Για να μιλήσει κανείς για την Εσθήρ Σουμπ, μία από τους κυριότερους εκπροσώπους του σοβιετικού κινηματογράφου, δεν μπορεί να μην αναφερθεί αρχικά στην τεράστια ώθηση που έδωσε η ίδια η Οκτωβριανή Επανάσταση στην τέχνη του κινηματογράφου.

Ο σοβιετικός κινηματογράφος «γεννήθηκε» στις 27 Αυγούστου 1919, τη μέρα που ο Λένιν υπέγραψε το διάταγμα για την εθνικοποίηση του παλιού τσαρικού κινηματογράφου. Ετσι, κοινωνικοποιήθηκαν δομές παραγωγής και διανομής και ο κινηματογράφος απελευθερώθηκε από τις εμπορικές και κερδοσκοπικές εξαρτήσεις. Διαμορφώθηκαν όλες οι απαραίτητες συνθήκες για την ανάπτυξή του. Η νεαρή σοβιετική εξουσία χαρακτηρίζει τον κινηματογράφο ως την «πιο σημαντική απ’ όλες τις τέχνες». Τον αντιμετωπίζει ως ένα ζωτικό εργαλείο της Επανάστασης στον αγώνα για τη διαπαιδαγώγηση του νέου ανθρώπου. Οι Σοβιετικοί σκηνοθέτες πασχίζουν να μεταφέρουν στο πανί «τις καινούργιες ιδέες, τα καινούργια συναισθήματα, τις καινούργιες λέξεις της νέας εποχής».

«Η μάγισσα του μοντάζ»

Η Οκτωβριανή Επανάσταση, απελευθερώνοντας συνολικά την εργατική τάξη από την ταξική σκλαβιά, έσπασε και τα πολλαπλά, κοινωνικά, φυλετικά δεσμά των γυναικών. Οπως και στα υπόλοιπα πεδία της Τέχνης, έτσι και στον κινηματογράφο ήρθαν στο προσκήνιο και κατάφεραν να παίξουν τον δικό τους πρωτοπόρο ρόλο. Μία από αυτές ήταν η Εσθήρ Σουμπ.

Η Σουμπ γεννήθηκε το 1894 στην Ουκρανία και σπούδασε στο Ινστιτούτο Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γυναικών στη Μόσχα με ειδίκευση στη Λογοτεχνία. Ως φοιτήτρια ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του μαρξισμού και ξεχώρισε για την ενεργό επαναστατική δράση της. Τελειώνοντας τις σπουδές της, ξεκίνησε να εργάζεται στο Θεατρικό Τμήμα του Λαϊκού Επιμελητηρίου Εκπαίδευσης, δίπλα στους Μέγιερχολντ και Μαγιακόφσκι.

Το 1922 προσλήφθηκε στα μεγαλύτερα κρατικά κινηματογραφικά στούντιο, «Goskino» (αργότερα «Sovkino»), στο τμήμα του μοντάζ. Εχοντας ως βάση τους πειραματισμούς του Κουλέσοφ, η Σουμπ εξέλιξε το μοντάζ σε ισχυρό προπαγανδιστικό όπλο. Η Σουμπ, ανάμεσα σε άλλα, ανέλαβε την ιδεολογική ανακατασκευή ξένων και προεπαναστατικών ταινιών στις απαιτήσεις του πρώτου εργατικού κράτους. Πάνω από 200 ταινίες και πληθώρα επίκαιρων επαναπροσδιορίστηκαν ιδεολογικά από την Σουμπ στα στούντιο «Goskino». Αυτή η πολύ σημαντική εργασία που της ανατέθηκε, την διαμόρφωσε ιδεολογικά και είχε ισχυρό αντίκτυπο στη μετέπειτα εξέλιξή της σε σκηνοθέτρια.

«Μάγισσα του μοντάζ» τη χαρακτήρισε ο ομότεχνός της, Σ. Γιούτκεβιτς. Πολλοί σκηνοθέτες έμαθαν την τέχνη του μοντάζ παρακολουθώντας την να επαναμοντάρει, με σπουδαιότερο όλων τον Αϊζενστάιν, που λίγο αργότερα καθόρισε την έννοια του μοντάζ και την εξέλιξε σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Η Σουμπ τον βοήθησε στις ταινίες του «Απεργία» (1925) και «Οκτώβρης» (1928) σε πολύ σημαντικές σκηνές, με την τεράστια εμπειρία που είχε αποκτήσει σχετικά με τις γωνίες λήψης και το δέσιμο των πλάνων. Ακόμα, συνεργάστηκε και συμβούλευε στα σενάρια, στα γυρίσματα και στο μοντάζ των ταινιών τους τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της ΕΣΣΔ εκείνο το διάστημα, όπως τους αδελφούς Βασίλιεφ, τον Πουντόβκιν, τον Ντόβζενκο, τον Κοζίντσεφ κ.ά.

Πρωτοπόρα του ντοκιμαντέρ

Για την Σουμπ «ο κινηματογράφος δεν υπάρχει μόνο για να δημιουργεί ταινίες, αλλά πρέπει να συμμετέχει ενεργά στην οικοδόμηση της νέας αταξικής κοινωνίας σαν υπέρτατος οργανωτής, συνήγορος και προπαγανδιστής του πνεύματος της επανάστασης».

Η ταινία της με τίτλο «Η πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ» (1927) συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα ντοκιμαντέρ από καταβολής του είδους. Ηταν το πρώτο ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στα 10χρονα της Επανάστασης του Φλεβάρη του ’17, φτιαγμένο σχεδόν αποκλειστικά από αρχειακό υλικό που η ίδια ανακάλυψε και αποκατέστησε από χρονικά της προεπαναστατικής Ρωσίας, από το 1905 έως τον Α’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Η Σουμπ έψαξε στα αρχεία της «Sovkino», στο Μουσείο της Επανάστασης, σε ιδιωτικές συλλογές στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ, είδε πάνω από 60.000 μέτρα φιλμ και αρνητικά, εκτύπωσε 5.200 μέτρα και από αυτά χρησιμοποίησε 1.500 ώστε να τελειώσει την ταινία της.

Υπάρχει υλικό των εικονοληπτών Αλεξάντρ Λεβίτσκι και Εντουαρντ Τισσέ, από τα προσωπικά αρχεία του τσάρου Νικόλαου ΙΙ, καθώς και χρονικά των Παθέ, Γκομόν, Εκλέρ. Ακόμα και επίκαιρα που είχαν πουληθεί στην Αμερική αγοράστηκαν, ώστε να χρησιμοποιηθούν στην ταινία της, ανάμεσά τους και σπάνια αρχεία που απεικονίζουν τον Β. Ι. Λένιν.

Ο στόχος της Σουμπ δεν ήταν μόνο να δείξει τα γεγονότα, αλλά και να τα ερμηνεύσει από την άποψη της τάξης που πραγματοποίησε και κέρδισε την επαναστατική μάχη. Θέλησε να κάνει μια κινηματογραφική ταινία η οποία κατασκευάστηκε κυρίως από αντεπαναστατικό υλικό, ανέδειξε όμως την αναγκαιότητα και τη ρεαλιστικότητα της Επανάστασης.

Η μεγαλύτερη ίσως συνεισφορά της Σουμπ στο σοβιετικό ντοκιμαντέρ ήταν η συμβολή της στο να συνειδητοποιήσει το σοβιετικό κράτος την ανάγκη συντήρησης, ταξινόμησης και αρχειοθέτησης του υπάρχοντος αρχειακού υλικού: «Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι κάθε μικρό κομμάτι ειδησεογραφικού υλικού που έχει γυριστεί σήμερα πρέπει να θεωρείται ιστορικό ντοκουμέντο για το μέλλον. Αυτό πρέπει να καθορίσει το πότε και ποια γεγονότα κινηματογραφούμε, τη μορφή, το μοντάζ, ακόμα και τις γωνίες λήψης. Χωρίς αρχειακό υλικό από το σήμερα, οι μελλοντικές γενιές δεν θα είναι σε θέση να καταλάβουν και να ερμηνεύσουν το παρόν τους».

Ο νέος κινηματογράφος της νέας εποχής

«Ο κινηματογράφος μας πρέπει πρώτα απ’ όλα να αντανακλά τη μεγαλύτερη ιστορική εποχή, την εποχή που είμαστε τυχεροί να ζήσουμε». Μετά την ταινία της «Η πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ» ακολούθησαν άλλες 15 ταινίες μέχρι το 1949, ανάμεσά τους: «Ο μεγάλος δρόμος» (1927), «Η Ρωσία του Νικόλαου ΙΙ και ο Λεβ Τολστόι» (1928), «Σήμερα» (1930), «Κομσομόλ – Ο σεφ του εξηλεκτρισμού» (1932), «Η Μόσχα χτίζει μετρό» (1934), «Η χώρα των Σοβιέτ» (1937), «Ισπανία» (1939), «Ο φασισμός θα ηττηθεί» (1941).

Το 1929 η Σουμπ πηγαίνει στο Βερολίνο για να συνεργαστεί με τους Γερμανούς κομμουνιστές, ώστε να φτιαχτεί μια ταινία για λογαριασμό της Γ’ Διεθνούς. Η ταινία ήταν ένας συνδυασμός επίκαιρων μαζί με νέα γυρίσματα στο Βερολίνο και τη Σοβιετική Ενωση και κυκλοφόρησε το 1930, με τίτλο «Κανόνια ή Τρακτέρ» στη Γερμανία και «Σήμερα» στη Σοβιετική Ενωση. Στην ταινία αντιπαραβάλλονται εικόνες από τους δύο αντιτιθέμενους κόσμους. Εκεί η Σουμπ ξεδιπλώνει το ταλέντο της, κάνοντας ένα εντυπωσιακό ιδεολογικό και πρωτοπόρο μοντάζ.

Με την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου, η Σουμπ έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη ηχογράφηση την ώρα του γυρίσματος (και όχι αργότερα στο στούντιο). Με τον Βερτόφ εισηγήθηκαν για την κατασκευή μικροφώνων και φορητών μηχανημάτων ηχογράφησης για τους κινηματογραφιστές της ΕΣΣΔ. Η Σουμπ παρέμεινε στα «Goskino» μέχρι το 1944, όταν και γίνεται σκηνοθέτρια του Κεντρικού Στούντιο Ταινιών Τεκμηρίωσης και υπεύθυνη του κινηματογραφικού περιοδικού «Τα νέα της ημέρας» μέχρι το 1953. Παράλληλα, το 1933-1935 έγινε η κεντρική εισηγήτρια του εργαστηρίου μοντάζ στην τάξη του Αϊζενστάιν στο Πανεπιστήμιο Κινηματογράφου VGIK. Συνέχισε να διδάσκει μοντάζ ακόμα και στα χρόνια του πολέμου, όταν το Πανεπιστήμιο μεταφέρθηκε σε περιοχή κοντά στη Μαύρη Θάλασσα. Πέθανε το 1959 στη Μόσχα.

πηγή https://www.rizospastis.gr/story.do?id=10730253