Category: Έλληνες Κομμουνιστές Καλλιτέχνες


Αποτέλεσμα εικόνας για Κωστας ΤζατζανηςΦανταστική λογοτεχνία; Βέβηλη σάτιρα; Πολιτικό μανιφέστο; Ο Οχτώβρης θα μπορούσε να είναι όλα αυτά -και πολλά ακόμα- χωρίς να είναι κάτι απ’ όλα. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η μελλοντική κομμουνιστική επανάσταση όπως τη φαντάζεται ο συγγραφέας και περιγράφεται μέσα από σποραδικές ιστορίες, από τα πρώτα βήματα της οργάνωσής της έως την τελική επικράτησή της.
Ασφαλώς μια τέτοια αφήγηση θέτει επί τάπητος προβλήματα:
– Γιατί ανατράπηκε ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός του 20ού αιώνα;
– Πώς οργανώνεται πρακτικά και θεωρητικά η καινούργια επανάσταση για να έχει μέλλον;
– Πώς θα υπερνικηθούν οι ανυπέρβλητες δυσκολίες, όπως παρουσιάζονται σήμερα;
Ο συγγραφέας δεν φοβάται να επιχειρήσει απαντήσεις, οι οποίες -άσχετα αν συμφωνήσεις ή όχι- αποτελούν πραγματικά τροφή για σκέψη και είναι διατυπωμένες μέσα σε ένα κείμενο που, ακροβατώντας ανάμεσα σε πολλά λογοτεχνικά είδη, επιτυγχάνει να ισορροπεί, χωρίς ποτέ να ξεχνά τον αυτοσαρκασμό μέσα από ένα πηγαίο, καυστικό χιούμορ. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

Κώστας ΤζατζάνηςΚομμουνιστής, συνταξιούχος αρχιτέκτονας-πολεοδόμος, δόκτορας Γεωγραφίας. Η δικτατορία του ’67 τον βρήκε μέλος της ΕΔΗΝ, πρόεδρο του Συλλόγου Φοιτητών Αρχιτεκτονικής. Μυήθηκε στον Μαρξισμό το ’68 στη Γαλλία, μέλος του Γαλλικού Κ.Κ. το 1970, μέλος της Αντιδικτατορικής ΕΦΕΕ και της Οργάνωσης Παρισιού του Κ.Κ.Ε. από το 1973.
Ειδικός επιστήμονας την περίοδο 75-76, με βαθμό εντεταλμένου υφηγητή στο ΕΜΠ, από όπου απελήθη παράνομα, σύμφωνα με δικαστική απόφαση που καθυστέρησε 10 χρόνια, ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Εργάστηκε σαν πολεοδόμος της Επιχείρησης Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης, πολεοδομικός σύμβουλος του Δήμου Νίκαιας και επιστημονικός συνεργάτης του ΤΕΕ, ασκώντας πάντα και το επάγγελμα του αρχιτέκτονα.
Συμμετέχει συνέχεια στο μαζικό κίνημα, κυρίως στην αυτοδιοίκηση. Για πέντε θητείες δημοτικός σύμβουλος Πειραιά, το 2002 υποψήφιος δήμαρχος Πειραιά. Νομαρχιακός σύμβουλος, και υποψήφιος Αντιπεριφερειάρχης Νήσων, Περιφέρειας Αττικής. Μέλος της Επιτροπής Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μια πενταετία. Σήμερα είναι γενικός γραμματέας του Δ.Σ. της ΕΣΤΑΜΕΔΕ (συνταξιούχοι μηχανικοί) και πρόεδρος της Επιτροπής Ειρήνης Πειραιά.
Έχει γράψει πληθώρα άρθρων για την πολεοδομία και το περιβάλλον και έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις ή σαν μέλος οργανωτικών επιτροπών σε πολλά συνέδρια και ημερίδες. Έχει γράψει πολλά πολιτικά άρθρα και σχόλια, κυρίως στον «Ριζοσπάστη». Ο Οχτώβρης είναι το δεύτερο βιβλίο του.

Advertisements

Το βλέπω κάθε μέρα – τακτικά,
με της αυγής τα πρώτα σκιρτήματα:
στα κρατικά,
κομματικά,
πολιτικά,
μορφωτικά,
τρέχει το πλήθος ιδρύματα.
Βροχή χαρτιών στα ενδότερα σε δέρνει μόλις περάσεις…
Μαζεύοντας καμιά πενηντάρια -τα σπουδαιότερα-
τρέχουν οι υπάλληλοι στις συνεδριάσεις.
Παρουσιάζεσαι:
«Τον αρμόδιο θέλω να δω.
Το ζήτημα βιάζει».
«Ο σύντροφος Ιβάν Βάνιτς δεν είναι εδώ.
Στην Ένωση “ΤΣΟ” και “ΓΟΥΚΟΝ” συνεδριάζει».
Αλωνίζεις εκατό σκάλες.
Σωστή τυράννια.
Και ξανά:
«Θα σας δεχτεί σε μιαν ώρα.
Του συνεταιρισμού τα μελάνια διαπραγματεύεται τώρα».
Κι όταν πας, ούτε γραφιάς ούτε γραμματέας – κενό.
Δε βρίσκεις κανέναν.
Οι πάντες ως είκοσι δύο χρονώ
της Κομσομόλ* ακούν τα «πεπραγμένα».
Σκαρφαλώνεις ξανά ενώ το βράδυ φτάνει στου επταώροφου κτηρίου την κορφή: «Γύρισε ο Ιβάν Βάνιτς;»
«Είναι στη σύσκεψη
των Άλφα, Βήτα, Κάππα, Λάμδα, Φι».
Ορμάω στη σύσκεψη
σα χιονοστιβάδα γιγαντωμένος, βλαστημάω επιθετικότατος.
Και κοιτώ:
ανθρώπους στη μέση κομμένους. Διάβολε!
Πού ’ναι τ’ αποδέλοιπο σώμα τους; Σφαγή!
Ξολόθρεμα!

Η φρίκη κάνει τρελές τις σκέψεις.
Κι ακούω
τον ήσυχο γραμματέα να εξηγεί:
«Εργάζονται ταυτόχρονα σε δύο συσκέψεις
Έχουν τη μέρα είκοσι συνεδριάσεις.
Κόβεσαι στα δυο για να προφτάσεις.
Μισός εκεί.
Μισός εδώ…»
Άυπνος ως το πρωί θα τη βγάλεις μ’ οράματα τολμηρών προτάσεων:
«Ω, κάνετε μιαν ακόμα συνεδρίαση
για την απαγόρευση όλων των συνεδριάσεων».
1922

 

 

Περίληψη

Όταν ξεφυλλίζω αυτές τις σελίδες, είμαι ένας διαβάτης που τριγυρίζει στο γνώριμο από τον καιρό της νιότης ρωσικό πνευματικό τοπίο και κουβεντιάζει με την αιωνιότητα, έχοντας διερμηνέα την ποίηση. Άρχισα μεταφράζω Ρώσους ποιητές στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν σπούδαζα στο Λογοτεχνικιό Ινστιτούτο «Μαξίμ Γκόρκι» της Μόσχας. Συγκεντρώνω από καιρό σε καιρό στα τετράδιά μου τη συγκομιδή δίχως να κρατάω κάποια σειρά ή ν’ ακολουθώ κάποιο σύστημα χρονολογικής ταξινόμησης. Γυρίζω κατά καιρούς στους ίδιους ή μεταγενέστερους ποιητές για να εμπλουτίσω την «ανθολογία» μου με πρόσθετα ποιήματα, δίνοντας προτεραιότητα στην καθαρή, λυρική, διαχρονική ποίηση. Εκείνη που σε κάνει να επικοινωνείς με το συνάνθρωπο κάθε εποχής –ακόμα και της πιο απόμακρης– ως συνομήλικος.

Α.Π.

Ωραίοι

Από την πρόσκληση των δεκαήμερων εκδηλώσεων

Από την πρόσκληση των δεκαήμερων εκδηλώσεων

Δεκαήμερο πολιτιστικών εκδηλώσεων στο διάστημα 12 – 21 Φλεβάρη με θέμα: «Ταξική τέχνη και πολιτισμός για το λαό» διοργανώνει η ΚΟ Λιβαδειάς του ΚΚΕ, στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια Ιστορίας του Κόμματος. Το δεκαήμερο των εκδηλώσεων θα γίνει στο Συνεδριακό και Εκθεσιακό Κέντρο Κρύας.

Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: Έκθεση ζωγραφικής του Τ. Βαρελά, τα εγκαίνια της οποίας θα γίνουν την Παρασκευή 12 Φλεβάρη στις 7.30 το απόγευμα, η οποία θα λειτουργεί μέχρι την Κυριακή 21 Φλεβάρη τις καθημερινές στις ώρες 10.30 π.μ. έως 2.00 μ.μ. και 6.00 μ.μ. έως 9.00 μ.μ. Επίσης, το Σάββατο – Κυριακή τις ώρες 11.00 π.μ. έως 9.30 μ.μ.

Το Σάββατο 13 Φλεβάρη στις 7.30 το απόγευμα θα γίνει ομιλία του γραμματέα της ΤΕ Λιβαδειάς Γ. Κοτρόγιαννου και παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Δ. Μπίμη, με τίτλο: «Μνήμες της πέτρας και της σιωπής».

Τη συλλογή παρουσιάζουν η Λιάνα Καραβασίλη, μουσικός-καλλιτεχνική διευθύντρια του Δημοτικού Ωδείου Λιβαδειάς, μέλος της ΤΕ Λιβαδειάς του ΚΚΕ, και ο Παναγιώτης (Τάκης) Βαρελάς, ζωγράφος, μέλος του ΔΣ του ΕΕΤΕ.

Ποιήματα διαβάζουν οι ηθοποιοί Κατερίνα Κουτροκόη, Γιώργος Πέππας, και το μέλος της θεατρικής ομάδας Λιβαδειάς Λαμπρινή Γερονικολού, δικηγόρος.

Τα ποιήματα συνοδεύουν οι σολίστ κιθάρας Εύα Φάμπα και Ντίνος Ζώτας.

Η Εύα Φάμπα παρουσιάζει μελοποιημένα ποιήματα του ποιητή, στο τραγούδι η Ευτυχία Μπίμη.

Το Σάββατο 20 Φλεβάρη στις 7.30 το απόγευμα, αφιέρωμα για τα 20 χρόνια από το θάνατο του σημαντικότερου Έλληνα σολίστ κιθάρας στον κόσμο Δημήτρη Φάμπα, που περιλαμβάνει προβολή ντοκιμαντέρ και συναυλία με έργα Δ. Φάμπα. Σολίστ κιθάρας η Εύα Φάμπα και ο Άγγελος Αγκυρανόπουλος.

Η είσοδος θα είναι ελεύθερη σε όλες τις εκδηλώσεις.

varnalis prosklisi

Το περιοδικό «Ατέχνως» (www.atexnos.gr)

και η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, «Ποιείν» (www.poiein.gr)

Σας προσκαλούν σε  μια βραδιά

για τον Κώστα Βάρναλη,  στις  14 Φεβρουαρίου
 (ανήμερα της γέννησης του Ποιητή)
στο Polis Art Cafe, Aίθριο Αρσακείου, στις 19.00

 Μιλούν οι:

Βασίλης Αλεξίου, επίκουρος καθηγητής του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ: «Το έργο του Βάρναλη και η επικαιρότητά του».

 Βασίλης Κολοβός, ηθοποιός – συγγραφέας:  «Ο θεατρικός Βάρναλης».

Ηρακλής Κακαβάνης, συγγραφέας- δημοσιογράφος, συνεκδότης του περιοδικού «Ατέχνως»: «Ο άνθρωπος Βάρναλης».

 Σπύρος Αραβανής, φιλόλογος- δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού «Ποιείν»: «Ο μελοποιημένος Βάρναλης».

 Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν μουσικά ο μουσικοσυνθέτης Στέφανος Γεωργιάδης με την τραγουδίστρια Κατερίνα Τσαντήλα.

Καλό είναι οι τοποθετήσεις που γίνονται να έχουν έστω και λίγα ψήγματα σοβαρότητας…

Αναδημοσιεύω από http://sfyrodrepano.blogspot.gr/ μια «ανάγνωση» που τη βρήκα πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τις κλισαρισμένες τοποθετήσεις…

 

Άξιον εστί

Εν όψει της μεγάλης συναυλίας που αφιερώνεται στα 90χρονα του μίκη θεοδωράκη, η κε του μπλοκ μπήκε στον πειρασμό να ξεφυλλίσει ξανά το βιβλίο «ο πολιτικός Θεοδωράκης» και να συνεχίσει το αφιέρωμα που είχε αφήσει στη μέση, αντιγράφοντας και αναπαράγοντας μερικές χαρακτηριστικές γραπτές τοποθετήσεις του.

Αρχικά, πρέπει να γίνει σαφές πως οι τοποθετήσεις αυτές καταλήγουν πολλές φορές να αυτοαναιρούνται. Ο Θεοδωράκης έχει υποστηρίξει κατά καιρούς σχεδόν τα πάντα, και είναι μέσα σε κάθε περίπτωση, καθώς έχει πει κάτι, αλλά και το αντίθετό του. Για παράδειγμα στη σελίδα 402 του βιβλίου (οι παραπομπές θα γίνονται στο συγκεκριμένο βιβλίο, κι όχι σε άλλα παλιότερα έργα του από τα οποία μπορεί να αντιγράφονται τα αποσπάσματα) μπορεί να δει κανείς τα εξής πολύ ενδιαφέροντα:

Κι έτσι εξηγείται η πλήρης πολιτική μου απομόνωση, δεδομένης της αλλεργίας των αστικών κομμάτων απέναντι στον σταλινισμό, (που σε τελευταία ανάλυση φαίνεται πως εξακολουθεί να ταράζει τον ύπνο τους και μ’ αυτόν εξομοιώνουν αυτούς που δεν μπορούν να ελέγξουν με καμιά δύναμη όπως εμένα), τον οποίο κατάφεραν με την προπαγάνδα τους να εξισώσουν με τον χιτλερισμό. Ενώ υπήρξε το απολύτως αντίθετό του. Άλλωστε αυτός, ο σταλινισμός, είναι που εξόντωσε το φασισμό-χιτλερισμό και θα έκοβε το χέρι όλων αυτών που στο όνομα του «ελεύθερου κόσμου» λεηλατούν σήμερα τις ελπίδες των ανθρώπων. Έτσι επίσης εξηγείται η σφοδρότητα των χτυπημάτων που δέχτηκα απ’ την Αριστερά, ιδιαίτερα την κομμουνιστική. Ποια ήταν όμως αυτή η νέα κομμουνιστική αριστερά; Αυτή που διαμορφώθηκε πρώτα στη Μόσχα και μετά σε όλο τον κόσμο επί Χρουτσώφ και μετά κηρύσσοντας ανελέητο πόλεμο στους σταλινικούς και στο σταλινισμό; Και όπως αποδείχτηκε, η πολιτική του ουσιαστικού συμβιβασμού, που εγκαινιάστηκε, οδήγησε σε αλυσσιδωτές διασπάσεις ολοένα προς τα δεξιότερα, ολοένα και σε μεγαλύτερους συμβιβασμούς, έως ότου τα λεγόμενα κατ’ ευφημισμόν κομμουνιστικά κόμματα κάθε είδους, αφού χρησιμοποιήθηκαν σαν δεκανίκια για την άνοδο κυρίως στην Ευρώπη της πιο επικίνδυνης μεταμφίεσης του καπιταλισμού, των λεγόμενων σοσιαλιστών (Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία), τελικά εξαφανίστηκαν, σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους.

Τώρα εξηγείται και η σχέση η δική μου με την εξουσία του ΚΚΕ μετά το 1974. Μας ένωνε ο ηρωικός-επαναστατικός κομμουνισμός. Μας χώριζαν οι σκοπιμότητες της μεταχρουτσωφικής πολιτικής. Ενώ τέλος έχυναν δηλητήριο ανάμεσά μας όλοι αυτοί οι περαστικοί επισκέπτες που νόμιζαν πως γίνεται κομμουνιστής με μια απλή βεβαίωση ενός συνοικιακού ληξιαρχείου. Πόσοι και πόσοι, αλήθεια απ’ αυτή τη φουρνιά τη μεταχουντική, δε βρήκαν τελικά τη θέση τους στην αντίπερα όχθη, χωρίς αιδώ, αφού πρώτα χρησιμοποίησαν το βήμα του ΚΚΕ για να αναδειχτούν.

Σε άλλα σημεία όμως, θα βρει κανείς εκ διαμέτρου αντίθετες εκτιμήσεις.

Με αυτούς τους πολλούς και ανώνυμους δε θα μπορούσα ποτέ να χωρίσω. Να πω, ότι δεν ανήκω στην ίδια οικογένεια. Θα έπρεπε να βγουν από τις φυλακές να ορθοποδήσουν. Θα έπρεπε η ηγεσία του ΚΚΕ να μπει στη Βουλή, να έχει γραφεία, αυτοκίνητα, μηχανισμούς, να μπει στην Κυβέρνηση, να μας δείξει το αλαζονικό πρόσωπο του εξουσιαστή, για να μπορέσουμε να πούμε επιτέλους αυτό που σκεφτόμασταν από τον Μάρτιο του 1949 και το είχαν κλειδαμπαρωμένο μέσα μας, ότι δηλαδή από τη στιγμή που λείπει το οξυγόνο της Δημοκρατίας, στην ουσία δεν προσπαθούν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να αναπαράγουν και μάλιστα στο όνομα της Αριστεράς και της προόδου, έναν ακόμα ολοκληρωτισμό, σαφώς χειρότερο από τους προηγούμενους, γιατί αυτός εμεταλλεύεται τα αγνότερα και ιερότερα αισθήματα και όνειρα των ανθρώπων για να οικοδομήσει την εξουσία του.

Τα πράγματα για μένα ήσαν σαφή. Δεν μπορεί να είναι ούτε να λέγεται Αριστερά η παράταξη που δε σέβεται τη Δημοκρατία, ούτε μέσα στο Κόμμα ούτε μέσα στην Κοινωνία. Όμως, όπως η Εκκλησία, που είχε χρεωθεί την Ιερά Εξέταση, τελικά μονοπώλησε τον Χριστιανισμό, το ίδιο και η καινούργια Εκκλησία –το Κόμμα- χρεωμένο με εκατομμύρια θυμάτων και με δάκρα λαών ολόκληρων, τελικά μονοπωλεί την Αριστερά. (σελίδα 47)

Που γίνονται ακόμα πιο σαφείς σε αυτό το απόσπασμα:

Ο δογματικός γραφειοκρατισμός συνδέεται με τη σταλινική περίοδο διακυβέρνησης. Είναι δημιούργημά της. Στο όνομά του πραγματοποιήθηκαν όλες οι εκτροπές από το δρόμο του Λενινισμού. Ταυτόχρονα, σαν μεθοδολογία και σαν πράξη, δημιούργησε τα πλαίσια –τους μηχανισμούς- για την επιβολή της λαθεμένης γραμμής αυτής της περιόδου. Το 20ό Συνέδριο είχε το ιστορικό θάρρος να δει αυτοκριτικά τα λάθη του παρελθόντος. Γκρέμισε τη σταλινική μυθολογία. Τα χρόνια που ακολούθησαν όμως, απόδειξαν ότι το χειρουργικό νυστέρι δεν έφτασε στο βάθος του καρκινώματος. Δεν έθιξε το μηχανισμό των μηχανισμών!

Ειδικά αυτή η παράγραφος για το διάστηα μετά τη διάσπαση του 68’, μπορεί να θυμίσει συνειρμικά τη διαβόητη ατάκα του ζίζεκ για τους νεκρούς που ξέχασαν να πεθάνουν.

Ο δογματικός γραφειοκρατισμός έκανε την εκλογή του! Δεν μπόρεσε να πάει με τους ζωντανούς που ήθελαν να οικοδομήσουν ένα ζωντανό κόμμα κατ’ εικόνα και ομοίωση του λαού και της εποχής μας. Προτίμησε μια μικρή ομάδα ξεπερασμένη από το χρόνο και την εποχή, ξεκομμένη εντελώς από την πραγματικότητα, όμως κομμένη και ραμμένη όπςω φαίνεται, πάνω στα μέτρα και τις ανάγκες ενός αναχρονιστικού καθοδηγητικού συστήματος. (σελίδα 231-2)

Θυμάστε μήπως το κείμενο με το οποίο ανακοίνωνε την ίδρυση του ποταμιού ο σταύρος θεοδωράκης; Διαβάστε και το επόμενο απόσπασμα, για να βρείτε τι σας θυμίζει…

Το κλίμα ήταν αρνητικό αλλά εγώ συνέχιζα τις συναυλίες μου οπότε το 62, μεταξύ των συναυλιών, ήταν και μια που έδωσα στο Ναύπλιο στην ίδια βαρειά ατμόσφαιρα, διότι έρχονταν αποφασισμένοι να τα δώσουν όλα, να ταυτιστούν απόλυτα με τα διαδραματιζόμενα, ιδιαίτερα με τους στίχους και τη μουσική. Την άλλη μέρα κατέβηκα στην παραλία, ήταν έρημη, είχε ένα καφενεδάκι στο μώλο, κάθησα μόνος μου και παρήγγειλα ένα μέτρο και την ώρα που περίμενα το γκαρσόνι ήρθαν δυο νεαροί κύριοι, συστήθηκαν –θυμάμαι το όνομα του ενός ήταν ο Δημήτρης Δρούζας- είπαν ότι είναι νέοι δικηγόροι από το Ναύπλιο οι οποίοι εργάζονται στην Αθήνα, παρακολούθησαν τη συναυλία μου, γνώριζαν ό,τι κάνω και μου έθεσαν το ερώτημα «έχετε συνειδητοποιήσει κ. Θεοδωράκη το ρόλο που διαδραματίζετε αυτή τη στιγμή;» Λέω, ποιο ρόλο; «Δεν καταλάβατε ότι αυτή τη στιγμή δεν είστε μόνο μουσικός, αλλά ένας πολιτικός ηγέτης; Εμείς έτσι σας βλέπουμε. Κι αυτή τη στιγμή δημιουργείται ένα κίνημα πολιτικό το οποίο μας εκφράζει, διότι δεν αναπαράγετε τα λόγια κανενός κόμματος, είστε μόνος σας, υπερασπίζεστε τη δημοκρατία, υπερασπίζεστε το έργο σας τη μουσική που μας αρέσει, την ελληνική ποίηση, το Ρίτσο, αυτά είναι τα ιδανικά τα δικά μας». Και πράγματι έτσι ήταν. «Σας ευχαριστώ πολύ, αυτό δεν το είχα σκεφτεί ακόμα, διότι καταλαβαίνετε είναι τόσα πολλά τα εμπόδια, τόσες οι μάχες που δίνω καθημερινά που δε μου έτυχε να σκεφτώ κάτι τέτοιο διότι, ομολογώ ότι μετά όσα έχω υποστεί στο παρελθόν ήρθα αποφασισμένος να κάνω στην Ελλάδα μουσική και μόνο μουσική. Τίποτε άλλο».

Αυτός ήταν ο σπινθήρας, διότι αμέσως μετά συναντηθήκαμε στην Αθήνα (…) (σελίδα 61)

Ο (δικαιολογημένος ως ένα βαθμό) εγωκεντρισμός που συναντάται σε αρκετούς καλλιτέχνες, εδώ αποκτά σαφή πολιτική διάσταση.

Έχει νομίζω σημασία να δηλώσω ότι εξακολουθώ να πιστεύω ότι το έργο και η δράση μου αποτελούν στοιχεία θετικά και ωφέλιμα στον αγώνα των προοδευτικών μας δυνάμεων. Έτσι καταλήγω στο συμπέρασμα ότι από την άποψη αυτή, θα έπρεπε το ίδιο το Κίνημα να φροντίζει ώστε τα ωφέλη αυτά όχι μόνο να συντηρούνται αλλά και να μεγαλώνουν. Εδώ πρέπει να πω με μεγάλη μου λύπη ότι ενώ ο αντίπαλος με είδε σωστά και αποφάσισε την «εξόντωσή» μου, οι δικοί μας υπέυθυνοι δεν είχαν τον καιρό να ασχοληθούν με σοβαρότητα με το πρόβλημα αυτό. Και όχι μόνο αυτό αλλά φτάσαμε στο σημείο, να υπάρχει ακόμα και ευθυγράμμιση της επίθεσης! (Βλέπε σχετικό λιβελλογράφημα της Επιθεώρησης Τέχνης). Έτσι το κίνημα της κουλτούρας στο βαθμό που το εκπροσωπώ περνά στις μέρες μας στιγμές κρίσιμες, για να μην πω απελπιστικές. Αυτά ως προς την τέχνης και την κουλτούρα. Όσον αφορά τον πολιτικό στίβο, εδώ η φθορά και η δολιοφθορά υπήρξε ακόμα πιο έντονη και πιο αποτελεσματική. Είναι φανερό πια ότι καμιά οργανωμένη πολιτική δύναμη δε με θέλει για ηγέτη της ελληνικής νεολαίας –δηλαδή αυτό που με είχε κάνει η ζωή, οι αγώνες, οι ιδέες και οι θέσεις μου μέσα στη ΔΝΛ. Το ολοκληρωμένο σχήμα (του δημιουργού, του οραματιστή και του αγωνιστή) που αποτελούν (μπροστά στα μάτια της ελληνικές νεολαίας) ένα συγκεκριμένο παράδειγμα και όχι μια συνηθισμένη υπόσχεση, και που σε τελευταία ανάλυση ήταν μια δύναμη που ανήκε στο κίνημα (μιας και την έπλασα από το Κίνημα για το Κίνημα!) βάλθηκαν όλοι ανεξαιρέτως να την καταστρέψουν! Όμως αυτή η ειδική θέση μου μέσα στο κίνημα μου δίνει και ορισμένες ειδικές ευθύνες. Ποτέ δε μου έλειψε το ηθικό θάρρος. Γι’ αυτό σας δηλώνω επίσημα ότι δε θα παραιτηθώ ποτέ από την προσπάθειά μου. (σελίδα 124)

Κλείνουμε την ανάρτηση με δύο εξίσου χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τη μεταπολιτευτική περίοδο και το διάστημα που ο μίκης συμπορεύτηκε με το κουκουέ.

Οι χειρισμοί της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ στο θέμα της υποψηφιότητας Σαρτζετάκη (και όχι μόνο) και η κάμψη της εκλογικής ισχύος στις εκλογές του Ιουνίου επηρέασαν το Θεοδωράκη να δημοσιοποιήσει γραπτά τις ανησυχίες του στο Χ. Φλωράκη:

Θα σου πω ότι δεν το φροντίζει καλά το Κόμμα όταν υπάρχει ένας αγωνιστής σαν και μένα που είχε να σας δώσει και θέλει να σας δώσει 100 και σεις παίρνετε μόνο 10 και με το ζόρι. Όπως σου είπα είμαι ένα τάνκερ και σεις με κλείσατε στη λίμνω των Ιωαννίνων να κάνω μανούβρες γύρω από τον εαυτό μου. Από τα 1978 έως σήμερα πέρασαν 7 ολόκληρα χρόνια. Είχατε όλο το καιρό να με γνωρίσετε από κοντά. Να με ψάξετε. Να με δοκιμάσετε. Και να με αξιοποιήσετε. Για το καλό του κόμματος και του λαού μας. Γιατί δεν το κάνατε; (σελίδα 343)

Κι ένα μικρό υστερόγραφο, όπου ο μίκης γράφει πως του είχαν υποσχεθεί ότι θα είναι σαν ισότιμο μέλος του πγ της κετουκε!

Βγήκα ξανά βουλευτής στη Β’ Πειραιά, ενώ η υπόσχεση ότι θα ήμουν ισότιμο μέλος του ΠΓ δεν τηρήθηκε, είχα μόνο επαφή προσωπική με τον Φλωράκη. (σελίδα 324)

Σημειώνω εμφατικά πως τα παραπάνω έχουν ως βασικό σκοπό να καταδείξουν τις αντιφάσεις που διαπερνούν τον πολιτικό θεοδωράκη, και που πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη πριν από οποιαδήποτε προσέγγιση-εκτίμηση των θέσεων που παίρνει κατά καιρούς.

(Συνεχίζεται…)

 

Τα αναρτώ και τα δύο για να δείτε διαφορά κουλτούρας

 

Στον αστερισμό του κομματικού πολιτισμού η Πάτρα, η οποία μετά την περιπέτεια του ΔΗΠΕΘΕ και την απομάκρυνση του καθόλα επιτυχημένου Αμπαζή στο πλαίσιο της επιβολής της κόκκινης αντίληψης για το θέατρο μέσω ενός καλλιτέχνη- κομματικού στελέχους του ΚΚΕ, τώρα αρχίζει να βάφει προκλητικά με κόκκινη μπογιά και τα εικαστικά της, με εκθέσεις που έρχονται …φορητές από την Αθήνα, κάποιες δε εξ αυτών κατόπιν συστάσεως Κουτσούμπα, οι οποίες πληρώνονται από τους Πατρινούς και μάλιστα αδρά, χωρίς να έχουν καν την στοιχειώδη καλλιτεχνική αξία και αναγνώριση.

Ο πολιτισμός, ένας κατεξοχήν χώρος ελεύθερης έκφρασης και παρέμβασης, μετατρέπεται σταδιακά σε μέσο προπαγάνδας του ΚΚΕ, κάτι που φάνηκε και από το μανιφέστο περί διεθνούς φεστιβάλ Πάτρας, με ένα κείμενο το οποίο βρίθει κακώς νοούμενης λαϊκότητας περί των πολιτιστικών, διαφοροποιώντας τους πολίτες της γειτονιάς και των συνοικιών από αυτούς του κέντρου ωσάν να πρόκειται περί κατοίκων κατώτερου θεού και πνευματικού επιπέδου.

Η πολιτιστική προπαγάνδα μετά το θέατρο και το Φεστιβάλ, διείσδυσε όπως μαθαίνει το thebest.gr και στα εικαστικά πράγματα της πόλης με την σφραγίδα του απολύτως κομματικώς ελεγχόμενου Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους πνευματικούς ανθρώπους της πόλης που υπογραμμίζουν ότι αρχίζει να γίνεται πλέον επικίνδυνος ο τρόπος με τον οποίο η νέα δημοτική αρχή τοποθετείται σε σχέση με το πνευματικό παρόν και το μέλλον των ανθρώπων της πόλης.

Πέρα από αυτό τον πολύ σημαντικό παράγοντα όμως υπάρχει και η παράμετρος της ηθικής και όχι μόνο νομιμοποίησης της κομματικής διαχείρισης των χρημάτων του πολιτισμού της Πάτρας μέσα από την στρατευμένη αυτοδιοίκηση.

Ας πάμε όμως στα εικαστικά και στα ερωτηματικά που ανακύπτουν σε σχέση με δύο εκθέσεις. Η μια είναι η έκθεση του Παναγιώτη (Τάκη) Βαρελά με τίτλο «Mετ’ άλλων ανθρώπων έργο ΙΙ», στα εγκαίνια της οποίας παραβρέθηκε και ο ίδιος ο Κώστας Πελετίδης ο οποίος υπογράμμισε ότι «ο Τάκης Βαρελάς μέσα από τη ζωγραφική του παρουσιάζει τον καθημερινό εργάτη ως πρωτοπόρο αδάμαστο άνθρωπο που μεταδίδει την ελπίδα για μια ζωή με αξιοπρέπεια και δημιουργία».

Πέρα από το προφανές της εικαστικής στράτευσης, πληροφορούμαστε ότι η έκθεση αυτή έγινε με απευθείας ανάθεση, χωρίς δηλαδή καν να ερωτηθεί η γνωμοδοτική επιτροπή της πινακοθήκης και για την οποία υπήρχε και αμοιβή περί τα 2.600 ευρώ, γεγονός που κάθε άλλο παρά συνηθίζεται για ατομική έκθεση.

Ο Τάκης Βαρελάς, εικαστικός, μέλος του ΔΣ του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας, ήταν μάλιστα εις εκ των κομματικών μελών της Κριτικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε για να αξιολογήσει τα έργα στον διαγωνισμό για το λογότυπο του ΚΚΕ. Κάποιοι τον αποκαλούν ζωγράφο- αρθρογράφο του «902», ο οποίος είχε κάνει περίπου επάγγελμα τις συχνότατες επιθέσεις στο Αριστερό Ρεύμα , την Αριστερή Πλατφόρμα και προσωπικά τον Παναγιώτη Λαφαζάνη.

Ο Βαρελάς, όπως λένε οι πληροφορίες του thebest.gr, ήρθε στην Πάτρα ως αμειβόμενη ατομική έκθεση με εντολή Κουτσούμπα!!!.

Το βιογραφικό του έχει περίπου ως εξής: Γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς το 1959, όπου και τελείωσε το δημοτικό, συνεχίζοντας το γυμνάσιο στην Λιβαδειά.
Στη συνέχεια, φοίτησε στο τμήμα σχεδιαστών της ΣΕΛΕΤΕ (Ανώτερης Σχολής Τεχνολογικής και Παιδαγωγικής Εκπαίδευσης).
Το 1982 εργάζεται στον Οδηγητή, εβδομαδιαία, τότε, εφημερίδα της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας.

Σχεδίασε πολιτικές αφίσσες, πολιτικά έντυπα, εξώφυλλα βιβλίων και δεκάδες έντυπα πολιτικής επικοινωνίας. Απο το 1986 ασχολείται με τη διαφήμιση. Στην τέχνη είναι αυτοδίδακτος.

Κατόπιν τούτων τα λόγια είναι περιττά.

Το επόμενο καλλιτεχνικό γεγονός- υπηρεσία στον Περισσό, με τα χρήματα της Πάτρας και του πολιτιστικού της Οργανισμού, αφορά την έκθεση «Εικαστική Τέχνη και Αντίσταση» η οποία εγκαινιάστηκε στην Αγορά Αργύρη.

«Να αναδειχθεί η αντίσταση ενός λαού και τα έργα να αποτελέσουν μια μαρτυρία των δημιουργών και τα όσα οι ίδιοι βίωσαν αλλά και συνάμα προσέφεραν στην εικαστική τέχνη», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Πελετίδης στα εγκαίνια.

Αυτό που δεν ανέφερε είναι ότι αυτή η έκθεση η οποία επίσης γίνεται υπό το στέγαστρο του κομματικώς ελεγχόμενου Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, κόστισε 9.000 ευρώ, αφορά συλλογές έργων από το ΚΚΕ και άλλους ιδιώτες χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη αξιολόγηση ιστορικού τέχνης, έγινε επίσης με απευθείας ανάθεση.

Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσό που έχει διατεθεί για εικαστική έκθεση στην Πάτρα τα τελευταία τουλάχιστον πέντε χρόνια και ο προυπολογισμός της όπως διαβάζουμε στη Διαύγεια, έχει ως εξής:

3427 ευρώ μεταφορά και ασφάλεια έργων

4579 ευρώ εκτύπωση καταλόγου

1033 ευρώ εκτύπωση εντύπων και μπάνερ.

Για την ιστορία αναφέρουμε ότι η Πρόεδρος του Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Εύα Μελλά, ήταν υποψήφια βουλευτής Α΄Αθήνας με το ΚΚΕ.

Όλα αυτά δείχνουν με τον πλέον σαφή τρόπο τις προθέσεις της δημοτικής αρχής να λειτουργήσει την τέχνη ως όχημα πολιτικού προσηλυτισμού, και να προσγειώσει τις πολιτιστικές δράσεις του Δήμου στο πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης του ΚΚΕ, δίνοντας δουλειές στα δικά του τα παιδιά, με την Πάτρα να πληρώνει για λογαριασμό του Περισσού και να είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίζει ως τέχνη στα 2015, ό,τι αναγνωρίζει ως τέχνη η ΚΝΕ.

Χαρακτηριστική λεπτομέρεια της όλης κατάστασης, είναι ότι σε αυτές τις εκδηλώσεις απευθύνεται κάλεσμα στην ΚΝΕ για ενίσχυση στα εγκαίνια, όπου αναζητάς ματαίως να βρεις κανέναν φιλότεχνο, για λόγους που έχουν να κάνουν σαφώς με το τι ακριβώς αναζητά ο Πατρινός φιλότεχνος και τι το ΚΚΕ. Και δεν νομίζω ότι αυτά τα δύο συναντώνται.

 Γιώτα Κοντογεωργοπούλου

και η απάντηση

«Ο Πολιτιστικός Οργανισμός, από το Σεπτέμβρη του 2014 έως σήμερα, έχει φιλοξενήσει δεκάδες εκθέσεις, ατομικές και ομαδικές, κυρίως ντόπιων καλλιτεχνών, στους εκθεσιακούς χώρους που διαθέτει ο Δήμος, συνεπώς εάν οι συντάκτες του θέματος έμπαιναν στον κόπο, θα διαπίστωναν πως οι δράσεις του Δήμου δεν έχουν ως κριτήριο την κομματική και ιδεολογική ταυτότητα κανενός.

Σε ό,τι αφορά τις αναφορές -σε άρθρο- στα κριτήρια με τα οποία φιλοξενήθηκε η ατομική έκθεση του ζωγράφου Τάκη Βαρελά, θυμίζουμε πως αυτή έγινε με ομόφωνη απόφαση στο ΔΣ του Πολιτιστικού Οργανισμού. Τα μόνα έξοδα που έγιναν ήταν για εκτύπωση καταλόγου που δινόταν δωρεάν και εξαντλήθηκε λόγω της μεγάλης επισκεψιμότητας. Θυμίζουμε, δε, πως στο πλαίσιο της έκθεσης διοργανώθηκαν παράλληλες εκδηλώσεις που παρακολούθησε πλήθος κόσμου δωρεάν -όπως η συναυλία με την γνωστή κιθαρίστρια Εύα Φάμπα, κόρη του Δημήτρη Φάμπα.

Συνεπώς, αποτελεί χυδαίο ψέμα αυτό που γράφεται για προσωπική αμοιβή στον καλλιτέχνη.

Άλλωστε, αν κάποιοι δεν διαθέτουν ρηχή μνήμη, θα έπρεπε να γνωρίζουν πως δεν είναι η πρώτη φορά που φιλοξενείται ατομική έκθεση εν ζωή εικαστικού στην Πινακοθήκη.

Τα όσα στο ίδιο ηλεκτρονικό δημοσίευμα αναφέρονται, σχετικά με την έκθεση «Εικαστικές Τέχνες και Αντίσταση», η οποία φιλοξενείται στην Αγορά Αργύρη, ο Πολιτιστικός Οργανισμός υπενθυμίζει πως πρόκειται για διακόσια εκθέματα από την Εθνική Πινακοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, τη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας, των Ιωαννίνων και πολλά άλλα ιδρύματα.

Δηλαδή, την έκθεση απαρτίζουν έργα καλλιτεχνών με τεράστια προσφορά, μέσα από τα οποία καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό η πορεία της εικαστικής τέχνης στην Ελλάδα (Καπράλος, Τάσσος, Κατράκη, Στεφανίδης, Σεμερτζίδης, Μακρής, Μακρή, Σπαθάρης κ.ά.).

Ουσιαστικά, πέρα από την εικαστική αξία των εκθεμάτων και ο πιο αμύητος αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για πραγματική κιβωτό διαφύλαξης της ιστορικής μνήμης, η οποία παραμένει πάντα επίκαιρη, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι πολίτες βιώνουν για μια ακόμα φορά την αδικία και την εξαθλίωση.

Τα όσα αναφέρονται για το κόστος της έκθεσης, αυτό αφορούσε μόνο την κάλυψη των δαπανών για τη μεταφορά των έργων (περιλαμβάνει τη συγκέντρωσή τους από δεκάδες χώρους), τα ασφάλιστρα (τα συγκεκριμένα έργα πέρα από μεγάλη αισθητική και ιστορική αξία, έχουν και μεγάλη χρηματική αξία).

Να σημειωθεί δε πως οι κατάλογοι διακινούνται με το συμβολικό ποσό των 5 ευρώ, εξισορροπώντας έτσι το κόστος εκτύπωσης. Οι εμπνευστές του γεμάτου ανακρίβειες θέματος που αναρτήθηκε στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, αρκούσε ν’ ανατρέξουν στο πρόσφατο παρελθόν για να δουν χρυσοπληρωμένες εκθέσεις με λίγες δεκάδες επισκέπτες.

Τέλος, είναι τέτοιο το μέγεθος της εμπάθειας όσων εργάστηκαν για να παραχθεί το συγκεκριμένο ρυπαρό δημοσίευμα, που αναρωτιόμαστε: Κομματική απόβαση έκανε ο Καμίνης στο Δήμο της Αθήνας, όταν συνδιοργάνωσε την ίδια έκθεση με το Εικαστικό Επιμελητήριο Ελλάδος;

Όσο δε για την παρουσία ή μη, φιλότεχνων και καλλιτεχνών στα εγκαίνια, οι εκατοντάδες Πατρινοί και οι δεκάδες εικαστικοί (μεταξύ αυτών και η κόρη της σπουδαίας Βάσως Κατράκη), που παρευρίσκονταν χτες στα εγκαίνια της έκθεσης, δίνουν νέα πνοή και ζωντάνια στους χώρους των εκθέσεων.

Θα συμβουλεύαμε δε τους συντάκτες του συγκεκριμένου άρθρου να παρατηρήσουν καλά στο υλικό που τους έχει σταλεί, γιατί μεταξύ των όσων έδωσαν το «παρών» στα εγκαίνια της έκθεσης υπάρχουν και πρόσωπα τα οποία κατ’ επανάληψη έχουν οι ίδιοι προβάλει για το έργο και την προσφορά τους στις τέχνες και τον πολιτισμό.

Επειδή βγάζουν σπυράκια όταν ακούν τις λέξεις εργάτες και λαός και ειρωνεύονται την επαφή του απλού καθημερινού ανθρώπου με τα έργα τέχνης, καλούμε το λαό και ειδικά τη νεολαία της Πάτρας να επισκεφτεί την έκθεση, ώστε να διαπιστώσει από κοντά την αξία αυτών των έργων τέχνης. Τιμή μας να φιλοξενείται τέτοια έκθεση στην Πάτρα.

Όσο για τους φανερούς και κρυφούς συντάκτες του συγκεκριμένου λιβελογραφήματος, έχουμε να σχολιάσουμε: κρίμα και ντροπή».

Η 4η Αυγούστου, η Κατοχή, και η μεταδεκεμβριανή περίοδος στάθηκαν οι νεκροθάφτες για τη γλυπτική μας. Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός πως υπάρχουν σήμερα γλυπτικές συνθέσεις που αφορούν στην Αντίσταση, είναι κάτι που ανάλογα πρέπει να εκτιμηθεί. Ο ρόλος της γλυπτικής μας θα γίνεται ολοένα μεγαλύτερος μέσα σε μια αληθινή δημοκρατία, όταν θα κληθεί να στήσει τα μνημεία της Αντίστασης.
Η χαρακτική μας, η πιο νεαρή από τις πλαστικές μας τέχνες και η λιγότερο επηρεασμένη από τις «καθαρές» αναζητήσεις, ήταν από την τεχνική της φύση προορισμένη να προσαρμοστεί καλύτερα στην παράνομη δράση στον καιρό της κατοχής, να επωμιστεί έτσι τις μεγαλύτερες ευθύνες, μα και νά’ χει την ευκαιρία να προσφέρει περισσότερα. Σήμερα το πρόβλημα της ποιότητας είναι ανάγκη πιο σοβαρά ν’ απασχολήσει τους χαράκτες μας.
Πολύμορφη στάθηκε η προσφορά της διακόσμησης στον κοινό αγώνα, στις σκλαβωμένες εαμικές πόλεις και στη λευτερωμένη από τον ΕΛΑΣ Ελλάδα. Σ’ αυτή δούλεψαν ζωγράφοι, σκιτσογράφοι, χαράκτες, επιγραφοποιοί, επαγγελματίες, ερασιτέχνες, αυτοδίδακτοι λαϊκοί τεχνίτες, για να διακοσμήσουν τον παράνομο τύπο μας, χώρους κλειστούς και ανοιχτούς, βιβλία, περιοδικά κι εφημερίδες, διαφωτιστικά πλακάτ, πανώ, λαϊκά λάβαρα. Ιδιαίτερα στην περίοδο της απελευθέρωσης, η λαϊκή πρωτοβουλία φουντώνει και η συμμετοχή της στις συνοικίες και στα χωριά με τους επονίτικους ομίλους και τα εαμικά συνεργεία γινότανε ολοένα πιο πλατιά. Τούτο είναι ένα γεγονός με ξεχωριστή σημασία, που δείχνει πως ο ίδιος ο λαός στον αγώνα για να πραγματοποιήσει τη δημοκρατία του, προβάλλει το αίτημα της συμμετοχής του στην τόσο τρομακτικά κλειστή γι’ αυτόν πλαστική δημιουργία και πως η ίδια η ανάγκη του αγώνα το επιβάλλει.
Στο χιουμοριστικό και σατυρικό σκίτσο και σχέδιο, έλαχε η μεγάλη ευθύνη κι ευχάριστη τύχη, να βρει στη μεταδεκεμβριανή περίοδο, μια πιο πλατιά επαφή με τις λαϊκές μάζες –ιδιαίτερα της Αθήνας- μέσα από τα χιουμοριστικά δημοκρατικά περιοδικά, για να ικανοποιήσει τη βαθιά δημοκρατική διάθεση του λαού. Μ’ όλες τις μεγάλες της αδυναμίες, η μεταδεκεμβριανή σκιτσογραφία μας που στο μεγάλο της μέρος είναι ακόμα πολύ επηρεασμένη από μια φτηνή δημοσιογραφική δεξιοτεχνία κι εύκολο πνεύμα, η συμβολή της στάθηκε θετική για το δημοκρατικό αγώνα. Η λαϊκή πρωτοβουλία ήταν εκείνη, που την αντιστασιακή σατυρική εικόνα –σε πλακάτ, σε μακέτα, σε πανώ την έβγαλε στην επιφάνεια του διαφωτιστικού αγώνα, την τόνισε και την πραγματοποίησε πριμιτιβιστικά έστω και άτεχνα, μα πηγαία, στις μεγάλες καμπάνιες – διαδηλώσεις της απελευθέρωσης. Οι λαϊκές μας συνοικίες έφτιαχναν μόνες τους μια σειρά από τέτοια πλακάτ, πανώ και μακέτες που κορόιδευαν τον κατακτητή, τον Χίτλερ και τον Μουσσολίνι,τον Παπατζή και τον Προδότη, τον Δοσίλογο και τον Γλύξμπουργκ. Σαν συνέχεια, μέσα στον αγώνα του Δεκέμβρη, οι χαράκτες του λινόλεουμ έδωσαν μια πιο έντεχνη μορφή σ’ αυτή την πρωτόγονη μα πηγαία τεχνοτροπία και διάθεση. Κι εδώ βρίσκεται μια από τις αποχρώσεις που χαρακτηρίζει τη δεκεμβριανή αντιστασιακή χαρακτική. Μόνο ωστόσο μια έκθεση της τέχνης της Αντίστασης μπορεί να δώσει την ευκαιρία και τις δυνατότητες για μια αισθητική ανάλυση κι αξιολόγηση των έργων της.
Είναι πια εύκολο να καταλάβουμε γιατί ο μεταδεκεμβριανός νεοφασιστικός φορέας του μεγαλοϊδεατισμού ήρθε σε μια τόσο βαθιά αντίθεση με την τέχνη της Αντίστασης. Έβλεπε και βλέπει σ’ αυτή, τον ιδεολογικό – αισθητικό του εχθρό, βλέπει στα έργα της την εικόνα της χρεωκοπίας και της προδοσίας του στην πιο κρίσιμη στιγμή της εθνικής μας ζωής. Να γιατί την καταδίωξε με τόσο πείσμα. Κι αυτή η δίωξη άρχισε από τον κατακτητή και δεν τελείωσε ακόμα. Οι μαχητικές μας αφίσες και τα πανώ, οι γκραβούρες14 και τα σχέδια για πολυγραφημένα, ιχνογραφημένα, στοιχειοθετημένα παράνομα έντυπα, οι βινιέτες και οι τίτλοι, τα ένσημα και τα καρτ-ποστάλ, οι σφραγίδες και τα διακοσμητικά γράμματα, όλ’ αυτά που χάρισαν στα μάτια του μαχητή λαού μια κάποια εικόνα της αγωνιστικής του ζωής και του τόνωσαν την πίστη στη λευτεριά, τα οχτρεύτηκε πιότερο κι από τον κατακτητή ο ντόπιος φασισμός. Και τα κατάστρεψε όπου κι όποτε τα συναντούσε, στην κατοχή, το Δεκέμβρη, μετά το Δεκέμβρη. Στην Αθήνα και στην επαρχία. Με τη φωτιά και με τα σκόμπικα αεροπλάνα. Με τις λεηλασίες στα σπίτια των καλλιτεχνών της Αντίστασης και στα σπίτια του λαού στις συνοικίες, όπου τα φύλαγε μ’ αγάπη. Με το σφουγγάρι και με το σκίσιμο. Από τους τοίχους και τα τηλεγραφόξυλα. Από τα γραφεία και τα τυπογραφεία. Από παντού έπρεπε να σβήσει η εικόνα της Αντίστασης, το χρώμα, ο τόνος, η προοπτική της. Έτσι, αντί να συγκεντρωθούν όλες αυτές οι «ταπεινές» ζωγραφιές που βοήθησαν ωστόσο το έθνος να λευτερωθεί σ’ ένα Μουσείο Εθνικό, το Εθνικό μας Μουσείο γίνεται φυλακή της Εθνικής μας Αντίστασης, και η τέχνη μας μπαίνει κάτω από τον ανεύθυνο ένοπλο έλεγχο που αντικατέστησε τις κριτικές επιτροπές μέσα στη μεταδεκεμβριανή περίοδο.

 

Μέσα στη νεοελληνική καλλιτεχνική μας πραγματικότητα, μέσα στην ιδιομορφία της τέχνης, με μορφή αισθητική, ο αγώνας του λαού μας συνεχίζεται σήμερα κάτω απ’ τη σημαία του αντιστασιακού ρεαλισμού. Σήμερα κι αύριο, αργά ή γρήγορα, η σύγκρουση με τα αισθητικά ιδανικά της «Μεγάλης Ιδέας» και με τις ιδεαλιστικές – φορμαλιστικές της αφετηρίες και καταλήξεις, γίνεται και θα γίνεται αναπόφευκτη. Τη σύγκρουση τούτη, ο καλλιτέχνης κι ο κριτικός της Αντίστασης πρέπει να τη δεχτεί. Ο αγώνας αυτός είναι βέβαια δύσκολος, κοπιαστικός, σκληρός μα αναγκαίος. Η ανεκτίμητη προσφορά του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνα είναι, πως έδειξε στις πλαστικές τέχνες, στον καλλιτέχνη και κριτικό τους, τον αντιφορμαλιστικό δρόμο και τρόπο τούτης της πάλης.

 

14. Γκραβούρα. Η ζωγραφική που γίνεται με χάραγμα σε ξύλο, πέτρα κ.ά.

Μα και πέρα απ’ αυτό, ακόμα η ίδια η φορμαλιστική και η ιδεαλιστική αφετηρία της «καθαρής τέχνης», αποτελεί για τον καλλιτεχνικό μεγαλοϊδεατισμό εγγύηση, πως η νεοελληνική μας τέχνη δεν πρόκειται να τον αναιρέσει μ’ ένα ρεαλιστικό μετασχηματισμό και συγχρονισμό της.

 
Αντέρεισμα σ’ όλες τούτες τις μορφές του βρήκε ο μεγαλοϊδεατισμός, πάντα στο συγχρονισμό του με τις ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές κατιούσες, ενώ σύγχρονα αγνόησε και πολέμησε κάθε προοδευτικό, ζωντανό, ρεαλιστικό προσανατολισμό της τέχνης μας. Και να μερικά παραδείγματα. Ο ρεαλισμός που αναπτύχθηκε σαν απήχηση του 1848 στη Γαλλία κι έφτασε να αναδείξει ένα Ντωμιέ, άφησε ολότελα ανεπηρέαστη τη νεοελληνική μας ζωγραφική, αγνοήθηκε και αγνοείται. Η ανεπίσημη, αγωνιστική, ρεαλιστική τέχνη του μεσοπολέμου, της Κόλβιτς, του Γκρος, του Μαζερέλ και τόσων άλλων, αγνοήθηκε, απαγορεύτηκε και οι εκδόσεις που τη φιλοξενούσαν κάηκαν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Η σύγχρονή μας σοβιετική τέχνη έμεινε αγνοημένη, μποϋκοταρισμένη, σε παρανομία. Ενώ αντίθετα, ο κλασικισμός κι ο ρομαντισμός του Μονάχου μονοπωλιακά επηρέασε τη ζωγραφική και τη γλυπτική μας, θερμά προπαγανδίστηκε στην εποχή της βαυαροκρατίας κι από τις αυλές του Όθωνα και των Γλύξμπουργκ. Οι νεότερες, όπως είδαμε, ατομικιστικές φυγές από το ρεαλισμό, ταίριαξαν πολύ με τα αισθητικά γούστα της «καλλιεργημένης και συγχρονισμένης ευρωπαϊκά» μερίδας της μεγαλοαστικής τάξης, υποστηρίχτηκαν από εφοπλιστές και μεγαλοβιομήχανους κι από μια μερίδα του «δημοκρατικού» πολιτικού κόσμου που έβλεπε σ’ αυτές ένα συγχρονισμό όπως είπαμε του μεγαλοϊδεάτικου αισθητικού γούστου και τέχνης. Ο «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός» στ’ όνομα μιας «περίεργης» αντίληψης για την καταπολέμηση της «ξενομανίας» έμπασε στην αντιπροοδευτική του μανία, άφθονη την προπαγανδιστική τέχνη της χιτλερικής Γερμανίας κι οργάνωσε γκαιμπελικές εκθέσεις.

 
Η εξέλιξη της νεοελληνικής μας ζωγραφικής και γλυπτικής ένα και πάνω αιώνα τώρα, γίνεται έτσι ουσιαστικά, μέσα στις ιδεολογικές συνθήκες της κυριαρχίας της «Μεγάλης Ιδέας» κάτω από την κυριαρχία των αισθητικών της προσταγμάτων, κάτω από την επιρροή του μορφοκρατικού τρόπου και πνεύματος στην τέχνη. Η προσπάθεια να εναρμονιστεί το αρχαιοελληνικό, το βυζαντινό με το νεοελληνικό αισθητικό ιδανικό και τέχνη, δεν μπορούσε παρά να πάρει τη μορφή μιας τεχνητής συγκόλλησής τους, ένα φορμαλιστικό, εκλεκτικό χαρακτήρα. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, θάβεται και ξεχνιέται το παράδειγμα του εφτανησιώτικου νατουραλισμού, που πάνω στη βάση της αντίθεσής του κι όχι της συμφωνίας του με το δογματικό, μυστικιστικό αισθητικό ιδανικό της βυζαντινής ζωγραφικής, γίνεται γόνιμος συντελεστής για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της νεοελληνικής μας ζωγραφικής. Ο ρεαλιστικός πυρήνας του «νατουράλε» του Παναγιώτη Δοξαρά ήταν εκείνος που συντελούσε στον προοδευτικό συγχρονισμό της ζωγραφικής μας σ’ εκείνο τον καιρό. Και στο νατουράλε της προοδευτικής δυτικής Αναγέννησης, βρήκε το στήριγμά του, στη μάχη του με τον καλογερίστικο τυπολατρικό βυζαντινισμό στη ζωγραφική.

 
Κάτω από μια τέτοια λοιπόν ιδεολογική δικτατορία και καλαισθητική διαπαιδαγώγησή μας δεν είναι ανεξήγητο, γιατί δυσκολευόμαστε ακόμα να πάρουμε συνείδηση – και αισθητική- ενός τέτοιου ρεαλιστικού μετασχηματισμού που αναφέραμε πιο πάνω. Μα ο μεγαλοϊδεατισμός συσσώρευσε τόσα δεινά στον τόπο μας και στην τέχνη, ώστε όπως και στους άλλους τομείς της ιδεολογίας και συνείδησης πρέπει και στην τέχνη ν’ αναιρείται, ν’ αρχίσει να δίνεται πιο αποφασιστικά η μεγάλη μάχη ενάντιά του. Ο ρεαλισμός σήμερα σε μας εδώ, στις πλαστικές μας τέχνες, παίρνει νόημα, ουσία, περιεχόμενο, κρίνεται σαν τέτοιος, δεν μένει κούφια κι αφαιρεμένη φόρμουλα, όσο μάχεται κι αντιτάσσεται στον καλλιτεχνικό μεγαλοϊδεατισμό ειδικά, στις φορμαλιστικές-ιδεαλιστικές του προϋποθέσεις γενικά. Γιατί τούτος στάθηκε ο βασικός αισθητικός συνεχιστής που έριχνε την τέχνη μας σε μια χρόνια κρίση, τη μαράζωνε, την κρατούσε βασικά κάτω από μια παθητική επιρροή κατά κανόνα τυπολατρική κι εκλεκτικίστικη, την εμπόδιζε και την εμποδίζει ν’ αναδείξει ένα δικό της χρώμα, τόνο, χαρακτήρα μέσα στην παγκόσμια συμβολή, χυμώδικο, ζωντανό και ρωμαλέο. Γι’ αυτό, δεν υπάρχει άλλος εσωαισθητικός δρόμος για να φτιάξουμε μια ρωμαίικη ρεαλιστική τέχνη με ανεπτυγμένο τέτοιο χαρακτήρα και δική της φυσιογνωμία, από το δρόμο που περνά μέσα από τούτη τη σύγκρουση με τον τρόπο και την ουσία του μεγαλοϊδεατισμού μέσα στην τέχνη μας. Μια τέτοια μάχη δεν την έδωκε ίσαμε σήμερα η ελληνική ρεαλιστική τέχνη κι αυτός είναι ο αισθητικός λόγος που τούτη στάθηκε αδύναμη να χαρακτηρισθεί, να διακριθεί, από κείνη την παθητική νατουραλιστική του μορφή κι από κείνη τη μηχανιστική αφομοίωση, μίμηση της ευρωπαϊκής ρεαλιστικής τέχνης, όσο μπόρεσε νάρθει σε κάποια επαφή μαζί της.

 
Η συμμετοχή των πλαστικών μας τεχνών στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, συμμετοχή που εκφράζεται με την τέχνη της Αντίστασης, προπαρασκευάστηκε πιο εντατικά κι ωρίμαζε μέσα στα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια από μια σειρά συντελεστές που δεν είναι στο θέμα μας ν’ αναλύσουμε. Η συμμετοχή τούτη γίνεται με τη σειρά της, σπουδαίος και ουσιώδης παράγοντας για το μελλοντικό ρεαλιστικό ξετύλιγμά της. Η διαλεκτική πορεία της αντιστασιακής πάλης, με το καταλυτικό και σύγχρονα αναπλαστικό της νόημα και ιδανικό, απαιτεί από την καλλιτεχνική μορφή να πλαστεί σύμφωνα με τον τρόπο που αυτή η πάλη επιβάλλει καταλυτικά και μαζί αναπλαστικά, αγωνιστικά, ρεαλιστικά. Το συγκεκριμένο περιεχόμενο τούτης της πάλης που γίνεται μέσα στην εθνική και κοινωνική μας ζωή, κι αντανακλάται στις ιδέες, τα συναισθήματα και τη βούλησή μας, δίνει το συγκεκριμένο χαρακτήρα τούτου του ρεαλισμού, που σήμερα για μας παίρνει το χαρακτήρα του αντιστασιακού ρεαλισμού. Σ’ αυτόν βρίσκει σήμερα η τέχνη μας τον αισθητικό συντελεστή που πάει να αναιρέσει την μεγαλοϊδεατική επιρροή, μα σύγχρονα τον συσσωρευτή, τον πλάστη, τον οικοδόμο του μορφικού εκείνου ιδανικού που θα βρει την πιο ολοκληρωμένη του έκφραση, μόνο όταν η ζωή μας ανοικοδομηθεί δημοκρατικά και πιο πέρα σοσιαλιστικά. Τότε που οι δημιουργικές λαϊκές μάζες θα μπορέσουν να μπουν στο στίβο της τέχνης.