Επιστολή στον Σουηδό δημοσιογράφο Πολ Όλμπεργκ (27/08/1949)

Η επιστολή σας, κύριε, έχει αναμφίβολα καλές προθέσεις, όμως οι ανησυχίες σας για μένα είναι υπερβολικές. Δεν πιστεύω καθόλου ότι έχω εγκαταλείψει κανέναν ή ότι έχω απαρνηθεί τις θέσεις που είχα κατά τη διάρκεια του πολέμου ή της εμιγκράτσιας επειδή έκανα μια ομιλία στη Βαϊμάρη επ’ ευκαιρία των 200 ετών από τη γέννηση του Γκαίτε. Αν πήγα στη Βαϊμάρη είναι γιατί λυπάμαι που – για να χρησιμοποιήσω την ορολογία σας – ένα βαθύ χάσμα διαιρεί σε δυο μέρη τη Γερμανία. Πιστεύω ότι αυτό το χάσμα, αντί να το βαθαίνουμε, χρειάζεται να το μικραίνουμε, κάθε φορά που αυτό είναι δυνατό, έστω και με αφορμή μια τελετή.

Ίσως αγνοείτε ότι στη Θουριγγία δεν υφίσταται μονοκομματικό καθεστώς. Στην κυβέρνηση υπάρχουν μη κομμουνιστές. Υπάρχουν ακόμα περισσότεροι τέτοιοι στο Δημοτικό Συμβούλιο της Βαϊμάρης. Ο δήμαρχος, κύριος Μπουχτερκίρχεν, για παράδειγμα, που με προσκάλεσε, είναι χριστιανοδημοκράτης. Ήταν ο πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου, Χέρμαν – ένας ιερέας –, που εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο την ημέρα της τελετής, στο θέατρο που τόσο υπέροχα αναπαλαιώθηκε. Και σας διαβεβαιώ ότι μπόρεσε να διατυπώσει περισσότερες από μια φράσεις των οποίων η ευαγγελική ελευθερία θα σας είχε σε μεγάλο βαθμό εκπλήξει. Στο Άιζεναχ είναι ο επίσκοπος, με το χρυσό σταυρό στο λαιμό, που ήρθε να με χαιρετήσει: ήθελε να με ευχαριστήσει για τα 20.000 μάρκα του βραβείου Γκαίτε που πρόσφερα για την επιδιόρθωση της εκκλησίας Χέρντερ Στη Βαϊμάρη. Ίσως αυτή η αξιοποίηση να μην ήταν πράγματι ακριβώς αυτή που θα εύχονταν οι κομμουνιστές.

Το ταξίδι μας στη Θουριγγία μετατράπηκε σε λαϊκή γιορτή, με σημαίες, λουλούδια, γιρλάντες, διακηρύξεις, φανφάρες, προπόσεις καλωσορίσματος και παιδιά από σχολεία που μας συνόδευαν με τα τραγούδια τους. Σπάνια – αν ποτέ – έχει δοθεί σε έναν συγγραφέα η ευκαιρία να ζήσει μια τέτοια γιορτή. Δεν μου χρειαζόταν να προσχωρήσω στον κομμουνισμό για να με κερδίσει η συμπάθεια που μου εκδηλώθηκε σε αυτή τη φιλοξενία.

Το γεγονός και μόνο ότι επιφυλάσσομαι να κάνω μια διάκριση ανάμεσα στον κομμουνισμό, καθότι ουμανισμός, και την απόλυτη καταισχύνη που είναι ο φασισμός, το ότι αρνούμαι να πάρω μέρος στην υστερία των διώξεων ενάντια στους κομμουνιστές και να συμμετέχω στο κάλεσμα σε πόλεμο, το γεγονός και μόνο ότι μιλώ υπέρ της ειρήνης σε έναν κόσμο, το μέλλον του οποίου δεν μπορεί κανείς να φανταστεί χωρίς να του δώσει μια φυσιογνωμία κομμουνιστική – το γεγονός αυτό και μόνο, φαίνεται, είναι αρκετό για να μου αποδοθεί μια κάποια πεποίθηση που δεν έχω ζητήσει. Τι θέλετε, δεν μπορώ να θεωρήσω αυτή την πεποίθηση ένα δυσάρεστο σύμπτωμα, να βρω κάτι σε αυτή το οποίο να αποδεικνύει ότι η ηθική και πνευματική υγεία μου βρίσκεται σε κίνδυνο.

Μιλάτε πολύ για ελευθερίες και πολιτικά δικαιώματα που έχουν δοθεί στο λαό στις δυτικές ζώνες. Φαίνεται έχετε ξεχάσει αυτό που εσείς ο ίδιος λέγατε αναφορικά με τη χρήση που ως επί το πλείστον γίνεται με αυτά τα δώρα. Γίνεται μια χρήση ντροπιαστική. Αντίθετα, το με σιδηρά πυγμή λαϊκό κράτος, έχει το πλεονέκτημα ότι, σε αυτό,η ηλιθιότητα και η ελαφρότητα έχουν περιοριστεί στη σιωπή.

Ο Τόμας Μαν με τη γερμανοουγγαρέζα συγγραφέα Άννα Σέγκερς σε επόμενη επίσκεψή του το 1955 (φωτό)

Στην ανατολική ζώνη, δεν μου έτυχε να διαβάσω αυτές τις χυδαίες επιστολές γεμάτες ύβρεις, ούτε τέτοια άρθρα με ηλίθιες κατηγορίες εναντίον μου που στη Δύση δημοσιεύονταν, όταν δεν κυκλοφορούσαν στα κρυφά. Αυτό οφείλεται μόνο στην απειλή του Μπούχενβαλντ, ή σε μια προσπάθεια διαπαιδαγώγισης του λαού που, πηγαίνοντας σε βάθος περισσότερο από ό,τι στη Δύση, επιδιώκει να εμφυσήσει στο λαό το σεβασμό σε μια πνευματική ύπαρξη όπως τη δική μου;

Στην ανατολή εκδίδουν γραμματόσημα με την εικόνα του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (σ.parapoda: δραματουργός, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1912). Σίγουρα, στη δύση, σε κανέναν δεν θα ερχόταν στο μυαλό να προβεί σε τέτοιες υπερβολές. Είναι εύκολο να πει κανείς: “Θέλουν να εκμεταλλευτούν τον πνευματικό κόσμο. Για αυτούς δεν είναι παρά ένα διακοσμητικό στοιχείο”. Στην πραγματικότητα, η υπόθεση είναι πολύ πιο σοβαρή από αυτή που θα μπορούσατε να σκεφτείτε.

Έχω συχνά διαβάσει και ακούσει να λέγεται, στην ανατολική ζώνη, ότι αυτό που νοιάζει τους ιθύνοντες είναι να κάνουν το έργο μου προσβάσιμο στο λαό και ιδιαίτερα στους νέους, να τους κάνουν να προσεγγίσουν όσο περισσότερο γίνεται τον κριτικό ρεαλισμό και τον ουμανισμό που εκφράζεται σε αυτό. Δεν πρόκειται για λόγια. Είναι η αλήθεια. Εδώ και πολύ καιρό, ήδη από το 1945, έχουν διεξαχθεί στη Βαϊμάρη συζητήσεις για τα βιβλία μου, ειδικά για το μυθιστόρημά μου για το Γκαίτε, και επιφανείς ιστορικοί στον κομμουνιστικό Τύπο έχουν γράψει για το έργο μου σημαντικά κείμενα.

Δεν είμαι από αυτούς που “συμπορεύονται” με τους κομμουνιστές. Φαίνεται, αντίθετα πως εγώ έχω κάποιους έξυπνους κομμουνιστές ως συνοδοιπόρους.

Ανάμεσα στους κομμουνιστές (που δεν κατέχουν όμως επίσημα αξιώματα) στην ανατολική ζώνη της Γερμανίας, δεν λείπουν οι υποτελείς τυραννίσκοι. Όμως κοίταξα τους ανθρώπους στα μάτια, τους ανθρώπους στο μέτωπο των οποίων διάβαζε κανείς μια συνεχή και καλοπροαίρετη προσπάθεια και έναν ανιδιοτελή ιδεαλισμό. Είδα στα μάτια τους ανθρώπους που εργάζονται 18 ώρες τη μέρα και θυσιάζονται για να κάνουν ό,τι θεωρούν πως είναι αλήθεια μια απτή πραγματικότητα και για να δημιουργήσουν, στον τομέα δράσης τους, κοινωνικές συνθήκες που – αυτοί λένε – θα καταστήσουν ανέφικτη μια επιστροφή στον πόλεμο και τη βαρβαρότητα. Ως άνθρωπος, μου είναι δύσκολο να στραφώ σε κάτι τέτοιο. Χρειάζεται, κύριε, να προσέχουμε ώστε να μην του αντιτάσσουμε, από αληθινό μίσος για ένα τέτοιο καθεστώς, ιδανικά που, σε πολλές περιστάσεις, έχουν αποκαλυφθεί ότι δεν είναι παρά το υποκριτικό προκάλυμμα εντελώς πραγματικών συμφερόντων.

πηγή https://parapoda.wordpress.com/

Μετάφραση από τα ιταλικά. Πηγή: «Αναγέννηση» («Rinascita»), θεωρητικό περιοδικό του ΚΚ Ιταλίας, έτος 6ο, ν.10, Οκτώβρης 1949.