Category: Uncategorized


Γιατί, λοιπόν, ξαφνικά ήταν ανάγκη να εκλαϊκέψουμε την ποίηση της Αχμάτοβα; Τι σχέση έχει αυτή με μας τους σοβιετικούς ανθρώπους; Τι ανάγκη να δώσουμε ένα λογοτεχνικό ρήμα σ’ όλες αυτές τις τάσεις της παρακμής, που μας είναι βαθύτατα ξένες;

Ξέρουμε από την ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας πως πολλές φορές τα αντιδραστικά λογοτεχνικά ρεύματα, όπου ανήκουν οι συμβολιστές και οι ακμεϊστές, προσπάθησαν να σηκώσουν σταυροφορία ενάντια στις μεγάλες δημοκρατικές επαναστατικές παραδόσεις της ρώσικης λογοτεχνίας, ενάντια στους πρωτοπόρους εκπροσώπους της. Προσπάθησαν να στερήσουν τη λογοτεχνία από την υψηλή ιδεολογική και κοινωνική σημασία της, να τη ρίξουν στα βαλτονέρια της απολιτικότητας και της κοινοτοπίας. Όλα αυτά τα ρεύματα «της μόδας» βούλιαξαν στη λήθη και καταχωνιάστηκαν στο παρελθόν, μαζί με τις τάξεις που την ιδεολογία τους αντανακλούσαν. Τι απόμεινε στη ρώσικη και στη σοβιετική μας λογοτεχνία απ’ όλους αυτούς τους συμβολιστές, τους ακμεϊστές, τους «Κιτρινοσακάκηδες», τους «Βαλέ-Καρό» κλπ; Απολύτως τίποτα. Αν και η σταυροφορία τους ενάντια στους μεγάλους εκπροσώπους της δημοκρατικής επαναστατικής ρώσικης λογοτεχνίας –τον Μπιελίνσκι, τον Ντομπρολιούμποφ, τον Τσερνισέφσκι, τον Χέρτσεν, τον Σαλτίκοφ-Στσεντρίν- προετοιμάστηκε με μεγάλο θόρυβο και με πολλές αξιώσεις για να αποτύχει με τον ίδιο τρόπο.

Οι ακμεϊστές διακήρυξαν: «Να μην αλλάζουμε καθόλου την πραγματικότητα, και να μην καταπιανόμαστε με την κριτική της πραγματικότητας αυτής». Γιατί εναντιώνονταν να αλλάξει η πραγματικότητα; Απλούστατα γιατί η παλιά αυτή πραγματικότητα των ευγενών και των αστών τούς άρεσε και γιατί ο επαναστατικός λαός ετοιμαζόταν να κλονίσει αυτή την πραγματικότητα που ήταν δικιά τους πραγματικότητα. Τον Οκτώβρη του 1917, ο λαός έριξε στον οχετό της ιστορίας τις κυρίαρχες τάξεις μαζί με τους ιδεολόγους τους και τους υμνητές τους.

Και να που στα 29χρονα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης αυτές οι αντίκες από τον κόσμο του ζόφου ξαναβγαίνουν ξαφνικά στην επιφάνεια και αρχίζουν να διδάσκουν στη νεολαία μας πώς να ζει. Η Αχμάτοβα είδε να της ανοίγονται διάπλατα οι πόρτες ενός περιοδικού του Λένινγκραντ, και μπόρεσε έτσι λεύτερα να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας με τη φαρμακερή πνοή της ποίησής της. Το περιοδικό «Λένινγκραντ» δημοσίευσε σε ένα από τα φύλλα του ένα είδος ανθολογίας με έργα που έχει γράψει η Αχμάτοβα από το 1909 ως το 1944. Μέσα σ’ όλο αυτό το παλιατζίδικο βρίσκεται ένα ποίημα που γράφτηκε τον καιρό του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, τότε που γινόταν η εκκένωση του Λένινγκραντ. Περιγράφει στο ποίημα αυτό τη μοναξιά της, που είναι υποχρεωμένη να τη μοιράζεται μ’ ένα μαύρο γατί. Το μαύρο γατί την κοιτάζει σαν το μάτι του αιώνα. Το θέμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Η Αχμάτοβα από το 1909 κιόλας μιλούσε για το μαύρο γατί. Το αίσθημα της μοναξιάς και της απόγνωσης, το ξένο προς τη σοβιετική λογοτεχνία, είναι το οδηγητικό νήμα όλου του «έργου» της Αχμάτοβα.

Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτή την ποίηση και στα συμφέροντα του λαού μας και του κράτους μας; Απολύτως τίποτα. Το έργο της Αχμάτοβα ανήκει στο μακρινό παρελθόν, είναι εντελώς ξένο προς τη σύγχρονη σοβιετική πραγματικότητα και δεν μπορεί να το ανεχόμαστε στις σελίδες των περιοδικών μας. Η λογοτεχνία μας δεν είναι ατομική επιχείρηση, που πάει να ικανοποιήσει τα διάφορα γούστα της λογοτεχνικής αγοράς. Δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να δίνουμε θέση μέσα στη λογοτεχνία μας σε γούστα και ήθη που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την ηθική και τις αρετές των σοβιετικών ανθρώπων. Τι το διδακτικό μπορούν να δώσουν στη νεολαία μας τα έργα της Αχμάτοβα; Τίποτα, εξόν από κακό. Σπέρνουν μονάχα την κατάπτωση, την αποθάρρυνση, την απαισιοδοξία, τον πόθο της φυγής από τα ουσιαστικά ζητήματα της κοινωνικής ζωής τον πόθο της απομάκρυνσης από τον πλατύ δρόμο της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας για έναν κόσμο στενό, ατομικών συγκινήσεων. Πώς μπορούμε να της εμπιστευόμαστε τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας μας; Κι όμως, δημοσίευσαν με πολλή σπουδή την Αχμάτοβα, τόσο στη «Ζβεζντά», όσο και στο «Λένινγκραντ» και ακόμα χειρότερα, οι στίχοι της δημοσιεύτηκαν σε συλλογές. Αυτό είναι ένα χοντρό πολιτικό λάθος. Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι στα περιοδικά του Λένινγκραντ άρχισαν να παρουσιάζονται έργα και άλλων συγγραφέων που άρχισαν να γλιστράνε στις θέσεις της ιδεολογικής αδιαφορίας και της παρακμής, εννοώ έργα σαν τα γραφτά του Σαντόβιεφ και της Κομισάροβα. Σε μερικούς στίχους τους οι δυο αυτοί ποιητές βάλθηκαν να κρατούν τον ίσο στην Αχμάτοβα, να καλλιεργούν και αυτοί το πνεύμα της κατάπτωσης, της θλίψης και της μοναξιάς, που τόσο τ’ αγαπά η Αχμάτοβα.

Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια νοοτροπία, ή η προπαγάνδα για μια τέτοια νοοτροπία δεν μπορεί παρά να έχει αρνητική επίδραση στη νεολαία μας, να δηλητηριάζει τη συνείδηση της νεολαίας μας με τη μολυσμένη ανάσα του πνευματικού κενού, της απολιτικότητας και της κατάπτωσης.

Τι θα είχε γίνει αν είχαμε αναστήσει τα παιδιά μας στο πνεύμα της ηττοπάθειας και της έλλειψης πίστης για την υπόθεσή μας; Θα είχε γίνει τούτο δα, δεν θα θριαμβεύαμε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Ακριβώς γιατί το σοβιετικό κράτος και το κόμμα μας, με τη βοήθεια της σοβιετικής λογοτεχνίας ανάστησαν τη νεολαία μας με το πνεύμα του θάρρους και της εμπιστοσύνης στις δυνάμεις της, μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τις πιο μεγάλες δυσκολίες στο χτίσιμο του σοσιαλισμού και μπορέσαμε να νικήσουμε τους γερμανούς και τους γιαπωνέζους.

Τι βγαίνει απ’ αυτά; Βγαίνει ότι το περιοδικό «Ζβεζντά», δημοσιεύοντας –πλάι σε έργα αξιόλογα, πλούσια σε ιδέες, παρορμητικά – έργα χωρίς ιδέες, κοινότυπα, αντιδραστικά, έγινε ένα περιοδικό χωρίς προσανατολισμό, ένα περιοδικό που βοηθά τους εχθρούς μας να διαφθείρει τη νεολαία μας. Ωστόσο τα περιοδικά μας πάντα τα διέκριναν οι παρορμητικές, οι επαναστατικές τάσεις τους και όχι ο εκλεκτικισμός, η έλλειψη ιδεών και η απολιτικότητα. Η προπαγάνδα της απουσίας ιδεών πολιτογραφήθηκε στη «Ζβεζντά». Κάτι παραπάνω, αποδεικνύεται ότι ο Ζοστσένκο απόκτησε τέτοια επίδραση ανάμεσα στις οργανώσεις των συγγραφέων του Λένινγκραντ, που τά’ βαζε με όσους δεν συμφωνούσαν μαζί του και απειλούσε να διαπομπεύσει τους κριτικούς, στα μελλοντικά του έργα. Είχε γίνει ένα είδος δικτάτορα λογοτεχνικού. Τον τριγύριζε μια ομάδα από θαυμαστές, που έφτιαχναν τη δόξα του.

Αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο, γιατί επιτρέψατε αυτή την αντιδραστική και παρά φύσει υπόθεση;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στα λογοτεχνικά περιοδικά του Λένινγκραντ εκστασιάζονται για την αστική λογοτεχνία της κακής ποιότητας που οργιάζει σήμερα στη Δύση. Μερικοί από τους συγγραφείς μας άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους όχι δασκάλους, μα μαθητές των μικροαστών λογίων, πήραν ύφος δουλικότητας και θαυμασμού απέναντι στην ξένη μικροαστική λογοτεχνία. Ταιριάζει σ’ εμάς, τους σοβιετικούς πατριώτες, αυτός ο δουλικός θαυμασμός, σ’ εμάς που χτίσαμε το σοβιετικό καθεστώς, που είναι εκατό φορές ανώτερο και καλύτερο από κάθε αστικό καθεστώς; Αρμόζει στην πρωτοπόρα μας σοβιετική λογοτεχνία, την πιο επαναστατική στον κόσμο να θαυμάζει δουλικά τη στενοκέφαλη και μικροαστική λογοτεχνία της Δύσης;

Ένα μεγάλο ελάττωμα των συγγραφέων μας είναι επίσης πως απομακρύνονται από τα σημερινά σοβιετικά θέματα, πως τους συνεπαίρνουν μονόπλευρα τα ιστορικά θέματα από τη μια μεριά, και από την άλλη πασκίζουν να χρησιμοποιούν μονάχα θέματα διασκεδαστικά και ασήμαντα. Μερικοί συγγραφείς , για να δικαιολογηθούν που απομακρύνθηκαν από τα μεγάλα σημερινά σοβιετικά θέματα, λένε ότι ήρθε η ώρα όπου ο λαός έχει ανάγκη από ελαφριά και κούφια λογοτεχνία, όπου δεν χρειάζονται ιδέες στα έργα. Αυτό σημαίνει πως έχουν μια απόλυτα λαθεμένη ιδέα για το λαό μας, για τις απαιτήσεις του και τα ενδιαφέροντά του. Ο λαός μας περιμένει από τους σοβιετικούς συγγραφείς να εκφράσουν και να γενικεύσουν την τεράστια πείρα που αποκόμισε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, να αναπαραστήσουν και να γενικεύσουν τον ηρωισμό με τον οποίο ο ίδιος αυτός λαός δουλεύει σήμερα, αφού έδιωξε τους εχθρούς, για να ανορθώσει την εθνική οικονομία της χώρας.

Δυο λόγια σχετικά με το περιοδικό «Λένινγκραντ». Ο Ζοστσένκο κρατά αυτού μια θέση ακόμα πιο γερή απ’ ό,τι έχει γίνει στη «Ζβεζντά», όπως και η Αχμάτοβα. Και οι δυο τους έγιναν η κινητήρια λογοτεχνική δύναμη αυτών των περιοδικών. Έτσι, το περιοδικό «Λένινγκραντ» έχει την ευθύνη, που άνοιξε τις σελίδες του σε συγγραφείς τόσο χυδαίους σαν το Ζοστσένκο και σε ποιητές των σαλονιών σαν την Αχμάτοβα.

Μα το περιοδικό «Λένινγκραντ» έκανε κι άλλα λάθη ακόμα. Να π.χ. μια παρωδία του Ευγένιου Ονέγκιν, που έγραψε κάποιος Κάζιν. Το κατασκεύασμα αυτό ονομάζεται: «Ο γυρισμός του Ονέγκιν». Λένε ότι μπορείς να το δεις συχνά στα θέατρα του Λένινγκραντ. Είναι ακατανόητο ότι οι λενινγκραδέζοι επιτρέπουν να δυσφημείται δημόσια το Λένινγκραντ, όπως το δυσφημεί ο Κάζιν. Γιατί, το νόημα όλης αυτής της λεγόμενης «λογοτεχνικής παρωδίας» δεν είναι απλώς μια αθώα κοροϊδία για τα παθήματα του Ονέγκιν που ξεπέφτει στο σημερινό Λένινγκραντ. Το νόημα αυτού του λίβελλου είναι μια προσπάθεια να συγκριθεί το σημερινό μας Λένινγκραντ με την Πετρούπολη της εποχής του Πούσκιν και να αποδειχτεί έτσι πως ο αιώνας μας είναι κατώτερος από τον αιώνα του Ονέγκιν. Ας δούμε έστω και λίγους στίχους αυτής της «παρωδίας». Τίποτε από το σημερινό Λένινγκραντ δεν αρέσει στο συγγραφέα. Όλο φαρμακερές κοροϊδίες έχει και συκοφαντίες για τους σοβιετικούς ανθρώπους και τον Λένινγκραντ, ενώ ο αιώνας του Ονέγκιν, αν πιστέψουμε τον Κάζιν, είναι ο χρυσός αιώνας. Σήμερα τα πράματα είναι ολότελα διαφορετικά: Υπάρχει η υπηρεσία στέγασης, τα δελτία τροφίμων, οι ταυτότητες. Οι κοπέλες, τα αιθέρια και ουράνια αυτά πλάσματα, που θαύμαζε άλλοτε ο Ονέγκιν, έγιναν τώρα αστυνομικίνες της κυκλοφορίας, μερεμετίζουν τα σπίτια κλπ. κλπ… Επιτρέψτε μου να αναφέρω ένα μόνο απόσπασμα απ’ αυτή την «παρωδία»:

Να και ο καλός μας ο Ευγένιος στο τραμ

Αλί στο δύσμοιρο τι ατυχία!

Τι στον αιώνα του τον απολίτιστο

Δεν είχε βλέπεις τραμ και λεωφορεία

Θα είχε ως φαίνεται καλό το ριζικό

Και μοναχά στον κάλο τον πατήσαν

Και μια φορά μονάχα τον εσπρώξανε

Και μόνο μια φορά «βλάκα!», τον βρίσαν

Και αυτός θρεμένος με παλιές συνήθειες

Αμέσως ζήτησε μονομαχία,

Στις τσέπες έψαξε τα γάντια του να βρει:

… Τά’ χαν βουτήξει μες στη φασαρία.

Μια και τα γάντια είχανε πετάξει

Προτίμησε ο Ευγένιος να το ράψει.

Η Άννα Αχμάτοβα είναι ένας από τους εκπροσώπους αυτού του λογοτεχνικού βάλτου, του αντιδραστικού και κούφιου από ιδέες. Ανήκει στη φιλολογική ομάδα των «ακμεϊστών»* που ξεπήδησαν εκείνο τον καιρό από την ομάδα των συμβολιστών. Και είναι από τους σημαιοφόρους της άδειας ποίησης χωρίς ιδέες, της αριστοκρατικής ποίησης των σαλονιών, είναι απόλυτα ξένη προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Οι ακμεϊστές εκπροσωπούσαν ένα ρεύμα εντελώς ατομικιστικό στην τέχνη. Κήρυτταν τη θεωρία της «τέχνης για την τέχνη», της «ομορφιάς για την ομορφιά» και δεν θέλαν να ακούσουν τίποτα για το λαό, για τους ανάγκες του, για τα ενδιαφέροντά του, για τη δημόσια ζωή.

Από τις κοινωνικές του ρίζες ο ακμεϊσμός ήταν ένα ρεύμα των ευγενών και των αστών μέσα στη λογοτεχνία, σε μια εποχή όπου ήταν πια μετρημένες οι μέρες της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης. Και όπου οι ποιητές και οι ιδεολόγοι των κυρίαρχων τάξεων πάσκιζαν να αποφύγουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα καταφεύγοντας στα σύννεφα, στις ομίχλες του θρησκευτικού μυστικισμού, στις άθλιες προσωπικές τους συγκινήσεις και στο σκάλισμα των ταπεινών ψυχών τους. Οι ακμεϊστές, όπως και οι συμβολιστές, οι ντεκαντάν, και άλλοι εκπρόσωποι της ιδεολογίας των ευγενών και των αστών που βρισκόταν σε αποσύνθεση, ήταν οι απολογητές της κατάπτωσης, της απαισιοδοξίας, της πίστης στο υπερπέραν.

Τα θέματα που εμπνέουν την Αχμάτοβα είναι καθαρά ατομικιστικά. Η διαπασών της ποίησής της δεν ξεπερνά το τιποτένιο, είναι ποίηση μιας υστερικιάς μεγαλοκυράς που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο γραφειάκι της και το παρεκκλήσι. Το κύριο γι’ αυτήν είναι τα ερωτικά μοτίβα, ανακατεμένα με τα μοτίβα της θλίψης, της ανίας, του θανάτου, του μυστικισμού, του μοιραίου. Το αίσθημα του μοιραίου –που είναι κατανοητό για την κοινωνική συνείδηση μιας ομάδας που σβήνει- οι πένθιμοι τόνοι της απόγνωσης, της αγωνίας, οι μυστικιστικές ερωτόπαθες εξάψεις, αυτός είναι ο πνευματικός κόσμος της Αχμάτοβα, που και η ίδια δεν είναι παρά ένα απομεινάρι της παλιάς κουλτούρας των ευγενών, που χάθηκε για πάντα στην αιωνιότητα, του «παλιού καλού καιρού της Αικατερίνης». Καλόγρια ή πόρνη, ή μάλλον καλόγρια και πόρνη, που μέσα της συνταιριάζεται η ακολασία με την προσευχή.

… Στ’ ορκίζομαι στον κήπο των αγγέλων

στ’ ορκίζομαι στο κόνισμα της Παναγιάς

στις φλογερές εκστάσεις που περνούσαμε τις νύχτες.

(Αχμάτοβα. «Άννα Ντόμινι»)

Αυτή είναι η Αχμάτοβα με τη μικρόχαρη και προσωπική της ζωή, με τις τιποτένιες της συγκινήσεις, και το θρησκευτικό και μυστικιστικό ερωτισμό της.

Η ποίησή της είναι εντελώς απομακρυσμένη από το λαό. Είναι ποίηση των δέκα χιλιάδων προνομιούχων της παλιάς Ρωσίας των ευγενών, που δεν τους μένει άλλο παρά να αναστενάζουν «για τον παλιό καλό καιρό». Οι αρχοντικές επαύλεις της εποχής της Αικατερίνης της Β΄, με τις αλέες που τις σκίαζαν οι εκατόχρονες φλαμουριές, με τα συντριβάνια τους, τα αγάλματα και τις πέτρινες αψίδες, τα θερμοκήπια, τα κιόσκια των ερωτευμένων και τους μισόσβηστους θυρεούς στη μεγάλη πόρτα. Η Πετρούπολη των ευγενών, το Τσάρκοϊ-Σέλο, το Πάρκο του Παβλόφσκι και άλλα λείψανα της κουλτούρας των ευγενών. Όλα αυτά χάθηκαν στο παρελθόν που δεν ξαναγυρνά! Τα υπολείμματα αυτής της τόσο μακρινής κουλτούρας, της τόσο ξένης προς το λαό που διατηρήθηκαν από κάποιο θαύμα ως τις μέρες μας, δεν έχουν πια τίποτα άλλο να κάνουν, παρά να κλείνονται στον εαυτό τους και να ζουν με χίμαιρες: «Όλα λεηλατήθηκαν, προδόθηκαν, πουλήθηκαν», γράφει η Αχμάτοβα. Για τα κοινωνικοπολιτικά και λογοτεχνικά ιδανικά των ακμεϊστών έγραφε, λίγο πριν από την επανάσταση, ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους της ομάδας, ο Όσικ Μάντελσταμ:

«Οι ακμεϊστές αγαπούν κι αυτοί τον οργανισμό και την οργάνωση, όπως ο μεσαίωνας, ο φυσιολογικά μεγαλοφυής… Ο μεσαίωνας, καθορίζοντας με τον τρόπο του το ειδικό βάρος του ανθρώπου, τον ένιωθε και τον αναγνώριζε σαν άτομο, εντελώς ανεξάρτητα από την αξία του… Μάλιστα, η Ευρώπη πέρασε μέσα από το λαβύρινθο μιας εκλεπτυσμένης κουλτούρας όταν η αφηρημένη ζωή, η προσωπική ύπαρξη, χωρίς κανένα στολίδι εκτιμούνταν σαν κατόρθωμα. Από δω προέρχεται η αριστοκρατική οικειότητα που δένει τους ανθρώπους μεταξύ τους, που είναι τόσο ξένη προς το πνεύμα της “ισότητας και της αδελφότητας” της μεγάλης επανάστασης… Αγαπάμε το μεσαίωνα, γιατί είχε εξαιρετικά αναπτυγμένο το αίσθημα των ορίων και των φραγμών… Το γενναιόδωρο συγκέρασμα της λογικής σκέψης και του μυστικισμού, η σύλληψη του κόσμου σαν μια ζωντανή ισορροπία μάς πλησιάζουν σ’ αυτή την εποχή και μάς σπρώχνουν να αντλούμε δυνάμεις από τα έργα που γεννήθηκαν στη ρωμανική εποχή γύρω στα 1200».

Αυτά τα λόγια του Μάντελσταμ εκφράζουν τους πόθους και τα ιδανικά των ακμεϊστών. «Ας γυρίσουμε στον μεσαίωνα» – αυτό είναι το κοινωνικό ιδανικό τούτης της αριστοκρατικής ομάδας των σαλονιών. «Ας γυρίσουμε στη μαϊμού» σιγοντάρει ο Ζοστσένκο. Άλλωστε, τόσο οι ακμεϊστές, όσο και οι Αδελφοί Σεραπίονες έχουν έναν κοινό πρόγονο. Και για τους μεν και για τους δε ο πρόγονος αυτός είναι ο Χόφμαν, ένας από τους ιδρυτές της παρακμής και του αριστοκρατικού μυστικισμού των σαλονιών.

 

*Οι ακμεϊστές εμφανίστηκαν στη 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη ακμή. Αυτοονομάστηκαν έτσι, θέλοντας να δείξουν πως η τελειότητα της μορφής είναι το άπαν στη λογοτεχνία. Στην ουσία ήταν η τέχνη της παρακμής. Χαρακτηριστικό της ήταν ο ατομικός φορμαλισμός. (Σημ. Μετ.).

 

«Είναι γενικά δύσκολο να είσαι συγγραφέας. Ας πάρουμε την ιδεολογία… Σήμερα απαιτούν από το συγγραφέα να έχει μια ιδεολογία… Τι γρουσουζιά αλήθεια!… Πέστε μου, ποια συγκεκριμένη ιδεολογία μπορώ να έχω, αφού κανένα κόμμα δεν με τραβάει στο σύνολό του; Στα μάτια των κομματικών ανθρώπων είμαι άνθρωπος χωρίς αρχές… Ας είναι! Από τη δική μου άποψη, θα πω για τον εαυτό μου: Δεν είμαι ούτε κομμουνιστής, ούτε σοσιαλεπαναστάτης, ούτε μοναρχικός, μα απλώς ρώσος και ακόμα πολιτικά αμοραλιστής**.

Ας πάρουμε π.χ. τον Γκούτσκοφ… δεν ξέρω ως τώρα, λόγω τιμής, σε ποιο κόμμα ανήκει; Ο διάολος ξέρει σε ποιο κόμμα ανήκει. Ξέρω πως δεν είναι μπολσεβίκος, μα

είναι σοσιαλεπαναστάτης ή καντέ; Ούτε ξέρω, ούτε και θέλω να το μάθω» κλπ. κλπ.

Τι λέτε, σύντροφοι, για μια τέτοια «ιδεολογία»; Πέρασαν 25 χρόνια από τότε που ο Ζοστσένκο δημοσίευσε αυτή την «εξομολόγηση». Άλλαξε, μήπως, από τότε; Δεν φαίνεται να άλλαξε, 25 τώρα χρόνια όχι μόνο δεν έμαθε τίποτα και δεν άλλαξε, μα, αντίθετα, με κυνική ειλικρίνεια μένει ο απολογητής της απουσίας ιδεών και της χυδαιότητας, ένας αγύρτης στη λογοτεχνία, χωρίς αρχές και χωρίς συνείδηση. Αυτό σημαίνει πως, όπως και παλιά, οι σοβιετικοί θεσμοί δεν του αρέσουν του Ζοστσένκο. Σήμερα, όπως και παλιά, είναι εχθρός και ξένος στη σοβιετική λογοτεχνία. Αν, παρ’ όλ’ αυτά, ο Ζοστσένκο έγινε κορυφή σχεδόν της λογοτεχνίας στο Λένινγκραντ, αν ο Παρνασσός του Λένινγκραντ τον λιβανίζει, είναι να απορεί κανείς με την έλλειψη αρχών, με την έλλειψη απαιτήσεων, με την έλλειψη αυστηρότητας και διορατικότητας, όπου μπόρεσαν να φτάσουν αυτοί που του άνοιξαν το δρόμο και τον εξύμνησαν.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω ακόμα ένα γεγονός που χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία της ομάδας «Αδελφοί Σεραπίονες». Στο ίδιο αυτό φύλλο, των «Φιλολογικών Χρονικών» (αρ. 3 του 1922) ένας άλλος σεραπιονιστής, ο Λιεφ Λουντς προσπαθεί, επίσης, να δώσει ιδεολογικό βάθρο στο βλαβερό και ξένο στη σοβιετική λογοτεχνία προσανατολισμό που εκπροσωπεί η ομάδα που αναφέραμε. Ο Λουντς γράφει:

«Συγκεντρωθήκαμε σε μια στιγμή μεγάλης επαναστατικής και πολιτικής έντασης. “Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας!” μάς έλεγαν από τα δεξιά και από τ’ αριστερά. Με ποιους είστε, Αδελφοί Σεραπίονες, με τους κομμουνιστές ή ενάντια στους κομμουνιστές, με την επανάσταση ή ενάντια στην επανάσταση; Με ποιους είμαστε Αδελφοί Σεραπίονες; Είμαστε με τον αναχωρητή Σεραπίονα… Τη ρώσικη λογοτεχνία την κυβερνούσε πάρα πολύ καιρό και πάρα πολύ οδυνηρά η κοινή γνώμη… Δεν θέλουμε ωφελιμισμούς, δεν γράφουμε για την προπαγάνδα. Η τέχνη είναι μια πραγματικότητα, όπως η ίδια η ζωή, και σαν τη ζωή είναι κι αυτή χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα, υπάρχει γιατί δεν μπορεί να μην υπάρχει».

Να ο ρόλος που διεκδικούν για την τέχνη οι Αδελφοί Σεραπίονες, αφαιρώντας της κάθε ιδεολογικό περιεχόμενο, κάθε κοινωνική σημασία, εξυμνώντας την αδιαφορία προς τις ιδέες, την τέχνη για την τέχνη, την τέχνη χωρίς σκοπό και χωρίς νόημα. Είναι μια ομολογία πίστης σάπιας απολιτικότητας, μικροαστικού πνεύματος και χυδαιότητας.

Τι συμπέρασμα να βγάλουμε; Τι να κάνουμε αν οι σοβιετικοί θεσμοί δεν αρέσουν στον Ζοστσένκο; Να γίνουμε σαν τον Ζοστσένκο; Εμείς δεν θα μεταμορφωθούμε σύμφωνα με τα γούστα του. Δεν θα αλλάξουμε τα ήθη μας και το καθεστώς μας κατά τα κέφια του. Αυτός ας αλλάξει –και αν δεν θέλει να αλλάξει, ας παίρνει πόδι από τη σοβιετική λογοτεχνία. Στη σοβιετική λογοτεχνία δεν υπάρχει θέση για έργα αποσύνθεσης, κενά από ιδέες και χυδαία.

Αυτό ακριβώς ανάγκασε την Κεντρική Επιτροπή να πάρει την απόφαση σχετικά με τα περιοδικά «Ζβεζντά» και «Λένινγκραντ».

Ας πάρουμε τώρα το λογοτεχνικό «έργο» της Άννας Αχμάτοβα. Τον τελευταίο αυτόν καιρό τα έργα της δημοσιεύονται ξανά στα περιοδικά του Λένινγκραντ, σαν «επηυξημένη έκδοση». Αυτό είναι τόσο καταπληκτικό και παρά φύσει σαν να ήθελε κανένας σήμερα να ξαναεκδόσει τα έργα του Μερεϊκόφσκι, του Βιάτσεσλαβ Ιβανόφ, του Μιχαήλ Κουσμίν, του Αντρέι Μπέλι, της Ζεναίντας Ίππιους, του Φιόντορ Σόλογκουπ, της Ζινόβιεβα-Άνιμπαλ κλπ. κλπ., μ’ άλλα λόγια τα έργα όλων αυτών που η λογοτεχνία μας και η πρωτοπορία της κοινής μας γνώμης τούς θεωρούσε πάντα σαν εκπρόσωπους του αντιδραστικού σκοταδισμού, σαν αποστάτες στην πολιτική και την τέχνη. Ο Γκόρκι έλεγε στον καιρό του ότι η δεκαετία 1907-1917 πρέπει να θεωρείται σαν η πιο επαίσχυντη και η πιο στείρα δεκαετία της ρώσικης «διανόησης»: όταν ύστερα από την επανάσταση του 1905, μια σημαντική μερίδα των διανοουμένων γύρισε τις πλάτες της στην επανάσταση και κατρακύλησε στα βαλτονέρια του αντιδραστικού μυστικισμού και της πορνογραφίας κραδαίνοντας την ιδεολογική αδιαφορία σα λάβαρο και κρύβοντας την προδοσία της κάτω από την «ωραία φράση»: Και έκαψα ό,τι λάτρεψα και λάτρευα ό,τι έκαιγα.

Αυτή την εποχή ακριβώς γράφτηκαν τα έργα αποστατών, ο «Λευκός Δρομέας» του Ρόπτσιν, τα έργα του Βινιτσένκο και άλλων που λιποτάχτησαν από το στρατόπεδο της επανάστασης στο στρατόπεδο της αντίδρασης. Αυτοί σπεύδανε να ξεθρονίσουν τα μεγάλα ιδανικά, που γι’ αυτά αγωνιζόταν η καλύτερη, η πιο προοδευτική μερίδα της ρώσικης κοινωνίας. Τότε ξεφύτρωσαν οι συμβολιστές, οι ιμαζινιστές, οι ντεκαντάν κάθε λογής, που απαρνιούνταν το λαό και διακήρυτταν τη θέση η τέχνη για την τέχνη, κήρυτταν την απολιτικότητα στη λογοτεχνία, σκεπάζοντας την ιδεολογική και ηθική τους διαφθορά με το κυνηγητό μιας ωραίας μορφής χωρίς περιεχόμενο. Ο ζωώδικος φόβος της προλεταριακής επανάστασης που ανέβαινε τους ένωνε όλους. Φτάνει να θυμίσουμε πως ένας από τους κύριους «ιδεολόγους» αυτών των αντιδραστικών λογοτεχνικών ρευμάτων ήταν ο Μερεϊκόφσκι, που ονόμαζε την επικείμενη προλεταριακή επανάσταση «βοϊδοβασιλεία» και που δέχτηκε την Οκτωβριανή Επανάσταση με κτηνώδικο μίσος.

 

*Τον 14ο αιώνα έζησε στην Αίγυπτο κάποιος Σεραπίων, αρχηγός ενός από τα πολλά καλογερικά τάγματα που υπήρχαν τότε. Από εποχή κατάπτωσης παίρνουν τα σύμβολά τους οι συγγραφείς της κατάπτωσης… (Σημ. Μετ.)

** Αμοραλιστής=που δεν παραδέχεται κανέναν ηθικό νόμο. (Σημ. Μετ.)

Συνέντευξη GRUP YORUM στην Κατιούσα – “Οι αγώνες είναι που διαμορφώνουν την τέχνη μας”

H μόρφωση δεν είναι ζήτημα γνώσης, είναι ζήτημα ζωής». Προτάσσοντας αυτά τα λόγια του Δημήτρη Γληνού, το Στέκι Πολιτισμού και Νεανικής Δημιουργίας της ΚΝΕ, που λειτουργεί στην οδό Τροίας 36, στην Αθήνα, βάζει πλώρη για τον 4ο χρόνο λειτουργίας του.

Πρόκειται για μια κυψέλη δημιουργίας στην καρδιά της Αθήνας! Η ενασχόληση της νεολαίας με τον Πολιτισμό δεν είναι «πολυτέλεια», όπως προβάλλεται σήμερα, αλλά ανάγκη! Γι’ αυτό και η ΚΝΕ, μέσα από την πλούσια καλλιτεχνική και μορφωτική δραστηριότητα που αναπτύσσει στο Στέκι, δίνει κυριολεκτικά «ανάσα» και ώθηση στη συλλογική και ατομική δημιουργία! Το Στέκι αποτελεί μία ξεχωριστή πρόταση δημιουργικής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, δίνει τη δυνατότητα σε δεκάδες νέους και νέες να έρθουν σε επαφή με την πρωτοπόρα – προοδευτική τέχνη.

Στο Στέκι πραγματοποιούνται:

  • Μαθήματα (πιάνο, κιθάρα, φωνητική, χορός, σχέδιο κ.ά.).
  • Πρόβες των πολιτιστικών ομάδων της ΚΝΕ.
  • Εκδηλώσεις, αφιερώματα, κινηματογραφικές προβολές, παραστάσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, συναυλίες.
  • Προσφέρονται χώροι για πρόβες θεατρικών – χορευτικών ομάδων, συγκροτημάτων, εικαστικής δημιουργίας. Ακόμα υπάρχουν στούντιο ηχογράφησης, βιβλιοθήκη και αίθουσα σεμιναρίων – διαλέξεων, βεστιάριο και αυλή.
  • Διοργανώνονται δραστηριότητες για μικρότερες ηλικίες.

Οι εγγραφές για τα μαθήματα έχουν ήδη ξεκινήσει και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται είτε για εγγραφές, είτε για αξιοποίηση των χώρων ή άλλες πληροφορίες στα τηλέφωνα 210-8823674/ 6977809880 και στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου steki@kne.gr

Στην Πάτρα

Από πριν από το 45ο Φεστιβάλ «ζέστανε τις μηχανές του» για τον 3ο χρόνο λειτουργίας του ο Πολυχώρος Πολιτισμού και Νεανικής Δημιουργίας της ΚΝΕ στην Πάτρα. Στον Πολυχώρο έγινε σύσκεψη με εκπροσώπους πολιτιστικών συλλόγων της πόλης, που στη συνέχεια συμμετείχαν και στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ στην Πάτρα, ενώ ο Πολυχώρος επιδιώκει να σταθεροποιήσει τη συνεργασία του με τους συλλόγους.

Ο Πολυχώρος λειτουργεί στο κέντρο της Πάτρας, σ’ ένα πανέμορφο κτίριο στη συμβολή των οδών Αστιγγος 77 και Μπιζανίου 1, στην πλατεία Πυροσβεστείου. Εκεί οι νέοι της πόλης μπορούν να περνούν δημιουργικά τον χρόνο τους, συμμετέχοντας στα μαθήματα που διοργανώνονται, στις εκδηλώσεις του Πολυχώρου, να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές, να αξιοποιήσουν το σύγχρονο στούντιο του Πολυχώρου με τα συγκροτήματά τους.

Ηδη ετοιμάζεται το πρόγραμμα της μουσικής σχολής που λειτουργεί στον Πολυχώρο, στην οποία θα υπάρχουν φέτος πάνω από 10 τμήματα μουσικών οργάνων και φωνητικής. Σταθερές πρόβες κάνουν επίσης στον Πολυχώρο το τοπικό συγκρότημα όσο και η θεατρική ομάδα της ΚΝΕ, για να παρουσιάσουν μέσα στο χειμώνα τις καινούργιες τους παραγωγές, ενώ πριν τελειώσει ο Οκτώβρης θα ανακοινωθούν νέα τμήματα καθώς και οι εκδηλώσεις του Πολυχώρου μέχρι το τέλος του 2019.

Στην Καλαμάτα

Νέα χρονιά, νέα μαθήματα και δραστηριότητες και για τον Πολυχώρο Δημιουργίας της ΚΝΕ «Μικρόβιο» – Γιώργος Βουβαλέας, που λειτουργεί για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά στην Καλαμάτα, στη συμβολή των οδών Αριστοδήμου 15 και Παπατσώνη. Πήρε το όνομά του από τον Γιώργο Βουβαλέα, στέλεχος της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ στην Καλαμάτα τη δεκαετία του ’40, που σκοτώθηκε τον Αύγουστο του 1947 και είχε την προσωνυμία του «Μικρόβιο», γιατί όποιον πλησίαζε και συζήταγε του «κόλλαγε» το μικρόβιο του κομμουνισμού!

Πολύμορφες δράσεις, μουσικοθεατρικά αφιερώματα, προβολές ταινιών, παρουσιάσεις βιβλίων, αφιερώματα σε καλλιτέχνες, πολιτικές συζητήσεις υπήρχαν στο πρόγραμμα του Πολυχώρου τα προηγούμενα χρόνια και θα συνεχιστούν και φέτος. Ο Πολυχώρος είναι επίσης ανοιχτός σε μουσικά συγκροτήματα για δωρεάν πρόβες στο στούντιο που διαθέτει. Και, ακόμα, θα ξεκινήσουν το επόμενο διάστημα δωρεάν καλλιτεχνικά και άλλα μαθήματα, με μόνη υποχρέωση τη συνεπή παρουσία των μαθητών. Τα φετινά μαθήματα θα είναι για: Σκάκι, Κιθάρα, Πιάνο, Drums και Κόσμημα.

Για επιπλέον πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στις ιστοσελίδες www.mikrovio.com, instagram: mikrovio_giorgosvouvaleas, facebook: στη σελίδα «Μικρόβιο», στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου mikrovioklmt@gmail.com, στο τηλέφωνο 6979640761 και επιτόπου στον Πολυχώρο.

Το Διοικητικό Συμβούλιο και η Εφορεία Γλυπτικής του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ), διοργανώνουν έκθεση Γλυπτικής με ελεύθερο θέμα, στον αύλιο χώρο του Μεγάρου της Δουκίσσσης, του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου (Βασιλίσσης Σοφίας 22, Αθήνα, Μετρό «Ευαγγελισμός»).

Διάρκεια Έκθεσης: 27 Σεπτέμβρη έως 28 Οκτώβρη 2019

Εγκαίνια: Παρασκευή 27 Σεπτέμβρη 2019 και ώρα 19.00

Το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, ο συλλογικός φορέας των εικαστικών καλλιτεχνών, στη μακρόχρονη πορεία του είχε πάντα την πολιτική να προβάλλει το καλλιτεχνικό έργο των μελών του στην κοινωνία, χωρίς εμπόδια, χωρίς μεσάζοντες, πραγματοποιώντας μεγάλες εκθέσεις όλων των ειδικοτήτων που καλύπτει.

Το ΕΕΤΕ παράλληλα με τον αγώνα που κάνει για την παρουσία της Τέχνης στο δημόσιο χώρο, διοργανώνει κάθε χρόνο έκθεση Γλυπτικής υπαίθρια, με στόχο την προβολή της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας στη γλυπτική και μάλιστα στον ανοιχτό χώρο, το χώρο που ταιριάζει στην τέχνη της Γλυπτικής.

Έτσι μετά τη συνεργασία του ΕΕΤΕ με την Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου και την παρουσίαση το 2017 Έκθεσης Μικρογλυπτικής στην αυλή του Μουσείου της Μακρονήσου στο Θησείο, ακολούθησε το 2018 μια εξαιρετική συνεργασία με το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, όπου στον αύλιο χώρο του Μεγάρου της Δουκίσσης στο ΒΧΜ παρουσιάσθηκαν σύγχρονα έργα Μικρογλυπτικής για ένα μήνα.

Για το 2019 αποφασίσθηκε η διοργάνωση σε συνεργασία με το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, πάλι στον αύλιο χώρο του Μεγάρου της Δουκίσσης, υπαίθριας έκθεσης Γλυπτικής μεσαίου μεγέθους (από 0,50 έως 1.50 μ.), με έργα που δημιουργήθηκαν από το 2008 και μετά.

Την έκθεση αυτή διοργανώνει η Εφορεία Γλυπτικής και το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΕΤΕ. Την ευθύνη της έκθεσης είχε η αιρετή Επιτροπή Κατάταξης και Κρίσεων του ΕΕΤΕ, μετά από ανοιχτή πρόσκληση στα μέλη του ΕΕΤΕ.

Η συνεργασία του ΕΕΤΕ με το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, που παραχωρεί το χώρο και φιλοξενεί την έκθεση, δίνει τη δυνατότητα στο κοινό, τους χιλιάδες Έλληνες και ξένους επισκέπτες του Μουσείου, αλλά και κάθε περαστικό -ελεύθερα- να γνωρίσει μεγάλο μέρος της σύγχρονης γλυπτικής δημιουργίας του τόπου μας.

Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Αμπραάμ Μισέλ (Abraham Michel), Αναστασιάδου Ντίνα, Αντώνιος Αντώνης, Αργυρακοπούλου Μαρία, Βάθης Δημήτριος, Βάλβη Ελισάβετ, Βαμβακάρη Στυλιανή, Βασιλείου Αχιλλέας, Βουτσινά Μαριάννα, Γαλανάκης Ανδρέας, Γεωργουδάκης Χρήστος, Γκόλνα Χριστίνα, Γλέζος Γεώργιος, Γρηγοριάδης Μάνος, Δεστέφανος Ξενοφών, Δημητριάδου Ευνομία, Διβάρη Εύα, Δουζένη Χριστίνα, Δωρόπουλος Βασίλης, Ευαγγελάτος Κώστας, Ζερβός Μιχάλης, Ζιρώ Όλγα, Ζυγομαλάς Χρήστος, Ηλίας Βαγγέλης, Ιατρού Ελπίδα, Ιβάνοβ Τόμυ, Καβάσης Θεόδωρος, Καλαντζής Αθανάσιος, Καραλής Μπάμπης, Κατσαρού Νεφέλη-(Εκάτη), Κατσιλιέρης Ανδρέας, Κεβρεκίδης Γεώργιος, Κευγάς Μιχάλης, Κικώτης Γεώργιος, Κολλιδά Ίρις, Κοντούλης Σπύρος, Κουβαράτης Σωκράτης, Κουζούνη Μίνα, Κουνάλης Χρήστος, Κουτήφαρη Καλλιόπη, Κρίσικο-Χρυσικός Χρηστάκης, Κυπριανού Μαρία, Κυρίτσης Νίκος, Κωβαίος Μιχαήλ, Κωστικίδης Ιωάννης, Λαμπρέτσα Δήμητρα, Λάμπρου Χρήστος, Λιάπης Αλέκος, Λιόντος Αποστόλης, Λιούγκας Ευάγγελος, Μαζρέκου Μπιλμπιλ (Mazreku Bilbil), Μακρή Αγγελική, Μαραγκού Κλεονίκη, Μαρμαρά Πελαγία, Μάσχα Τίνα, Μεθυμάκη Μαρία, Μέλλιος Χρήστος, Μητρόπουλος Ανδρέας, Μικροπούλου Βασιλική, Μιχαλιτσιάνος Νίκος, Μορφογένη Ελένη, Μπαρτζίλη Μάρω, Μπληγιάννος Χρήστος, Μποκέας Νικόλαος, Μπολιεράκη Κωνσταντίνα, Μπόμπολη Σοφία, Μπουντρή Μαλαματένια, Μπούρας Τάσος, Μυρωδιάς Αντώνης, Νέζης Παναγιώτης, Νεονάκης Χαράλαμπος, Νικοπούλου Ηρώ, Νταρίλα Βικτώρια, Ντατσούλη Βαρβάρα, Ξένου Αθηναϊς, Οικονομοπούλου Πετρούλα, Παγωμένος Κωνσταντίνος, Παναγής Πασάντας Παναγιώτης, Παπαγεωργίου Ευδοκία, Παπαγεωργίου Χριστίνα, Παπαθεοδώρου Κάλλια, Παπακωνσταντίνου Μαίρη, Παρασκευοπούλου Κωνσταντίνα, Πατσόγλου Αλεξάνδρα, Πατσόγλου Αριστείδης, Παχόμοβ Αλεξάντερ (Pakhomov Aleksandr), Πιτσιρή Παναγιώτα, Πλαστήρα Όλγα, Πολιτάκης Αντώνης, Πολύζος Βαγγέλης, Πολυχρονάτου Ελένη, Πόταγα-Στράτου Ελένη, Πραβήτας Περικλής, Πρέσσας Χάρης, Ράλλης Τάσος, Σαργέντης Γεώργιος-Φοίβος, Σίμα Ιλίριαν (Shima Ilirjan), Σκαλκώτος Χρήστος, Σκεπετζή Χρυσούλα, Σουβατζόγλου Ιωάννης, Σουβατζόγλου Στέφανος, Σουλιώτου Αναστασία Ζωή, Σοφρά Βασιλική, Σπυρόπουλος Κωνσταντίνος, Σταυρινίδου Δήμητρα, Στεργιοπούλου Νάνα, Στόγιας Βασίλειος, Τζανουλίνος Πραξιτέλης, Τουρμούζη Γεωργία, Τσαούσι Μπεσίμ, Τσάπαρη Ουρανία, Τσερπέλης Ανδρέας, Τσιμπουρλάς Χρήστος, Φίκα Ολυμπία, Φούνκ Έφη, Φώσκολος Ριχάρδος, Χανδέλη Όλγα, Χάρος Ορέστης, Χρηστάκης Χαράλαμπος, Χριστοφυλάκης Στυλιανός, Ψαράκος Αντρέας.

Τα απομνημονεύματα της πριγκίπισσας Μαρίας Νικολάγεβνα Βαλκόνσκαγια

https://www.902.gr/eidisi/topiki-dioikisi/193167/synehizontai-oi-paremvaseis-pros-ofelos-toy-patraikoy-laoy-foto

Ιάσονας Χανδρινός: Η οργάνωση X στην Κατοχή και τον Εμφύλιο (1941-1949) (IV)

πηγή Ουτοπία, τεύχος 102

 

Μόνο με βάση τα παραπάνω κατανοεί κανείς την απόλυτη σφοδρότητα με την οποία η X βάλλεται -μεταφορικά και κυριολεκτικά- από το ΕΑΜ. Ο κύκλος του αίματος ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1943, όταν η έντονη εαμική δράση σε συνοικίες που οι «εθνικιστές» είχαν αξιοσημείωτη παρουσία, έφερε συγκρούσεις που σύντομα πήραν ένοπλο χαρακτήρα. Η πρώτη αψιμαχία καταγράφηκε στα Πετράλωνα την 1η Νοεμβρίου του 1943, όταν «ομάδα εθνικιστών» με επικεφαλής τον Ιωάννη Λιακόπουλο επιτέθηκε στον έρανο της ΚΟΑ, ενώ τρία μέλη της ΕΠΟΝ τραυματίστηκαν δύο βδομάδες αργότερα σε νέα συμπλοκή στα Πετράλωνα. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν απόλυτα ενήμερο πως τα ένοπλα μέλη της X προστατεύονταν προκλητικά από την Αστυνομία, σε μια εποχή που οι συλλήψεις και εκτελέσεις κομμουνιστών πολλαπλασιάζονταν, ενώ η ναζιστική τρομοκρατία τιμωρούσε με θάνατο ακόμα και την υποψία οπλοκατοχής. Το βράδυ της 21ης Νοεμβρίου, μια ομάδα του ΕΛΑΣ Εξαρχείων πέταξε χειροβομβίδα και πυροβόλησε εναντίον συνεργείου της X που έγραφε συνθήματα για τον εορτασμό της επετείου της πτώσης της Κορυτσάς στην οδό Μαυρομιχάλη, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν σοβαρά τρεις Χίτες. Και οι τρεις τραυματίες περισυλλέγησαν μέσως από αστυνομικούς του Ε’ Παραρτήματος Ασφαλείας (Εξάρχεια) και μεταφέρθηκαν έγκαιρα σε νοσοκομεία και κατόπιν στα σπίτια τους.

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εαμική αντίσταση και τους «συνεργάτες των συνεργατών» χαράσσεται ανεπίστρεπτα από την ΟΠΛΑ. Στις 3 Νοεμβρίου 1943 τραυματίζεται θανάσιμα από αγνώστους στου Γκύζη, η 27χρονη Μαγδαληνή Χαρμπούρα, αδελφή ενός ανθυπασπιστή και δραστήριου μέλους της οργάνωσης, ενώ την αμέσως επόμενη (1 Δεκεμβρίου) εκτελέστηκε έξω από το σπίτι του στο Κολωνάκι ο εύελπις και φοιτητής του Πολυτεχνείου, Ηλίας Ρογκάς. Έκτοτε ξεκινά ένας ατέλειωτος κύκλος εκδικήσεων και αντεκδικήσεων. Στους έντεκα μήνες που μεσολαβούν από τον Νοέμβριο του 1943 έως τον Οκτώβριο του 1944, συνολικά 51 μέλη της οργάνωσης φέρονται ως δολοφονημένοι από την ΟΠΛΑ. Είναι ενδιαφέρον πως οι 33 από αυτούς έχουν ημερομηνία θανάτου μετά τον Ιούλιο του 1944, όταν πια στην Αθήνα διεξάγεται ολοκληρωτικός πόλεμος χωρίς κανόνες και αιχμαλώτους, με σχεδόν καθημερινά μπλόκα και ένοπλες συμπλοκές, μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις από τους Γερμανούς, τους Ευζώνους, την Ειδική και το Μηχανοκίνητο της Αστυνομίας («μπουραντάδες») στις κόκκινες» συνοικίες. Από τη συνδυαστική μελέτη του καταλόγου με τις υπάρχουσες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, προκύπτει πως οκτώ από τους «ηρωικούς νεκρούς της X» ήταν τη στιγμή του βίαιου θανάτου τους, οργανικά ενταγμένοι στη Δίωξη Κομμουνισμού της Ειδικής Ασφάλειας (Κυριάκος Μπορίτσας, Παύλος Περιστεριώτης, Δημήτριος Γυφτοδήμος, Αλέξανδρος Κυτσίρης, Γιώργος Φόης, Ευθύμιος Πίπας, Βασίλειος Πίπας, Ανδρέας Μπαρτσάλας), ενώ τρεις ακόμη υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στα Τάγματα Ασφαλείας της πρωτεύουσας (Κωνσταντίνος Μανωλάκος, Αλκίνοος Πετρόπουλος, Ανδρέας Κολλάρος). Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εξοντώθηκαν ακόμη οι προγραμμένοι από το ΕΑΜ, ευέλπιδες Θωμάς Γλεγλάκος (αρχηγός της X στα Μανιάτικα του Πειραιά), Αντώνης Περράκης, Θεόδωρος Δημητριάδης και ο πιο δραστήριος διώκτης και φερόμενος ως βασανιστής εαμιτών στις ανατολικές συνοικίες, Νίκος Παπαγεωργίου, «το πιο ανθρωπόμορφο τέρας που γέννησε η φύση».

Αν και πολιορκημένη στα στενά του Θησείου και των Πετραλώνων και στο τριώροφο σπίτι της οικογένειας Παπαγεωργίου στο Παγκράτι, η X πληρώνει με το ίδιο νόμισμα, όποτε της δίνεται ευκαιρία. Στις 21 Αυγούστου 1944 ο Λύσανδρος Μουράτωφ, οργανωτικός υπεύθυνος στο ΕΑΜ Αθήνας βρίσκεται δολοφονημένος και με ίχνη βασανισμού σε ένα δρόμο του Θησείου. Ομάδες κρούσης και ελεύθεροι σκοπευτές εκατέρωθεν σημάδευαν «στο σταυρό», ενώ ρίψεις χειροβομβίδων, ξυλοδαρμοί, απαγωγές, εικονικές και πραγματικές εκτελέσεις συνέθεταν το σκηνικό ενός ανειρήνευτου πολέμου ο οποίος μαινόταν όσο οι Γερμανοί έχαναν τον έλεγχο ακόμα και των κεντρικότερων σημείων του πολεοδομικού συγκροτήματος. «Στους δρόμους κάτω από το ναό τον Θησείου, οι ένοπλοι της X αντάλλασσαν πυρά με τα περίπολα του ΕΛΑΣ κι έπαιρναν μέρος σε σημαίνουσες επιχειρήσεις πλάι στα Τάγματα Ασφαλείας. ‘Σήμερα είναι με τους Γερμανούς, αύριο, όταν ξανάρθει ο ευλογημένος ο βασιλιάς, μ’ αυτούς που θα τον φέρουν πίσω’. Έτσι εκτιμούσε το πιστεύω τους ένας παρατηρητής». Στις 8 και 9 Οκτωβρίου έγιναν σφοδρές επιθέσεις του ΕΑΑΣ με πολλούς νεκρούς και από τις δύο πλευρές. Στις 11 Οκτωβρίου, ο Γρίβας έκανε τη συνηθισμένη διαδρομή με το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο από το γραφείο της Κριεζώτου προς το Θησείο μέσω της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, όταν από τα στενά της Πλάκας εμφανίστηκε μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών και πυροβόλησε με αυτόματα εναντίον του αυτοκινήτου. Ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα και ο Γρίβας -που σώθηκε χωρίς γρατζουνιά- ανταπέδωσε τα πυρά με το πιστόλι του φωνάζοντας στους συνεπιβάτες του: «Μην φοβάστε, είναι κομμουνιστές με γερμανικές στολές!». Ήταν η πρώτη και τελευταία απόπειρα της ΟΠΛΑ να σκοτώσει τον αρχηγό της X.

 

Η «χρυσή εφεδρεία» του κυβερνητικού στρατοπέδου

Το ότι η οργάνωση απέφυγε το στίγμα του δοσιλογισμού δεν οφείλεται σε δικές της προσπάθειες αλλά στα άδηλα σημεία επαφής ανάμεσα στο σύστημα του κρατικού φιλοναζιστικού δοσιλογισμού και της μεταπολεμικής αγγλόφιλης-μοναρχικής νομιμοφροσύνης. Τον Σεπτέμβριο του 1944, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (Παπανδρέου) διορίζει Στρατιωτικό Διοικητή Αθηνών, τον συνταγματάρχη Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο (πρώην διοικητή της Χωροφυλακής επί δοτής πρωθυπουργίας Τσολάκογλου) ο οποίος αναλαμβάνει να οργανώσει προδρομικές στρατιωτικές μονάδες με πυρήνα τις ένοπλες μη εαμικές οργανώσεις των Αθηνών. Φυσικά δεν εξαιρέθηκε η X που, μαζί με την Εθνική Δράση, θα συναποτελούσαν το 1° Σύνταγμα. Παρά τις έντονες -γραμμένες στους αθηναϊκούς τοίχους και δημοσιευμένες στον παράνομο Τύπο- καταγγελίες του ΕΑΜ ο Σπηλιωτόπουλος εμπιστεύτηκε αποκλειστικά οπλίτες της X για να παραλάβουν τα πρώτα φορτία οπλισμού από την Μέση Ανατολή που θα αποβιβάζονταν (κρυφά) στο Πόρτο Ράφτη με σκοπό να βελτιωθούν οι υλικοί όροι της διαφαινόμενης πολεμικής αναμέτρησης με τους κομμουνιστές. Στη χαραυγή του εμφυλίου, η «X» προβάλλει ως ο πλέον υπολογίσιμος παίχτης της εύθραυστης, ανομοιογενούς αντιεαμικής ομάδας των Αθηνών που συσπειρώνεται γύρω από τα πρώτα βρετανικά στρατεύματα. Παρά τις επίσημες δεσμεύσεις περί αφοπλισμού, η X παραμένει ταμπουρωμένη και πανοπλη στο «Αλκαζάρ» του Θησείου ως «χρυσή εφεδρεία», παρά το γεγονός πως η δύναμή της μειώνεται αισθητά ως δείγμα καλής θέλησης: «Ήμασταν 1.500 στόμα αλλά με την εθνική ενότητα και τα κέρατά τους, εμείναμε γύρω στους 400 με 500…». Ξυλοδαρμοί, πυροβολισμοί και επιθέσεις σε συνεργεία ΕΠΟΝιτών που διεκδικούν την περιοχή του Θησείου συγκλονίζουν τα βράδια του Νοεμβρίου αφήνοντας τον διευθυντή του Ριζοσπάστη, Κώστα Καραγιώργη να διατυπώνει ρητορικά ερωτήματα: «Πώς γίνεται ώστε παρά τις δηλώσεις τον κ. Κατσώτα, ότι θα διαλυθούν οι θρασύτατες συμμορίες των ενόπλων εγκληματιών της “X”, αυτές δεν διαλύονται, αλλά αντίθετα εξοπλίζονται περισσότερο;». Είναι ενδεικτικό πως όταν ξεκίνησαν οι συγκρούσεις του Δεκέμβρη, το αρχηγείο της X στο θησείο ήταν ο πρώτος στόχος του ΕΔΑΣ, μετά τα αστυνομικά τμήματα). Στις 4 Δεκεμβρίου, περίπου 400 αντάρτες και Πολιτοφύλακες από την Καλλιθέα και τον Ταύρο κατέλαβαν μετά από σκληρές μάχες όλα τα φυλάκια αναγκάζοντας τους X να συμπτυχθούν στο κτίριο του Θ’ Αστυνομικού Τμήματος και τελικά να σωθούν, μαζί με τον Γρίβα, πάνω σε βρετανικά άρματα μάχης, αφήνοντας 24 νεκρούς. Το απόγευμα, κάποιοι νεαροί μαχητές του ΕΔΑΣ χάραζαν σβάστικες πάνω στα πτώματα των Χιτών, υπογραμμίζοντας με μακάβριο τρόπο το συσσωρευμένο μίσος των κατοχικών ημερών. «[Μας μετέφεραν] στα Παλιά Ανάκτορα. Κι αμέσως μας έντυσαν με καινούριες στολές και οπλισμό και γίναμε το 143 Τάγμα Εθνοφυλακής. Επικεφαλής μας ήταν ένας ταγματάρχης του στρατού (δεν ήταν Χίτης. Κι από εκεί λάβαμε μέρος στην εκκαθάριση των Αθηνών».