Γιατί, λοιπόν, ξαφνικά ήταν ανάγκη να εκλαϊκέψουμε την ποίηση της Αχμάτοβα; Τι σχέση έχει αυτή με μας τους σοβιετικούς ανθρώπους; Τι ανάγκη να δώσουμε ένα λογοτεχνικό ρήμα σ’ όλες αυτές τις τάσεις της παρακμής, που μας είναι βαθύτατα ξένες;

Ξέρουμε από την ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας πως πολλές φορές τα αντιδραστικά λογοτεχνικά ρεύματα, όπου ανήκουν οι συμβολιστές και οι ακμεϊστές, προσπάθησαν να σηκώσουν σταυροφορία ενάντια στις μεγάλες δημοκρατικές επαναστατικές παραδόσεις της ρώσικης λογοτεχνίας, ενάντια στους πρωτοπόρους εκπροσώπους της. Προσπάθησαν να στερήσουν τη λογοτεχνία από την υψηλή ιδεολογική και κοινωνική σημασία της, να τη ρίξουν στα βαλτονέρια της απολιτικότητας και της κοινοτοπίας. Όλα αυτά τα ρεύματα «της μόδας» βούλιαξαν στη λήθη και καταχωνιάστηκαν στο παρελθόν, μαζί με τις τάξεις που την ιδεολογία τους αντανακλούσαν. Τι απόμεινε στη ρώσικη και στη σοβιετική μας λογοτεχνία απ’ όλους αυτούς τους συμβολιστές, τους ακμεϊστές, τους «Κιτρινοσακάκηδες», τους «Βαλέ-Καρό» κλπ; Απολύτως τίποτα. Αν και η σταυροφορία τους ενάντια στους μεγάλους εκπροσώπους της δημοκρατικής επαναστατικής ρώσικης λογοτεχνίας –τον Μπιελίνσκι, τον Ντομπρολιούμποφ, τον Τσερνισέφσκι, τον Χέρτσεν, τον Σαλτίκοφ-Στσεντρίν- προετοιμάστηκε με μεγάλο θόρυβο και με πολλές αξιώσεις για να αποτύχει με τον ίδιο τρόπο.

Οι ακμεϊστές διακήρυξαν: «Να μην αλλάζουμε καθόλου την πραγματικότητα, και να μην καταπιανόμαστε με την κριτική της πραγματικότητας αυτής». Γιατί εναντιώνονταν να αλλάξει η πραγματικότητα; Απλούστατα γιατί η παλιά αυτή πραγματικότητα των ευγενών και των αστών τούς άρεσε και γιατί ο επαναστατικός λαός ετοιμαζόταν να κλονίσει αυτή την πραγματικότητα που ήταν δικιά τους πραγματικότητα. Τον Οκτώβρη του 1917, ο λαός έριξε στον οχετό της ιστορίας τις κυρίαρχες τάξεις μαζί με τους ιδεολόγους τους και τους υμνητές τους.

Και να που στα 29χρονα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης αυτές οι αντίκες από τον κόσμο του ζόφου ξαναβγαίνουν ξαφνικά στην επιφάνεια και αρχίζουν να διδάσκουν στη νεολαία μας πώς να ζει. Η Αχμάτοβα είδε να της ανοίγονται διάπλατα οι πόρτες ενός περιοδικού του Λένινγκραντ, και μπόρεσε έτσι λεύτερα να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας με τη φαρμακερή πνοή της ποίησής της. Το περιοδικό «Λένινγκραντ» δημοσίευσε σε ένα από τα φύλλα του ένα είδος ανθολογίας με έργα που έχει γράψει η Αχμάτοβα από το 1909 ως το 1944. Μέσα σ’ όλο αυτό το παλιατζίδικο βρίσκεται ένα ποίημα που γράφτηκε τον καιρό του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, τότε που γινόταν η εκκένωση του Λένινγκραντ. Περιγράφει στο ποίημα αυτό τη μοναξιά της, που είναι υποχρεωμένη να τη μοιράζεται μ’ ένα μαύρο γατί. Το μαύρο γατί την κοιτάζει σαν το μάτι του αιώνα. Το θέμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Η Αχμάτοβα από το 1909 κιόλας μιλούσε για το μαύρο γατί. Το αίσθημα της μοναξιάς και της απόγνωσης, το ξένο προς τη σοβιετική λογοτεχνία, είναι το οδηγητικό νήμα όλου του «έργου» της Αχμάτοβα.

Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτή την ποίηση και στα συμφέροντα του λαού μας και του κράτους μας; Απολύτως τίποτα. Το έργο της Αχμάτοβα ανήκει στο μακρινό παρελθόν, είναι εντελώς ξένο προς τη σύγχρονη σοβιετική πραγματικότητα και δεν μπορεί να το ανεχόμαστε στις σελίδες των περιοδικών μας. Η λογοτεχνία μας δεν είναι ατομική επιχείρηση, που πάει να ικανοποιήσει τα διάφορα γούστα της λογοτεχνικής αγοράς. Δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να δίνουμε θέση μέσα στη λογοτεχνία μας σε γούστα και ήθη που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την ηθική και τις αρετές των σοβιετικών ανθρώπων. Τι το διδακτικό μπορούν να δώσουν στη νεολαία μας τα έργα της Αχμάτοβα; Τίποτα, εξόν από κακό. Σπέρνουν μονάχα την κατάπτωση, την αποθάρρυνση, την απαισιοδοξία, τον πόθο της φυγής από τα ουσιαστικά ζητήματα της κοινωνικής ζωής τον πόθο της απομάκρυνσης από τον πλατύ δρόμο της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας για έναν κόσμο στενό, ατομικών συγκινήσεων. Πώς μπορούμε να της εμπιστευόμαστε τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας μας; Κι όμως, δημοσίευσαν με πολλή σπουδή την Αχμάτοβα, τόσο στη «Ζβεζντά», όσο και στο «Λένινγκραντ» και ακόμα χειρότερα, οι στίχοι της δημοσιεύτηκαν σε συλλογές. Αυτό είναι ένα χοντρό πολιτικό λάθος. Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι στα περιοδικά του Λένινγκραντ άρχισαν να παρουσιάζονται έργα και άλλων συγγραφέων που άρχισαν να γλιστράνε στις θέσεις της ιδεολογικής αδιαφορίας και της παρακμής, εννοώ έργα σαν τα γραφτά του Σαντόβιεφ και της Κομισάροβα. Σε μερικούς στίχους τους οι δυο αυτοί ποιητές βάλθηκαν να κρατούν τον ίσο στην Αχμάτοβα, να καλλιεργούν και αυτοί το πνεύμα της κατάπτωσης, της θλίψης και της μοναξιάς, που τόσο τ’ αγαπά η Αχμάτοβα.

Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια νοοτροπία, ή η προπαγάνδα για μια τέτοια νοοτροπία δεν μπορεί παρά να έχει αρνητική επίδραση στη νεολαία μας, να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας μας με τη μολυσμένη ανάσα του πνευματικού κενού, της απολιτικότητας και της κατάπτωσης.

Τι θα είχε γίνει αν είχαμε αναστήσει τα παιδιά μας στο πνεύμα της ηττοπάθειας και της έλλειψης πίστης για την υπόθεσή μας; Θα είχε γίνει τούτο δα, δεν θα θριαμβεύαμε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Ακριβώς γιατί το σοβιετικό κράτος και το κόμμα μας, με τη βοήθεια της σοβιετικής λογοτεχνίας ανάστησαν τη νεολαία μας με το πνεύμα του θάρρους και της εμπιστοσύνης στις δυνάμεις της, μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τις πιο μεγάλες δυσκολίες στο χτίσιμο του σοσιαλισμού και μπορέσαμε να νικήσουμε τους γερμανούς και τους γιαπωνέζους.

Τι βγαίνει απ’ αυτά; Βγαίνει ότι το περιοδικό «Ζβεζντά», δημοσιεύοντας –πλάι σε έργα αξιόλογα, πλούσια σε ιδέες, παρορμητικά – έργα χωρίς ιδέες, κοινότυπα, αντιδραστικά, έγινε ένα περιοδικό χωρίς προσανατολισμό, ένα περιοδικό που βοηθά τους εχθρούς μας να διαφθείρει τη νεολαία μας. Ωστόσο τα περιοδικά μας πάντα τα διέκριναν οι παρορμητικές, οι επαναστατικές τάσεις τους και όχι ο εκλεκτικισμός, η έλλειψη ιδεών και η απολιτικότητα. Η προπαγάνδα της απουσίας ιδεών πολιτογραφήθηκε στη «Ζβεζντά». Κάτι παραπάνω, αποδεικνύεται ότι ο Ζοστσένκο απόκτησε τέτοια επίδραση ανάμεσα στις οργανώσεις των συγγραφέων του Λένινγκραντ, που τά’ βαζε με όσους δεν συμφωνούσαν μαζί του και απειλούσε να διαπομπεύσει τους κριτικούς, στα μελλοντικά του έργα. Είχε γίνει ένα είδος δικτάτορα λογοτεχνικού. Τον τριγύριζε μια ομάδα από θαυμαστές, που έφτιαχναν τη δόξα του.

Αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο, γιατί επιτρέψατε αυτή την αντιδραστική και παρά φύσει υπόθεση;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στα λογοτεχνικά περιοδικά του Λένινγκραντ εκστασιάζονται για την αστική λογοτεχνία της κακής ποιότητας που οργιάζει σήμερα στη Δύση. Μερικοί από τους συγγραφείς μας άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους όχι δασκάλους, μα μαθητές των μικροαστών λογίων, πήραν ύφος δουλικότητας και θαυμασμού απέναντι στην ξένη μικροαστική λογοτεχνία. Ταιριάζει σ’ εμάς, τους σοβιετικούς πατριώτες, αυτός ο δουλικός θαυμασμός, σ’ εμάς που χτίσαμε το σοβιετικό καθεστώς, που είναι εκατό φορές ανώτερο και καλύτερο από κάθε αστικό καθεστώς; Αρμόζει στην πρωτοπόρα μας σοβιετική λογοτεχνία, την πιο επαναστατική στον κόσμο να θαυμάζει δουλικά τη στενοκέφαλη και μικροαστική λογοτεχνία της Δύσης;

Ένα μεγάλο ελάττωμα των συγγραφέων μας είναι επίσης πως απομακρύνονται από τα σημερινά σοβιετικά θέματα, πως τους συνεπαίρνουν μονόπλευρα τα ιστορικά θέματα από τη μια μεριά, και από την άλλη πασκίζουν να χρησιμοποιούν μονάχα θέματα διασκεδαστικά και ασήμαντα. Μερικοί συγγραφείς , για να δικαιολογηθούν που απομακρύνθηκαν από τα μεγάλα σημερινά σοβιετικά θέματα, λένε ότι ήρθε η ώρα όπου ο λαός έχει ανάγκη από ελαφριά και κούφια λογοτεχνία, όπου δεν χρειάζονται ιδέες στα έργα. Αυτό σημαίνει πως έχουν μια απόλυτα λαθεμένη ιδέα για το λαό μας, για τις απαιτήσεις του και τα ενδιαφέροντά του. Ο λαός μας περιμένει από τους σοβιετικούς συγγραφείς να εκφράσουν και να γενικεύσουν την τεράστια πείρα που αποκόμισε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, να αναπαραστήσουν και να γενικεύσουν τον ηρωισμό με τον οποίο ο ίδιος αυτός λαός δουλεύει σήμερα, αφού έδιωξε τους εχθρούς, για να ανορθώσει την εθνική οικονομία της χώρας.

Δυο λόγια σχετικά με το περιοδικό «Λένινγκραντ». Ο Ζοστσένκο κρατά αυτού μια θέση ακόμα πιο γερή απ’ ό,τι έχει γίνει στη «Ζβεζντά», όπως και η Αχμάτοβα. Και οι δυο τους έγιναν η κινητήρια λογοτεχνική δύναμη αυτών των περιοδικών. Έτσι, το περιοδικό «Λένινγκραντ» έχει την ευθύνη, που άνοιξε τις σελίδες του σε συγγραφείς τόσο χυδαίους σαν το Ζοστσένκο και σε ποιητές των σαλονιών σαν την Αχμάτοβα.

Μα το περιοδικό «Λένινγκραντ» έκανε κι άλλα λάθη ακόμα. Να π.χ. μια παρωδία του Ευγένιου Ονέγκιν, που έγραψε κάποιος Κάζιν. Το κατασκεύασμα αυτό ονομάζεται: «Ο γυρισμός του Ονέγκιν». Λένε ότι μπορείς να το δεις συχνά στα θέατρα του Λένινγκραντ. Είναι ακατανόητο ότι οι λενινγκραδέζοι επιτρέπουν να δυσφημείται δημόσια το Λένινγκραντ, όπως το δυσφημεί ο Κάζιν. Γιατί, το νόημα όλης αυτής της λεγόμενης «λογοτεχνικής παρωδίας» δεν είναι απλώς μια αθώα κοροϊδία για τα παθήματα του Ονέγκιν που ξεπέφτει στο σημερινό Λένινγκραντ. Το νόημα αυτού του λίβελλου είναι μια προσπάθεια να συγκριθεί το σημερινό μας Λένινγκραντ με την Πετρούπολη της εποχής του Πούσκιν και να αποδειχτεί έτσι πως ο αιώνας μας είναι κατώτερος από τον αιώνα του Ονέγκιν. Ας δούμε έστω και λίγους στίχους αυτής της «παρωδίας». Τίποτε από το σημερινό Λένινγκραντ δεν αρέσει στο συγγραφέα. Όλο φαρμακερές κοροϊδίες έχει και συκοφαντίες για τους σοβιετικούς ανθρώπους και τον Λένινγκραντ, ενώ ο αιώνας του Ονέγκιν, αν πιστέψουμε τον Κάζιν, είναι ο χρυσός αιώνας. Σήμερα τα πράματα είναι ολότελα διαφορετικά: Υπάρχει η υπηρεσία στέγασης, τα δελτία τροφίμων, οι ταυτότητες. Οι κοπέλες, τα αιθέρια και ουράνια αυτά πλάσματα, που θαύμαζε άλλοτε ο Ονέγκιν, έγιναν τώρα αστυνομικίνες της κυκλοφορίας, μερεμετίζουν τα σπίτια κλπ. κλπ… Επιτρέψτε μου να αναφέρω ένα μόνο απόσπασμα απ’ αυτή την «παρωδία»:

Να και ο καλός μας ο Ευγένιος στο τραμ

Αλί στο δύσμοιρο τι ατυχία!

Τι στον αιώνα του τον απολίτιστο

Δεν είχε βλέπεις τραμ και λεωφορεία

Θα είχε ως φαίνεται καλό το ριζικό

Και μοναχά στον κάλο τον πατήσαν

Και μια φορά μονάχα τον εσπρώξανε

Και μόνο μια φορά «βλάκα!», τον βρίσαν

Και αυτός θρεμένος με παλιές συνήθειες

Αμέσως ζήτησε μονομαχία,

Στις τσέπες έψαξε τα γάντια του να βρει:

… Τά’ χαν βουτήξει μες στη φασαρία.

Μια και τα γάντια είχανε πετάξει

Προτίμησε ο Ευγένιος να το ράψει.