«Είναι γενικά δύσκολο να είσαι συγγραφέας. Ας πάρουμε την ιδεολογία… Σήμερα απαιτούν από το συγγραφέα να έχει μια ιδεολογία… Τι γρουσουζιά αλήθεια!… Πέστε μου, ποια συγκεκριμένη ιδεολογία μπορώ να έχω, αφού κανένα κόμμα δεν με τραβάει στο σύνολό του; Στα μάτια των κομματικών ανθρώπων είμαι άνθρωπος χωρίς αρχές… Ας είναι! Από τη δική μου άποψη, θα πω για τον εαυτό μου: Δεν είμαι ούτε κομμουνιστής, ούτε σοσιαλεπαναστάτης, ούτε μοναρχικός, μα απλώς ρώσος και ακόμα πολιτικά αμοραλιστής**.

Ας πάρουμε π.χ. τον Γκούτσκοφ… δεν ξέρω ως τώρα, λόγω τιμής, σε ποιο κόμμα ανήκει; Ο διάολος ξέρει σε ποιο κόμμα ανήκει. Ξέρω πως δεν είναι μπολσεβίκος, μα

είναι σοσιαλεπαναστάτης ή καντέ; Ούτε ξέρω, ούτε και θέλω να το μάθω» κλπ. κλπ.

Τι λέτε, σύντροφοι, για μια τέτοια «ιδεολογία»; Πέρασαν 25 χρόνια από τότε που ο Ζοστσένκο δημοσίευσε αυτή την «εξομολόγηση». Άλλαξε, μήπως, από τότε; Δεν φαίνεται να άλλαξε, 25 τώρα χρόνια όχι μόνο δεν έμαθε τίποτα και δεν άλλαξε, μα, αντίθετα, με κυνική ειλικρίνεια μένει ο απολογητής της απουσίας ιδεών και της χυδαιότητας, ένας αγύρτης στη λογοτεχνία, χωρίς αρχές και χωρίς συνείδηση. Αυτό σημαίνει πως, όπως και παλιά, οι σοβιετικοί θεσμοί δεν του αρέσουν του Ζοστσένκο. Σήμερα, όπως και παλιά, είναι εχθρός και ξένος στη σοβιετική λογοτεχνία. Αν, παρ’ όλ’ αυτά, ο Ζοστσένκο έγινε κορυφή σχεδόν της λογοτεχνίας στο Λένινγκραντ, αν ο Παρνασσός του Λένινγκραντ τον λιβανίζει, είναι να απορεί κανείς με την έλλειψη αρχών, με την έλλειψη απαιτήσεων, με την έλλειψη αυστηρότητας και διορατικότητας, όπου μπόρεσαν να φτάσουν αυτοί που του άνοιξαν το δρόμο και τον εξύμνησαν.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω ακόμα ένα γεγονός που χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία της ομάδας «Αδελφοί Σεραπίονες». Στο ίδιο αυτό φύλλο, των «Φιλολογικών Χρονικών» (αρ. 3 του 1922) ένας άλλος σεραπιονιστής, ο Λιεφ Λουντς προσπαθεί, επίσης, να δώσει ιδεολογικό βάθρο στο βλαβερό και ξένο στη σοβιετική λογοτεχνία προσανατολισμό που εκπροσωπεί η ομάδα που αναφέραμε. Ο Λουντς γράφει:

«Συγκεντρωθήκαμε σε μια στιγμή μεγάλης επαναστατικής και πολιτικής έντασης. “Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας!” μάς έλεγαν από τα δεξιά και από τ’ αριστερά. Με ποιους είστε, Αδελφοί Σεραπίονες, με τους κομμουνιστές ή ενάντια στους κομμουνιστές, με την επανάσταση ή ενάντια στην επανάσταση; Με ποιους είμαστε Αδελφοί Σεραπίονες; Είμαστε με τον αναχωρητή Σεραπίονα… Τη ρώσικη λογοτεχνία την κυβερνούσε πάρα πολύ καιρό και πάρα πολύ οδυνηρά η κοινή γνώμη… Δεν θέλουμε ωφελιμισμούς, δεν γράφουμε για την προπαγάνδα. Η τέχνη είναι μια πραγματικότητα, όπως η ίδια η ζωή, και σαν τη ζωή είναι κι αυτή χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα, υπάρχει γιατί δεν μπορεί να μην υπάρχει».

Να ο ρόλος που διεκδικούν για την τέχνη οι Αδελφοί Σεραπίονες, αφαιρώντας της κάθε ιδεολογικό περιεχόμενο, κάθε κοινωνική σημασία, εξυμνώντας την αδιαφορία προς τις ιδέες, την τέχνη για την τέχνη, την τέχνη χωρίς σκοπό και χωρίς νόημα. Είναι μια ομολογία πίστης σάπιας απολιτικότητας, μικροαστικού πνεύματος και χυδαιότητας.

Τι συμπέρασμα να βγάλουμε; Τι να κάνουμε αν οι σοβιετικοί θεσμοί δεν αρέσουν στον Ζοστσένκο; Να γίνουμε σαν τον Ζοστσένκο; Εμείς δεν θα μεταμορφωθούμε σύμφωνα με τα γούστα του. Δεν θα αλλάξουμε τα ήθη μας και το καθεστώς μας κατά τα κέφια του. Αυτός ας αλλάξει –και αν δεν θέλει να αλλάξει, ας παίρνει πόδι από τη σοβιετική λογοτεχνία. Στη σοβιετική λογοτεχνία δεν υπάρχει θέση για έργα αποσύνθεσης, κενά από ιδέες και χυδαία.

Αυτό ακριβώς ανάγκασε την Κεντρική Επιτροπή να πάρει την απόφαση σχετικά με τα περιοδικά «Ζβεζντά» και «Λένινγκραντ».

Ας πάρουμε τώρα το λογοτεχνικό «έργο» της Άννας Αχμάτοβα. Τον τελευταίο αυτόν καιρό τα έργα της δημοσιεύονται ξανά στα περιοδικά του Λένινγκραντ, σαν «επηυξημένη έκδοση». Αυτό είναι τόσο καταπληκτικό και παρά φύσει σαν να ήθελε κανένας σήμερα να ξαναεκδόσει τα έργα του Μερεϊκόφσκι, του Βιάτσεσλαβ Ιβανόφ, του Μιχαήλ Κουσμίν, του Αντρέι Μπέλι, της Ζεναίντας Ίππιους, του Φιόντορ Σόλογκουπ, της Ζινόβιεβα-Άνιμπαλ κλπ. κλπ., μ’ άλλα λόγια τα έργα όλων αυτών που η λογοτεχνία μας και η πρωτοπορία της κοινής μας γνώμης τούς θεωρούσε πάντα σαν εκπρόσωπους του αντιδραστικού σκοταδισμού, σαν αποστάτες στην πολιτική και την τέχνη. Ο Γκόρκι έλεγε στον καιρό του ότι η δεκαετία 1907-1917 πρέπει να θεωρείται σαν η πιο επαίσχυντη και η πιο στείρα δεκαετία της ρώσικης «διανόησης»: όταν ύστερα από την επανάσταση του 1905, μια σημαντική μερίδα των διανοουμένων γύρισε τις πλάτες της στην επανάσταση και κατρακύλησε στα βαλτονέρια του αντιδραστικού μυστικισμού και της πορνογραφίας κραδαίνοντας την ιδεολογική αδιαφορία σα λάβαρο και κρύβοντας την προδοσία της κάτω από την «ωραία φράση»: Και έκαψα ό,τι λάτρεψα και λάτρευα ό,τι έκαιγα.

Αυτή την εποχή ακριβώς γράφτηκαν τα έργα αποστατών, ο «Λευκός Δρομέας» του Ρόπτσιν, τα έργα του Βινιτσένκο και άλλων που λιποτάχτησαν από το στρατόπεδο της επανάστασης στο στρατόπεδο της αντίδρασης. Αυτοί σπεύδανε να ξεθρονίσουν τα μεγάλα ιδανικά, που γι’ αυτά αγωνιζόταν η καλύτερη, η πιο προοδευτική μερίδα της ρώσικης κοινωνίας. Τότε ξεφύτρωσαν οι συμβολιστές, οι ιμαζινιστές, οι ντεκαντάν κάθε λογής, που απαρνιούνταν το λαό και διακήρυτταν τη θέση η τέχνη για την τέχνη, κήρυτταν την απολιτικότητα στη λογοτεχνία, σκεπάζοντας την ιδεολογική και ηθική τους διαφθορά με το κυνηγητό μιας ωραίας μορφής χωρίς περιεχόμενο. Ο ζωώδικος φόβος της προλεταριακής επανάστασης που ανέβαινε τους ένωνε όλους. Φτάνει να θυμίσουμε πως ένας από τους κύριους «ιδεολόγους» αυτών των αντιδραστικών λογοτεχνικών ρευμάτων ήταν ο Μερεϊκόφσκι, που ονόμαζε την επικείμενη προλεταριακή επανάσταση «βοϊδοβασιλεία» και που δέχτηκε την Οκτωβριανή Επανάσταση με κτηνώδικο μίσος.

 

*Τον 14ο αιώνα έζησε στην Αίγυπτο κάποιος Σεραπίων, αρχηγός ενός από τα πολλά καλογερικά τάγματα που υπήρχαν τότε. Από εποχή κατάπτωσης παίρνουν τα σύμβολά τους οι συγγραφείς της κατάπτωσης… (Σημ. Μετ.)

** Αμοραλιστής=που δεν παραδέχεται κανέναν ηθικό νόμο. (Σημ. Μετ.)