Category: Άρθρα blackflight


Γιατί, λοιπόν, ξαφνικά ήταν ανάγκη να εκλαϊκέψουμε την ποίηση της Αχμάτοβα; Τι σχέση έχει αυτή με μας τους σοβιετικούς ανθρώπους; Τι ανάγκη να δώσουμε ένα λογοτεχνικό ρήμα σ’ όλες αυτές τις τάσεις της παρακμής, που μας είναι βαθύτατα ξένες;

Ξέρουμε από την ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας πως πολλές φορές τα αντιδραστικά λογοτεχνικά ρεύματα, όπου ανήκουν οι συμβολιστές και οι ακμεϊστές, προσπάθησαν να σηκώσουν σταυροφορία ενάντια στις μεγάλες δημοκρατικές επαναστατικές παραδόσεις της ρώσικης λογοτεχνίας, ενάντια στους πρωτοπόρους εκπροσώπους της. Προσπάθησαν να στερήσουν τη λογοτεχνία από την υψηλή ιδεολογική και κοινωνική σημασία της, να τη ρίξουν στα βαλτονέρια της απολιτικότητας και της κοινοτοπίας. Όλα αυτά τα ρεύματα «της μόδας» βούλιαξαν στη λήθη και καταχωνιάστηκαν στο παρελθόν, μαζί με τις τάξεις που την ιδεολογία τους αντανακλούσαν. Τι απόμεινε στη ρώσικη και στη σοβιετική μας λογοτεχνία απ’ όλους αυτούς τους συμβολιστές, τους ακμεϊστές, τους «Κιτρινοσακάκηδες», τους «Βαλέ-Καρό» κλπ; Απολύτως τίποτα. Αν και η σταυροφορία τους ενάντια στους μεγάλους εκπροσώπους της δημοκρατικής επαναστατικής ρώσικης λογοτεχνίας –τον Μπιελίνσκι, τον Ντομπρολιούμποφ, τον Τσερνισέφσκι, τον Χέρτσεν, τον Σαλτίκοφ-Στσεντρίν- προετοιμάστηκε με μεγάλο θόρυβο και με πολλές αξιώσεις για να αποτύχει με τον ίδιο τρόπο.

Οι ακμεϊστές διακήρυξαν: «Να μην αλλάζουμε καθόλου την πραγματικότητα, και να μην καταπιανόμαστε με την κριτική της πραγματικότητας αυτής». Γιατί εναντιώνονταν να αλλάξει η πραγματικότητα; Απλούστατα γιατί η παλιά αυτή πραγματικότητα των ευγενών και των αστών τούς άρεσε και γιατί ο επαναστατικός λαός ετοιμαζόταν να κλονίσει αυτή την πραγματικότητα που ήταν δικιά τους πραγματικότητα. Τον Οκτώβρη του 1917, ο λαός έριξε στον οχετό της ιστορίας τις κυρίαρχες τάξεις μαζί με τους ιδεολόγους τους και τους υμνητές τους.

Και να που στα 29χρονα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης αυτές οι αντίκες από τον κόσμο του ζόφου ξαναβγαίνουν ξαφνικά στην επιφάνεια και αρχίζουν να διδάσκουν στη νεολαία μας πώς να ζει. Η Αχμάτοβα είδε να της ανοίγονται διάπλατα οι πόρτες ενός περιοδικού του Λένινγκραντ, και μπόρεσε έτσι λεύτερα να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας με τη φαρμακερή πνοή της ποίησής της. Το περιοδικό «Λένινγκραντ» δημοσίευσε σε ένα από τα φύλλα του ένα είδος ανθολογίας με έργα που έχει γράψει η Αχμάτοβα από το 1909 ως το 1944. Μέσα σ’ όλο αυτό το παλιατζίδικο βρίσκεται ένα ποίημα που γράφτηκε τον καιρό του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, τότε που γινόταν η εκκένωση του Λένινγκραντ. Περιγράφει στο ποίημα αυτό τη μοναξιά της, που είναι υποχρεωμένη να τη μοιράζεται μ’ ένα μαύρο γατί. Το μαύρο γατί την κοιτάζει σαν το μάτι του αιώνα. Το θέμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Η Αχμάτοβα από το 1909 κιόλας μιλούσε για το μαύρο γατί. Το αίσθημα της μοναξιάς και της απόγνωσης, το ξένο προς τη σοβιετική λογοτεχνία, είναι το οδηγητικό νήμα όλου του «έργου» της Αχμάτοβα.

Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτή την ποίηση και στα συμφέροντα του λαού μας και του κράτους μας; Απολύτως τίποτα. Το έργο της Αχμάτοβα ανήκει στο μακρινό παρελθόν, είναι εντελώς ξένο προς τη σύγχρονη σοβιετική πραγματικότητα και δεν μπορεί να το ανεχόμαστε στις σελίδες των περιοδικών μας. Η λογοτεχνία μας δεν είναι ατομική επιχείρηση, που πάει να ικανοποιήσει τα διάφορα γούστα της λογοτεχνικής αγοράς. Δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να δίνουμε θέση μέσα στη λογοτεχνία μας σε γούστα και ήθη που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την ηθική και τις αρετές των σοβιετικών ανθρώπων. Τι το διδακτικό μπορούν να δώσουν στη νεολαία μας τα έργα της Αχμάτοβα; Τίποτα, εξόν από κακό. Σπέρνουν μονάχα την κατάπτωση, την αποθάρρυνση, την απαισιοδοξία, τον πόθο της φυγής από τα ουσιαστικά ζητήματα της κοινωνικής ζωής τον πόθο της απομάκρυνσης από τον πλατύ δρόμο της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας για έναν κόσμο στενό, ατομικών συγκινήσεων. Πώς μπορούμε να της εμπιστευόμαστε τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας μας; Κι όμως, δημοσίευσαν με πολλή σπουδή την Αχμάτοβα, τόσο στη «Ζβεζντά», όσο και στο «Λένινγκραντ» και ακόμα χειρότερα, οι στίχοι της δημοσιεύτηκαν σε συλλογές. Αυτό είναι ένα χοντρό πολιτικό λάθος. Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι στα περιοδικά του Λένινγκραντ άρχισαν να παρουσιάζονται έργα και άλλων συγγραφέων που άρχισαν να γλιστράνε στις θέσεις της ιδεολογικής αδιαφορίας και της παρακμής, εννοώ έργα σαν τα γραφτά του Σαντόβιεφ και της Κομισάροβα. Σε μερικούς στίχους τους οι δυο αυτοί ποιητές βάλθηκαν να κρατούν τον ίσο στην Αχμάτοβα, να καλλιεργούν και αυτοί το πνεύμα της κατάπτωσης, της θλίψης και της μοναξιάς, που τόσο τ’ αγαπά η Αχμάτοβα.

Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια νοοτροπία, ή η προπαγάνδα για μια τέτοια νοοτροπία δεν μπορεί παρά να έχει αρνητική επίδραση στη νεολαία μας, να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας μας με τη μολυσμένη ανάσα του πνευματικού κενού, της απολιτικότητας και της κατάπτωσης.

Τι θα είχε γίνει αν είχαμε αναστήσει τα παιδιά μας στο πνεύμα της ηττοπάθειας και της έλλειψης πίστης για την υπόθεσή μας; Θα είχε γίνει τούτο δα, δεν θα θριαμβεύαμε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Ακριβώς γιατί το σοβιετικό κράτος και το κόμμα μας, με τη βοήθεια της σοβιετικής λογοτεχνίας ανάστησαν τη νεολαία μας με το πνεύμα του θάρρους και της εμπιστοσύνης στις δυνάμεις της, μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τις πιο μεγάλες δυσκολίες στο χτίσιμο του σοσιαλισμού και μπορέσαμε να νικήσουμε τους γερμανούς και τους γιαπωνέζους.

Τι βγαίνει απ’ αυτά; Βγαίνει ότι το περιοδικό «Ζβεζντά», δημοσιεύοντας –πλάι σε έργα αξιόλογα, πλούσια σε ιδέες, παρορμητικά – έργα χωρίς ιδέες, κοινότυπα, αντιδραστικά, έγινε ένα περιοδικό χωρίς προσανατολισμό, ένα περιοδικό που βοηθά τους εχθρούς μας να διαφθείρει τη νεολαία μας. Ωστόσο τα περιοδικά μας πάντα τα διέκριναν οι παρορμητικές, οι επαναστατικές τάσεις τους και όχι ο εκλεκτικισμός, η έλλειψη ιδεών και η απολιτικότητα. Η προπαγάνδα της απουσίας ιδεών πολιτογραφήθηκε στη «Ζβεζντά». Κάτι παραπάνω, αποδεικνύεται ότι ο Ζοστσένκο απόκτησε τέτοια επίδραση ανάμεσα στις οργανώσεις των συγγραφέων του Λένινγκραντ, που τά’ βαζε με όσους δεν συμφωνούσαν μαζί του και απειλούσε να διαπομπεύσει τους κριτικούς, στα μελλοντικά του έργα. Είχε γίνει ένα είδος δικτάτορα λογοτεχνικού. Τον τριγύριζε μια ομάδα από θαυμαστές, που έφτιαχναν τη δόξα του.

Αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο, γιατί επιτρέψατε αυτή την αντιδραστική και παρά φύσει υπόθεση;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στα λογοτεχνικά περιοδικά του Λένινγκραντ εκστασιάζονται για την αστική λογοτεχνία της κακής ποιότητας που οργιάζει σήμερα στη Δύση. Μερικοί από τους συγγραφείς μας άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους όχι δασκάλους, μα μαθητές των μικροαστών λογίων, πήραν ύφος δουλικότητας και θαυμασμού απέναντι στην ξένη μικροαστική λογοτεχνία. Ταιριάζει σ’ εμάς, τους σοβιετικούς πατριώτες, αυτός ο δουλικός θαυμασμός, σ’ εμάς που χτίσαμε το σοβιετικό καθεστώς, που είναι εκατό φορές ανώτερο και καλύτερο από κάθε αστικό καθεστώς; Αρμόζει στην πρωτοπόρα μας σοβιετική λογοτεχνία, την πιο επαναστατική στον κόσμο να θαυμάζει δουλικά τη στενοκέφαλη και μικροαστική λογοτεχνία της Δύσης;

Ένα μεγάλο ελάττωμα των συγγραφέων μας είναι επίσης πως απομακρύνονται από τα σημερινά σοβιετικά θέματα, πως τους συνεπαίρνουν μονόπλευρα τα ιστορικά θέματα από τη μια μεριά, και από την άλλη πασκίζουν να χρησιμοποιούν μονάχα θέματα διασκεδαστικά και ασήμαντα. Μερικοί συγγραφείς , για να δικαιολογηθούν που απομακρύνθηκαν από τα μεγάλα σημερινά σοβιετικά θέματα, λένε ότι ήρθε η ώρα όπου ο λαός έχει ανάγκη από ελαφριά και κούφια λογοτεχνία, όπου δεν χρειάζονται ιδέες στα έργα. Αυτό σημαίνει πως έχουν μια απόλυτα λαθεμένη ιδέα για το λαό μας, για τις απαιτήσεις του και τα ενδιαφέροντά του. Ο λαός μας περιμένει από τους σοβιετικούς συγγραφείς να εκφράσουν και να γενικεύσουν την τεράστια πείρα που αποκόμισε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, να αναπαραστήσουν και να γενικεύσουν τον ηρωισμό με τον οποίο ο ίδιος αυτός λαός δουλεύει σήμερα, αφού έδιωξε τους εχθρούς, για να ανορθώσει την εθνική οικονομία της χώρας.

Δυο λόγια σχετικά με το περιοδικό «Λένινγκραντ». Ο Ζοστσένκο κρατά αυτού μια θέση ακόμα πιο γερή απ’ ό,τι έχει γίνει στη «Ζβεζντά», όπως και η Αχμάτοβα. Και οι δυο τους έγιναν η κινητήρια λογοτεχνική δύναμη αυτών των περιοδικών. Έτσι, το περιοδικό «Λένινγκραντ» έχει την ευθύνη, που άνοιξε τις σελίδες του σε συγγραφείς τόσο χυδαίους σαν το Ζοστσένκο και σε ποιητές των σαλονιών σαν την Αχμάτοβα.

Μα το περιοδικό «Λένινγκραντ» έκανε κι άλλα λάθη ακόμα. Να π.χ. μια παρωδία του Ευγένιου Ονέγκιν, που έγραψε κάποιος Κάζιν. Το κατασκεύασμα αυτό ονομάζεται: «Ο γυρισμός του Ονέγκιν». Λένε ότι μπορείς να το δεις συχνά στα θέατρα του Λένινγκραντ. Είναι ακατανόητο ότι οι λενινγκραδέζοι επιτρέπουν να δυσφημείται δημόσια το Λένινγκραντ, όπως το δυσφημεί ο Κάζιν. Γιατί, το νόημα όλης αυτής της λεγόμενης «λογοτεχνικής παρωδίας» δεν είναι απλώς μια αθώα κοροϊδία για τα παθήματα του Ονέγκιν που ξεπέφτει στο σημερινό Λένινγκραντ. Το νόημα αυτού του λίβελλου είναι μια προσπάθεια να συγκριθεί το σημερινό μας Λένινγκραντ με την Πετρούπολη της εποχής του Πούσκιν και να αποδειχτεί έτσι πως ο αιώνας μας είναι κατώτερος από τον αιώνα του Ονέγκιν. Ας δούμε έστω και λίγους στίχους αυτής της «παρωδίας». Τίποτε από το σημερινό Λένινγκραντ δεν αρέσει στο συγγραφέα. Όλο φαρμακερές κοροϊδίες έχει και συκοφαντίες για τους σοβιετικούς ανθρώπους και τον Λένινγκραντ, ενώ ο αιώνας του Ονέγκιν, αν πιστέψουμε τον Κάζιν, είναι ο χρυσός αιώνας. Σήμερα τα πράματα είναι ολότελα διαφορετικά: Υπάρχει η υπηρεσία στέγασης, τα δελτία τροφίμων, οι ταυτότητες. Οι κοπέλες, τα αιθέρια και ουράνια αυτά πλάσματα, που θαύμαζε άλλοτε ο Ονέγκιν, έγιναν τώρα αστυνομικίνες της κυκλοφορίας, μερεμετίζουν τα σπίτια κλπ. κλπ… Επιτρέψτε μου να αναφέρω ένα μόνο απόσπασμα απ’ αυτή την «παρωδία»:

Να και ο καλός μας ο Ευγένιος στο τραμ

Αλί στο δύσμοιρο τι ατυχία!

Τι στον αιώνα του τον απολίτιστο

Δεν είχε βλέπεις τραμ και λεωφορεία

Θα είχε ως φαίνεται καλό το ριζικό

Και μοναχά στον κάλο τον πατήσαν

Και μια φορά μονάχα τον εσπρώξανε

Και μόνο μια φορά «βλάκα!», τον βρίσαν

Και αυτός θρεμένος με παλιές συνήθειες

Αμέσως ζήτησε μονομαχία,

Στις τσέπες έψαξε τα γάντια του να βρει:

… Τά’ χαν βουτήξει μες στη φασαρία.

Μια και τα γάντια είχανε πετάξει

Προτίμησε ο Ευγένιος να το ράψει.

Η Άννα Αχμάτοβα είναι ένας από τους εκπροσώπους αυτού του λογοτεχνικού βάλτου, του αντιδραστικού και κούφιου από ιδέες. Ανήκει στη φιλολογική ομάδα των «ακμεϊστών»* που ξεπήδησαν εκείνο τον καιρό από την ομάδα των συμβολιστών. Και είναι από τους σημαιοφόρους της άδειας ποίησης χωρίς ιδέες, της αριστοκρατικής ποίησης των σαλονιών, είναι απόλυτα ξένη προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Οι ακμεϊστές εκπροσωπούσαν ένα ρεύμα εντελώς ατομικιστικό στην τέχνη. Κήρυτταν τη θεωρία της «τέχνης για την τέχνη», της «ομορφιάς για την ομορφιά» και δεν θέλαν να ακούσουν τίποτα για το λαό, για τους ανάγκες του, για τα ενδιαφέροντά του, για τη δημόσια ζωή.

Από τις κοινωνικές του ρίζες ο ακμεϊσμός ήταν ένα ρεύμα των ευγενών και των αστών μέσα στη λογοτεχνία, σε μια εποχή όπου ήταν πια μετρημένες οι μέρες της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης. Και όπου οι ποιητές και οι ιδεολόγοι των κυρίαρχων τάξεων πάσκιζαν να αποφύγουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα καταφεύγοντας στα σύννεφα, στις ομίχλες του θρησκευτικού μυστικισμού, στις άθλιες προσωπικές τους συγκινήσεις και στο σκάλισμα των ταπεινών ψυχών τους. Οι ακμεϊστές, όπως και οι συμβολιστές, οι ντεκαντάν, και άλλοι εκπρόσωποι της ιδεολογίας των ευγενών και των αστών που βρισκόταν σε αποσύνθεση, ήταν οι απολογητές της κατάπτωσης, της απαισιοδοξίας, της πίστης στο υπερπέραν.

Τα θέματα που εμπνέουν την Αχμάτοβα είναι καθαρά ατομικιστικά. Η διαπασών της ποίησής της δεν ξεπερνά το τιποτένιο, είναι ποίηση μιας υστερικιάς μεγαλοκυράς που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο γραφειάκι της και το παρεκκλήσι. Το κύριο γι’ αυτήν είναι τα ερωτικά μοτίβα, ανακατεμένα με τα μοτίβα της θλίψης, της ανίας, του θανάτου, του μυστικισμού, του μοιραίου. Το αίσθημα του μοιραίου –που είναι κατανοητό για την κοινωνική συνείδηση μιας ομάδας που σβήνει- οι πένθιμοι τόνοι της απόγνωσης, της αγωνίας, οι μυστικιστικές ερωτόπαθες εξάψεις, αυτός είναι ο πνευματικός κόσμος της Αχμάτοβα, που και η ίδια δεν είναι παρά ένα απομεινάρι της παλιάς κουλτούρας των ευγενών, που χάθηκε για πάντα στην αιωνιότητα, του «παλιού καλού καιρού της Αικατερίνης». Καλόγρια ή πόρνη, ή μάλλον καλόγρια και πόρνη, που μέσα της συνταιριάζεται η ακολασία με την προσευχή.

… Στ’ ορκίζομαι στον κήπο των αγγέλων

στ’ ορκίζομαι στο κόνισμα της Παναγιάς

στις φλογερές εκστάσεις που περνούσαμε τις νύχτες.

(Αχμάτοβα. «Άννα Ντόμινι»)

Αυτή είναι η Αχμάτοβα με τη μικρόχαρη και προσωπική της ζωή, με τις τιποτένιες της συγκινήσεις, και το θρησκευτικό και μυστικιστικό ερωτισμό της.

Η ποίησή της είναι εντελώς απομακρυσμένη από το λαό. Είναι ποίηση των δέκα χιλιάδων προνομιούχων της παλιάς Ρωσίας των ευγενών, που δεν τους μένει άλλο παρά να αναστενάζουν «για τον παλιό καλό καιρό». Οι αρχοντικές επαύλεις της εποχής της Αικατερίνης της Β΄, με τις αλέες που τις σκίαζαν οι εκατόχρονες φλαμουριές, με τα συντριβάνια τους, τα αγάλματα και τις πέτρινες αψίδες, τα θερμοκήπια, τα κιόσκια των ερωτευμένων και τους μισόσβηστους θυρεούς στη μεγάλη πόρτα. Η Πετρούπολη των ευγενών, το Τσάρκοϊ-Σέλο, το Πάρκο του Παβλόφσκι και άλλα λείψανα της κουλτούρας των ευγενών. Όλα αυτά χάθηκαν στο παρελθόν που δεν ξαναγυρνά! Τα υπολείμματα αυτής της τόσο μακρινής κουλτούρας, της τόσο ξένης προς το λαό που διατηρήθηκαν από κάποιο θαύμα ως τις μέρες μας, δεν έχουν πια τίποτα άλλο να κάνουν, παρά να κλείνονται στον εαυτό τους και να ζουν με χίμαιρες: «Όλα λεηλατήθηκαν, προδόθηκαν, πουλήθηκαν», γράφει η Αχμάτοβα. Για τα κοινωνικοπολιτικά και λογοτεχνικά ιδανικά των ακμεϊστών έγραφε, λίγο πριν από την επανάσταση, ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους της ομάδας, ο Όσικ Μάντελσταμ:

«Οι ακμεϊστές αγαπούν κι αυτοί τον οργανισμό και την οργάνωση, όπως ο μεσαίωνας, ο φυσιολογικά μεγαλοφυής… Ο μεσαίωνας, καθορίζοντας με τον τρόπο του το ειδικό βάρος του ανθρώπου, τον ένιωθε και τον αναγνώριζε σαν άτομο, εντελώς ανεξάρτητα από την αξία του… Μάλιστα, η Ευρώπη πέρασε μέσα από το λαβύρινθο μιας εκλεπτυσμένης κουλτούρας όταν η αφηρημένη ζωή, η προσωπική ύπαρξη, χωρίς κανένα στολίδι εκτιμούνταν σαν κατόρθωμα. Από δω προέρχεται η αριστοκρατική οικειότητα που δένει τους ανθρώπους μεταξύ τους, που είναι τόσο ξένη προς το πνεύμα της “ισότητας και της αδελφότητας” της μεγάλης επανάστασης… Αγαπάμε το μεσαίωνα, γιατί είχε εξαιρετικά αναπτυγμένο το αίσθημα των ορίων και των φραγμών… Το γενναιόδωρο συγκέρασμα της λογικής σκέψης και του μυστικισμού, η σύλληψη του κόσμου σαν μια ζωντανή ισορροπία μάς πλησιάζουν σ’ αυτή την εποχή και μάς σπρώχνουν να αντλούμε δυνάμεις από τα έργα που γεννήθηκαν στη ρωμανική εποχή γύρω στα 1200».

Αυτά τα λόγια του Μάντελσταμ εκφράζουν τους πόθους και τα ιδανικά των ακμεϊστών. «Ας γυρίσουμε στον μεσαίωνα» – αυτό είναι το κοινωνικό ιδανικό τούτης της αριστοκρατικής ομάδας των σαλονιών. «Ας γυρίσουμε στη μαϊμού» σιγοντάρει ο Ζοστσένκο. Άλλωστε, τόσο οι ακμεϊστές, όσο και οι Αδελφοί Σεραπίονες έχουν έναν κοινό πρόγονο. Και για τους μεν και για τους δε ο πρόγονος αυτός είναι ο Χόφμαν, ένας από τους ιδρυτές της παρακμής και του αριστοκρατικού μυστικισμού των σαλονιών.

 

*Οι ακμεϊστές εμφανίστηκαν στη 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη ακμή. Αυτοονομάστηκαν έτσι, θέλοντας να δείξουν πως η τελειότητα της μορφής είναι το άπαν στη λογοτεχνία. Στην ουσία ήταν η τέχνη της παρακμής. Χαρακτηριστικό της ήταν ο ατομικός φορμαλισμός. (Σημ. Μετ.).

 

«Είναι γενικά δύσκολο να είσαι συγγραφέας. Ας πάρουμε την ιδεολογία… Σήμερα απαιτούν από το συγγραφέα να έχει μια ιδεολογία… Τι γρουσουζιά αλήθεια!… Πέστε μου, ποια συγκεκριμένη ιδεολογία μπορώ να έχω, αφού κανένα κόμμα δεν με τραβάει στο σύνολό του; Στα μάτια των κομματικών ανθρώπων είμαι άνθρωπος χωρίς αρχές… Ας είναι! Από τη δική μου άποψη, θα πω για τον εαυτό μου: Δεν είμαι ούτε κομμουνιστής, ούτε σοσιαλεπαναστάτης, ούτε μοναρχικός, μα απλώς ρώσος και ακόμα πολιτικά αμοραλιστής**.

Ας πάρουμε π.χ. τον Γκούτσκοφ… δεν ξέρω ως τώρα, λόγω τιμής, σε ποιο κόμμα ανήκει; Ο διάολος ξέρει σε ποιο κόμμα ανήκει. Ξέρω πως δεν είναι μπολσεβίκος, μα

είναι σοσιαλεπαναστάτης ή καντέ; Ούτε ξέρω, ούτε και θέλω να το μάθω» κλπ. κλπ.

Τι λέτε, σύντροφοι, για μια τέτοια «ιδεολογία»; Πέρασαν 25 χρόνια από τότε που ο Ζοστσένκο δημοσίευσε αυτή την «εξομολόγηση». Άλλαξε, μήπως, από τότε; Δεν φαίνεται να άλλαξε, 25 τώρα χρόνια όχι μόνο δεν έμαθε τίποτα και δεν άλλαξε, μα, αντίθετα, με κυνική ειλικρίνεια μένει ο απολογητής της απουσίας ιδεών και της χυδαιότητας, ένας αγύρτης στη λογοτεχνία, χωρίς αρχές και χωρίς συνείδηση. Αυτό σημαίνει πως, όπως και παλιά, οι σοβιετικοί θεσμοί δεν του αρέσουν του Ζοστσένκο. Σήμερα, όπως και παλιά, είναι εχθρός και ξένος στη σοβιετική λογοτεχνία. Αν, παρ’ όλ’ αυτά, ο Ζοστσένκο έγινε κορυφή σχεδόν της λογοτεχνίας στο Λένινγκραντ, αν ο Παρνασσός του Λένινγκραντ τον λιβανίζει, είναι να απορεί κανείς με την έλλειψη αρχών, με την έλλειψη απαιτήσεων, με την έλλειψη αυστηρότητας και διορατικότητας, όπου μπόρεσαν να φτάσουν αυτοί που του άνοιξαν το δρόμο και τον εξύμνησαν.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω ακόμα ένα γεγονός που χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία της ομάδας «Αδελφοί Σεραπίονες». Στο ίδιο αυτό φύλλο, των «Φιλολογικών Χρονικών» (αρ. 3 του 1922) ένας άλλος σεραπιονιστής, ο Λιεφ Λουντς προσπαθεί, επίσης, να δώσει ιδεολογικό βάθρο στο βλαβερό και ξένο στη σοβιετική λογοτεχνία προσανατολισμό που εκπροσωπεί η ομάδα που αναφέραμε. Ο Λουντς γράφει:

«Συγκεντρωθήκαμε σε μια στιγμή μεγάλης επαναστατικής και πολιτικής έντασης. “Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας!” μάς έλεγαν από τα δεξιά και από τ’ αριστερά. Με ποιους είστε, Αδελφοί Σεραπίονες, με τους κομμουνιστές ή ενάντια στους κομμουνιστές, με την επανάσταση ή ενάντια στην επανάσταση; Με ποιους είμαστε Αδελφοί Σεραπίονες; Είμαστε με τον αναχωρητή Σεραπίονα… Τη ρώσικη λογοτεχνία την κυβερνούσε πάρα πολύ καιρό και πάρα πολύ οδυνηρά η κοινή γνώμη… Δεν θέλουμε ωφελιμισμούς, δεν γράφουμε για την προπαγάνδα. Η τέχνη είναι μια πραγματικότητα, όπως η ίδια η ζωή, και σαν τη ζωή είναι κι αυτή χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα, υπάρχει γιατί δεν μπορεί να μην υπάρχει».

Να ο ρόλος που διεκδικούν για την τέχνη οι Αδελφοί Σεραπίονες, αφαιρώντας της κάθε ιδεολογικό περιεχόμενο, κάθε κοινωνική σημασία, εξυμνώντας την αδιαφορία προς τις ιδέες, την τέχνη για την τέχνη, την τέχνη χωρίς σκοπό και χωρίς νόημα. Είναι μια ομολογία πίστης σάπιας απολιτικότητας, μικροαστικού πνεύματος και χυδαιότητας.

Τι συμπέρασμα να βγάλουμε; Τι να κάνουμε αν οι σοβιετικοί θεσμοί δεν αρέσουν στον Ζοστσένκο; Να γίνουμε σαν τον Ζοστσένκο; Εμείς δεν θα μεταμορφωθούμε σύμφωνα με τα γούστα του. Δεν θα αλλάξουμε τα ήθη μας και το καθεστώς μας κατά τα κέφια του. Αυτός ας αλλάξει –και αν δεν θέλει να αλλάξει, ας παίρνει πόδι από τη σοβιετική λογοτεχνία. Στη σοβιετική λογοτεχνία δεν υπάρχει θέση για έργα αποσύνθεσης, κενά από ιδέες και χυδαία.

Αυτό ακριβώς ανάγκασε την Κεντρική Επιτροπή να πάρει την απόφαση σχετικά με τα περιοδικά «Ζβεζντά» και «Λένινγκραντ».

Ας πάρουμε τώρα το λογοτεχνικό «έργο» της Άννας Αχμάτοβα. Τον τελευταίο αυτόν καιρό τα έργα της δημοσιεύονται ξανά στα περιοδικά του Λένινγκραντ, σαν «επηυξημένη έκδοση». Αυτό είναι τόσο καταπληκτικό και παρά φύσει σαν να ήθελε κανένας σήμερα να ξαναεκδόσει τα έργα του Μερεϊκόφσκι, του Βιάτσεσλαβ Ιβανόφ, του Μιχαήλ Κουσμίν, του Αντρέι Μπέλι, της Ζεναίντας Ίππιους, του Φιόντορ Σόλογκουπ, της Ζινόβιεβα-Άνιμπαλ κλπ. κλπ., μ’ άλλα λόγια τα έργα όλων αυτών που η λογοτεχνία μας και η πρωτοπορία της κοινής μας γνώμης τούς θεωρούσε πάντα σαν εκπρόσωπους του αντιδραστικού σκοταδισμού, σαν αποστάτες στην πολιτική και την τέχνη. Ο Γκόρκι έλεγε στον καιρό του ότι η δεκαετία 1907-1917 πρέπει να θεωρείται σαν η πιο επαίσχυντη και η πιο στείρα δεκαετία της ρώσικης «διανόησης»: όταν ύστερα από την επανάσταση του 1905, μια σημαντική μερίδα των διανοουμένων γύρισε τις πλάτες της στην επανάσταση και κατρακύλησε στα βαλτονέρια του αντιδραστικού μυστικισμού και της πορνογραφίας κραδαίνοντας την ιδεολογική αδιαφορία σα λάβαρο και κρύβοντας την προδοσία της κάτω από την «ωραία φράση»: Και έκαψα ό,τι λάτρεψα και λάτρευα ό,τι έκαιγα.

Αυτή την εποχή ακριβώς γράφτηκαν τα έργα αποστατών, ο «Λευκός Δρομέας» του Ρόπτσιν, τα έργα του Βινιτσένκο και άλλων που λιποτάχτησαν από το στρατόπεδο της επανάστασης στο στρατόπεδο της αντίδρασης. Αυτοί σπεύδανε να ξεθρονίσουν τα μεγάλα ιδανικά, που γι’ αυτά αγωνιζόταν η καλύτερη, η πιο προοδευτική μερίδα της ρώσικης κοινωνίας. Τότε ξεφύτρωσαν οι συμβολιστές, οι ιμαζινιστές, οι ντεκαντάν κάθε λογής, που απαρνιούνταν το λαό και διακήρυτταν τη θέση η τέχνη για την τέχνη, κήρυτταν την απολιτικότητα στη λογοτεχνία, σκεπάζοντας την ιδεολογική και ηθική τους διαφθορά με το κυνηγητό μιας ωραίας μορφής χωρίς περιεχόμενο. Ο ζωώδικος φόβος της προλεταριακής επανάστασης που ανέβαινε τους ένωνε όλους. Φτάνει να θυμίσουμε πως ένας από τους κύριους «ιδεολόγους» αυτών των αντιδραστικών λογοτεχνικών ρευμάτων ήταν ο Μερεϊκόφσκι, που ονόμαζε την επικείμενη προλεταριακή επανάσταση «βοϊδοβασιλεία» και που δέχτηκε την Οκτωβριανή Επανάσταση με κτηνώδικο μίσος.

 

*Τον 14ο αιώνα έζησε στην Αίγυπτο κάποιος Σεραπίων, αρχηγός ενός από τα πολλά καλογερικά τάγματα που υπήρχαν τότε. Από εποχή κατάπτωσης παίρνουν τα σύμβολά τους οι συγγραφείς της κατάπτωσης… (Σημ. Μετ.)

** Αμοραλιστής=που δεν παραδέχεται κανέναν ηθικό νόμο. (Σημ. Μετ.)

Για πολλές χώρες η Γερμανία είναι μια πλούσια, ευημερούσα και οικονομικά σταθερή χώρα. Αυτό μπορεί να συμβαίνει όταν εξετάζουμε το 1,2% των ανθρώπων με εισοδήματα εκατομμυρίων που ωφελούνται από το καπιταλιστικό σύστημα. Ωστόσο η εργατική τάξη είναι εκείνη που πληρώνει για τα κέρδη των λίγων.
Φτώχεια υπάρχει και στη Γερμανία δείχνοντας ότι μια «καλή οικονομία» δεν παρέχει μια καλή ζωή για όλους, ευνοώντας τους καπιταλιστές που εκμεταλλεύονται τους υπόλοιπους.
Υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά την αμοιβή και τη μεταχείριση των διαφόρων επαγγελμάτων κατάρτισης. Οι εργαζόμενοι σε αυτά δεν έχουν σχεδόν καμιά δυνατότητα να δημιουργήσουν αξιοπρεπή σύνταξη. Επίσης, μόνο το 4% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος δαπανάται για την εκπαίδευση· τα δημόσια σχολεία είναι όλο και λιγότερα.
Είναι πολύ σημαντικό, ως Σοσιαλιστική Γερμανική Εργατική Νεολαία (SDAJ) να κάνουμε τους νέους ενήμερους για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Είμαστε μαθητές, σπουδαστές, νέοι εργαζόμενοι, μαθητευόμενοι που οργανωνόμαστε στη SDAJ, στη Σοσιαλιστική Γερμανική Νεολαία Εργατών. Ο στόχος μας; Ένας κόσμος χωρίς εκμετάλλευση, φτώχεια και πολέμους. Ένας κόσμος στον οποίο δεν χρειάζεται να ανησυχούμε για το πώς θα βγάλουμε τα χρήματα για τα δίδακτρα, για το αν θα έχουμε εκπαίδευση ή πώς θα πληρώσουμε το νοίκι μας. Ένας κόσμος στον οποίο θα μετράνε οι ζωές μας και όχι τα κέρδη των πλουσίων.

Γιατί Σοσιαλιστική; Γιατί πιστεύουμε ότι ο καπιταλισμός – η κοινωνία στην οποία ζούμε – πρέπει να τερματιστεί για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι.

Γιατί Γερμανική; Η καταγωγή δεν έχει σημασία. Αυτό που μας ενώνει είναι η πεποίθηση ότι πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσουμε τον καπιταλισμό στη χώρα στην οποία ζούμε: για μας είναι η Γερμανία.

Γιατί «Νεολαία των Εργατών; Επειδή πιστεύουμε ότι όσοι εργάζονται θα πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο και όχι εκείνοι που ζουν από την εκμετάλλευση των άλλων. Στην εργατική νεολαία, ωστόσο, συμπεριλαμβάνουμε όχι μόνο εκείνους που ήδη εργάζονται αλλά και εκείνους που θα εργαστούν μελλοντικά. Οι φοιτητές είναι επίσης ευπρόσδεκτοι.

Λέμε: Αν θέλετε να αλλάξετε κάτι, πρέπει να κάνετε κάτι γι ‘αυτό. Όποιος πολέμα μόνος του ή συμμετέχει μόνο σε αυθόρμητες ενέργειες, δεν είναι σε θέση να κάνει πολλά πράγματα. Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο είναι σημαντικό να οργανωθεί κάποιος στην αντικαπιταλιστική, επαναστατική οργάνωση μας.

Κατιουσόπιτα 2020 – Η Κατιούσα “έχει ξεφύγει από τα χέρια μας”… (ΦΩΤΟ)

Μια νέα έκδοση από το ΚΨΜ συστήνει ένα άγνωστο κίνημα τέχνης στην ΕΣΣΔ του 1922

Του Γιώργου Σκίντσα

Το 1922 τέσσερις νεαροί Σοβιετικοί – ο μικρότερος 17 ετών, ο μεγαλύτερος 27 – αποφάσισαν να γράψουν το «Μανιφέστο του Εκκεντρισμού». Οι Γκριγκόρι Κόζιντσεφ (1905-1973), Λεονίντ Τράουμπεργκ (1902-1990), Σεργκέι Γιούτκεβιτς (1904-1985) και Γκεόργκι Κριζίτσκι (1895-1975) το εξέδωσαν σε 1.000 αντίτυπα. Τέσσερις συνεργάτες, τέσσερα άρθρα στα οποία καταδικάζεται η παλιά κουλτούρα ενώ στη θέση της προωθείται ο «εκκεντρισμός» ως η μοντέρνα καλλιτεχνική αντίληψη. Ενσωμάτωσε όψεις της νέας σοβιετικής πραγματικότητας συνδυάζοντάς τες με «αμερικάνικες» τεχνικές. Το «Μανιφέστο του Εκκεντρισμού» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΚΨΜ, σε μετάφραση και επιμέλεια του Παναγιώτη Μανιάτη, που έχει εκδώσει το λογοτεχνικό δοκίμιο «Η Ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση» για την εξέλιξη της ποίησης στη Ρωσία από την προεπαναστατική περίοδο μέχρι και την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. «Ασχολήθηκα επειδή είναι στις προθέσεις μου η προβολή ζητημάτων σοβιετικής αλλά και δυτικής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, παρόλο που τα κείμενα ήταν δύσκολα γιατί είχα να κάνω με καλλιτεχνικές διακηρύξεις» λέει στο «ΝΣυν».

Έναν χρόνο πριν από το «Μανιφέστο», στο θέατρο είχε συγκροτηθεί το Εργοστάσιο του Εκκεντρικού Ηθοποιού, το οποίο απέρριπτε την παραδοσιακή θεατρική δράση υπέρ μιας μοντέρνας και φυσικής παράστασης που ενσωμάτωνε σοκαριστικά ακροβατικά του τσίρκου και άλλων δημοφιλών ψυχαγωγικών θεαμάτων. Με αυτή τη λογική γυρίστηκαν και ορισμένες κινηματογραφικές ταινίες με έντονες κινήσεις σώματος, κωμική δράση και ψυχολογία εξωστρεφούς χαρακτήρα. Στο ντοκουμέντο αναφέρονται, μεταξύ άλλων ο Τσάρλι Τσάπλιν, το γκαγκ (κωμικό τέχνασμα), η αφίσα τσίρκου, η πυγμαχία και οι γαλότσες. Ενδεχομένως, σήμερα το Μανιφέστο του Εκκεντρισμού να έχει ένα ελιτίστικο ενδιαφέρον, αλλά τότε ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια νέα τέχνη για τη σοβιετική κοινωνία. Η συγκεκριμένη ομάδα «είχε βραχύβια παρουσία και τα ίχνη της χάθηκαν γρήγορα», επισημαίνει ο Π. Μανιάτης. «Γι’ αυτό το ελληνικό κοινό πρέπει να την ανακαλύψει κριτικά. Τα κείμενα εσωκλείουν αιτήματα ατίθασων παιδιών μιας άλλης εποχής. Κάποια από αυτά έμειναν ιστορικά αδικαίωτα. Αφήνω τον αναγνώστη με το ακροβατικό σχοινί της λογικής».

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ. Το «Μανιφέστο του Εκκεντρισμού» διατυπώθηκε για να δώσει καλλιτεχνικό όραμα στην εργατική τάξη της, νεαρής τότε, Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα, θα είχε άραγε θέση η (ανα)διατύπωση ενός Εκκεντρικού Πολιτικού Μανιφέστο για την εργατική τάξη; Ο Παναγιώτης Μανιάτης πιστεύει ότι «δεν πρέπει να ταυτίζουμε τους τομείς της κουλτούρας και της πολιτικής Η τέχνη χρειάζεται τους πειραματισμούς αλλά και το συνειδητό στοιχείο. Οι καλλιτέχνες πρέπει να βρισκόμαστε οργανικά στο πλευρό της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Για την ανατροπή…».

Για την ιστορία, όπως σημειώνει στην εισαγωγή του «Μανιφέστου» ο μεταφραστής: «Οι πωλήσεις… πήγαν άσχημα ενώ αρκετά αντίτυπα καταστράφηκαν σε πυρκαγιά στο σπίτι του κριτικού της εφημερίδας ‘’Πράβδα’’ Κρισάνφ Κερσόνσκι που είχε αναλάβει να το προωθήσει με τις ΄΄άκρες’’ του. Όσο για τους πρωταγωνιστές, οι Κόζιντσεφ και Τράουμπεργκ αποτέλεσαν σκηνοθετικό δίδυμο σε αρκετές κινηματογραφικές παραγωγές, με πιο γνωστές ‘’Το Παλτό’’ (1926, βασισμένο σε ιστορίες του Νικολάι Γκόγκολ) και ‘’Νέα Βαβυλώνα’’ (1929, με θέμα την Παρισινή Κομμούνα). Ο Γιούτκεβιτς γύρισε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του το 1928, ακολουθώντας σκηνοθετική καριέρα, ενώ η ζωή του Κριζίτσκι σημαδεύτηκε από το θέατρο κσι το ΤΥΧΑΙΟ».

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» την Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

«Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Προεπαναστατικά ποιήματα»

https://www.documentonews.gr/article/epiloges-apo-tis-prosfates-kyklofories-bibliwn