Η Άννα Αχμάτοβα είναι ένας από τους εκπροσώπους αυτού του λογοτεχνικού βάλτου, του αντιδραστικού και κούφιου από ιδέες. Ανήκει στη φιλολογική ομάδα των «ακμεϊστών»* που ξεπήδησαν εκείνο τον καιρό από την ομάδα των συμβολιστών. Και είναι από τους σημαιοφόρους της άδειας ποίησης χωρίς ιδέες, της αριστοκρατικής ποίησης των σαλονιών, είναι απόλυτα ξένη προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Οι ακμεϊστές εκπροσωπούσαν ένα ρεύμα εντελώς ατομικιστικό στην τέχνη. Κήρυτταν τη θεωρία της «τέχνης για την τέχνη», της «ομορφιάς για την ομορφιά» και δεν θέλαν να ακούσουν τίποτα για το λαό, για τους ανάγκες του, για τα ενδιαφέροντά του, για τη δημόσια ζωή.

Από τις κοινωνικές του ρίζες ο ακμεϊσμός ήταν ένα ρεύμα των ευγενών και των αστών μέσα στη λογοτεχνία, σε μια εποχή όπου ήταν πια μετρημένες οι μέρες της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης. Και όπου οι ποιητές και οι ιδεολόγοι των κυρίαρχων τάξεων πάσκιζαν να αποφύγουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα καταφεύγοντας στα σύννεφα, στις ομίχλες του θρησκευτικού μυστικισμού, στις άθλιες προσωπικές τους συγκινήσεις και στο σκάλισμα των ταπεινών ψυχών τους. Οι ακμεϊστές, όπως και οι συμβολιστές, οι ντεκαντάν, και άλλοι εκπρόσωποι της ιδεολογίας των ευγενών και των αστών που βρισκόταν σε αποσύνθεση, ήταν οι απολογητές της κατάπτωσης, της απαισιοδοξίας, της πίστης στο υπερπέραν.

Τα θέματα που εμπνέουν την Αχμάτοβα είναι καθαρά ατομικιστικά. Η διαπασών της ποίησής της δεν ξεπερνά το τιποτένιο, είναι ποίηση μιας υστερικιάς μεγαλοκυράς που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο γραφειάκι της και το παρεκκλήσι. Το κύριο γι’ αυτήν είναι τα ερωτικά μοτίβα, ανακατεμένα με τα μοτίβα της θλίψης, της ανίας, του θανάτου, του μυστικισμού, του μοιραίου. Το αίσθημα του μοιραίου –που είναι κατανοητό για την κοινωνική συνείδηση μιας ομάδας που σβήνει- οι πένθιμοι τόνοι της απόγνωσης, της αγωνίας, οι μυστικιστικές ερωτόπαθες εξάψεις, αυτός είναι ο πνευματικός κόσμος της Αχμάτοβα, που και η ίδια δεν είναι παρά ένα απομεινάρι της παλιάς κουλτούρας των ευγενών, που χάθηκε για πάντα στην αιωνιότητα, του «παλιού καλού καιρού της Αικατερίνης». Καλόγρια ή πόρνη, ή μάλλον καλόγρια και πόρνη, που μέσα της συνταιριάζεται η ακολασία με την προσευχή.

… Στ’ ορκίζομαι στον κήπο των αγγέλων

στ’ ορκίζομαι στο κόνισμα της Παναγιάς

στις φλογερές εκστάσεις που περνούσαμε τις νύχτες.

(Αχμάτοβα. «Άννα Ντόμινι»)

Αυτή είναι η Αχμάτοβα με τη μικρόχαρη και προσωπική της ζωή, με τις τιποτένιες της συγκινήσεις, και το θρησκευτικό και μυστικιστικό ερωτισμό της.

Η ποίησή της είναι εντελώς απομακρυσμένη από το λαό. Είναι ποίηση των δέκα χιλιάδων προνομιούχων της παλιάς Ρωσίας των ευγενών, που δεν τους μένει άλλο παρά να αναστενάζουν «για τον παλιό καλό καιρό». Οι αρχοντικές επαύλεις της εποχής της Αικατερίνης της Β΄, με τις αλέες που τις σκίαζαν οι εκατόχρονες φλαμουριές, με τα συντριβάνια τους, τα αγάλματα και τις πέτρινες αψίδες, τα θερμοκήπια, τα κιόσκια των ερωτευμένων και τους μισόσβηστους θυρεούς στη μεγάλη πόρτα. Η Πετρούπολη των ευγενών, το Τσάρκοϊ-Σέλο, το Πάρκο του Παβλόφσκι και άλλα λείψανα της κουλτούρας των ευγενών. Όλα αυτά χάθηκαν στο παρελθόν που δεν ξαναγυρνά! Τα υπολείμματα αυτής της τόσο μακρινής κουλτούρας, της τόσο ξένης προς το λαό που διατηρήθηκαν από κάποιο θαύμα ως τις μέρες μας, δεν έχουν πια τίποτα άλλο να κάνουν, παρά να κλείνονται στον εαυτό τους και να ζουν με χίμαιρες: «Όλα λεηλατήθηκαν, προδόθηκαν, πουλήθηκαν», γράφει η Αχμάτοβα. Για τα κοινωνικοπολιτικά και λογοτεχνικά ιδανικά των ακμεϊστών έγραφε, λίγο πριν από την επανάσταση, ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους της ομάδας, ο Όσικ Μάντελσταμ:

«Οι ακμεϊστές αγαπούν κι αυτοί τον οργανισμό και την οργάνωση, όπως ο μεσαίωνας, ο φυσιολογικά μεγαλοφυής… Ο μεσαίωνας, καθορίζοντας με τον τρόπο του το ειδικό βάρος του ανθρώπου, τον ένιωθε και τον αναγνώριζε σαν άτομο, εντελώς ανεξάρτητα από την αξία του… Μάλιστα, η Ευρώπη πέρασε μέσα από το λαβύρινθο μιας εκλεπτυσμένης κουλτούρας όταν η αφηρημένη ζωή, η προσωπική ύπαρξη, χωρίς κανένα στολίδι εκτιμούνταν σαν κατόρθωμα. Από δω προέρχεται η αριστοκρατική οικειότητα που δένει τους ανθρώπους μεταξύ τους, που είναι τόσο ξένη προς το πνεύμα της “ισότητας και της αδελφότητας” της μεγάλης επανάστασης… Αγαπάμε το μεσαίωνα, γιατί είχε εξαιρετικά αναπτυγμένο το αίσθημα των ορίων και των φραγμών… Το γενναιόδωρο συγκέρασμα της λογικής σκέψης και του μυστικισμού, η σύλληψη του κόσμου σαν μια ζωντανή ισορροπία μάς πλησιάζουν σ’ αυτή την εποχή και μάς σπρώχνουν να αντλούμε δυνάμεις από τα έργα που γεννήθηκαν στη ρωμανική εποχή γύρω στα 1200».

Αυτά τα λόγια του Μάντελσταμ εκφράζουν τους πόθους και τα ιδανικά των ακμεϊστών. «Ας γυρίσουμε στον μεσαίωνα» – αυτό είναι το κοινωνικό ιδανικό τούτης της αριστοκρατικής ομάδας των σαλονιών. «Ας γυρίσουμε στη μαϊμού» σιγοντάρει ο Ζοστσένκο. Άλλωστε, τόσο οι ακμεϊστές, όσο και οι Αδελφοί Σεραπίονες έχουν έναν κοινό πρόγονο. Και για τους μεν και για τους δε ο πρόγονος αυτός είναι ο Χόφμαν, ένας από τους ιδρυτές της παρακμής και του αριστοκρατικού μυστικισμού των σαλονιών.

 

*Οι ακμεϊστές εμφανίστηκαν στη 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη ακμή. Αυτοονομάστηκαν έτσι, θέλοντας να δείξουν πως η τελειότητα της μορφής είναι το άπαν στη λογοτεχνία. Στην ουσία ήταν η τέχνη της παρακμής. Χαρακτηριστικό της ήταν ο ατομικός φορμαλισμός. (Σημ. Μετ.).