδη σχέδια. Θέλει νά βγάλει τον ψεύτικο στόμφο άπό τή δυστυχία καθιστώντας την «εκκεντρική», έπιμένοντας στο πόσο περιθωριακή καί άσκοπη είναι γενικά. Κι όμως, ή φωνή πού μιλά έχει μιά άνθρωπιά πού υπαινίσσεται άρρητη συμπόνια.

Μ’ αύτόν τον τρόπο, ή στροφή ελευθερώνεται άπό τή μαγεία χωρίς νά άπο-μυθοποιεΐται. Είναι λές καί τό ποίημα θέλει νά τιμήσει τό άνθρώπινο μαρτύριο άντιμετωπίζοντάς το ψυχρά καί ρεαλιστικά, παρά προσυπογράφοντας τον γεμάτο συναισθηματισμούς μύθο ότι τό μαρτύριο παγώνει δραματικά όλο τον κόσμο. ’Ίσως αύτή πού πονά νά νιώθει έτσι, άλλά ό πρακτικός ρεαλισμός του ποιήματος άρνεΐται νά ταυτιστεί μέ τήν άφάνταστη οδύνη κάποιου άλλου. ‘Ένα άλλο ποίημα του Ώντεν, γιά τραυματισμένους στρατιώτες, ρωτά: «For who when healthy can become a foot?», εννοώντας, δίχως άμφιβόλια, ότι μόνο οι υγιείς μπορούν νά θεωρήσουν τό σώμα τους δεδομένο. ‘Όταν μιλάμε γιά πόνο, ούτε ή οπτική του άσθενοΰς ούτε ή οπτική του παρατηρητή είναι άπολύτως άξιόπιστες. Ό βαθύτερος σεβασμός πού μπορούμε νά δείξουμε σ’ εκείνον πού υποφέρει, μοιάζει νά λέει ό Ώντεν, είναι νά άναγνωρίσουμε τό άγεφύρωτο χάσμα άνάμεσα στή δυστυχία του καί τήν κανονικότητά μας. Θά μπορούσε νά πει κανείς ότι υπάρχει μιά άπόλυτη επιστημολογική ρήξη μεταξύ άσθένειας καί υγείας. Τό «Musée des Beaux Arts», όπως πολλά λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας τού ’30, θά έπρεπε νά θεωρείται περισσότερο άκαρδο, παρά μελοδραματικό. Επίσης, ο άντι-ηρωισμός του άποτελεΐ τυπική στάση της δεκαετίας τού 1930. Αύτό άκριβώς τό πείσμα, τραβηγμένο στά άκρα, μπορεί νά γίνει μιά πλάγια μορφή τού μελοδραματισμού πού άποκηρύσσει.

Ή δράση άναστέλλεται ξανά γιά λίγο στή φράση «Its human position», τό νόημα της όποιας δέν είναι άπολύτως ξεκάθαρο, ώσπου νά περάσουμε τήν άνω τελεία καί νά τό άνακαλύψουμε. ’Έπειτα συναντάμε ένα στίχο μονότονο καί άργό -«While someone else is eating or opening a window or just walking dully along»- ό όποιος, μέ τήν άκομψη συναρμογή προτάσεων, μοιάζει νά προχωρά άργά καί άνιαρά. To «Where the dogs go on with their doggy life and the torturer’s horse…» είναι ένας άκόμα παραπαίων, πυπνοκατοικημένος στίχος, πού ή άκαταστασία του υποδηλώνει τήν άταξία της άνθρώπινης εμπειρίας. Παιδιά, σκυλιά καί άλογα εξακολουθούν τά παιδιάστικα, σκυλίσια καί άλογίσια καμώματά τους μέσα στις σφαγές καί στα μαρτύρια, κι έτσι, μοιάζει νά υπαινίσσεται ή ποιητική φωνή, είναι τά πράγματα.

 

4. Χρυσή μου, ήταν εντελώς φριχτός

http://www.katiousa.gr/politismos/mousiki/allo-ena-ksemprostiasma-tou-giorgou-germeni-sto-metaliko-koino-tou/

‘Η γλώσσα δέν είναι καμιά διαφανής μεμβράνη όπου συσκευάζονται, οί ιδέες· άντιθέτως, ή γλώσσα ενός ποιήματος είναι συστατικό των ιδεών του.

Θά ήταν δύσκολο νά καταλάβουμε, διαβάζοντας απλώς τις άναλύσεις περιεχομένου, ότι υποτίθεται πώς μιλούν γιά ποιήματα ή μυθιστορήματα, άντί γιά κάποιο πραγματικό γεγονός. Παραλείπουν τή λογοτεχνικότητα τού έργου. Οί περισσότεροι φοιτητές λένε «ή εικόνα της σελήνης επανέρχεται στήν τρίτη στροφή, ένισχύοντας τήν αίσθηση της μοναξιάς», άλλά λίγοι θά πουν «ό δριμύς τόνος τού ποιήματος έρχεται σέ άντίθέση μέ τήν παραπαίουσα σύνταξή του». Πολλοί φοιτητές θά έβρισκαν αύτό το σχόλιο φαιδρό. Δέν μιλούν τήν ίδια γλώσσα μέ τον κριτικό, ο όποιος είπε γιά κάποιους στίχους τού Έλιοτ: «‘Υπάρχει κάτι πολύ θλιμμένο στή στίξη». Άντιθέτως, αντιμετωπίζουν τό ποίημα λές καί ό συγγραφέας έπέλεξε γιά κάποιον ιδιόρρυθμο λόγο νά γράψει τις απόψεις του γιά τον πόλεμο ή τή σεξουαλικότητα μέ άράδες πού δέν φτάνουν στήν άκρη της σελίδας. ’Ίσως νά κόλλησε ό υπολογιστής του.

Άς πάρουμε τήν πρώτη στροφή τού «Musée des Beaux Arts» τού Γ. X. Ωντεν:

About suffering they were never wrong,

The Old Masters: how well they understood Its human position; how it takes place While someone else is eating or opening a window or just walking dully along;

How, when the aged are reverently, passionately waiting For the miraculous birth, there always must be Children who did not specially want it to happen, skating On a pond at the edge of the wood:

They never forgot

That even the dreadful martyrdom must run its course Anyhow in a comer, some untidy spot Where the dogs go on with their doggy life and the torturer s horse

Scratches its innocent behind on a tree.2

Ή περίληψή του θά ήταν άρκετά εύθεία. Οι Old Masters ή Παλαβοί Δάσκαλοι, όπως ισχυρίζεται τό ποίημα, κατάλαβαν την άσυνάρτητη φύση του άνθρώπινου πόνου, της άνθρώπινης δυστυχίας – την άντίθεση άνάμεσα στην έντασή της, ή όποια μοιάζει νά επισημαίνει κάποιο βαρυσήμαντο νόημα, καί τον τρόπο με τον όποιο τό καθημερινό του περιβάλλον φαίνεται νά άδιαφορεΐ γι’ αύτήν. ‘Όλα αύτά, ενδέχεται νά υποψιαστούμε, είναι μιά άλληγορία γιά τήν ένδεχομενική φύση της σύγχρονης ύπαρξης. Πλέον τά πράγματα δέν σχηματίζουν κάποιο σχέδιο πού έχει ώς κεντρικό σημείο τον ηρώα ή τό μάρτυρα, αλλά συγκρούονται τυχαία, ενώ τό ασήμαντο καί τό βαρυσήμαντο, ό ένοχος καί ό άθώος, βρίσκονται συμπτωματικά πλάι-πλάι.

Παρ’ ολα αύτά, σημασία έχει ό τρόπος μέ τον όποιο διαμορφώνεται λεκτικά τό ποίημα. Ξεκινά απλά, λές καί μπαίνουμε ξαφνικά σέ μιά συζήτηση μετά τό δείπνο· όμως ή εισαγωγή περιέχει μιά συγκρατημένη δραματικότητα. Γλιστράει πλαγίως στο θέμα αντί νά ξεκινήσει μέ φανφάρες: ό πρώτος ενάμισης στίχος, πού αν άντιστρεφόταν τό ούσιαστικό, τό ρήμα καί τό κατηγόρημα, ώστε νά γίνει «The Old Masters were never wrong about suffering», θά γινόταν μιά πολύ ξερή πρόταση, γεμίζει γωνίες, γίνεται πιο ενδιαφέρουσα συντακτικά: «About suffering they were never wrong, / The Old Masters».

Μιά πιο περίπλοκη εκδοχή αύτού τού συντακτικού πλευρίσματος, στο όποιο άντιστρέφεται ή κανονική σειρά τών λέξεων, άπαντά επίσης στήν εναρκτήρια, τάχα άδιάφορη καί άφ’ υψηλού ειπωμένη, πρόταση τού μυθιστορήματος Τό πέρασμα στην Ινδία τού Έ. Μ. Φόρστερ: «Έκτος άπ’ τις σπηλιές τού Μαραμπάρ -πού κι αύτές είναι τριάντα χιλιόμετρα μακριά- ή πόλη Τσαντραπόρ δέν παρουσιάζει τίποτα τό ιδιαίτερο». Στήν πραγματικότητα οι λέξεις αύτές άποτελούν εκλεκτή ειρωνεία, άφού οι σπηλιές άποτελοΰν κομβικό στοιχείο της πλοκής. Τό μυθιστόρημα ξεκινά μέ μιά φράση πού μοιάζει νά παρωδεί έναν μάλλον άκατάδεκτο ταξιδιωτικό οδηγό. ‘Ένας ήπιος άέρας άριστοκρατικής νωχέλειας τυλίγει αύτή τήν εξαίσια ισορροπημένη πρόταση.

Τό ποίημα τού Ώντεν δέν είναι καθόλου άκατάδεκτο ούτε αβρό· περιβάλλεται όμως άπό έναν άέρα καλοαναθρεμμένης κοσμικότητας. Οι εισαγωγικοί στίχοι δημιουργούν μιά άμυδρή αίσθηση δραματικής προσδοκίας, άφού πρέπει νά διασκελίσουμε τό στίχο γιά νά μάθουμε ποιοι δέν σφάλανε ποτέ γιά τή δυστυχία. To «Old Masters» είναι παράθεση στο «they», πράγμα πού χαρίζει στούς στίχους ένα χαλαρό συνομιλιακό χαρακτήρα – όπως σέ φράσεις σάν «They’re noisy, those freight trains».3 To ίδιο καθημερινό ιδίωμα επανεμφανίζεται αργότερα μέ τις λέξεις «doggy» καί «behind», παρότι αύτό τό λεξιλόγιο φανερώνει περισσότερο τήν άθυροστομία ενός κυρίου παρά τή χυδαιότητα ενός άξεστου.

 

2. Ώς προς τή δυστυχία δέν έσφαλαν ποτέ / Οί Παλαιοί Δάσκαλοι: πόσο σωστά είχαν κατανοήσει / Τήν ανθρώπινη διάστασή της· πώς καταφθάνει / Ένώ κάποιος άλλος τρώει ή άνοίγει ένα παράθυρο ή περπατάει άπλώς βαριεστημένα· / Πώς, όταν οί γέροντες εύλαβικά, παθιασμένα προσμένουν / Τή θαυμαστή γέννηση, θά υπάρχουν πάντοτε παιδιά / Πού δέν τήν θέλουνε καί τόσο, καί πατινάρουν / Σέ μιά λιμνούλα στήν άκρη του δάσους: / Δέν ξέχασαν ποτέ / Πώς καί τό τρομερό μαρτύριο πρέπει νά ολοκληρωθεί / Κάπου, σέ μιά γωνιά, σέ κάποιο ρυπαρό σημείο / ‘Όπου τά σκυλιά συνεχίζουν τή σκυλίσια ζωή τους καί τό άλογο του βασανιστή / Ξύνει τά άθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.

W. Η. Auden, «Musée des Beaux Arts», Ποιήματα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός.

 

3. Πολύ θορυβώδεις είναι, τούτες οι έμπορικές αμαξοστοιχίες.

 

ΠΟΙΗΣΗ ΤΕΥΧΟΣ 30 ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ-ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2007

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: NINA ΜΠΟΤΡΗ

Τό τέλος τής κριτικής;

ΠΡΩΤΟΣΚΕΦΤΗΚΑ νά γράψω αύτό τό δοκίμιο όταν συνειδητοποίησα ότι, άπό όσους φοιτητές λογοτεχνίας γνώριζα, κανείς δεν έκανε λογοτεχνική κριτική μέ τον τρόπο πού τήν είχα διδαχτεί εγώ. Ή λογοτεχνική κριτική μοιάζει τέχνη πού σβήνει σιγά-σιγά, όπως ή τέχνη του γανωματή ή οι παραδοσιακοί χοροί. ’Αφού άπό τούς περισσότερους φοιτητές δέν λείπει ή εξυπνάδα ή ή ικανότητα, φαίνεται ότι τό σφάλμα δέν είναι δικό τους, αλλά των καθηγητών τους. Ή άλήθεια είναι ότι τή σήμερον ήμέρα οι περισσότεροι καθηγητές λογοτεχνίας δέν κάνουν λογοτεχνική κριτική, αφού κι εκείνοι μέ τή σειρά τους δέν τή διδάχτηκαν ποτέ.

Αύτή ή κατηγορία μπορεί νά άκούγεται πολύ βαριά, προερχόμενη άπό έναν θεωρητικό της λογοτεχνίας. Δέν είναι τάχα ή λογοτεχνική κριτική πού μέ τίς άψυχες αφαιρέσεις καί τίς κενές γενικολογίες της κατέστρεψε πρώτη τή συνήθεια της προσεκτικής ανάγνωσης; ’Έχω άλλου έπισημάνει ότι αύτός είναι ένας άπό τούς μεγαλύτερους μύθους καί άπερίσκεπτους κοινούς τόπους της σύγχρονης συζήτησης περί κριτικής.1 Ανήκει στά «ως γνωστόν», όπως ή ιδέα ότι οι κατά συρροή δολοφόνοι είναι σάν εσένα κι εμένα, κλεισμένοι στον εαυτό τους, αλλά πάντοτε λένε έναν καλό λόγο στούς γείτονές τους. Είναι κοινοτοπία τόσο τετριμμένη όσο ό ισχυρισμός ότι τά Χριστούγεννα έχουν εμπορευματοποιηθεί φριχτά. ‘Όπως όλοι οι ακλόνητοι μύθοι, οι όποιοι άρνοΰνται πεισματικά νά εξαφανιστούν όσα στοιχεία κι αν παρουσιαστούν, υπάρχει γιά νά εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Ή ιδέα ότι οι κριτικοί τής λογοτεχνίας σκότωσαν τήν ποίηση επειδή οι στεγνωμένες τους καρδιές καί οι παραφουσκωμένοι εγκέφαλοί τους δέν τούς άφήνουν νά εντοπίσουν τίς μεταφορές, πόσο μάλλον τά τρυφερά συναισθήματα, αποτελεί μιά από τις πιο αστόχαστες κριτικές κοινοτοπίες του καιρού μας. Ή αλήθεια είναι ότι σχεδόν όλοι οι μείζονες θεωρητικοί της λογοτεχνίας διαβάζουν προσεκτικά καί εύσυνείδητα. Οι Ρώσοι φορμαλιστές τον Γκόγκολ καί τον Πούσκιν, ό Μπαχτίν τον Ραμπελαί, ό Άντόρνο τον Μπρέχτ, ό Μπένγιαμιν τον Μπωντλαίρ, ό Ντερριντά τον Ρουσσώ, ό Ζενέτ ή ό ντέ Μάν τον Προύστ, ό Χάρτμαν τον Γουέρτζγουερθ, ή Κρίστεβα τον Μαλαρμέ, ό Τζέιμστον τόν Κόνραντ, ό Μπάρτ τον Μπαλζάκ, ό ’Ίσερ τον Χένρυ Φήλντινγκ, ή Σιξού τον Τζόυς, ή Χίλις Μίλερ τόν Χένρυ Τζέιμς, γιά νά φέρω μερικά παραδείγματα.

Μερικές απ’ αύτές τις μορφές δέν είναι μόνο έξέχοντες κριτικοί, αλλά καί λογοτέχνες. Παράγουν λογοτεχνία καθώς τη σχολιάζουν. Ό Μισέλ Φουκώ είναι ακόμα ένας διακεκριμένος στυλίστας. Είναι αλήθεια ότι τέτοιοι στοχαστές έχουν σέ ορισμένες περιπτώσεις κακοπάθει από τούς μαθητές τους, αλλά τό ίδιο ισχύει καί γιά κάποιους μή θεωρητικούς κριτικούς. «Οπως καί νά ’χει όμως, ή ούσία είναι άλλη. Διότι δέν μπορούμε νά πούμε ότι πολλοί φοιτητές της λογοτεχνίας σήμερα δέν διαβάζουν άρκετά προσεκτικά τά ποιήματα καί τά μυθιστορήματα. Τό θέμα δέν είναι ή προσεκτική ανάγνωση. Τό ζήτημα δέν είναι πόσο επίμονα προσκολλάται κανείς στο κείμενο, άλλά τι άναζητάει όταν τό κάνει. Οι θεωρητικοί πού προανέφερα δέν ήταν μόνο προσεκτικοί αναγνώστες* ήταν καί ευαίσθητοι σέ ζητήματα λογοτεχνικής φόρμας. Αύτή είναι ή διαφορά τους από τήν πλειονότητα τών σημερινών φοιτητών.

Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, πώς, όταν θέσει κανείς τό ζήτημα της φόρμας στούς φοιτητές της λογοτεχνίας, κάποιοι πιστεύουν ότι άναφέρεται απλώς στο μέτρο. Ή «προσοχή στή φόρμα» γι’ αύτούς ίσοδυναμεί μέ τό αν τό ποίημα είναι γραμμένο σέ ιαμβικό πεντάμετρο ή αν έχει ομοιοκαταληξία. Ή λογοτεχνική φόρμα προφανώς περιλαμβάνει τέτοια πράγματα· άλλά τό νά πούμε τί σημαίνει τό ποίημα κι έπειτα νά κοτσάρουμε καί δυο αράδες γιά τό μέτρο ή τή ρίμα του δέν σημαίνει ότι ασχοληθήκαμε μέ ζητήματα φόρμας. Οί περισσότεροι φοιτητές, όταν αντιμετωπίζουν ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα, κάνουν αύθόρμητα αύτό πού κοινώς ονομάζουμε «ανάλυση περιεχομένου». Μιλούν γιά τά λογοτεχνικά έργα περιγράφοντας τήν πλοκή τους, πασπαλισμένη μέ μερικά άξιολο-γικά σχόλια. Γιά νά δανειστώ μιά τεχνική διάκριση από τή Γλωσσολογία, άντιμετωπίζουν τό ποίημα ως γλώσσα (language) κι όχι ως λόγο (discourse).

((Λόγος», όπως θά δούμε, σημαίνει νά άσχολεΐται κανείς μέ τή γλώσσα σέ όλη τήν πυκνότητά της, ενώ οί περισσότερες προσεγγίσεις της ποιητικής γλώσσας συνήθως τή διαχωρίζουν. Κανείς δέν ακούει γλώσσα αμιγή καί απλή. Άντιθέτως, άκούμε φράσεις εριστικές ή σαρδόνιες, πένθιμες ή ξέγνοιαστες, δακρύβρεχτες ή επιθετικές, οξύθυμες ή υστερικές. Καί τούτο, όπως θά δούμε, είναι μέρος αύτοΰ πού ονομάζουμε φόρμα. Ό κόσμος μερικές φορές λέει ότι θά ξεθάψει τις ιδέες «πίσω» από τή γλώσσα τού ποιήματος, άλλά αύτή ή μεταφορά είναι παραπλανητική.

1. Βλ., μεταξύ άλλων, Terry Eagleton, Μετά τή Θεωρία, μτφρ. Πέγκυ Καρπούζου, έκδ. Μεταίχμιο, ’Αθήνα.