Category: απόψεις


l

του Georg Lukacs

Αξιότιμοι κύριοι
και κυρίες: Θα σας μιλήσω για κάτι που έχει πολύ σημασία για μένα: για την εργασία μου σχετικά με την κεντρική θέση που έχει η σχέση μου με τον Γκαίτε, για το έργο του, για τη ζωή του και την κοσμοθεωρία του. Η απονομή του βραβείου Γκαίτε σε μένα έχει γι’ αυτό μεγάλο βάρος – θα προσπαθήσω να εκφράσω την ευχαρίστηση γι’ αυτή τη μεγάλη τιμή.
Σας παρακαλώ να καταλάβετε γιατί αρχίζω, αυτοβιογραφικά, με αναμνήσεις από τη μακρινή νεότητά μου. Το πρώτο μου σοβαρό δοκίμιο έχει σαν αντικείμενο τον Novalis: επειδή όμως η βιοθεωρία του αποτελεί το βασικό περιεχόμενο αυτού του δοκιμίου – μπορεί να πει κανείς: ουσιαστικά – γίνεται λόγος για τον Γκαίτε σαν μέτρο του ανθρώπινου Είναι σ’ αυτούς τους χρόνους. Μπορώ να πω ήρεμα, ότι η αντιπαράθεσή μου με τον Γκαίτε, τη ζωή του, την κοσμοθεωρία του δεν έχασαν αργότερα αυτή τη σημασία για τη σκέψη μου και την εργασία μου. Αρκεί να αναφέρω το επόμενό μου βιβλίο, το «Η θεωρία του μυθιστορήματος».
Νιώθω λοιπόν εντάξει με την απονομή αυτή, γιατί η εντατική ενασχόληση με το έργο του Γκαίτε καθορίζει μέχρι σήμερα την αντιπαράθεσή μου με την κοινωνική πραγματικότητα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον.
Βέβαια παρουσιάστηκαν αλλαγές στην τοποθέτησή μου απέναντι στον καιρό και τον κόσμο, στη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, που ήταν πλούσιο σε κοινωνικά γεγονότα. Προπάντων είμαι πάνω από πενήντα χρόνια μαρξιστής. Αυτό προκαλεί την ερώτηση, πώς αντιμετωπίζει ένας μαρξιστής το έργο του Γκαίτε.
Δεν θα υπεισέλθω εδώ σε φιλολογικά προβλήματα. Όποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτό μπορεί να πληροφορηθεί από τα απομνημονεύματα του γαμπρού του Μαρξ, Lafargue και του μαθητή του Μαρξ Wilhelm Liebnecht.
Θα βρει ότι η διαρκής ενασχόληση με τον Γκαίτε ήταν για τον Μαρξ ένα σημαντικό στοιχείο της πνευματικής του ζωής.
Οι φιλόλογοι συνηθίζουν να αντιπαραθέτουν σ’ έναν Γκαίτε, μονομερή εξιδανικευτή «οργανικής» εξέλιξης, τον επαναστάτη Μαρξ. Φαίνεται πάντως ότι μια τέτοια ερμηνεία περισσότερο με την ερμηνεία του
Borne μοιάζει (που ήταν πλούσια σε επιδράσεις) παρά με την
κοσμοϊστορική φυσιογνωμία του Γκαίτε. (Δεν παίζει κανένα ρόλο σε σχέση με αυτό ότι ένας τόσο σπουδαίος άνθρωπος, όπως ο Ούγγρος εθνικός ποιητής Petofi, υποστήριξε αυτή την αναληθή και μονομερή αντίληψη).
Το περιεχόμενο μπορεί να ξεθωριάσει με τόσο χτυπητές αντιθέσεις χωρίς όμως να μπορεί να κρυφτεί. Στην αυτοσυνείδηση του γερμανικού λαού υπάρχει η τάση – ήδη από τον Γκαίτε – να εξαίρουν από τους πνευματικούς αγώνες του διαφωτισμού και της μεγάλης επανάστασης αυτό που αργότερα – όχι πάντοτε με επάρκεια συνειδητό – εμφανίστηκε σαν νέο στάδιο της ανθρώπινης ειδολογικότητας. Θα παραμείνει σαν
αθάνατη προσφορά της γαλλικής εξέλιξης ότι, ενώ προετοίμασε ιδεολογικά και εξετέλεσε αργότερα μια πραγματική επανάσταση, ότι συνέχεια με αυστηρή αυτοκριτική αποκάλυψε τη νέα, τότε στην εμφάνισή της, προβληματική της παρουσιαζόμενης ειδολογικότητας. Αρκεί να θυμίσουμε τους διάλογους του Rameau, του Diberot, τους οποίους όχι τυχαία μετέφρασε ο Γκαίτε από το χειρόγραφο, και οι οποίοι το ίδιο όχι τυχαία αποτελούν το μόνο λογοτεχνικό έργο, με το οποίο βλέπει στη «Φαινομενολογία» ο Χέγκελ ότι πρέπει να αντιπαρατεθεί σε βάθος. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι ο Lessing – χωρίς να γνωρίζει το έργο του Diderot – έγραψε έτσι τον “Nathan der Weise”, ώστε να προσφέρει μια θετική λύση στη βαθιά αρνητική διαλεκτική αυτού του
επιπέδου ανάπτυξης, βέβαια όχι στη βάση της επικαιρότητας, πάντως στη βάση της παγκόσμιας ιστορίας του ανθρώπινου είδους.
Ο βαθιά ριζωμένος στη «γερμανική αθλιότητα» γερμανικός λαός, δεν μπορούσε να ακολουθήσει σαν πολιτική, πνευματική δύναμη το διαφωτισμό και αργότερα τη μεγάλη επανάσταση.
Γι’ αυτές τις εξελίξεις όμως η πνευματική διαμεσολάβηση αποτελούσε εμπροσθοφυλακή: το παγκόσμια Νέο στο Διαφωτισμό και την Επανάσταση, των οποίων οι δυνατότητες, ποιητικά όπως και διανοητικά ενσωματώνονταν στην κοσμοθεωρία μιας συνειδητής, ιστορικά δημιουργημένης ειδολογικότητας. Αυτό σημαίνει  αφενός μια
συγκεκριμενοποίηση αυτών των τάσεων, σε μια ατομική και όχι υπερβατική κοσμοθεωρία και αφετέρου, ακολουθώντας τις μεγάλες ιστορικές αυτές δονήσεις, μια ιστορικοποίηση αυτού, που ήταν προηγουμένως απλό αίτημα της Διάνοιας, και μια αντιδιαστολή (αυτού) με την καθημερινότητα της φεουδαρχικής ή μισοφεουδαρχικής ζωής.
Αυτές οι σύντομες αναγκαστικά παρατηρήσεις δεν μπορούν να σκιτσάρουν ικανοποιητικά αυτά τα σύνθετα προβλήματα. Η γερμανική φιλοσοφία της ιστορίας από τον Herber ως τον Hegerl, η φιλοσοφία της Φύσης του Γκαίτε και των μεγάλων συγχρόνων του, έχουν αυτήν την
κατεύθυνση. Θα ήταν χυδαίο και απλοϊκό να παραβλέψουμε, τη σημαντική  προσφορά του Γκαίτε – σαν σπουδαίου πρόδρομου του
Darwin – γιατί ξεπέρασε την αφηρημένη στατικότητα της φύσης που
ήταν στενά συνδεδεμένη με την υπερβατικότητα, και την ύψωσε σε πρόβλημα μιας ιστορικής εξέλιξης – της γένεσης του ανθρώπου.
Η μεθοδολογική τομή που επιχειρούμε εδώ, διασαφηνίζεται επίσης σε επιμέρους διατυπώσεις του Γκαίτε. Έχουν σχέση με την επαναστατική διδασκαλία του Σπινόζα της “amor dei intellectualis». Οι παλαιές διδασκαλίες για τη μεταφυσική σχέση της ηθικής με τον μισθό και την
τιμωρία δέχονται επιθέσεις – σε τελευταία ανάλυση προς το συμφέρον μιας γήινης ειδολογικής ανθρώπινης πράξης.
Εδώ τα πράγματα είναι πιο σοβαρά απ’ ότι φαίνεται. Στον πολιτισμό της αρχαίας πόλης κράτους ο σοφός και γ αταραξία του θεωρούνται πρότυπα και αντιδιαστέλλονται απέναντι στην πραγματικότητα. Ήδη οι αρχές του χριστιανισμού δείχνουν την τάση να γενικευτεί αυτό το χαρακτηριστικό με τη δημοκρατική έννοια. Στις κρατικές εκκλησίες δημιουργείται απ’ αυτό μια καρικατούρα ηθικής. Την αταραξία του σοφού όχι απλά να την αλλάξουν στην κατεύθυνση της κοινωνικής γενικότητας, αλλά να τη θέσουν σε βάση της ανθρώπινης πράξης στην ειδολογικότητά της τον αρχικό της χαρακτήρα – αυτό μπόρεσε να επιτευχθεί για πρώτη φορά στη μεγάλη ηθικο-πνευματική επανάσταση και να γίνει γενική ανάγκη της εξέλιξης, που χαρακτηρίζεται από την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της κοινωνίας και από τη γένεση της ατομικότητας, μια τομή, η οποία προκύπτει απ’ ότι, κατά τον Μαρξ, στις σχέσεις του ατόμου με την κοινωνία αποβάλλονται τα φυσικο-ιστορικά υπολείμματα. Πιο συγκεκριμένα: το άμεσα δεδομένο δίλημμα της πράξης στην αστική κοινωνία είναι το δίλημμα της εκλογής ανάμεσα στον άμεσο και γι’ αυτό αφηρημένο εγωισμό και έναν επίσης αφηρημένο αλτρουισμό.
Για πρώτη φορά ο άνθρωπος επιδιώκει σαν ειδολογικό ον με τις πράξεις – ακόμη και ενάντια στην ίδια του τη μερικότητα – στα εσώτερα του εαυτού του να συγκινείται, χωρίς να υπόκειται σε αφηρημένες – συντηρητικές νόρμες. Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να πλησιάζει έτσι την ειδολογικότητά του. Αυτό επεδίωξε, βέβαια με έναν αφηρημένο – γενικό τρόπο ο Spinoza. Συγκεκριμένα – πρακτικά, εσωτερικά – ηθικά, σε τελευταία ανάλυση κοινωνικά – ειδολογικά αυτό μορφοποιήθηκε στην
Philine του Γκαίτε.
Δεν πρέπει να υποτιμάται αυτή η αντίληψη για την προσωπικότητα και τις εξωτερικεύσεις του Γκαίτε. Όταν τέλειωσε το πρώτο μέρος του Φάουστ, είπε στον Riemann. «Δεν υπάρχουν άτομα. Όλα τα άτομα είναι επίσης γένη: δηλ. αυτό το άτομο ή εκείνο, όποιο θέλεις, είναι εκπρόσωπος ενός ολόκληρου Γένους». Και δεκαετίες αργότερα παρατηρεί σε μια από τις τελευταίες συζητήσεις του αυτό το πρόβλημα της ειδολογικότητας σε σχέση με τη δημιουργία του. «Κατά βάση
ήμαστε όλοι συλλογικά όντα όπως κι αν θέλουμε να παρουσιαζόμαστε, έτσι πρέπει να ονομάσουμε την ιδιοκτησία μας».
Έτσι αντιμετωπίζει ο Γκαίτε τις ίδιες τις αρχές της πορείας της ζωής του. Και ακριβώς αυτός φαινομενικός διχασμός, ο οποίος εκδηλώνεται από τη μια μεριά σαν βαθιά εδραιωμένη σκέψη απέναντι σε κάθε είδους πρωτοτυπία η οποία δήθεν αποτελεί την προσωπικότητα του ανθρώπου, και από την άλλη μεριά η άποψη, ότι κατέχουμε έναν στέρεο κανόνα για τις αποφάσεις της πρακτικά καρποφόρας εσωτερικότητάς μας μόνο με την ειδολογικότητα, αυτός ο διχασμός καθορίζει τις ανθρώπινες μορφές όλων των σημαντικών έργων του Γκαίτε. Αυτό ισχύει και για τον Φάουστ. Παίρνω ένα γνωστό παράδειγμα. Η συμφωνία με τον Μεφιστοφελή κλείνεται από τον Φάουστ που είναι ακόμη νέος και ψάχνει την ατομική – ανθρώπινη εκπλήρωσή του.
Μπορείς κάθε φορά να μου λες ψέματα
Που μ’ αρέσει ν’ ακούω/ ότι μπορώ ν’ αρέσω στον εαυτό μου/
Μπορείς ακόμη να με κοροϊδέψεις νόστιμα./
Αυτή ας είναι η τελευταία μου μέρα.
Η έννοια του “verweile doch” που ακολουθεί είναι η συνάρτηση με αυτόν τον κύκλο της ζωής. Ο Φάουστ μιλάει εδώ σαν ένας μερικός άνθρωπος που επιδιώκει μια καθαρά προσωπική εκπλήρωση.
Το “verweile doch” βρίσκεται στο τέλος του επίλογου. Αυτά όμως που έχει ζήσει εν τω μεταξύ ο Φάουστ έχουν εξαφανίσει το απλώς επιμέρους. Δεν χρειάζεται υποσημείωση για το ότι γίνεται όλο και πιο κοινωνικός. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η προσωπική εκπλήρωση του “verweile doch” γίνεται πράξη μόνο κάτω από προϋποθέσεις:
Μόνον σ’ αυτόν αξίζει η ελευθερία όπως η ζωή/
Σ’ αυτόν που καθημερινά μπορεί να την κατακτάει/
Κι έτσι περιτριγυρισμένος από τον κίνδυνο περνάει/
Ο νέος ο άνδρας και ο γέρος τα χρόνια τα ζωντανά.
Και από αυτή την ανατροπή των συνθηκών ζωής, που εμφανίζεται εδώ σαν δραστική μεταβολή όλων των αρχών, ακολουθεί η αποφασιστική αλλαγή του νοήματος του “verweile doch”.
Προς το παρόν θα μπορούσα να πω:/
Ησύχασε είσαι τόσο ωραίος.
Η μικρή   λεξούλα “durft” εκφράζει αυτή την ποιοτική αλλαγή: τώρα πια δεν επιθυμεί το απλά επιμέρους εγώ ή δεν επιθυμεί για τον εαυτό του μιαν εκπλήρωση, αλλά ο άνθρωπος έχει τόσο ζήσει, έχει βοηθήσει τη δημιουργία τέτοιων αρχών, ώστε είναι ειδολογικά δικαιωμένος, όχι μόνον αυτός, αλλά ακριβώς αυτές οι αρχές να διαρκέσουν. Στη μονομερή
συμφωνία με τον Μεφιστοφελή δεν είχε ειπωθεί κάτι τέτοιο.
Δεν υποστήριξα ποτέ ότι ο Γκαίτε ήταν ένας ασυνείδητος πρόδρομος του μαρξισμού. Είναι φανερό, ότι ακόμα και η εικόνα του Γκαίτε που σχημάτισα δεν έχει καμιά εσωτερική συνάρτηση με τα κατά το πλείστον οικονομικά και πολιτικά προβλήματα μέσω των οποίων πλησιάζουν οι άνθρωποι τον Μαρξ.
Ο Μαρξ όμως είναι ο θεωρητικός και ο αγωνιστής εκείνου του «βασίλειου της ελευθερίας» σε σύγκριση με το οποίο θεωρεί όλη τη μέχρι τις μέρες εξέλιξη μόνο σαν προϊστορία της ανθρωπότητας. Αυτή άρχισε με την εργασία, με αυτές τις συνειδητές τελεολογικές τοποθετήσεις, που ξεχωρίζουν το προτσές αναπαραγωγής της
ανθρωπότητας από τα άλλα ζώα. Ο Μαρξ χαράζει πολύ καθαρά τις διαφορές, ενώ αντιπαραθέτει στις άφωνες ειδολογικότητες των υπολοίπων ζώων την ανθρώπινη, σαν όχι πια άφωνη.
Η δραστική προσαρμογή στο περιβάλλον στο προτσές αναπαραγωγής της ανθρωπότητας εδράζεται, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, η δικιά μας όχι πια άφωνη ειδολογικότητα ήδη στην προϊστορία της ανθρωπότητας, στην περίοδο των διαλυόμενων αποξενώσεων του ανθρώπου. Η υλική, οικονομική αναπαραγωγή αποτελεί τη βάση της πρακτικά θεμελιώδους θεώρησης του Είναι. Το πέρασμα στην ιστορία από την προϊστορία
μπορεί μόνο τότε να πραγματοποιηθεί, όταν αυτό το οικονομικό προτσές της αναπαραγωγής γίνεται βάση μιας υψηλότερης ειδολογικότητας, που υψώνεται πάνω από αυτό το «βασίλειο της ελευθερίας» όπου εκείνη η παλιά βάση διατηρεί την αναγκαιότητά της (απλώς σαν βάση) και στη συνέχεια. Η ελευθερία ορίζεται από τον Μαρξ σαν «ανθρώπινη εξέλιξη των δυνάμεων» που θεωρείται «σαν αυτοσκοπός».
Χωρίς να μπορούμε εδώ να αναλύσουμε παραπέρα αυτή τη μαρξιστική σύλληψη της ιστορίας, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Μαρξ επίσης εδώ σ’ αυτή την ακραία προοπτική αρνείται αυστηρά στη μεθοδολογία του κάθε ουτοπισμού.
Αυτό έχει να κάνει φυσικά, καταρχήν με την οικονομική βάση που πρέπει να φτάσει σε μια συγκεκριμένη ποιοτική και ποσοτική βαθμίδα, ώστε να μπορέσει να υπηρετήσει όχι πια σαν κύριο πεδίο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αλλά σαν υλική βάση της πραγματικά ανθρώπινης, της ελεύθερης ανάπτυξης των ικανοτήτων.
Η άρνηση του ουτοπισμού από τον Μαρξ στηρίζεται επίσης και στις υποκειμενικές – ανθρώπινες προϋποθέσεις του «βασίλειου της ελευθερίας».
Όπως είναι γνωστό η εξέλιξη της οικονομίας σαν άμεσης μορφής αναπαραγωγής του κόσμου έχει καθορίσει πραγματικά τις εξελίξεις μέχρι τώρα. Όμως ξέρουμε ότι οι ανατροπές της δραστηριότητας των ανθρώπων προϋποθέτουν τον υποκειμενικό παράγοντα. Και η
ιστορική εξέλιξη δείχνει ότι αυτός ο υποκειμενικός παράγοντας σε πολλές μεγάλες επαναστάσεις ξεπερνάει πάντα το κάθε φορά πραγματικά εφικτό.
Η ιδεολογία δεν είναι, όπως υποστηρίζεται γενικά από την αστική επιστήμη απλώς μια περισσότερο ή λιγότερο ψευδής σύλληψη της πραγματικότητας. Φυσικά μπορούν οι μορφές συνειδήσεων να αντιστοιχούν ή να μην αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Αλλά
ακόμα και στην τελευταία περίπτωση μπορεί φενός να παραμένουν πολύ αφηρημένες, αφετέρου μπορεί να περιέχουν βαθιά, γνήσια προβλήματα του ανθρώπινου είδους.
Μπορεί επίσης να προσπαθούν να απαντήσουν άμεσα σε προβλήματα επίκαιρα, ή να αναφέρονται σε σπουδαία προβλήματα της ειδολογικής εξέλιξης που είναι σύγχρονα αλλά όχι πραγματοποιήσιμα.
Αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει εδώ. Είναι εύκολο να διαπιστώνουμε και χωρίς τον Μαρξ, ότι ακριβώς τέτοια προβλήματα έμειναν αιώνες ζωντανά στη συνείδηση των ανθρώπων, ενώ οι περισσότερες πρακτικά δραστικές απαντήσεις ανήκουν από πολύ χρόνο στη λησμονιά.
Εδώ είναι οι περισσότερες ιδεολογικές απαντήσεις σε πρακτικά πραγματικά προβλήματα συγχρόνως μορφές έκφρασης μεγαλύτερων κοινωνικών σχηματισμών (Κόμμα, Κράτος), είναι επίσης μορφές της μεγάλης τέχνης και της σημαντικής φιλοσοφίας.
Στην Αισθητική μου έχω ονομάσει τη μεγάλη τέχνη μνήμη της ανθρωπότητας από την πορεία εξέλιξής της.
Σύμφωνα με τον Μαρξ η επίδραση του Ομήρου μέχρι τις μέρες μας στηρίζεται στο ότι βρήκε (ο Ομηρος) μια αντίστοιχη έκφραση για την ουσία της «φυσικής παιδικότητας» της Ανθρωπότητας. Πιστεύω – μαζί με τον Μαρξ – ότι αυτή η παιδικότητα έχει ένα επίκαιρο ενδιαφέρον, γιατί η πραγματοποίηση της ειδολογικότητας της ανθρωπότητας
είναι ένα σύμπλεγμα προβλημάτων.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι όχι μόνο βρίσκομαι στο σωστό δρόμο κατανόησης του Γκαίτε, αλλά ότι προχωρώ στο δρόμο που άνοιξε ο Μαρξ, ενώ βλέπω στον Γκαίτε τον ιδεολόγο, που γνώρισε μια συγκεκριμένη βαθμίδα της ανθρώπινης ειδολογικής εξέλιξης στην ουσία της και στους φυσικούς προσδιορισμούς της. Η μαρξιστική ερμηνεία του Ομήρου αποτέλεσε
για μένα έναν οδοδείκτη για την ερμηνεία του Γκαίτε.
πηγή politikokafeneio.com (ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ τ. 18, Απρίλιος 1985)

το στειλε η εξωτερική συνεργάτιδα Αλεξάνδρα Λυ

Η «ψυχή» του δημιουργού στο «σφυρί»

Κύκλος «εργασιών» που θα ζήλευαν ακόμη και προϋπολογισμοί μικρών κρατών, πολυπλόκαμες διασυνδέσεις και χειραγωγημένη επιστήμη συνθέτουν το «παζλ» ενός από τους πλέον κερδοφόρους «κλάδους» της «πολιτιστικής βιομηχανίας» του καπιταλισμού

Ο Πικάσο (εδώ στο εργαστήριό του στη Γαλλία το 1953) εξακολουθεί να είναι ο πλέον ακριβός ζωγράφος στο «χρηματιστήριο» της τέχνης
Associated Press

Εκτός από τα κέρδη των μονοπωλίων του οπτικοακουστικού τομέα – κυρίως του κινηματογράφου – εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης «ανθούν» και τα κέρδη της αγοράς τέχνης. Υπογραμμίζοντας, για πολλοστή φορά, τον πραγματικό ρόλο τον οποίο επιφυλάσσει στην καλλιτεχνική δημιουργία και την πολιτιστική κληρονομιά ο καπιταλισμός: Αυτόν του εμπορικού προϊόντος για την επίτευξη όλο και μεγαλύτερου κέρδους για το κεφάλαιο, σε βάρος φυσικά των δημιουργών αλλά και του κοινού.

Η αγοραπωλησία έργων τέχνης – τα οποία, ενώ ανήκουν δικαιωματικά στους λαούς των χωρών προέλευσής τους, αποτελούν ωστόσο επενδυτικά «κελεπούρια» των αστών – αποτελεί έναν από τους πλέον κερδοφόρους τομείς της λεγόμενης «πολιτιστικής βιομηχανίας». Τα ποσά που «παίζονται» σε αυτό το «πολιτιστικό» χρηματιστήριο είναι δυσθεώρητα, ενώ οι μεγάλοι «οίκοι δημοπρασιών» συγκροτούν κανονικά μονοπώλια σε πολυεθνικό επίπεδο, εισηγμένα και στο «κανονικό» χρηματιστήριο. Η «αγορά» της τέχνης αποτελεί ουσιαστικά την «επιτομή» και το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που ονομάζουμε εμπορευματοποίηση του πολιτισμού.

«Χορός» δισεκατομμυρίων

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό για το ποια ποσά γίνεται λόγος να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το μέγεθος της αγοράς τέχνης το 2008 – τυπικά η αρχή της νέας καπιταλιστικής κρίσης – ανερχόταν στα 40 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως!

Μάλιστα, όσο βαθαίνει η καπιταλιστική κρίση, η αγορά τέχνης «ανθίζει» όλο και περισσότερο ως προς την κερδοφορία της, την ώρα που σε παγκόσμιο επίπεδο προωθείται ραγδαία από τις αστικές κυβερνήσεις η ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση του πολιτισμού, η απαξίωση των δημόσιων δομών προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, το «σπρώξιμο» των δημόσιων μουσείων στις «δαγκάνες» της ιδιωτικής «πρωτοβουλίας».

Εργο του Τζιακομέτι

Για παράδειγμα, το 2010, οι δύο μεγαλύτεροι «οίκοι δημοπρασιών» του κόσμου, οι «Κρίστις» και «Σόθμπις», ανακοίνωσαν προκλητικές αυξήσεις των υπερκερδών τους σε σχέση με το 2009. Οι παγκόσμιες πωλήσεις των «Κρίστις» κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010 εκτοξεύθηκαν κατά 46%, παρουσιάζοντας έναν κύκλο εργασιών της τάξης των 2,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από πωλήσεις έργων τέχνης και αντικών, από το Γενάρη μέχρι και τον Ιούνη! Παράλληλα, το δεύτερο τρίμηνο του 2010, το καθαρό κέρδος των «Σόθμπις» ήταν επταπλάσιο σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2009. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 86,2 εκατομμύρια δολάρια, ή 1,26 δολάρια ανά μετοχή, με τα έσοδα να αυξάνονται κατά 68%, σε 281,4 εκατομμύρια δολάρια.

Χαρακτηριστικές του μεγέθους του πλούτου που συσσωρεύεται σε όλο και λιγότερο χέρια είναι οι τιμές των δημοπρασιών. Για παράδειγμα, στα παραπάνω κέρδη συμπεριλαμβάνεται και η πώληση, τον Μάη του 2010 στη Ν. Υόρκη, έργου του Πικάσο του 1932, στην τιμή – ρεκόρ των 106,5 εκατομμυρίων δολαρίων..!

Εκπρόσωποι των δύο «οίκων», οικονομικοί αναλυτές και ΜΜΕ έκαναν λόγο για «γρήγορη έξοδο» της αγοράς τέχνης από την κρίση (γρηγορότερη από άλλους κλάδους και τομείς της οικονομίας) και για «ανάκαμψη» της επενδυτικής «εμπιστοσύνης» στην εν λόγω αγορά.

Και είχαν δίκιο. Μόλις τον περασμένο Ιούνη, δημοσίευμα του ειδησεογραφικού πρακτορείου «Bloomberg» πανηγύριζε για το πραγματικά εντυπωσιακό ποσό των 175 εκατομμυρίων δολαρίων που «παίχτηκε» συνολικά σε δημοπρασία ζωγραφικών έργων του «οίκου» «Σόθμπις» στο Λονδίνο. Πρόκειται για άνοδο που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, επαναφέρει τη σχετική αγορά στην «κορυφή». Οι έμποροι φυσικά «χαιρέτισαν» το γεγονός. Το «Bloomberg» εκτιμά ότι «η αυξανόμενη εμπιστοσύνη μεταξύ των συλλεκτών σε μια όλο και περισσότερο διεθνοποιημένη αγορά έχει ωθήσει τη ζήτηση, αψηφώντας τις ανησυχίες στην ευρύτερη οικονομία». Ετσι, σύμφωνα με έμπορο τέχνης από τη Ν. Υόρκη, «οι τιμές μερικών καλλιτεχνών είναι υψηλότερες τώρα από αυτές του 2007»! Και ακόμη πιο αγοραία: «Οι άνθρωποι αγοράζουν όχι μόνο γνωστά εμπορικά ονόματα και δεν πετούν τα πάντα από το παράθυρο. Είναι πολύ καλύτερα από το 2009»…

Εργο του Τιτσιάνο

Βέβαια, οι «άνθρωποι» στους οποίους αναφέρεται ο Νεοϋορκέζος έμπορος τέχνης είναι εκείνη η μικρή μειοψηφία του πλανήτη που μετατρέπει το αίμα και των ιδρώτα των λαών σε αμύθητα κέρδη. Είναι εκείνοι που μπορούν να δώσουν 9 εκατομμύρια ευρώ για έναν πίνακα, όπως έγινε στην παραπάνω δημοπρασία για έργο του Φράνσις Μπέικον. Είναι εκείνοι που μετέτρεψαν, στην ίδια πάντα δημοπρασία, τη συλλογή Duerckheim (από το όνομα του Γερμανού μεγαλοβιομήχανου «συλλέκτη»), τη μεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή γερμανικής τέχνης της 10ετίας του ’60, σε πραγματικό κερδοσκοπικό «πανηγύρι», η οποία απέφερε το συγκεντρωτικό ποσό των 67 εκατομμυρίων ευρώ!

Και να σκεφτεί κανείς ότι τα παραπάνω ποσά έρχονται να προστεθούν στα επίσης «θηριώδη» αντίστοιχά τους που «παίχτηκαν» φέτος και ακόμη είμαστε στα μισά του χρόνου. Μόλις τον περασμένο Φλεβάρη, σε δημοπρασία των «Σόθμπις» στη Ν. Υόρκη καταγράφηκε ρεκόρ ποσού για έργο του σπουδαίου αναγεννησιακού ζωγράφου Τιτσιάνο: Ο πίνακάς του με τίτλο «Μια ιερή συζήτηση: Η Παρθένος με το Παιδί και τους Αγίους Λουκά και Αικατερίνη της Αλεξάνδρειας» πωλήθηκε έναντι 12,25 εκατομμυρίων ευρώ σε Ευρωπαίο ιδιώτη συλλέκτη. Το συνολικό ποσό εκείνης της δημοπρασίας ήταν 81,5 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ, το Γενάρη συγκεντρώθηκαν 65,6 εκ. ευρώ και… 16 ρεκόρ τιμής για έργα μέσα σε μια βδομάδα.

Είναι φανερό ότι δε μιλάμε για ανθρώπους «της διπλανής πόρτας»…

Γιγαντιαία δομή

Τα μεγέθη είναι εξίσου εντυπωσιακά και σε ό,τι αφορά στη δομή της αγοράς τέχνης. Για παράδειγμα, τα συγκεντρωτικά στοιχεία της αγοράς τέχνης το 2010 από την «Artprice», μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες έρευνας στο συγκεκριμένο τομέα, βασίστηκαν σε 5,4 εκατομμύρια αποτελέσματα δημοπρασιών από 3.600 οίκους δημοπρασιών σε όλο τον κόσμο! Οι οίκοι δημοπρασιών είναι ένα μόνο κομμάτι του «παζλ» της αγοράς τέχνης, το οποίο αποτελείται ακόμη από τους ιδιώτες «συλλέκτες», τα ιδιωτικά μουσεία, τις γκαλερί και τις «στρατιές» των εμπόρων, εκτιμητών και λοιπών. Φυσικά και των συμμοριών που αναλαμβάνουν τις λιγότερο ή περισσότερο εντυπωσιακές κλοπές σε μουσεία και συλλογές, με τα κλοπιμαία φυσικά να «σπρώχνονται» σε αυτό που στον καπιταλισμό χαρακτηρίζεται με κυνισμό ως «παράνομη αγορά», λες και το νόμιμο εμπόριο εκχυδαΐζει λιγότερο την τέχνη…

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πόσο μικρά όρια έχει η «φρίκη» των αστών για την «παρανομία» είναι και η είδηση που είδε το φως της δημοσιότητας το καλοκαίρι του 2009, ότι σε ένα από τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία του Αμπού Ντάμπι διοργανώθηκε έκθεση με πίνακες μεγάλων ζωγράφων (μεταξύ άλλων Μανέ, Σεζάν, Μοντριάν, κ.ά.) που τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αγόρασαν «μυστικά» από ιδιώτες «συλλέκτες» στην Ευρώπη. Μάλιστα, μερικοί από αυτούς τους πίνακες, όπως η «Τσιγγάνα» του Μανέ, θεωρούνταν …«εξαφανισμένοι»! Ακόμη και η βρετανική εφημερίδα «Τέλεγκραφ» έκανε λόγο για …«μυστικοπαθές καταναλωτικό ξεφάντωμα», προσθέτοντας ότι ο «κόσμος της τέχνης» υποπτευόταν επί μήνες ότι τα Εμιράτα έχουν ξεχυθεί στις ιδιωτικές «συλλογές» και έκλειναν συμφωνίες αγοράς για δημιουργίες μεγάλων καλλιτεχνών. Αλλά, αντί να «ευαισθητοποιηθεί» η Ευρώπη των «αξιών», οι «εμπειρογνώμονες» κατέληξαν ότι η «παρουσία» των εμιράτων στην «αγορά» έχει «βοηθήσει στη στήριξη των τιμών εν μέσω της οικονομικής κρίσης»..!

Κι όμως, η αγορά της τέχνης χωράει κι άλλους κλάδους του κεφαλαίου. Το 2009 η ρωσική κυβέρνηση εξέδωσε απόφαση, σύμφωνα με την οποία δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας «επενδυτικών ταμείων» από τις ιδιωτικές εταιρείες – διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων στον ενεργειακό τομέα, ώστε τα χρήματα των ασφαλισμένων να «παιχτούν» στην αγορά τέχνης. Ετσι, η εταιρεία που διαχειρίζεται τα χρήματα για ασφάλειες και συντάξεις των εργαζομένων στον ενεργειακό γίγαντα της «Γκάζπρομ» και των θυγατρικών της, δημιουργεί ειδικό «επενδυτικό ταμείο» προσανατολισμένο, καταρχήν, στην αγορά πινάκων, εικόνων, οπτικοακουστικών αρχείων, ακριβών αντικών, κ.λπ. Τα μουσεία θα απευθύνονται στο «ταμείο» με καταλόγους έργων που θα ήθελαν αλλά δεν μπορούν να αποκτήσουν. Το «ταμείο» θα τα αγοράζει και θα τα παραχωρεί στο μουσείο από δύο έως επτά χρόνια. Μετά το διάστημα αυτό – και ενώ η αξία του «αντικειμένου» θα έχει ανέβει και λόγω της έκθεσής του στο μουσείο – οποιοσδήποτε ιδιώτης αλλά και το ίδιο το μουσείο – είτε με κρατικό χρήμα είτε με «χορηγίες» – θα …«μπορεί» να αγοράσει το «αντικείμενο»!

Οπως εκχυδαΐζει και εμπορευματοποιεί την επιστήμη εν γένει ο καπιταλισμός, ακριβώς το ίδιο κάνει και με τους ιστορικούς της τέχνης, τους ειδικευμένους εκτιμητές έργων τέχνης, ακόμη και τους συντηρητές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ότι δεν υπάρχει έργο τέχνης, όσο σπουδαίο να είναι και από όσο μεγάλο καλλιτέχνη και να έχει δημιουργηθεί, που να μην τους «κοτσάρουν»… αρχική εμπορική τιμή είναι η πρόσφατη είδηση για τη γνησιότητα του πίνακα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι «Σωτήρας του κόσμου». Για χρόνια ο πίνακας θεωρούνταν έργο μαθητών του σπουδαίου ζωγράφου, αλλά εξειδικευμένη ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε τον περασμένο Ιούλη ότι ο πίνακας είναι έργο του Ντα Βίντσι. Το αποτέλεσμα ήταν ότι από 45 λίρες που κόστισε σε μια δημοπρασία… εκτοξεύτηκε – ανεπίσημα – στα 200 εκατομμύρια δολάρια! Αυτό το ποσό αναφέρει το περιοδικό «ARTnews», επικαλούμενο έναν ειδικό «γνώστη της κατάστασης».

Το (πικρό) αστείο της υπόθεσης είναι ότι εκπρόσωπος της εταιρείας εμπόρων τέχνης, στην οποία ανήκει σήμερα το έργο, είπε ότι ο πίνακας… «δεν πωλείται»…

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ
Γ. Στεφανίδης, «Οι αναγνώστες», σχέδιο (1949)
Αυτοί που διαθέτουν τα μέσα παραγωγής, διαθέτουν γι’ αυτό το λόγο και τα μέσα της πνευματικής, της πολιτιστικής παραγωγής. Αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη μας σαν βασικό γνώμονα, μιλώντας για την εργατική τάξη σε σχέση με τη λογοτεχνία. Η πολιτιστική «παραγωγή» μιας χώρας αντανακλά, γι’ αυτό το λόγο, την προσπάθεια να εμπεδώσουν οι εκάστοτε κυρίαρχοι την κυριαρχία τους, παρουσιάζοντας τις ιδέες και τις αξίες τους σαν γενικά ισχύουσες για όλους. Ομως, σε κοινωνίες με συγκρουόμενα συμφέροντα, άρα και με συγκρουόμενες ιδέες και αξίες, κάτι τέτοιο είναι δύσκολο.

Η λογοτεχνία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας. Η λογοτεχνία προϋποθέτει διάβασμα, άρα περισσότερη εγκεφαλική προσπάθεια από άλλες μορφές τέχνης και αυτό την κάνει ήδη πιο δυσπρόσιτη για όσους εξαντλούνται σε σκληρή και πολύωρη εργασία. Μιλάμε βέβαια για κοινωνίες, όπου ο αναλφαβητισμός έχει περιοριστεί, γιατί εκεί που υπάρχει ακόμα είναι μια πολυτέλεια να μιλάμε για την εργατική τάξη σε σχέση με τη λογοτεχνία, τουλάχιστον ως αναγνώστη.

Η σχέση της εργατικής τάξης με τη λογοτεχνία δεν ήταν ποτέ αναπτυγμένη στον καπιταλισμό, αλλά σήμερα είναι ιδιαίτερα παθητική. Ακόμα έχει μειωθεί πολύ η παρουσία της εργατικής τάξης σαν πρόσωπο στη λογοτεχνία, πόσο μάλλον σαν πρωταγωνιστή, παρ’ όλη τη λεγόμενη «μαζικοποίηση» της τέχνης, άρα και της λογοτεχνίας.

Χωρίς να θέλουμε να πέσουμε στην παγίδα του αταξικού διαχωρισμού της τέχνης σε «μαζική» και «ελιτίστικη» – ενός διαχωρισμού που έχει προβληθεί πολύ τις τελευταίες δεκαετίες ιδιαίτερα στις «δυτικές» χώρες – μπορούμε να πούμε ότι η γενική τάση ήταν να κρατηθεί το καλό βιβλίο (ιδιαίτερα της κλασικής λογοτεχνίας της κάθε χώρας) για ένα μικρό, μορφωμένο στρώμα και τα ανούσια, τα εύπεπτα, η σάχλα ή απλώς η σαβούρα να προορίζεται για την ευρύτερη κατανάλωση και αυτό σήμερα μάλιστα σε συνθήκες γενικού εκφυλισμού των παλιών έστω αστικών αξιών, αντανάκλαση του γενικότερου εκφυλισμού του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι, στον εκφυλισμό αυτό, αντίθετες αξίες, όπως εκφράζονταν στη σοσιαλιστική λογοτεχνία, στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, αλλά και στη μη σοσιαλιστική λογοτεχνία, που παρουσιάζει ωστόσο μια κοινωνικά αληθινή εικόνα με την έννοια ότι δεν αποσιωπάται η ύπαρξη της εργατικής τάξης, πέφτουν θύμα στη σύγχρονου τύπου λογοκρισία που θα την εξηγήσουμε παρακάτω. Εξαφανίζουν από το οπτικό μας πεδίο τη λογοτεχνία που ενέπνεε το προλεταριάτο, που του έδινε «αγωγή ψυχής».

Πόσο μάλλον η λογοτεχνία που είχε δημιουργηθεί από τον ίδιο το λαό (λαός και εργατική τάξη δεν είναι βέβαια ταυτόσημες έννοιες, αλλά στο παρόν θέμα είναι ανάγκη η διεύρυνση της έννοιας) σε φάσεις, στις οποίες ανέπτυσσε όλη τη δημιουργικότητά του, όπως την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, που παρουσίαζε ένα όργιο πολιτιστικής ανάπτυξης και προσπάθειας μόρφωσης σε άκρως δύσκολες συνθήκες με δρώντα πρόσωπα λαϊκούς αγωνιστές από κοινού με καλλιτέχνες, λογοτέχνες, διανοούμενους.

Αυτές οι συνθήκες και οι ακόλουθες στις φυλακές και τις εξορίες έδωσαν στην ιστορία το παράδειγμα μιας φοβερής συνάντησης, μιας όσμωσης, ενός πρωτόγνωρου αμοιβαίου μπολιάσματος διανοουμένων και εργατικής τάξης, ευρύτερα λαού στα «πέτρινα πανεπιστήμια». Ετσι, την εποχή του Δόγματος Τρούμαν δεν είναι υπερβολικό να πούμε, ότι η ελληνικήλογοτεχνία μπαίνει στη φυλακή και στις εξορίες.

Σήμερα, υπάρχει άλλος τρόπος λογοκρισίας, άλλος τρόπος να ρίξουν στην πυρά εκείνη τη λογοτεχνία, που ξυπνάει, που δίνει αγωγή ψυχής, που αναπτύσσει τον αναγνώστη αισθητικά και κοινωνικά, που βοηθάει τη συνείδησή του να ωριμάζει, πόσο μάλλον να ριζοσπαστικοποιηθεί. Βεβαίως, επίσημα δεν απαγορεύεται τίποτα. Ολα επιτρέπονται με το πρόσχημα της πλουραλιστικής ποικιλίας. Ουσιαστικά, όμως, μένουν έξω από την προβολή, εξοστρακίζονται, κρατούνται μακριά από το πιο καταπιεσμένο κομμάτι της κοινωνίας τα βιβλία που ταρακουνούν την κοιμισμένη κοινωνική συνείδηση, που πολεμούν το καταπιεστικό καθεστώς, που είναι τα πιο θετικά στην άρνησή τους του εκμεταλλευτικού κοινωνικού συστήματος.

Μια άλλη μορφή λογοκρισίας είναι, πιο ραφιναρισμένη, να προβάλλονται μεν προοδευτικοί λογοτέχνες, ακόμα και κομμουνιστές επώνυμοι, αλλά απονευρωμένα είτε με κείμενα των νεανικών τους χρόνων ή με τα πιο ανώδυνά τους κείμενα, αποϊδεολογικοποιημένα και κυρίως αποκομμουνιστικοποιημένα, ώστε ούτε σε αυτούς η εργατική τάξη να μην μπορεί να ξαναβρεί τον ίδιο τον εαυτό της και να εμψυχωθεί κριτικά, πόσο μάλλον επαναστατικά ερμηνεύοντας σωστά τη θέση της στην οργάνωση της κοινωνίας.

Αννεκε Ιωαννάτου