Category: Uncategorized


http://1epal-esp-perist.att.sch.gr/index.php/drastiriotites/edoseis-nixterino/book/28-teyxos-21o/2-periodiko-nixterino

Αν το φεουδαρχικό καθεστώς και κατοπινά η αστική τάξη μπόρεσαν, στην περίοδο της ανάπτυξής τους, να δημιουργήσουν μια τέχνη και μια λογοτεχνία που καθιέρωναν ένα καινούργιο καθεστώς και που υμνούσαν την άνοδό του, πόσο καλύτερα εμείς, με το καινούργιο μας σοσιαλιστικό καθεστώς, που είναι η ενσάρκωση ό,τι καλύτερου υπάρχει στην ιστορία του πολιτισμού και της κουλτούρας, θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε την πιο προοδευμένη λογοτεχνία του κόσμου, που θα αφήσει πολύ πίσω της τα καλύτερα έργα των περασμένων καιρών.

Σύντροφοι, τι θέλει, τι απαιτεί η Κεντρική Επιτροπή; Θέλει τα στελέχη και οι συγγραφείς του Λένινγκραντ να καταλάβουν καλά πως έφτασε η ώρα όπου είναι απαραίτητο να ανεβάσουμε σε ψηλό επίπεδο την ιδεολογική μας δουλειά. Η νέα σοβιετική γενιά θα έχει καθήκον να στερεώσει τις δυνάμεις και την ισχύ του σοβιετικού σοσιαλιστικού καθεστώτος, εκμεταλλευόμενη ολοκληρωτικά τις κινητήριες δυνάμεις της σοβιετικής κοινωνίας για μια νέα πρωτόφαντη άνθιση της ευημερίας μας και της κουλτούρας μας. Γι’ αυτούς τους μεγάλους σκοπούς πρέπει τη νέα γενιά να την αναθρέψουμε εμπνέοντάς της το θάρρος και τη ζέση, να τη μάθουμε να μην φοβάται τα εμπόδια, να πηγαίνει ενάντια σ’ όλα τα εμπόδια και να ξέρει να τα υπερνικά. Οι άνθρωποί μας πρέπει να είναι μορφωμένοι, να έχουν υψηλές ιδέες, αναπτυγμένες απαιτήσεις και αναπτυγμένα πολιτιστικά και ηθικά γούστα. Για το σκοπό αυτό, πρέπει η λογοτεχνία μας, τα περιοδικά μας, να μη μένουν παράμερα από τα προβλήματα της επικαιρότητας, μα να βοηθούν το κόμμα και το λαό να διαπαιδαγωγούν τη νεολαία μ’ ένα πνεύμα απόλυτης πίστης στο σοβιετικό καθεστώς και απεριόριστης αφοσίωσης στα συμφέροντα του λαού.

Οι σοβιετικοί συγγραφείς κι όλοι οι εργάτες του ιδεολογικού μας μετώπου μπαίνουν τούτη την ώρα στην πρώτη γραμμή, γιατί στις συνθήκες της ειρηνικής προόδου τα καθήκοντα του ιδεολογικού μετώπου, και πρώτα-πρώτα της λογοτεχνίας, αντί να εξαφανίζονται, αντίθετα γίνονται πιο επιτακτικά. Ο λαός, το κράτος, το κόμμα δεν θέλουν οι σοβιετικοί συγγραφείς να απομακρύνονται από την επικαιρότητα, θέλουν, αντίθετα, η λογοτεχνία να ανακατεύεται σ’ όλες τις μορφές της σοβιετικής ζωής. Οι μπολσεβίκοι εκτιμούν πάρα πολύ τη λογοτεχνία, βλέπουν καθαρά τη μεγάλη της ιστορική αποστολή και το ρόλο της στο στερέωμα της ηθικής και πολιτικής ενότητας του λαού, στην ένωσή του και στη διαπαιδαγώγησή του. Η Κεντρική Επιτροπή θέλει να έχουμε έναν πλούσιο πνευματικό πολιτισμό, γιατί σ’ αυτό τον πλούτο της κουλτούρας βλέπει έναν από τους κύριους σκοπούς του σοσιαλισμού.

Η Κεντρική Επιτροπή έχει την πεποίθηση ότι το τμήμα της σοβιετικής λογοτεχνίας στο Λένινγκραντ, γερό ηθικά και πολιτικά, θα μπορέσει γρήγορα να διορθώσει τα λάθη του και να πάρει τη θέση που του ανήκει στη σοβιετική λογοτεχνία.

Έχει την πεποίθηση πως οι ελλείψεις στη δουλειά των συγγραφέων του Λένινγκραντ θα υπερνικηθούν και πως η ιδεολογική δουλειά της κομματικής οργάνωσης στο Λένινγκραντ συντομότατα θα ανέβει στο ύψος που χρειάζεται σήμερα για τα συμφέροντα του κόμματος του λαού και του κράτους.

Οι επιτυχίες μας, τόσο στο εσωτερικό της χώρας μας, όσο και στο διεθνή στίβο, δεν αρέσουν στον αστικό κόσμο. Ύστερα από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δυνάμωσαν οι θέσεις του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Αυτό δεν αρέσει στους ιμπεριαλιστές κάθε λογής, που φοβούνται το σοσιαλισμό, φοβούνται τη σοσιαλιστική μας χώρα, που είναι παράδειγμα για όλη την προοδευτική ανθρωπότητα. Οι ιμπεριαλιστές, οι ιδεολογικοί τους λακέδες, οι συγγραφείς και οι δημοσιογράφοι τους, οι πολιτικοί και διπλωμάτες τους, πασκίζουν με όλα τα μέσα να συκοφαντήσουν τη χώρα μας, να την παρουσιάσουν κάτω από απατηλό φως, να συκοφαντήσουν το σοσιαλισμό. Σ’ αυτές τις συνθήκες, το καθήκον της σοβιετικής λογοτεχνίας είναι, όχι μόνο να απαντά με χτύπημα σε κάθε χτύπημα σ’ όλη αυτή την αηδιαστική συκοφαντία και σε κάθε επίθεση που γίνεται ενάντια στη σοβιετική μας κουλτούρα, ενάντια στο σοσιαλισμό, μα να μαστιγώνει και να επιτίθεται θαρραλέα κατά του αστικού πολιτισμού που βρίσκεται σε μαρασμό και αποσύνθεση.

Όσο όμορφη και αν είναι η εξωτερική μορφή που τυλίγονται τα έργα των αστών συγγραφέων της μόδας στη δυτική Ευρώπη και την Αμερική, καθώς και τα έργα των σκηνοθετών και των θεατρικών συγγραφέων δεν θα μπορούσαν να σώσουν ή να ανορθώσουν την αστική τους κουλτούρα, γιατί η ηθική της βάση σάπισε και βρώμισε, γιατί η κουλτούρα αυτή είναι στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, στην υπηρεσία των εγωιστικών και άπληστων συμφερόντων του ανώτερου στρώματος της κοινωνίας. Όλο το πλήθος των αστών συγγραφέων και των σκηνοθετών προσπαθεί να αποτρέψει την προσοχή των προοδευτικών στρωμάτων της κοινωνίας από τα φλέγοντα ζητήματα της πολιτικής και κοινωνικής πάλης και να τη στρέψει προς μια λογοτεχνία και μια τέχνη πλαδαρή χωρίς ιδέες, γεμάτη γκάγκστερς, γκερλς των καμπαρέ, απολογία της μοιχείας και κατορθώματα τυχοδιωκτών και κατεργαρέων κάθε λογής.

Ταιριάζει σε μας, στους εκπροσώπους του πρωτοπόρου σοβιετικού πολιτισμού, τους σοβιετικούς πατριώτες, να παίζουμε το ρόλο του λάτρη της αστικής κουλτούρας ή το ρόλο μαθητών; Φυσικά, η λογοτεχνία μας, αντανακλώντας ένα καθεστώς ανώτερο από οποιοδήποτε δημοκρατικό αστικό καθεστώς, μια κουλτούρα πολλές φορές ανώτερη από την αστική κουλτούρα, έχει το δικαίωμα να διδάσκει μια νέα ηθική σ’ όλη την ανθρωπότητα. Πού θα βρείτε ένα λαό σαν το δικό μας και μια χώρα σαν τη δική μας; Πού θα βρείτε αυτές τις περίφημες αρετές που έδειξε ο σοβιετικός μας λαός στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και τις δείχνει κάθε μέρα στη δουλειά του, για την ειρηνική ανάπτυξη και ανασυγκρότηση της οικονομίας και της κουλτούρας; Η κάθε μέρα που περνά τον βλέπει να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Δεν είμαστε πια σήμερα ό,τι είμασταν χθες και αύριο δεν θα είμαστε πια ό,τι είμαστε σήμερα. Δεν είμαστε πια οι ρώσοι της εποχής πριν από τα 1917, ούτε η Ρωσία είναι πια η ίδια, ούτε ο χαρακτήρας μας. Αλλάξαμε, μεγαλώσαμε μαζί με τις γιγάντιες μεταμορφώσεις που τροποποίησαν ριζικά την όψη της χώρας μας.

Να δείχνουμε αυτές τις καινούργιες υψηλές αρετές των σοβιετικών ανθρώπων, να παρουσιάζουε το λαό μας όχι μονάχα όπως είναι σήμερα, μα και να βλέπουμε τι θα είναι αύριο, να βοηθάμε να φωτιστεί άπλετα ο δρόμος προς τα μπρος –να ποια είναι τα καθήκοντα του κάθε τίμιου σοβιετικού συγγραφέα. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να μένει στην ουρά των γεγονότων, πρέπει να βαδίζει στην εμπροσθοφυλακή του λαού, δείχνοντάς του το δρόμο της εξέλιξής του. Με οδηγό τη μέθοδο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, και μελετώντας ενσυνείδητα και προσεκτικά την πραγματικότητά μας, προσπαθώντας να εμβαθύνει πιο βαθιά στη φύση του προτσές της εξέλιξής μας, ο συγγραφέας πρέπει να διαπαιδαγωγεί το λαό και να τον οπλίζει ιδεολογικά. Ξεχωρίζοντας τα καλύτερα αισθήματα, τις αρετές του σοβιετικού ανθρώπου, δείχνοντάς του το μέλλον του, πρέπει ταυτόχρονα να δείχνουμε στους ανθρώπους μας τι δεν πρέπει να είναι, πρέπει να μαστιγώνουμε τις επιβιώσεις του παρελθόντος, τις επιβιώσεις που εμποδίζουν τους σοβιετικούς ανθρώπους να πάνε μπροστά! Οι σοβιετικοί συγγραφείς πρέπει να βοηθούν το λαό, το κράτος και το κόμμα στη διαπαιδαγώγηση της φλογερής νεολαίας μας, που έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της και δεν φοβάται καμιά δυσκολία.

Παρ’ όλες τις προσπάθειες των αστών πολιτικών και συγγραφέων να κρύψουν από τους λαούς τους την αλήθεια για τις επιτυχίες που έχει το σοβιετικό καθεστώς και η σοβιετική κουλτούρα, παρ’ όλες τις προσπάθειες να δημιουργήσουν ένα σιδερένιο παραπέτασμα που να μην το διαπερνά η αλήθεια για τη Σοβιετική Ένωση, μάταια τους αρέσει να πιστεύουν πως μειώνουν την πραγματική ανάπτυξη και το πλάτος του σοβιετικού πολιτισμού. Όλες αυτές οι προσπάθειες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Ξέρουμε πολύ καλά τη δύναμη και την ανωτερότητα του πολιτισμού μας. Αρκεί να θυμίσουμε τις καταπληκτικές επιτυχίες που είχαν στο εξωτερικό εκπρόσωποι της σοβιετικής κουλτούρας, την παρέλαση των αθλητών μας κλπ. Ταιριάζει, λοιπόν, σ’ εμάς να θαυμάζουμε δουλικά το καθετί που είναι ξένο, ή να ταμπουρωνόμαστε σε αμυντικές θέσεις;

Η ακαταστασία και η αναρχία είναι απαράδεκτες σε περιοδικά, όπως σε οποιοδήποτε άλλο πράγμα. Χρειάζεται μια συγκεκριμένη υπευθυνότητα στον προσανατολισμό ενός περιοδικού και στο περιεχόμενο των κειμένων που δημοσιεύει.

Πρέπει να αποκαταστήσετε τις μεγάλες παραδόσεις της λογοτεχνίας και του ιδεολογικού μετώπου του Λένινγκραντ. Είναι λυπηρό και προσβλητικό ότι τα περιοδικά του Λένινγκραντ, που ήταν πάντα φυτώρια προοδευτικών ιδεών και προοδευτικής κουλτούρας, έγιναν καταφύγια της αδιαφορίας προς τις ιδέες και της χυδαιότητας. Πρέπει να αποκαταστήσουμε την τιμή του Λένινγκραντ σαν προοδευτικό ιδεολογικό και εκπολιτιστικό κέντρο. Πρέπει να θυμηθούμε πως το Λένινγκραντ ήταν το λίκνο των λενινιστικών μπολσεβίκικων οργανώσεων. Εδώ ακριβώς ο Λένιν και ο Στάλιν έβαλαν τις βάσεις του Μπολσεβίκικου Κόμματος, τις βάσεις της μπολσεβίκικης κοσμοθεωρίας και του μπολσεβίκικου πολιτισμού.

Είναι ζήτημα τιμής για τους συγγραφείς και για τα κομματικά στελέχη του Λένινγκραντ να αποκαταστήσουν και να αναπτύξουν αυτές τις δοξασμένες παραδόσεις.

Το καθήκον των εργατών του ιδεολογικού μετώπου και πρώτα-πρώτα των συγγραφέων είναι να εξοστρακίσουν από τη λογοτεχνία του Λένινγκραντ την έλλειψη ιδεολογίας και την κοινοτοπία, να σηκώσουν πολύ ψηλά τη σημαία της πρωτοποριακής σοβιετικής λογοτεχνίας, να χρησιμοποιήσουν όλες τις δυνατότητες για το ανέβασμα του ιδεολογικού και καλλιτεχνικού τους επιπέδου, να μη μένουν πίσω από τα θέματα της επικαιρότητας από τις ανάγκες του λαού, να αναπτύσσουν με όλα τα μέσα μια τολμηρή κριτική των λαθών τους, όχι μια κριτική γλοιώδη, φιλίας και οικογενειακότητας, αλλά μια αληθινή κριτική τολμηρή και ανεξάρτητη, μια μπολσεβίκικη κριτική αρχών.

Σύντροφοι, πρέπει να δείτε τώρα καθαρά το χοντρό λάθος που έκανε η κομματική επιτροπή του Λένινγκραντ και ιδιαίτερα το τμήμα της προπαγάνδας και ζύμωσης και ο γραμματέας του της διαφώτισης, ο σύντροφος Σιρόκοφ, που είχε τοποθετηθεί επικεφαλής της ιδεολογικής δουλειάς και που αυτός πρώτος έχει την ευθύνη για την αποτυχία των περιοδικών. Η κομματική επιτροπή του Λένινγκραντ έκανε ένα χοντρό πολιτικό λάθος όταν στα τέλη του Ιούνη πήρε μια απόφαση σχετικά με τη νέα συντακτική επιτροπή της «Ζβεζντά» όπου έβαλε και τον Ζοστσένκο. Μόνο η πολιτική στραβωμάρα μπορεί να εξηγήσει πώς ο γραμματέας της επιτροπής πόλης, ο σύντροφος Καπούστιν και ο γραμματέας της επιτροπής πόλης για τη διαφώτιση, ο σύντροφος Σιρόκοφ, κατάφεραν να γίνει δεκτή μια απόφαση τόσο λαθεμένη. Επαναλαμβάνω πως όλα αυτά τα λάθη πρέπει να διορθωθούν όσο το δυνατό πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά για να ξαναπάρει το Λένινγκραντ το ρόλο του στην ιδεολογική ζωή του κόμματός μας. Όλοι μας αγαπάμε το Λένινγκραντ, όλοι μας αγαπάμε την κομματική μας οργάνωση του Λένινγκραντ, σα μια από τις πρωτοπόρες ομάδες του κόμματός μας. Το Λένινγκραντ δεν πρέπει να είναι το καταφύγιο διαφόρων τυχοδιωκτών της λογοτεχνίας, που χώθηκαν αυτού για να το χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Το Λένινγκραντ το σοβιετικό δεν το αγαπάνε ο Ζοστσένκο, η Αχμάτοβα και οι όμοιοί τους. Αυτοί θέλουν να βλέπουν στο Λένινγκραντ το σύμβολο άλλων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών και μιας άλλης ιδεολογίας. Η παλιά Αγία Πετρούπολη, ο μπρούντζινος καβαλάρης που την ενσαρκώνει, να οι οπτασίες που κινούνται μπροστά στα μάτια τους. Μα εμείς, αγαπάμε το σοβιετικό Λένινγκραντ, το Λένινγκραντ που είναι κέντρο πρωτοπορίας της σοβιετικής κουλτούρας. Η δοξασμένη φάλαγγα των μεγάλων δημοκρατών επαναστατών που βγήκαν από το Λένινγκραντ, αυτοί είναι οι άμεσοι πρόγονοί μας, από αυτούς κρατάει το γενεαλογικό μας δένδρο. Οι μεγάλες παραδόσεις του σημερινού Λένινγκραντ πρέπει να αναλύσουν τα λάθη τους τολμηρά, χωρίς να κοιτάζουν πίσω, χωρίς να χαρίζονται, για να τα διορθώσουν καλύτερα και πιο γρήγορα και να προωθήσουν περισσότερη την ιδεολογική μας δουλειά. Οι μπολσεβίκοι του Λένινγκραντ πρέπει ξανά να πάρουν τη θέση τους του σκαπανέα στην εμπροσθοφυλακή του αγώνα για την επεξεργασία της σοβιετικής ιδεολογίας, της σοβιετικής κοινωνικής συνείδησης.

Πώς τα κατάφερε η κομματική επιτροπή πόλης του Λένινγκραντ να αφήσει να δημιουργηθεί μια τέτοια κατάσταση στο ιδεολογικό μέτωπο; Είναι ολοφάνερο πως απορροφήθηκε από την τρέχουσα πρακτική δουλειά για την ανοικοδόμηση της πόλης, για τη βιομηχανική άνοδό της και ξέχασε τη σημασία της διαπαιδαγωγικής ιδεολογικής δουλειάς. Η λησμοσύνη αυτή στοίχισε ακριβά στην οργάνωση του Λένινγκραντ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ιδεολογική δουλειά! Οι πνευματικοί θησαυροί των πολιτών μας είναι το ίδιο σπουδαίοι όπως και οι υλικοί. Δεν μπορεί κανείς να ζει στα τυφλά, χωρίς να νοιάζεται για το αύριο, τόσο στον ιδεολογικό τομέα, όσο και στον τομέα της υλικής παραγωγής. Οι σοβιετικοί μας άνθρωποι αναπτύχθηκαν τόσο πολύ που δεν θα «χάψουν» κάθε πνευματικό κατασκεύασμα που θα θελήσουν να τους σερβίρουν. Οι εργάτες της κουλτούρας και της τέχνης που δεν θα αναπλάσουν τον εαυτό τους και δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του λαού, που όλο μεγαλώνουν, μπορούν γρήγορα να χάσουν την εμπιστοσύνη του.

Σύντροφοι, η σοβιετική μας λογοτεχνία ζει και πρέπει να ζει έχοντας για πυξίδα τα συμφέροντα του λαού και της πατρίδας. Η λογοτεχνία είναι υπόθεση του λαού. Να γιατί ο λαός θεωρεί νίκη δικιά του κάθε επιτυχία σας, κάθε σημαντικό σας έργο. Να γιατί μπορούμε να συγκρίνουμε κάθε επιτυχημένο έργο με μια μάχη κερδισμένη, ή με μια μεγάλη νίκη στο οικονομικό μέτωπο. Αντίθετα, κάθε αποτυχία της σοβιετικής λογοτεχνίας τη νιώθουν βαθιά και πικρά ο λαός, το κόμμα, το κράτος. Αυτό ακριβώς χτυπά η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, που ενδιαφέρεται για τα συμφέροντα του λαού, για τα συμφέροντα της λογοτεχνίας, και που ανησυχεί εξαιρετικά για την κατάσταση στους συγγραφείς του Λένινγκραντ.

Αν άνθρωποι χωρίς αρχές θέλουν να στερήσουν τη φάλαγγα των σοβιετικών συγγραφέων από τη βάση τους, αν θέλουν να υπομονεύσουν την ιδεολογική πλευρά της δουλειάς τους και να στερήσουν την τέχνη τους από την κοινωνική και αναμορφωτική της σημασία, η Κεντρική Επιτροπή ελπίζει πως οι λογοτέχνες του Λένινγκραντ θα μπορέσουν να βρουν μέσα τους αρκετές δυνάμεις για να βάλουν τέρμα σ’ όλες τις απόπειρες εκείνων που πάνε να τους παρασύρουν –κι αυτούς και τα περιοδικά τους- στο ρεύμα της απουσίας ιδεών και αρχών και της απολιτικότητας. Βρισκόσαστε στην πρώτη γραμμή του ιδεολογικού μετώπου, μπαίνουν μπροστά σας τεράστια καθήκοντα με σημασία διεθνή και αυτό πρέπει να τονώνει τη συναίσθηση της ευθύνης κάθε αληθινού σοβιετικού συγγραφέα απέναντι στο λαό του, απέναντι στο κράτος, απέναντι στο κόμμα, καθώς και τη συναίσθηση της σημασίας του καθήκοντος που έχει να εκπληρώσει.

Ένα δεύτερο μεγάλο λάθος πηγάζει από την ιδεολογική αδυναμία των καθοδηγητών της «Ζβεζντά» και του «Λένινγκραντ». Το λάθος αυτό είναι ότι ορισμένοι υπεύθυνοι έβαλαν σε πρώτη γραμμή τις σχέσεις τους με τους συγγραφείς και όχι το γενικό συμφέρον, την πολιτική αγωγή των σοβιετικών ανθρώπων, τον πολιτικό προσανατολισμό των ανθρώπων των γραμμάτων, μα προσωπικά συμφέροντα, φιλίες. Λέγεται ότι πολλά έργα, ιδεολογικά επικίνδυνα και αδύνατα από καλλιτεχνική άποψη, δημοσιεύονται από φόβο μήπως θιχτεί ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας. Τέτοιου είδους υπεύθυνοι προτιμούν να θυσιάζουν τα συμφέροντα του λαού και τα συμφέροντα του κράτους, παρά να θίξουν κάποιον. Αυτή είναι απόλυτα σφαλερή θέση και πολιτικά λαθεμένη, είναι σαν να αντάλλαζες ένα εκατομμύριο με μια πεντάρα.

Η Κεντρική Επιτροπή τόνισε στην απόφασή της τι κίνδυνος υπάρχει όταν υποκαθιστάς μια στάση αρχών στη λογοτεχνία με οικογενειακότητες. Αυτό το πνεύμα της παρέας, αυτή η έλλειψη αρχών από μερικούς συγγραφείς μας είχε βαθιά αρνητική επίδραση, επέφερε το κατέβασμα του ιδεολογικού επιπέδου πολλών λογοτεχνικών έργων και διευκόλυνε στοιχεία ξένα προς τη σοβιετική λογοτεχνία να μπουν στη λογοτεχνία. Η έλλειψη κριτικής από μέρους των καθοδηγητών του ιδεολογικού μετώπου και των καθοδηγητών του Λένινγκραντ, η υποκατάσταση του πνεύματος αρχών με οικογενειακότητες σε βάρος των συμφερόντων του λαού ήταν βαθύτατα βλαβερές.

Ο σύντροφος Στάλιν μάς διδάσκει πως αν θέλουμε να διατηρήσουμε στελέχη, να τα μορφώσουμε και να τα συγκροτήσουμε δεν πρέπει να φοβόμαστε να θίξουμε κανέναν, ούτε να φοβόμαστε την τολμηρή, ειλικρινή και αντικειμενική κριτική αρχών. Δίχως κριτική, κάθε οργάνωση, ακόμα και λογοτεχνική, μπορεί να διαφθαρεί. Δίχως κριτική, κάθε στραβό μπορεί να γίνει χειρότερο και θα είναι ύστερα πιο δύσκολο να τα βγάλουμε πέρα μαζί του. Μόνο μια τολμηρή και ειλικρινής κριτική θα βοηθήσει τους ανθρώπους μας να τελειοποιούνται, θα τους σπρώξει να προχωρούν και να υπερνικούν τις αδυναμίες της δουλειάς τους. Εκεί όπου δεν υπάρχει κριτική απλώνεται το βάλτωμα, λείπει ο αέρας, δεν υπάρχει πια τόπος για πρόοδο. Ο σύντροφος Στάλιν πολλές φορές τόνισε ότι ο κύριος όρος για την ανάπτυξή μας είναι η ανάγκη για κάθε σοβιετικό άνθρωπο να κάνει κάθε μέρα τον απολογισμό της δουλειάς του, να ελέγχει δίχως φόβο τον εαυτό του, να αναλύει τη δουλειά του, να κάνει θαρραλέα κριτική στις ελλείψεις και τα λάθη του, να σκέφτεται με ποιους τρόπους θα μπορέσει να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα στη δουλειά του και να δουλεύει αδιάκοπα για την τελειοποίησή του. Αυτό ισχύει τόσο για τους λογοτέχνες, όσο και για όλους τους άλλους εργαζόμενους. Όποιος φοβάται να υποβάλλει στην κριτική τη δουλειά του, είναι φοβιτσιάρης αξιοπεριφρόνητος, ανάξιος να τον εκτιμά ο λαός.

Είναι πολύ διαδεδομένη, επίσης, στη διοίκηση της Ένωσης των σοβιετικών συγγραφέων η έλλειψη κριτικής απαίτησης από τη δικιά μας τη δουλειά, η αντικατάσταση με οικογενειακότητες της στάσης αρχών απέναντι στους συγγραφείς. Η καθοδήγηση της Ένωσης και ιδιαίτερα ο πρόεδρός της, ο σύντροφος Τιχόνοφ, είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση στα περιοδικά «Ζβεζντά» και «Λένινγκραντ» που καταγγείλαμε. Φταίνε, όχι μόνο γιατί δεν εμπόδισαν να διεισδύσει στη σοβιετική λογοτεχνία η βλαβερή επίδραση του Ζοστσένκο, της Αχμάτοβα και άλλων μη σοβιετικών συγγραφέων, μα ακόμα και γιατί κλείσαν τα μάτια τους μπροστά στο γεγονός ότι στα περιοδικά μας μπήκαν ύπουλα τάσεις και ήθη ξένα προς τη σοβιετική λογοτεχνία.

Στα λάθη των περιοδικών του Λένινγκραντ έπαιξε, επίσης, ρόλο το σύστημα του ανεύθυνου που θρονιάστηκε στη διεύθυνση των περιοδικών και ιδιαίτερα στη σύνταξη των περιοδικών του Λένινγκραντ. Κανένας δεν ήξερε ποιος ήταν υπεύθυνος για το περιοδικό, στο σύνολό του και στα διάφορα τμήματά του, όπου έλειπε η πιο στοιχειώδης τάξη. Είναι απαραίτητο να διορθώσουμε αυτή την κατάσταση. Να γιατί η Κεντρική Επιτροπή με την απόφασή της όρισε έναν αρχισυντάκτη στη «Ζβεζντά», υπεύθυνο για τον προσανατολισμό του περιοδικού και για την ανώτερη ιδεολογική και καλλιτεχνική ποιότητα των έργων που δημοσιεύει.

Ο σύντροφος Στάλιν ονόμασε τους συγγραφείς μας «μηχανικούς των ψυχών». Ο ορισμός αυτός έχει βαθύ νόημα. Δείχνει την τεράστια ευθύνη των σοβιετικών συγγραφέων για τη διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων, για τη διαπαιδαγώγηση της σοβιετικής νεολαίας, την ευθύνη τους στην επαγρύπνηση: να μην ανέχονται παραποιήσεις στη λογοτεχνική δουλειά. Μερικοί βρίσκουν παράξενο ότι η Κεντρική Επιτροπή πήρε τόσο αυστηρά μέτρα σε ένα ζήτημα λογοτεχνίας. Δεν είμαστε εδώ στη χώρα μας συνηθισμένοι σ’ αυτό. Αν αφήσουμε να γίνει ένα λάθος στην παραγωγή, ή αν το πλάνο της παραγωγής των ειδών πλατιάς κατανάλωσης δεν εκπληρωθεί, ή ακόμα αν δεν εκπληρωθεί το πλάνο της αποθήκευσης ξυλείας, το βρίσκουμε φυσικό να δίνονται μομφές. Μα δεχόμαστε να γίνονται ανεχτά στραπάτσα στη διαπαιδαγώγηση των ψυχών, στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας, κι ωστόσο δεν είναι αυτό ένα πολύ πιο σοβαρό λάθος από το να μην εκπληρωθεί ένα πλάνο παραγωγής, ή από το να αποτύχει ένας στόχος που είχαμε βάλει στη βιομηχανία; Με την απόφασή της η Κεντρική Επιτροπή έχει σκοπό να ευθυγραμμίσει το ιδεολογικό μέτωπο με όλους τους άλλους τομείς της δουλειάς μας. Τώρα τελευταία εμφανίστηκαν μεγάλα ρήγματα και χοντρές ελλείψεις στο ιδεολογικό μέτωπο. Φτάνει να υπενθυμίσω την καθυστέρηση της κινηματογραφικής μας τέχνης, το παραφόρτωμα του δραματικού μας θεάτρου με δημιουργήματα κακής ποιότητας χωρίς να μιλήσουμε γι’ αυτά που συνέβησαν στα περιοδικά «Ζβεζντά» και «Λένινγκραντ».

Η Κεντρική Επιτροπή αναγκάστηκε να επέμβει και να διορθώσει αποφασιστικά την κατάσταση. Δεν είχε το δικαίωμα να μη φερθεί αυστηρά σε κείνους που ξεχνάνε τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο λαό, απέναντι στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας. Αν θέλουμε να στρέψουμε την προσοχή των στελεχών μας στα ιδεολογικά προβλήματα και να βάλουμε τάξη σ’ αυτά δίνοντας καθαρό και σαφή προσανατολισμό στη δουλειά, πρέπει να κρίνουμε σκληρά, όπως αρμόζει στους σοβιετικούς ανθρώπους, τα λάθη και τις ελλείψεις της ιδεολογικής δουλειάς. Τότε μονάχα, θα μπορέσουμε να διορθώσουμε την κατάσταση.

Μερικοί συγγραφείς σκέφτονται έτσι: τον καιρό του πολέμου ο λαός δίψασε τόσο πολύ για λογοτεχνία, δημοσιεύτηκαν τόσο λίγα βιβλία που ο αναγνώστης θα καταβροχθίσει σήμερα οποιοδήποτε εμπόρευμα, ακόμα και μπαγιάτικο. Κι όμως αυτό είναι απολύτως λαθεμένο και δεν μπορούμε να ανεχτούμε οποιαδήποτε λογοτεχνικά έργα που προσφέρουν συγγραφείς, αρχισυντάκτες και εκδότες χωρίς κρίση. Ο λαός περιμένει από τους σοβιετικούς συγγραφείς ένα πραγματικό ιδεολογικό όπλο, μια πνευματική τροφή, που να τον βοηθά να πραγματοποιήσει τα σχέδια της μεγαλόπρεπης σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, της ανόρθωσης και της ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας της χώρας μας. Ο σοβιετικός λαός προβάλλει υψηλές απαιτήσεις στους συγγραφείς, θέλει να ικανοποιούνται οι ιδεολογικές και πολιτιστικές του ανάγκες.

Τον καιρό του πολέμου μάς εμπόδισαν οι συνθήκες να ικανοποιήσουμε αυτές τις ζωτικές ανάγκες. Ο λαός, όμως, θέλει να καταλάβει τα γεγονότα. Το ιδεολογικό και πολιτιστικό του επίπεδο ανέβηκε. Συχνά δεν μένει ικανοποιημένος από την ποιότητα των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων που βγαίνουν στη χώρα μας. Αυτό ακριβώς δεν καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να το καταλάβουν ορισμένοι εργάτες της λογοτεχνίας, ορισμένοι εργάτες του ιδεολογικού μετώπου.

Το επίπεδο των απαιτήσεων και του γούστου του λαού μας έχει ανεβεί πολύ ψηλά και όποιος δεν θέλει, ή δεν μπορεί, να το φτάσει θα μείνει πίσω. Η λογοτεχνία δεν έχει μόνο αποστολή να ακολουθεί το επίπεδο των αναγκών του λαού, μα ακόμα πρέπει να αναπτύσσει τα γούστα του, να ανυψώνει τις απαιτήσεις του, να τον πλουτίζει με καινούργιες ιδέες, να τον πάει προς τα μπρος. Όποιος δεν είναι ικανός να συντονίζει το βήμα του με το λαό, να ικανοποιεί τις ανάγκες του λαού που μεγαλώνουν, να κρατιέται στο επίπεδο των καθηκόντων που μπαίνουν, στο επίπεδο της ανάπτυξης της σοβιετικής κουλτούρας, αναπόφευκτα θα μείνει πίσω.

Ξέρουμε ότι ο λενινισμός ενσάρκωσε όλες τις καλύτερες παραδόσεις των ρώσων δημοκρατών επαναστατών του 19ου αιώνα και ότι ο σοβιετικός μας πολιτισμός γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και άνθισε στη βάση της πολιτιστικής κληρονομιάς του παρελθόντος, που την υποβάλαμε σε βαθιά κριτική. Στον τομέα της λογοτεχνίας, το κόμμα μας αναγνώρισε πολλές φορές, με το στόμα του Λένιν και του Στάλιν, τον εξαιρετικό ρόλο που έπαιξαν οι μεγάλοι δημοκράτες επαναστάτες συγγραφείς και κριτικοί Μπιελίνσκι, Ντομπρολιούμποφ, Τσερνισέφσκι, Σαλτίκοφ-Στσεντρίν, Πλεχάνοφ. Αρχίζοντας από τον Μπιελίνσκι, όλοι οι καλύτεροι εκπρόσωποι της ρώσικης δημοκρατικής επαναστατικής διανόησης απέρριψαν τη λεγόμενη «καθαρή τέχνη», την «τέχνη για την τέχνη» και γίνηκαν κήρυκες της τέχνης για το λαό, της τέχνης με πλούσιο ιδεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Η τέχνη δεν μπορεί να χωρίζεται από τις τύχες του λαού. Θυμηθείτε το περίφημο «Γράμμα στο Γκόγκολ» του Μπιελίνσκι*, όπου ο μεγάλος κριτικός με όλο του το πάθος μαστιγκώνει τον Γκόγκολ, γιατί επιχείρησε να προδώσει την υπόθεση του λαού και να περάσει με το μέρος του τσάρου. Το γράμμα αυτό, ο Λένιν το ονόμασε ένα από τα καλύτερα κείμενα της δημοκρατικής δημοσιογραφίας, που είχε ξεφύγει από τη λογοκρισία. τα κείμενα αυτά διατηρούν και σήμερα ακόμα τη ζωντανή και τεράστιά τους δύναμη. Θυμηθείτε τα φιλολογικά άρθρα του Ντομπρολιούμποφ που δείχνουν με τόση δύναμη όλη την κοινωνική σημασία της λογοτεχνίας. Ολάκερο το έργο των δημοκρατών επαναστατών συγγραφέων το διαποτίζει θανάσιμο μίσος για το τσαρικό καθεστώς και ο ευγενικός πόθος του αγώνα για τα ζωτικά συμφέροντα του λαού, για τον πολιτισμό, για τη μόρφωσή του, για την απελευθέρωσή του από τα δεσμά του τσαρικού καθεστώτος. Για τους μεγάλους εκπροσώπους της ρώσικης λογοτεχνίας, η λογοτεχνία και η τέχνη είναι τέχνες μαχητικές που οδηγούν την πάλη για τα πιο υψηλά ιδανικά του λαού. Ο Τσερνιτσέφσκι, που ανάμεσα σ’ όλους τους ουτοπιστές σοσιαλιστές πλησίασε περισσότερο τον επιστημονικό σοσιαλισμό και που μέσα στο έργο του, όπως τόνιζε ο Λένιν «φυσούσε ο αέρας της ταξικής πάλης» – ο Τσερνισέφσκι κήρυττε πως καθήκον της τέχνης δεν είναι μονάχα να γνωρίζει τη ζωή, μα και να μαθαίνει τους ανθρώπους να εκτιμούν σωστά τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Ο πιο στενός του φίλος και συναγωνιστής, ο Ντομπρολιούμποφ, τόνιζε πως «η ζωή δεν ακολουθεί τους κανόνες της λογοτεχνίας, μα η λογοτεχνία προσαρμόζεται στις τάσεις της ζωής», και ήταν ένθερμος προπαγανδιστής μιας λογοτεχνίας ρεαλιστικής και λαϊκής, θεωρώντας ότι βάση της τέχνης είναι η πραγματικότητα, πως αυτή είναι η πηγή της καλλιτεχνικής δημιουργίας και πως η τέχνη παίζει ενεργό ρόλο στη δημόσια ζωή, διαμορφώνοντας την κοινωνική συνείδηση. Σύμφωνα με τον Ντομπρολιούμποφ, η λογοτεχνία πρέπει να εξυπηρετεί την κοινωνία, να δίνει στο λαό απάντηση στα πιο φλέγοντα ζητήματα της στιγμής, να κρατιέται στο επίπεδο των ιδεών της εποχής της.

Η μαρξιστική λογοτεχνική κριτική, συνεχίζοντας τις μεγάλες παραδόσεις του Μπιελίνσκι, του Τσερνισέφσκι και του Ντομπρολιούμποφ ήταν πάντα επικεφαλής στον αγώνα για μια ρεαλιστική και κοινωνικά προσανατολισμένη τέχνη. Ο Πλεχάνοφ δούλεψε πολύ για να ξεσκεπάσει τις ιδεαλιστικές αντιεπιστημονικές αντιλήψεις για τη λογοτεχνία και την τέχνη και για να υποστηρίξει τις θεμελιώδεις αρχές των μεγάλων μας επαναστατών δημοκρατών, που μας δίδασκαν να βλέπουμε τη λογοτεχνία σαν ένα ισχυρό όπλο στην υπηρεσία του λαού.

* Το γράμμα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε το 1855, στο περιοδικό «Πολαρνάγια Ζβεζντά» που έβγαζε ο Χέρτσεν στο Λονδίνο.

Ο Β. Ι. Λένιν εξέφρασε πρώτος και πεντακάθαρα τη στάση της πρωτοπόρας κοινωνικής σκέψης απέναντι στη λογοτεχνία και την τέχνη. Θα σας θυμίσω το περίφημο άρθρο του Λένιν «Οργάνωση του κόμματος και κομματική λογοτεχνία», που τό’ γραψε στα τέλη του 1905 και όπου έδειξε με όλη του τη δύναμη που τον χαρακτηρίζει, πως η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι ακομμάτιστη, πως πρέπει να είναι σημαντικό τμήμα της γενικής υπόθεσης του προλεταριάτου. Στο άρθρο αυτό ο Λένιν έβαλε τις αρχές που βρίσκονται στη βάση της ανάπτυξης της σοβιετικής μας λογοτεχνίας. Ο Λένιν έγραφε:

«Η λογοτεχνία πρέπει να γίνει κομματική λογοτεχνία. Καταπολεμώντας τα αστικά ήθη, καταπολεμώντας τον αστικό τύπο των εργοδοτών και των εμπόρων, καταπολεμώντας τον αρριβισμό και το λογοτεχνικό ατομικισμό των αστών, καταπολεμώντας τον “αριστοκρατικό αναρχισμό”, και το κυνηγητό του κέρδους, το σοσιαλιστικό προλεταριάτο πρέπει να στερεώνει την αρχή μιας κομματικής λογοτεχνίας, να πραγματοποιεί και να αναπτύσσει αυτή την αρχή με μορφή όσο γίνεται πλέρια και ολοκληρωμένη.

Σε τι συνίσταται, λοιπόν, αυτή η αρχή της κομματικής λογοτεχνίας; Όχι μόνο στο ότι για το σοσιαλιστικό προλεταριάτο η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι μέσο πλουτισμού για άτομα ή ομάδες ατόμων, μα δεν μπορεί να είναι και υπόθεση ατομική, ανεξάρτητη από τη γενική υπόθεση του προλεταριάτου. Κάτω οι ακομμάτιστοι λογοτέχνες! Κάτω οι υπεράνθρωποι της λογοτεχνίας! Η λογοτεχνία πρέπει να γίνει τμήμα της γενικής υπόθεσης του προλεταριάτου».

Και παρακάτω στο ίδιο άρθρο:

«Είναι αδύνατο να ζεις μέσα σε μια κοινωνία και να μην εξαρτιέσαι απ’ αυτήν. Η ελευθερία του αστού συγγραφέα, του καλλιτέχνη, της ηθοποιού είναι μονάχα μια σκεπασμένη (ή υποκριτικά μασκαρεμένη) εξάρτηση από το πουγγί, εξάσκηση από τον διαφθορέα, εξάρτηση από το μαστρωπό».

Ο λενινισμός ξεκινά από την αρχή ότι η λογοτεχνία μας δεν μπορεί να είναι απολίτικη, ότι δεν μπορεί να εκπροσωπεί μια «τέχνη για την τέχνη», μα ότι έχει να παίξει βασικό πρωτοποριακό ρόλο στην κοινωνική ζωή. Από κει βγαίνει η λενινιστική αρχή για την κομματικότητα στη λογοτεχνία, η πιο πολύτιμη συμβολή του Β. Ι. Λένιν στην επιστήμη για τη λογοτεχνία.

Συνεπώς, η καλύτερη παράδοση της σοβιετικής λογοτεχνίας συνεχίζει τις καλύτερες παραδόσεις της ρώσικης λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, που δημιούργησαν οι μεγάλοι μας δημοκράτες επαναστάτες –Μπιελίνσκι, Ντομπρολιούμποφ, Τσερνισέφσκι, Σαλτίκοφ-Στσεντρίν. Τις παραδόσεις αυτές τις συνέχισε ο Πλεχάνοφ και τις διατύπωσαν και τις επεξεργάστηκαν επιστημονικά ο Λένιν και ο Στάλιν.

Ο Νεκράσοφ ονόμαζε την ποίησή του «μούσα της εκδίκησης και του πόνου». Ο Τσερνισέφσκι και ο Ντομπρολιούμποφ θεωρούσαν πως η λογοτεχνία βρίσκεται στην ιερή υπηρεσία του λαού. Μέσα στο τσαρικό καθεστώς οι καλύτεροι εκπρόσωποι της δημοκρατικής ρωσικής διανόησης πεθαίναν γι’ αυτές τις ευγενικές και μεγάλες ιδέες. Σέρνονταν στα κάτεργα και στην εξορία. Πώς μπορεί να ξεχάσει κανείς τις ένδοξες αυτές παραδόσεις; Πώς μπορεί κανείς να τις περιφρονεί; Πώς μπορεί κανείς να επιτρέπει σε Αχμάτοβες και Ζοστσένκηδες να ρίχνουν λαθραία το αντιδραστικό σύνθημα της «τέχνης για την τέχνη» και σκεπασμένοι κάτω από τη μάσκα της απολιτικότητας, να μπάζουν ξένες ιδέες στο σοβιετικό λαό;

Ο λενινισμός δίνει στη λογοτεχνία μας μια τεράστια μεταμορφωτική σημασία. Αν η σοβιετική μας λογοτεχνία επέτρεπε να ξεπέσει αυτός ο τεράστιος διαπαιδαγωγικός ρόλος, αυτό θα σήμαινε οπισθοδρόμηση, επιστροφή στη «λίθινη» εποχή.

Να λοιπόν πώς ήταν το Λένινγκραντ πριν και πώς έγινε τώρα. Άσχημο, ακαλλιέργητο, πρόστυχο. Πόσο ενοχλητικό φάνηκε στον καημένο τον αγαπητό «Ονέγκιν»! Μ’ αυτό τον τρόπο περιγράφει ο Κάζιν το Λένινγκραντ και τους κατοίκους του.

Πόση κακία, πόση διαστροφή, πόση σαπίλα αποκαλύπτει αυτή η συκοφαντική παρωδία…

Πώς μπόρεσε η σύνταξη του «Λένινγκραντ» να αφήσει να περάσει αυτή η κακεντρεχής συκοφαντία για την πόλη και τους θαυμάσιους κατοίκους της; Πώς μπορούμε να δεχόμαστε τέτοιους Κάζιν στα περιοδικά του Λένινγκραντ;

Πάρτε ένα άλλο έργο, την παρωδία μιας παρωδίας για τον Νεκράσωφ, είναι γραμμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε είναι άμεση βρισιά στη μνήμη του μεγάλου ποιητή και του δημόσιου άντρα, βρισιά που για δαύτην έπρεπε να αγανακτήσει κάθε φωτισμένος άνθρωπος. Ωστόσο, η σύνταξη του «Λένινγκραντ» δημοσίευσε πρόθυμα αυτό το πρόστυχο λογοτεχνικό κατασκεύασμα.

Τι άλλο βρίσκουμε ακόμα στο περιοδικό «Λένινγκραντ»; Ένα ανέκδοτο, ξένο, ανούσιο και χυδαίο, παρμένο προφανώς από τις παλιές συλλογές των ξεφτισμένων ανεκδότων του τέλους του περασμένου αιώνα. Μα δεν έχει λοιπόν τίποτα άλλο να δημοσιεύσει, δεν υπάρχει τίποτα άξιο να γράψει; Πάρτε π.χ. το θέμα της ανασυγκρότησης του Λένινγκραντ. Παντού κοχλάζει μια θαυμάσια δουλειά. Η πόλη γιατρεύει τις πληγές της πολιορκίας. Οι λενινγκραδέζοι ξεχυλάνε από ενθουσιασμό και από τη χαρούμενη συγκίνηση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Γράψαν τίποτε γι’ αυτό το θέμα στο περιοδικό «Λένινγκραντ»; Θα δούνε τάχα μια μέρα οι λενινγκραδέζοι τα κατορθώματά τους στη δουλειά να αντικαθρεπτίζονται στις σελίδες του περιοδικού;

Ας πάρουμε τώρα το θέμα της σοβιετικής γυναίκας. Επιτρέπεται να καλλιεργούμε στους σοβιετικούς αναγνώστες και τις σοβιετικές αναγνώστριες τις επαίσχυντες γνώμες της Αχμάτοβα για το ρόλο και τον προορισμό της γυναίκας, χωρίς να δίνουμε ούτε μια σωστή εικόνα για τη σοβιετική γυναίκα γενικά, για την κοπέλα και για την ηρωική γυναίκα του Λένινγκραντ ιδιαίτερα, που σήκωσαν το βάρος των τεράστιων δυσκολιών στα χρόνια του πολέμου και σήμερα δουλεύουν με αυταπάρνηση για να εκπληρώσουν τα δύσκολα καθήκοντα της οικονομικής ανόρθωσης;

Όπως βλέπουμε η κατάσταση στο τμήμα του Λένινγκραντ της Ένωσης των συγγραφέων είναι τέτοια τούτη την ώρα που δεν υπάρχουν –να το πούμε καθαρά- αρκετά έργα αξίας για δυο λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά περιοδικά. Να γιατί η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος αποφάσισε να σταματήσει η έκδοση του περιοδικού «Λένινγκραντ», ώστε να συγκεντρωθούν όλες οι καλύτερες λογοτεχνικές δυνάμεις στο περιοδικό «Ζβεζντά». Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει πως το Λένινγκραντ δεν θα αποκτήσει, στις κατάλληλες συνθήκες και δεύτερο περιοδικό, και τρίτο ακόμα. Το πρόβλημα αυτό θα λυθεί από τον αριθμό των έργων ποιότητας και αξίας. Αν αυτά τα έργα είναι αρκετά και δεν τους φτάνει ένα μόνο περιοδικό, θα μπορεί να δημιουργηθεί και δεύτερο και τρίτο περιοδικό. Μα μόνο με τον όρο πως οι συγγραφείς μας του Λένινγκραντ θα δημιουργούν έργα αξίας από άποψη ιδεολογική και καλλιτεχνική.

Αυτά είναι, λοιπόν, τα χοντρά λάθη και οι ελλείψεις που ξεσκεπάζει και τονίζει η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ (μπ.) της ΕΣΣΔ για τη δουλειά των περιοδικών «Ζβεζντά» και «Λένινγκραντ».

Πού βρίσκεται η ρίζα αυτών των λαθών και αυτών των ελλείψεων; Βρίσκεται στο γεγονός ότι οι αρχισυντάκτες των περιοδικών που αναφέραμε, οι σοβιετικοί λόγιοι, καθώς και οι καθοδηγητές του ιδεολογικού μας μετώπου στο Λένινγκραντ ξέχασαν μερικές βασικές αρχές του λενινισμού για τη λογοτεχνία. Πολλοί από τους συγγραφείς, και ακόμα από κείνους που δουλεύουν υπεύθυνοι συντάκτες, ή κατέχουν σπουδαίες θέσεις στην Ένωση των συγγραφέων, νομίζουν ότι η πολιτική είναι υπόθεση της κυβέρνησης, υπόθεση της Κεντρικής Επιτροπής. Όσο για τους ανθρώπους των γραμμάτων, δεν είναι δουλειά τους να ασχολούνται με την πολιτική. Φτάνει ένα κείμενο να είναι καλογραμμένο, με τέχνη, και το θεωρούν κατάλληλο να δημοσιευτεί, χωρίς να λογαριάζουν τη σαπίλα που περιέχει και που αποπροσανατολίζει τη νεολαία μας, τη δηλητηριάζει. Έχουμε την αξίωση από τους συντρόφους μας, τόσο τους καθοδηγητές της λογοτεχνίας, όσο και τους συγγραφείς, να έχουν οδηγό τους ετούτο το πράμα, που δίχως αυτό δεν μπορεί να ζήσει το σοβιετικό καθεστώς, δηλαδή την πολιτική, για να αναθρέψουμε τη νεολαία μας όχι στο πνεύμα του «ωχαδερφισμού» και της αδιαφορίας για τις ιδέες, μα στο πνεύμα της επαναστατικής ζέσης.

Γιατί, λοιπόν, ξαφνικά ήταν ανάγκη να εκλαϊκέψουμε την ποίηση της Αχμάτοβα; Τι σχέση έχει αυτή με μας τους σοβιετικούς ανθρώπους; Τι ανάγκη να δώσουμε ένα λογοτεχνικό ρήμα σ’ όλες αυτές τις τάσεις της παρακμής, που μας είναι βαθύτατα ξένες;

Ξέρουμε από την ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας πως πολλές φορές τα αντιδραστικά λογοτεχνικά ρεύματα, όπου ανήκουν οι συμβολιστές και οι ακμεϊστές, προσπάθησαν να σηκώσουν σταυροφορία ενάντια στις μεγάλες δημοκρατικές επαναστατικές παραδόσεις της ρώσικης λογοτεχνίας, ενάντια στους πρωτοπόρους εκπροσώπους της. Προσπάθησαν να στερήσουν τη λογοτεχνία από την υψηλή ιδεολογική και κοινωνική σημασία της, να τη ρίξουν στα βαλτονέρια της απολιτικότητας και της κοινοτοπίας. Όλα αυτά τα ρεύματα «της μόδας» βούλιαξαν στη λήθη και καταχωνιάστηκαν στο παρελθόν, μαζί με τις τάξεις που την ιδεολογία τους αντανακλούσαν. Τι απόμεινε στη ρώσικη και στη σοβιετική μας λογοτεχνία απ’ όλους αυτούς τους συμβολιστές, τους ακμεϊστές, τους «Κιτρινοσακάκηδες», τους «Βαλέ-Καρό» κλπ; Απολύτως τίποτα. Αν και η σταυροφορία τους ενάντια στους μεγάλους εκπροσώπους της δημοκρατικής επαναστατικής ρώσικης λογοτεχνίας –τον Μπιελίνσκι, τον Ντομπρολιούμποφ, τον Τσερνισέφσκι, τον Χέρτσεν, τον Σαλτίκοφ-Στσεντρίν- προετοιμάστηκε με μεγάλο θόρυβο και με πολλές αξιώσεις για να αποτύχει με τον ίδιο τρόπο.

Οι ακμεϊστές διακήρυξαν: «Να μην αλλάζουμε καθόλου την πραγματικότητα, και να μην καταπιανόμαστε με την κριτική της πραγματικότητας αυτής». Γιατί εναντιώνονταν να αλλάξει η πραγματικότητα; Απλούστατα γιατί η παλιά αυτή πραγματικότητα των ευγενών και των αστών τούς άρεσε και γιατί ο επαναστατικός λαός ετοιμαζόταν να κλονίσει αυτή την πραγματικότητα που ήταν δικιά τους πραγματικότητα. Τον Οκτώβρη του 1917, ο λαός έριξε στον οχετό της ιστορίας τις κυρίαρχες τάξεις μαζί με τους ιδεολόγους τους και τους υμνητές τους.

Και να που στα 29χρονα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης αυτές οι αντίκες από τον κόσμο του ζόφου ξαναβγαίνουν ξαφνικά στην επιφάνεια και αρχίζουν να διδάσκουν στη νεολαία μας πώς να ζει. Η Αχμάτοβα είδε να της ανοίγονται διάπλατα οι πόρτες ενός περιοδικού του Λένινγκραντ, και μπόρεσε έτσι λεύτερα να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας με τη φαρμακερή πνοή της ποίησής της. Το περιοδικό «Λένινγκραντ» δημοσίευσε σε ένα από τα φύλλα του ένα είδος ανθολογίας με έργα που έχει γράψει η Αχμάτοβα από το 1909 ως το 1944. Μέσα σ’ όλο αυτό το παλιατζίδικο βρίσκεται ένα ποίημα που γράφτηκε τον καιρό του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, τότε που γινόταν η εκκένωση του Λένινγκραντ. Περιγράφει στο ποίημα αυτό τη μοναξιά της, που είναι υποχρεωμένη να τη μοιράζεται μ’ ένα μαύρο γατί. Το μαύρο γατί την κοιτάζει σαν το μάτι του αιώνα. Το θέμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Η Αχμάτοβα από το 1909 κιόλας μιλούσε για το μαύρο γατί. Το αίσθημα της μοναξιάς και της απόγνωσης, το ξένο προς τη σοβιετική λογοτεχνία, είναι το οδηγητικό νήμα όλου του «έργου» της Αχμάτοβα.

Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτή την ποίηση και στα συμφέροντα του λαού μας και του κράτους μας; Απολύτως τίποτα. Το έργο της Αχμάτοβα ανήκει στο μακρινό παρελθόν, είναι εντελώς ξένο προς τη σύγχρονη σοβιετική πραγματικότητα και δεν μπορεί να το ανεχόμαστε στις σελίδες των περιοδικών μας. Η λογοτεχνία μας δεν είναι ατομική επιχείρηση, που πάει να ικανοποιήσει τα διάφορα γούστα της λογοτεχνικής αγοράς. Δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να δίνουμε θέση μέσα στη λογοτεχνία μας σε γούστα και ήθη που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την ηθική και τις αρετές των σοβιετικών ανθρώπων. Τι το διδακτικό μπορούν να δώσουν στη νεολαία μας τα έργα της Αχμάτοβα; Τίποτα, εξόν από κακό. Σπέρνουν μονάχα την κατάπτωση, την αποθάρρυνση, την απαισιοδοξία, τον πόθο της φυγής από τα ουσιαστικά ζητήματα της κοινωνικής ζωής τον πόθο της απομάκρυνσης από τον πλατύ δρόμο της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας για έναν κόσμο στενό, ατομικών συγκινήσεων. Πώς μπορούμε να της εμπιστευόμαστε τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας μας; Κι όμως, δημοσίευσαν με πολλή σπουδή την Αχμάτοβα, τόσο στη «Ζβεζντά», όσο και στο «Λένινγκραντ» και ακόμα χειρότερα, οι στίχοι της δημοσιεύτηκαν σε συλλογές. Αυτό είναι ένα χοντρό πολιτικό λάθος. Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι στα περιοδικά του Λένινγκραντ άρχισαν να παρουσιάζονται έργα και άλλων συγγραφέων που άρχισαν να γλιστράνε στις θέσεις της ιδεολογικής αδιαφορίας και της παρακμής, εννοώ έργα σαν τα γραφτά του Σαντόβιεφ και της Κομισάροβα. Σε μερικούς στίχους τους οι δυο αυτοί ποιητές βάλθηκαν να κρατούν τον ίσο στην Αχμάτοβα, να καλλιεργούν και αυτοί το πνεύμα της κατάπτωσης, της θλίψης και της μοναξιάς, που τόσο τ’ αγαπά η Αχμάτοβα.

Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια νοοτροπία, ή η προπαγάνδα για μια τέτοια νοοτροπία δεν μπορεί παρά να έχει αρνητική επίδραση στη νεολαία μας, να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας μας με τη μολυσμένη ανάσα του πνευματικού κενού, της απολιτικότητας και της κατάπτωσης.

Τι θα είχε γίνει αν είχαμε αναστήσει τα παιδιά μας στο πνεύμα της ηττοπάθειας και της έλλειψης πίστης για την υπόθεσή μας; Θα είχε γίνει τούτο δα, δεν θα θριαμβεύαμε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Ακριβώς γιατί το σοβιετικό κράτος και το κόμμα μας, με τη βοήθεια της σοβιετικής λογοτεχνίας ανάστησαν τη νεολαία μας με το πνεύμα του θάρρους και της εμπιστοσύνης στις δυνάμεις της, μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τις πιο μεγάλες δυσκολίες στο χτίσιμο του σοσιαλισμού και μπορέσαμε να νικήσουμε τους γερμανούς και τους γιαπωνέζους.

Τι βγαίνει απ’ αυτά; Βγαίνει ότι το περιοδικό «Ζβεζντά», δημοσιεύοντας –πλάι σε έργα αξιόλογα, πλούσια σε ιδέες, παρορμητικά – έργα χωρίς ιδέες, κοινότυπα, αντιδραστικά, έγινε ένα περιοδικό χωρίς προσανατολισμό, ένα περιοδικό που βοηθά τους εχθρούς μας να διαφθείρει τη νεολαία μας. Ωστόσο τα περιοδικά μας πάντα τα διέκριναν οι παρορμητικές, οι επαναστατικές τάσεις τους και όχι ο εκλεκτικισμός, η έλλειψη ιδεών και η απολιτικότητα. Η προπαγάνδα της απουσίας ιδεών πολιτογραφήθηκε στη «Ζβεζντά». Κάτι παραπάνω, αποδεικνύεται ότι ο Ζοστσένκο απόκτησε τέτοια επίδραση ανάμεσα στις οργανώσεις των συγγραφέων του Λένινγκραντ, που τά’ βαζε με όσους δεν συμφωνούσαν μαζί του και απειλούσε να διαπομπεύσει τους κριτικούς, στα μελλοντικά του έργα. Είχε γίνει ένα είδος δικτάτορα λογοτεχνικού. Τον τριγύριζε μια ομάδα από θαυμαστές, που έφτιαχναν τη δόξα του.

Αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο, γιατί επιτρέψατε αυτή την αντιδραστική και παρά φύσει υπόθεση;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στα λογοτεχνικά περιοδικά του Λένινγκραντ εκστασιάζονται για την αστική λογοτεχνία της κακής ποιότητας που οργιάζει σήμερα στη Δύση. Μερικοί από τους συγγραφείς μας άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους όχι δασκάλους, μα μαθητές των μικροαστών λογίων, πήραν ύφος δουλικότητας και θαυμασμού απέναντι στην ξένη μικροαστική λογοτεχνία. Ταιριάζει σ’ εμάς, τους σοβιετικούς πατριώτες, αυτός ο δουλικός θαυμασμός, σ’ εμάς που χτίσαμε το σοβιετικό καθεστώς, που είναι εκατό φορές ανώτερο και καλύτερο από κάθε αστικό καθεστώς; Αρμόζει στην πρωτοπόρα μας σοβιετική λογοτεχνία, την πιο επαναστατική στον κόσμο να θαυμάζει δουλικά τη στενοκέφαλη και μικροαστική λογοτεχνία της Δύσης;

Ένα μεγάλο ελάττωμα των συγγραφέων μας είναι επίσης πως απομακρύνονται από τα σημερινά σοβιετικά θέματα, πως τους συνεπαίρνουν μονόπλευρα τα ιστορικά θέματα από τη μια μεριά, και από την άλλη πασκίζουν να χρησιμοποιούν μονάχα θέματα διασκεδαστικά και ασήμαντα. Μερικοί συγγραφείς , για να δικαιολογηθούν που απομακρύνθηκαν από τα μεγάλα σημερινά σοβιετικά θέματα, λένε ότι ήρθε η ώρα όπου ο λαός έχει ανάγκη από ελαφριά και κούφια λογοτεχνία, όπου δεν χρειάζονται ιδέες στα έργα. Αυτό σημαίνει πως έχουν μια απόλυτα λαθεμένη ιδέα για το λαό μας, για τις απαιτήσεις του και τα ενδιαφέροντά του. Ο λαός μας περιμένει από τους σοβιετικούς συγγραφείς να εκφράσουν και να γενικεύσουν την τεράστια πείρα που αποκόμισε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, να αναπαραστήσουν και να γενικεύσουν τον ηρωισμό με τον οποίο ο ίδιος αυτός λαός δουλεύει σήμερα, αφού έδιωξε τους εχθρούς, για να ανορθώσει την εθνική οικονομία της χώρας.

Δυο λόγια σχετικά με το περιοδικό «Λένινγκραντ». Ο Ζοστσένκο κρατά αυτού μια θέση ακόμα πιο γερή απ’ ό,τι έχει γίνει στη «Ζβεζντά», όπως και η Αχμάτοβα. Και οι δυο τους έγιναν η κινητήρια λογοτεχνική δύναμη αυτών των περιοδικών. Έτσι, το περιοδικό «Λένινγκραντ» έχει την ευθύνη, που άνοιξε τις σελίδες του σε συγγραφείς τόσο χυδαίους σαν το Ζοστσένκο και σε ποιητές των σαλονιών σαν την Αχμάτοβα.

Μα το περιοδικό «Λένινγκραντ» έκανε κι άλλα λάθη ακόμα. Να π.χ. μια παρωδία του Ευγένιου Ονέγκιν, που έγραψε κάποιος Κάζιν. Το κατασκεύασμα αυτό ονομάζεται: «Ο γυρισμός του Ονέγκιν». Λένε ότι μπορείς να το δεις συχνά στα θέατρα του Λένινγκραντ. Είναι ακατανόητο ότι οι λενινγκραδέζοι επιτρέπουν να δυσφημείται δημόσια το Λένινγκραντ, όπως το δυσφημεί ο Κάζιν. Γιατί, το νόημα όλης αυτής της λεγόμενης «λογοτεχνικής παρωδίας» δεν είναι απλώς μια αθώα κοροϊδία για τα παθήματα του Ονέγκιν που ξεπέφτει στο σημερινό Λένινγκραντ. Το νόημα αυτού του λίβελλου είναι μια προσπάθεια να συγκριθεί το σημερινό μας Λένινγκραντ με την Πετρούπολη της εποχής του Πούσκιν και να αποδειχτεί έτσι πως ο αιώνας μας είναι κατώτερος από τον αιώνα του Ονέγκιν. Ας δούμε έστω και λίγους στίχους αυτής της «παρωδίας». Τίποτε από το σημερινό Λένινγκραντ δεν αρέσει στο συγγραφέα. Όλο φαρμακερές κοροϊδίες έχει και συκοφαντίες για τους σοβιετικούς ανθρώπους και τον Λένινγκραντ, ενώ ο αιώνας του Ονέγκιν, αν πιστέψουμε τον Κάζιν, είναι ο χρυσός αιώνας. Σήμερα τα πράματα είναι ολότελα διαφορετικά: Υπάρχει η υπηρεσία στέγασης, τα δελτία τροφίμων, οι ταυτότητες. Οι κοπέλες, τα αιθέρια και ουράνια αυτά πλάσματα, που θαύμαζε άλλοτε ο Ονέγκιν, έγιναν τώρα αστυνομικίνες της κυκλοφορίας, μερεμετίζουν τα σπίτια κλπ. κλπ… Επιτρέψτε μου να αναφέρω ένα μόνο απόσπασμα απ’ αυτή την «παρωδία»:

Να και ο καλός μας ο Ευγένιος στο τραμ

Αλί στο δύσμοιρο τι ατυχία!

Τι στον αιώνα του τον απολίτιστο

Δεν είχε βλέπεις τραμ και λεωφορεία

Θα είχε ως φαίνεται καλό το ριζικό

Και μοναχά στον κάλο τον πατήσαν

Και μια φορά μονάχα τον εσπρώξανε

Και μόνο μια φορά «βλάκα!», τον βρίσαν

Και αυτός θρεμένος με παλιές συνήθειες

Αμέσως ζήτησε μονομαχία,

Στις τσέπες έψαξε τα γάντια του να βρει:

… Τά’ χαν βουτήξει μες στη φασαρία.

Μια και τα γάντια είχανε πετάξει

Προτίμησε ο Ευγένιος να το ράψει.

Η Άννα Αχμάτοβα είναι ένας από τους εκπροσώπους αυτού του λογοτεχνικού βάλτου, του αντιδραστικού και κούφιου από ιδέες. Ανήκει στη φιλολογική ομάδα των «ακμεϊστών»* που ξεπήδησαν εκείνο τον καιρό από την ομάδα των συμβολιστών. Και είναι από τους σημαιοφόρους της άδειας ποίησης χωρίς ιδέες, της αριστοκρατικής ποίησης των σαλονιών, είναι απόλυτα ξένη προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Οι ακμεϊστές εκπροσωπούσαν ένα ρεύμα εντελώς ατομικιστικό στην τέχνη. Κήρυτταν τη θεωρία της «τέχνης για την τέχνη», της «ομορφιάς για την ομορφιά» και δεν θέλαν να ακούσουν τίποτα για το λαό, για τους ανάγκες του, για τα ενδιαφέροντά του, για τη δημόσια ζωή.

Από τις κοινωνικές του ρίζες ο ακμεϊσμός ήταν ένα ρεύμα των ευγενών και των αστών μέσα στη λογοτεχνία, σε μια εποχή όπου ήταν πια μετρημένες οι μέρες της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης. Και όπου οι ποιητές και οι ιδεολόγοι των κυρίαρχων τάξεων πάσκιζαν να αποφύγουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα καταφεύγοντας στα σύννεφα, στις ομίχλες του θρησκευτικού μυστικισμού, στις άθλιες προσωπικές τους συγκινήσεις και στο σκάλισμα των ταπεινών ψυχών τους. Οι ακμεϊστές, όπως και οι συμβολιστές, οι ντεκαντάν, και άλλοι εκπρόσωποι της ιδεολογίας των ευγενών και των αστών που βρισκόταν σε αποσύνθεση, ήταν οι απολογητές της κατάπτωσης, της απαισιοδοξίας, της πίστης στο υπερπέραν.

Τα θέματα που εμπνέουν την Αχμάτοβα είναι καθαρά ατομικιστικά. Η διαπασών της ποίησής της δεν ξεπερνά το τιποτένιο, είναι ποίηση μιας υστερικιάς μεγαλοκυράς που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο γραφειάκι της και το παρεκκλήσι. Το κύριο γι’ αυτήν είναι τα ερωτικά μοτίβα, ανακατεμένα με τα μοτίβα της θλίψης, της ανίας, του θανάτου, του μυστικισμού, του μοιραίου. Το αίσθημα του μοιραίου –που είναι κατανοητό για την κοινωνική συνείδηση μιας ομάδας που σβήνει- οι πένθιμοι τόνοι της απόγνωσης, της αγωνίας, οι μυστικιστικές ερωτόπαθες εξάψεις, αυτός είναι ο πνευματικός κόσμος της Αχμάτοβα, που και η ίδια δεν είναι παρά ένα απομεινάρι της παλιάς κουλτούρας των ευγενών, που χάθηκε για πάντα στην αιωνιότητα, του «παλιού καλού καιρού της Αικατερίνης». Καλόγρια ή πόρνη, ή μάλλον καλόγρια και πόρνη, που μέσα της συνταιριάζεται η ακολασία με την προσευχή.

… Στ’ ορκίζομαι στον κήπο των αγγέλων

στ’ ορκίζομαι στο κόνισμα της Παναγιάς

στις φλογερές εκστάσεις που περνούσαμε τις νύχτες.

(Αχμάτοβα. «Άννα Ντόμινι»)

Αυτή είναι η Αχμάτοβα με τη μικρόχαρη και προσωπική της ζωή, με τις τιποτένιες της συγκινήσεις, και το θρησκευτικό και μυστικιστικό ερωτισμό της.

Η ποίησή της είναι εντελώς απομακρυσμένη από το λαό. Είναι ποίηση των δέκα χιλιάδων προνομιούχων της παλιάς Ρωσίας των ευγενών, που δεν τους μένει άλλο παρά να αναστενάζουν «για τον παλιό καλό καιρό». Οι αρχοντικές επαύλεις της εποχής της Αικατερίνης της Β΄, με τις αλέες που τις σκίαζαν οι εκατόχρονες φλαμουριές, με τα συντριβάνια τους, τα αγάλματα και τις πέτρινες αψίδες, τα θερμοκήπια, τα κιόσκια των ερωτευμένων και τους μισόσβηστους θυρεούς στη μεγάλη πόρτα. Η Πετρούπολη των ευγενών, το Τσάρκοϊ-Σέλο, το Πάρκο του Παβλόφσκι και άλλα λείψανα της κουλτούρας των ευγενών. Όλα αυτά χάθηκαν στο παρελθόν που δεν ξαναγυρνά! Τα υπολείμματα αυτής της τόσο μακρινής κουλτούρας, της τόσο ξένης προς το λαό που διατηρήθηκαν από κάποιο θαύμα ως τις μέρες μας, δεν έχουν πια τίποτα άλλο να κάνουν, παρά να κλείνονται στον εαυτό τους και να ζουν με χίμαιρες: «Όλα λεηλατήθηκαν, προδόθηκαν, πουλήθηκαν», γράφει η Αχμάτοβα. Για τα κοινωνικοπολιτικά και λογοτεχνικά ιδανικά των ακμεϊστών έγραφε, λίγο πριν από την επανάσταση, ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους της ομάδας, ο Όσικ Μάντελσταμ:

«Οι ακμεϊστές αγαπούν κι αυτοί τον οργανισμό και την οργάνωση, όπως ο μεσαίωνας, ο φυσιολογικά μεγαλοφυής… Ο μεσαίωνας, καθορίζοντας με τον τρόπο του το ειδικό βάρος του ανθρώπου, τον ένιωθε και τον αναγνώριζε σαν άτομο, εντελώς ανεξάρτητα από την αξία του… Μάλιστα, η Ευρώπη πέρασε μέσα από το λαβύρινθο μιας εκλεπτυσμένης κουλτούρας όταν η αφηρημένη ζωή, η προσωπική ύπαρξη, χωρίς κανένα στολίδι εκτιμούνταν σαν κατόρθωμα. Από δω προέρχεται η αριστοκρατική οικειότητα που δένει τους ανθρώπους μεταξύ τους, που είναι τόσο ξένη προς το πνεύμα της “ισότητας και της αδελφότητας” της μεγάλης επανάστασης… Αγαπάμε το μεσαίωνα, γιατί είχε εξαιρετικά αναπτυγμένο το αίσθημα των ορίων και των φραγμών… Το γενναιόδωρο συγκέρασμα της λογικής σκέψης και του μυστικισμού, η σύλληψη του κόσμου σαν μια ζωντανή ισορροπία μάς πλησιάζουν σ’ αυτή την εποχή και μάς σπρώχνουν να αντλούμε δυνάμεις από τα έργα που γεννήθηκαν στη ρωμανική εποχή γύρω στα 1200».

Αυτά τα λόγια του Μάντελσταμ εκφράζουν τους πόθους και τα ιδανικά των ακμεϊστών. «Ας γυρίσουμε στον μεσαίωνα» – αυτό είναι το κοινωνικό ιδανικό τούτης της αριστοκρατικής ομάδας των σαλονιών. «Ας γυρίσουμε στη μαϊμού» σιγοντάρει ο Ζοστσένκο. Άλλωστε, τόσο οι ακμεϊστές, όσο και οι Αδελφοί Σεραπίονες έχουν έναν κοινό πρόγονο. Και για τους μεν και για τους δε ο πρόγονος αυτός είναι ο Χόφμαν, ένας από τους ιδρυτές της παρακμής και του αριστοκρατικού μυστικισμού των σαλονιών.

 

*Οι ακμεϊστές εμφανίστηκαν στη 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη ακμή. Αυτοονομάστηκαν έτσι, θέλοντας να δείξουν πως η τελειότητα της μορφής είναι το άπαν στη λογοτεχνία. Στην ουσία ήταν η τέχνη της παρακμής. Χαρακτηριστικό της ήταν ο ατομικός φορμαλισμός. (Σημ. Μετ.).