Category: Άρθρα blackflight


Ο κ. Βουρνάς ρωτάει αν η ποίηση της ήττας εκπροσωπεί το πολιτικό και ιδεολογικό ισοδύναμο των ημερών μας. Ξέροντας πόσο δύσκολη είναι πάντα (που δεν είναι άλλωστε απαραίτητα πάντοτε να υπάρχει), περιορίστηκα μόνο να τονίσω τη γνησιότητα της ποίησης της ήττας. Ο κ. Βουρνάς, που θέτει το ερώτημα, δεν μας δίνει καμιά απάντηση. Υπάρχει σήμερα μια ποίηση, που ανταποκρίνεται στο ανθρώπινο συμβάν και ποια είναι αυτή; Χωρίς να ταυτίζω την ποίηση με τη φιλοσοφία, όπως με παρουσιάζει να κάνω ο κ. Βουρνάς, αλλά πιστεύοντας ότι η ποίηση επιζητεί να φτάσει κι αυτή στην ουσία της ανθρώπινης αλήθειας, θεωρώ την ποίηση της ήττας σαν ένα στάδιο ανάπτυξης προς αυτή την κατεύθυνση, μια βαθμίδα στην προσπάθεια της ποίησης να συλλάβει το ανθρώπινο γεγονός καθολικότερα. Οι ποιητές της ήττας δεν ζητούν πίσω τα χρόνια τους. Ζητούν την αλήθεια για όσα συνέβησαν στον άνθρωπο κατά το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν. Χωρίς αυτή τη γνώση αισθάνονται μετέωροι μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια.
Πιστεύω ότι η ποίηση της ήττας δεν είναι ήττα της ποίησης, και πιστεύω ότι ο τρόπος που ερευνώ τα ποιητικά φαινόμενα δεν αποτελεί «ήττα της κριτικής», όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο κ. Βουρνάς με τον πομπώδη τίτλο της μελέτης του. Πιστεύω ακόμη ότι η έρευνα της σημερινής μας ποίησης δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε δυο τρεις ποιητές, έτσι που κάθε συζήτηση για ποίηση να μοιάζει ότι αναφέρεται και αντανακλά μόνο στο έργο του Βρεττάκου, του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, και μέσα σ’ αυτό να δίνεται η απάντηση. Η σημερινή μας ποιητική πραγματικότητα αφήνει εν πολλοίς πίσω τους ποιητές αυτούς και δημιουργεί τις προϋποθέσεις της ανόδου της σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, όπου η ποίηση θα μπορεί να συνειδητοποιεί την αλήθεια των φαινομένων και να την εκφράζει την ίδια τη στιγμή της γέννησής τους. Θα είναι πολύ λυπηρό να παρανοηθεί ό,τι γράφεται και ό,τι θα γραφτεί πάνω στον τομέα αυτόν, από κριτικούς και ποιητές. Λυπηρό, όσο και το γεγονός ότι δυστυχώς στους πνευματικούς μας κύκλους ορισμένη ορολογία, ορισμένες λέξεις και ονόματα εξακολουθούν ακόμη να προκαλούν αδικαιολόγητες αντιδράσεις
Advertisements

 

Στο άλλο τμήμα της ποιητικής πραγματικότητας ο κ. Βουρνάς τοποθετεί «πολλούς καλόπιστους δημιουργούς, που ζουν αυτή τη στιγμή σε πλήρη διάσταση με την κοινωνία και την ιδεολογία τους, σε αντίθεση με τους παραπάνω τρεις ποιητές που «η ιδεολογία τους δεν τους εγκαταλείπει ούτε στιγμή». Εδώ το πρόβλημα για τον κ. Βουρνά εμφανίζεται με τη μορφή κρίσης περιεχομένου. Η εξήγηση που επιχειρεί να δώσει σ’ αυτή την κρίση, παραμένει πολύ μυστηριώδης. Αυτοί «οι καλόπιστοι δημιουργοί», βρίσκονται, λέει ο κ. Βουρνάς, σε διάσταση με την ιδεολογία τους για λόγους «ποικίλους και ευεξήγητους». Αλλά ποια είναι αυτή η ιδεολογία τους και ποιοι οι ποικίλοι και ευεξήγητοι λόγοι; Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία του προβλήματος, αλλά ο κ. Βουρνάς το παρακάμπτει τελείως. Εγώ μίλησα για μια συγκεκριμένη ιδεολογία, την αντιστασιακή, και για την κρίση της μέσα στα πλαίσια της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας, που τείνει στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συνείδησης. Αλλά, μέσα από την επιχειρηματολογία του κ. Βουρνά βγαίνει φυσικά και ένα άλλο ερώτημα, που μένει αναπάντητο. Γιατί τάχα οι παραπάνω δημιουργοί να μην έχουν κι αυτοί ανάγκη από «ποιητική εκτόνωση» και να μη λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση με τους άλλους, οπότε το πρόβλημα λύνεται και γι’ αυτούς αυτόματα;
Σχετικά με την αντιστασιακή ιδεολογία και την αντιστασιακή ποίηση δεν θα ασχοληθώ ξανά εδώ. Επιμένω σε όσα έχω υποστηρίξει μέχρι σήμερα στις μελέτες μου. Θέλω μόνο να τονίσω τη διαφωνία μου με τον κ. Βουρνά αναφορικά με την άποψή του, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση «κόπηκε βίαια» και δεν έφτασε στη φυσιολογική της έκβαση. Η γνώμη μου αντίθετα είναι, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση ήταν αυτή η ίδια που μετασχηματίστηκε, ύστερα από «μακριά και βίαιη φίμωση», στη σημερινή «ποίηση μνήμης». Δυο εγγενείς ιδιομορφίες της αντιστασιακής μας ποίησης απέκλεισαν αυτή τη διαδικασία. Η μια ιδιομορφία είναι η απ’ αρχής σύνδεσή της με την παράδοση της δημοτικής μας ποίησης, σύνδεση που της προσέδωσε μια σαφήνεια και ρηματική καθαρότητα.
Έτσι, ή ήταν αντιστασιακή και «αφίμωτη» η ποίησή μας ή δεν ήταν αντιστασιακή. Η άλλη ιδιομορφία της είναι ότι στάθηκε κάπως μακριά από τους εκφραστικούς νεωτερισμούς, που είχαν ήδη κατακτηθεί στην προπολεμική μας ποίηση, με αποτέλεσμα να μη λειτουργήσει σχεδόν ποτέ σε μας σαν ποίηση συμβόλων (όπως αντίθετα έγινε π.χ. στη Γαλλία, όπου συνδέθηκε με τον σουρεαλισμό). Και χωρίς σύμβολα, μια ποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ποίηση μνήμης. Δεν βλέπω λοιπόν το λόγο, να λειτουργεί σήμερα η αντιστασιακή ποίηση σαν ποίηση μνήμης και να μην έχει λειτουργήσει σαν τέτοια σε χρόνια πιο έντονης καταπίεσης και μεγαλύτερου φόβου. Η ποίηση της ήττας είναι για μένα νέα ποιητική πραγματικότητα, που ήρθε σαν κρίση και σαν αναίρεση της αντιστασιακής ποίησης και όχι σαν συνέχειά της.

 

http://www.katiousa.gr/katiousa/enas-chronos-katiousa-parti-stis-15-iouniou/

http://www.katiousa.gr/politismos/vivlio/vivlioparousiaseis/schetika-tin-ekdosi-tou-vivliou-o-megalos-zoologikos-kipos-tou-nikolas-gkigien/

Λόγω κάποιων τεχνικών προβλημάτων δεν έχω τη δυνατότητα να ανανεώνω το μπλογκ. Σε λίγες μέρες, λογικά, θα επιστρέψω στην κανονικότητα.

Άλλωστε, η ποίηση της ήττας δεν επισημαίνεται μόνο στο έργο των αριστερών ποιητών. Εκτείνεται συχνά και πέρα απ’ αυτούς. Η αίσθηση της ήττας διακατέχει και ποιητές, που προσδοκούσαν αόριστα μια άλλη ανθρώπινη μοίρα απ’ αυτή που ζουν σήμερα, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ποιητές που η αντίθεσή τους προς τις φθαρμένες αξίες είναι επίσης αντιστασιακής υφής.
Η αφετηρία του κ. Βουρνά είναι τελείως διαφορετική. Είναι μια κάπως αόριστη διαπίστωση ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει στη σημερινή μας ποίηση. Όσο όμως αόριστη εμφανίζεται αυτή η διαπίστωση, τόσο κατηγορηματική προβάλλει στη μελέτη του η ιδέα που έχει για τη σημερινή μας ποιητική πραγματικότητα. Διαβάζοντας κανείς τη μελέτη του, πείθεται ότι ο κ. Βουρνάς χωρίζει την ποιητική μας περιοχή σε δυο πολύ άνισα τμήματα. Το ένα τμήμα, το σπουδαιότερο γι’ αυτόν, αποτελείται από το έργο των ποιητών Βρεττάκου, Ρίτσου και Λειβαδίτη.
Σ’ αυτό το τμήμα επιμένει πολύ και πάνω σ’ αυτό θέλει να στηρίξει τις απόψεις του. Και αυτό που κυρίως κάνει, είναι μια «υπεράσπιση», ανεπίκαιρη νομίζω, του έργου των παραπάνω ποιητών, σάμπως να κινδύνευε το ποιητικό τους κύρος από τη μελέτη μου. Αλλά ο καθένας μπορεί να δει καθαρά, ότι η μελέτη μου δεν είχε σαν θέμα τους ποιητές
αυτούς, ούτε αν ο Ρίτσος χάθηκε ή δεν χάθηκε για την αγωνιστική μας ποίηση. Αυτό είναι άλλο θέμα, που θα μπορούσε να εξετασθεί σε άλλη μελέτη. Η μελέτη μου είχε αντικείμενο έρευνας κυρίως μια ποιητική πραγματικότητα, που βρίσκεται προωθημένη πιο πέρα από τους παραπάνω ποιητές. Ο κ. Βουρνάς, όμως, μια που επιμένει σ’ αυτό το τμήμα της ποίησής μας, θα μπορούσε ίσως να διαφωτίσει από την πλευρά του κάπως το θέμα μας. Δυστυχώς, ούτε αυτό γίνεται. Λέει ο κ. Βουρνάς:
«Επισημαίνουμε τις διαφορές ανάμεσα στις περιόδους του Ρίτσου, του Βρεττάκου, του Λειβαδίτη, βλέπουμε το κλίμα του ερμητισμού…»- δεν δίνει όμως εξήγηση γι’ αυτές τις διαφοροποιήσεις. «Έχουμε τη βεβαιότητα ότι η ιδεολογία τους δεν τους εγκαταλείπει ούτε στιγμή», τονίζει. Αλλά, τότε τι συμβαίνει; Όλο το πρόβλημα έγκειται στην ανάγκη της «ποιητικής εκτόνωσης» των ποιητών αυτών, στην ανάγκη τους να εκφράσουν χωρίς περιορισμούς «το ποιητικό τους απόθεμα», όπως υποστηρίζει ο κ. Βουρνάς; Είναι εξήγηση αυτή; Και γιατί η ποιητική τους εκτόνωση να γίνεται προς αυτήν και όχι προς άλλη κατεύθυνση; Εγώ, παρόλο που επαναλαμβάνω η μελέτη μου δεν αφορά κυρίως τους παραπάνω ποιητές, τοποθετώ, και ως προς αυτούς, το πρόβλημα στη βάση της σύγκρουσης της αντιστασιακής τους ιδεολογίας με τη σημερινή πραγματικότητα, που ραγίζει το κέλυφος αυτής της ιδεολογίας, τοποθετώ δηλαδή το πρόβλημα στη βάση της ιδεολογικής-συνειδησιακής κρίσης. Ο κ. Βουρνάς, πάλι από πρόθεση άκαιρης υπεράσπισης, θέλει να δικαιώσει τις διαφοροποιήσεις στο έργο των παραπάνω ποιητών στο όνομα μιας καλλιέργειας των εκφραστικών μέσων. Έτσι μας λέει ότι στα τελευταία έργα του Ρίτσου «η φωνή του δοκιμάζεται στην κόψη του ξυραφιού μιας μη περαιτέρω ποιητικής έκφρασης». Τι χρειάζονται όλ’ αυτά; Ο λόγος είναι βαρύς, και χωρίς τεκμηρίωση βουλιάζει.
Του Βύρωνα Λεοντάρη
Η μελέτη μου για την «ποίηση της ήττας» έδωσε την ευκαιρία στον κ. Τ. Βουρνά να εκθέσει ορισμένες απόψεις του και να προτείνει ένα διάλογο. Χρήσιμος ο διάλογος και αναγκαία η προσπάθεια να γίνει η πρόθεση δυνατότητα. Όμως ο κ. Βουρνάς, με όσα γράφει, περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες διαλόγου. Κι αυτό, γιατί στο μεγαλύτερο μέρος της μελέτης του αντικρούει απόψεις που δεν υποστήριξα και δεν ασχολείται με όσα πραγματικά αναπτύσσω.
Το γεγονός ότι ο κ. Βουρνάς μού αποδίδει ιδέες που δεν τις πιστεύω ούτε σαν ποιητής ούτε σαν κριτικός, αλλά που τις επισημαίνω μέσα στην ποίηση της ήττας (όπως π.χ. ότι αυτό που μπορεί να κάνει σήμερα ο ποιητής είναι να ρίξει μόνο λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή), ή συμπεράσματα που ούτε σαν οι πιο αυθαίρετες προεκτάσεις των όσων γράφω μπορούν να θεωρηθούν (π.χ. ότι η νεότερη ποίησή μας φιλοδοξεί να είναι πολιτική κριτική από τα αριστερά για την αριστερά), είναι κάτι που δεν με αφορά. Συζήτηση πάνω σε τέτοια βάση δεν πρόκειται ποτέ να κάνω. Είμαι πολύ σαφής στα κείμενά μου και δεν αισθάνομαι καθόλου υποχρεωμένος να μεταφέρω ξανά εδώ αποσπάσματα από τη μελέτη μου. Τα κείμενα υπάρχουν για όσους θά’ θελαν να πληροφορηθούν.
Διάλογος και συζήτηση μπορούν να γίνουν μόνο πάνω στις απόψεις που πραγματικά υποστήριξα στη μελέτη μου και πάνω σ’ όσες νέες απόψεις εκθέτει ο κ. Βουρνάς.
Υποστήριξα στη μελέτη μου ότι η ποίηση της ήττας είναι μια πραγματικότητα. Καθόρισα τις πηγές της. Τη χαρακτήρισα σαν προϊόν συνειδησιακής κρίσης και επεσήμανα ορισμένες αισθητικές επιπτώσεις από το γεγονός αυτό. Απέρριψα την ιδέα ότι η ποίηση της ήττας είναι φιλολογία ή ποίηση φυγής και υποστήριξα ότι είναι γνήσια έκφραση μιας ανθρώπινης αλήθειας. Έδειξα κάτω από ποια νομοτέλεια εμφανίστηκε σαν ένα στάδιο ανάπτυξης της σύγχρονής μας ποίησης και γιατί πολλοί ποιητές περνούν αναγκαστικά σήμερα απ’ αυτό.
Σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα ο κ. Βουρνάς δεν δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση. Εκθέτει όμως απόψεις που είναι συγγενείς προς το θέμα που με απασχόλησε, απόψεις που είναι χρήσιμο να συζητηθούν.
Ο κ. Βουρνάς λέει ότι ξεκινώ από ένα πραγματικό γεγονός, την ήττα της αριστεράς μετά τον εμφύλιο πόλεμο και από τη διαπίστωση που κάνω αναφορικά με μια «παράλληλη ιδεολογική ήττα». Η αλήθεια για την αφετηρία μου είναι διαφορετική. Εγώ ξεκινώ από ένα άλλο πραγματικό γεγονός: ότι μεγάλο μέρος της ποίησής μας (και όχι όλη η ποίησή μας, όπως με θέλει να υποστηρίζω ο κ. Βουρνάς) κινείται σήμερα σ’ ένα ιδιαίτερο κλίμα, τελείως διαφορετικό από το κλίμα που επικρατούσε πριν λίγα χρόνια και ότι πολλοί ποιητές πέρασαν από το αντιστασιακό και μεταντιστασιακό κλίμα στην ποίηση της ήττας. Αυτό το γεγονός έχω μπροστά μου και αυτό ερευνώ, προσπαθώντας να δώσω μια εξήγηση. Στην έρευνά μου, για να γίνω περισσότερο δηλωτικός, αναλύω κριτικά, παράλληλα με τη γενική εξέταση του φαινομένου, και δυο κατά τη γνώμη μου ποιητικές συλλογές. Η ποίηση της ήττας ούτε αρχίζει ούτε τελειώνει σ’ αυτές τις συλλογές, ούτε βγάζω απ’ αυτές τα συμπεράσματά μου, αλλά μόνο τα ενισχύω. Η ποίηση της ήττας δεν εντοπίζεται αποκλειστικά σε ορισμένα ποιητικά έργα, ούτε υπάρχουν ποιητές, για τους οποίους μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ανήκουν εξ ολοκλήρου σ’ αυτήν. Αυτό δεν παρατηρείται σε κανένα καλλιτεχνικό ή ιδεολογικό ρεύμα.

Η κεντρική παρουσίαση του βιβλίου του Χοσέ Ντίαθ «Ισπανικός Εμφύλιος και Λαϊκό Μέτωπο» (εκδ. Εντύποις) θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 7/5, στις 7.00 μ.μ. στο «Σχοινοβάτη» (Σουλτάνη 4, Εξάρχεια).

Θα παρουσιάσουν το βιβλίο οι:

– Πάνος Τσακαλογιάννης, ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (πρώην αν. καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, έδρα Jean Monnet)

– Γιάννης Κρανιάς, εκδόσεις «Εντύποις»

– ο μεταφραστής του βιβλίου, Πέτρος Αλ Αχμάρ.

Πρόσκληση

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Η εξαπάτηση της Δημοκρατίας

Με το που κυκλοφόρησε το παιχνίδι, οι άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους και βάλθηκαν να κυνηγούν τους συμπολίτες τους. Έφτασαν, μάλιστα, και μέχρι τη Βουλή, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσουν τους πολιτικούς. Κάθε φορά που έπιαναν κι έναν στην εικονική τους πραγματικότητα, χαμογελούσαν χαιρέκακα. Το ίδιο χαιρέκακα χαμογελούσαν και οι πολιτικοί που παρατηρούσαν αυτήν την κατάσταση μέσα απ’ τα πολυτελή γραφεία τους. Είχαν αιχμαλωτίσει έναν ολόκληρο λαό χωρίς να κάνουν τίποτα. Είχαν αιχμαλωτίσει έναν ολόκληρο λαό. Τελεία. Η αιχμαλώτιση δεν επιδέχεται συνέχεια…

Δύο νέα παιδιά περιπλανιούνται μέσα σε έναν κόσμο που μυρίζει μπαρούτι. Δοκιμάζουν και δοκιμάζονται. Φοβίζουν και φοβούνται. Εξουσιάζουν και εξουσιάζονται. Ένας νέος κόσμος ανατέλλει, που μοιάζει όμως ίδιος με τον παλιό. Στο χέρι μας είναι να τον αλλάξουμε. Στο χέρι μας είναι να πάρουμε την εξουσία.

Η «Εξαπάτηση της Δημοκρατίας» αποτελεί μία πολιτικοκοινωνική αλληγορία, που ζωντανεύει πρόσωπα και καταστάσεις στην Ελλάδα.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Παναγιώτης Κολέλης γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1990 στην Αθήνα, όπου ζει μέχρι σήμερα. Σπούδασε Οικονομικά και Δημοσιογραφία στην Ελλάδα και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημόσια Πολιτική και Διοίκηση. Η «Εξαπάτηση της Δημοκρατίας» αποτελεί το πρώτο του βιβλίο.