Ή βαρύνουσα τρισύλλαβη λέξη «suffering» άκούγεται πιο ήχηρά στην αρχή, παρά αν χωνόταν στο τέλος της πρότασης, όπως φαίνεται νά υπαγορεύει ή λογική. Ό τόνος του ποιήματος είναι εύγενικός, άλλά οχι φλεγματικός. Είναι πολιτισμένος, όχι όμως έξεζητημένος ή υπερβολικά καθωσπρέπει, όπως μερικά άπό τά τελευταία ποιήματα του ~Ωντεν. To «dreadful» είναι τυπικό επίθετο της άγγλικής άνώτερης τάξης, όπως λέμε «Darling, he was perfectly dreadful!»,4 άλλά δέν τό αισθανόμαστε επιτηδευμένο, όσο ανίσχυρο κι αν είναι νά περιγράφει τό μαρτύριο. Τό ποίημα έχει ένα κύρος πού δείχνει νά εκπορεύεται άπό τήν πείρα καί, ώς έκ τούτου, μάς προδιαθέτει νά τό ακούσουμε. Άφοΰ ό ποιητής μπορεί νά δει πόσο καλά καταλάβαιναν τήν άλήθεια της ανθρώπινης δυστυχίας οι παλιοί δάσκαλοι, τότε πρέπει νά είναι ισότιμός τους, απ’ αύτή τήν άποψη τουλάχιστον. Τό ποίημα μοιάζει νά μιλά έκ μέρους μιάς πολύ εγγλέζικης κοινής λογικής καί κανονικότητας κι όμως ρωτά συγκαλυμμένα πώς ορισμένες ακραίες καταστάσεις ταιριάζουν σ’ αύτό τό οικείο πλαίσιο άναφοράς. Μήπως λοιπόν αύτή ή κανονικότητα πρέπει νά αμφισβητηθεί ώς στενόμυαλη ή μήπως είναι έτσι τά πράγματα άπό τήν ίδια τους τή φύση, ώστε τό συνηθισμένο καί τό εξωτικό νά βρίσκονται πλάι-πλάι, χωρίς καμιά συγκεκριμένη σύνδεση;

Ή στροφή κυριολεκτικά εκτείνεται άπό τήν άνθρώπινη οδύνη ώς τά καπούλια τού άλογου, κι έτσι περιέχει ένα είδος άντικλίμακας (bathos). Άπό τό επιβλητικό «How, when the aged are reverently, passionately waiting / For the miraculous birth» πέφτουμε δυό-τρείς τόνους στον έσκεμμένα επίπεδο στίχο «there always must be / Children who did not specially want it to happen» πού δέν ρέει ομαλά, γιατί οι λέξεις πού περιλαμβάνει έχουν διαφορετική μορφή καί σχήμα. Ή σύνταξη συνωμοτεί μ’ αύτό τό κατακάθισμα: τό κόμμα μετά τό «How» αναστέλλει προσωρινά τήν πρόταση, παρέχοντάς μας μιά έξυψωτική στιγμή «when the aged are reverently, passionately waiting…» μόνο καί μόνο γιά νά μάς ξαναρίξει πεζά κάτω.

Εντούτοις, ακόμα κι εδώ ό στίχος διατηρεί τούς καλούς του τρόπους: τό «did not specially want it to happen» ίσως σημαίνει αύτό ακριβώς πού λέει, ότι τά παιδιά δέν άντιτίθενται στή γέννηση, ούτε όμως τά ενθουσιάζει αύτή ή προοπτική. Θά μπορούσε όμως νά είναι ένας εύγενικός τρόπος γιά νά πει ότι δέν δίνουν δεκάρα γιά τή θαυμαστή γέννηση, όπως τό «not a little boring» (οχι λιγάκι βαρετό) είναι ένας εύγενικός εγγλέζικος τρόπος γιά νά πει κανείς «unbelievably boring» (άπίστευτα βαρετό). Τό ποίημα διατηρεί τούς καλούς του τρόπους μιλώντας κάπως έμμεσα. Δέν είναι σαφές, όμως, πώς μετακινείται άπό τήν ιδέα τής δυστυχίας στήν ιδέα τών γερόντων πού περιμένουν εύλαβικά τή θαυμαστή γέννηση. Τι σχέση έχει ή εύλαβική προσδοκία μέ τον πόνο; Μήπως είναι οδυνηρή ή άναμονή; ’Ή μήπως ή εν λόγω δυστυχία είναι ή ίδια ή γέννηση;

‘Ένα πρόβλημα πού αντιμετωπίζει τό ποίημα είναι πώς να γίνει έπαρκώς ειρωνικό μέ τον πόνο χωρίς να γίνει κυνικό. Πρέπει να πατήσει στη λεπτή γραμμή πού χωρίζει τήν ελαφρώς ειρωνική σοφία από τήν απλή βαριεστιμάρα. Πρέπει να απομυθοποιήσει τον ανθρώπινο πόνο, χωρίς όμως να φανεί ότι τον υποτιμά. ’Έτσι, ό τόνος -εύγενής, άλλα όχι ασυγκίνητος ή υπεροπτικός- πρέπει να δουλευτεί προσεκτικά. Ή φωνή δέν είναι τέτοια ώστε να ’ναι πιθανό ό κάτοχός της νά πιστεύει σέ υπερούσιες γεννήσεις, νά ενδίδει σέ εύλαβικές προσδοκίες
ή νά γίνεται μάρτυρας. Ανήκει στον κοινό νοΰ, είναι υπερβολικά κοσμικός γιά νά κάνει κάτι τέτοιο, καί υπερβολικά σκεπτικιστής γιά μεγαλειώδη σχέδια. Θέλει νά βγάλει τον ψεύτικο στόμφο άπό τή δυστυχία καθιστώντας την «εκκεντρική», έπιμένοντας στο πόσο περιθωριακή καί άσκοπη είναι γενικά. Κι όμως, ή φωνή πού μιλά έχει μιά άνθρωπιά πού υπαινίσσεται άρρητη συμπόνια.

Μ’ αύτόν τον τρόπο, ή στροφή ελευθερώνεται άπό τή μαγεία χωρίς νά άπο-μυθοποιεΐται. Είναι λές καί τό ποίημα θέλει νά τιμήσει τό άνθρώπινο μαρτύριο άντιμετωπίζοντάς το ψυχρά καί ρεαλιστικά, παρά προσυπογράφοντας τον γεμάτο συναισθηματισμούς μύθο ότι τό μαρτύριο παγώνει δραματικά όλο τον κόσμο. ’Ίσως αύτή πού πονά νά νιώθει έτσι, άλλά ό πρακτικός ρεαλισμός του ποιήματος άρνεΐται νά ταυτιστεί μέ τήν άφάνταστη οδύνη κάποιου άλλου. ‘Ένα άλλο ποίημα του Ώντεν, γιά τραυματισμένους στρατιώτες, ρωτά: «For who when healthy can become a foot?», εννοώντας, δίχως άμφιβόλια, ότι μόνο οι υγιείς μπορούν νά θεωρήσουν τό σώμα τους δεδομένο. ‘Όταν μιλάμε γιά πόνο, ούτε ή οπτική του άσθενοΰς ούτε ή οπτική του παρατηρητή είναι άπολύτως άξιόπιστες. Ό βαθύτερος σεβασμός πού μπορούμε νά δείξουμε σ’ εκείνον πού υποφέρει, μοιάζει νά λέει ό Ώντεν, είναι νά άναγνωρίσουμε τό άγεφύρωτο χάσμα άνάμεσα στή δυστυχία του καί τήν κανονικότητά μας. Θά μπορούσε νά πει κανείς ότι υπάρχει μιά άπόλυτη επιστημολογική ρήξη μεταξύ άσθένειας καί υγείας. Τό «Musée des Beaux Arts», όπως πολλά λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας τού ’30, θά έπρεπε νά θεωρείται περισσότερο άκαρδο, παρά μελοδραματικό. Επίσης, ο άντι-ηρωισμός του άποτελεΐ τυπική στάση της δεκαετίας τού 1930. Αύτό άκριβώς τό πείσμα, τραβηγμένο στά άκρα, μπορεί νά γίνει μιά πλάγια μορφή τού μελοδραματισμού πού άποκηρύσσει.

Ή δράση άναστέλλεται ξανά γιά λίγο στή φράση «Its human position», τό νόημα της όποιας δέν είναι άπολύτως ξεκάθαρο, ώσπου νά περάσουμε τήν άνω τελεία καί νά τό άνακαλύψουμε. ’Έπειτα συναντάμε ένα στίχο μονότονο καί άργό -«While someone else is eating or opening a window or just walking dully along»- ό όποιος, μέ τήν άκομψη συναρμογή προτάσεων, μοιάζει νά προχωρά άργά καί άνιαρά. To «Where the dogs go on with their doggy life and the torturer’s horse…» είναι ένας άκόμα παραπαίων, πυπνοκατοικημένος στίχος, πού ή άκαταστασία του υποδηλώνει τήν άταξία της άνθρώπινης εμπειρίας. Παιδιά, σκυλιά καί άλογα εξακολουθούν τά παιδιάστικα, σκυλίσια καί άλογίσια καμώματά τους μέσα στις σφαγές καί στα μαρτύρια, κι έτσι, μοιάζει νά υπαινίσσεται ή ποιητική φωνή, είναι τά πράγματα.

 

4. Χρυσή μου, ήταν εντελώς φριχτός

Advertisements