Category: Κομμουνιστές Καλλιτέχνες


https://www.youtube.com/user/PchanKingOfGETs/videos

Advertisements

Ωραία έκδοση. Ελπίζω να τις βγάζετε τις φώτο.

Τριάντα οκτώ χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Χιλιανού, κομμουνιστή ποιητή του κόσμου Πάμπλο Νερούντα

Ναζίμ Χικμέτ – Πάμπλο Νερούντα – Νικολά Γκιγιέν στο Βερολίνο, στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας το 1951

«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Ανοιξη να ‘ρθει»…

Η μορφή του Πάμπλο Νερούντα κατέχει αναμφισβήτητα μια ξεχωριστή θέση στη σκέψη και στην ψυχή της ανθρωπότητας. Το όνομά του, γραμμένο με το ανεξίτηλο κατακόκκινο χρώμα του ερωτικού πάθους, αλλά και του αγώνα για την ανθρώπινη ελευθερία, παραμένει σύμβολο του αθάνατου Ποιητικού Λόγου. Η ποίησή του, απέραντη, αγκάλιασε τα πάντα, τον άνθρωπο μόνο του, τον άνθρωπο με τον άνθρωπο, τον άνθρωπο με την κοινωνία, τον άνθρωπο με το σύμπαν. Γι’ αυτό είναι τα πάντα: Ερωτική, πολιτική, φιλοσοφική, χιουμοριστική, ρομαντική, κλασική.

Οταν ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα παρουσίασε στη φιλοσοφική σχολή στη Μαδρίτη τον Χιλιανό ομότεχνό του Πάμπλο Νερούδα, μίλησε για «έναν αυθεντικό ποιητή, από εκείνους που έχουν καλλιεργήσει τις αισθήσεις τους σ’ έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός μας και που ελάχιστοι τον αντιλαμβάνονται. Εναν ποιητή πιο κοντά στο θάνατο παρά στη φιλοσοφία, πιο κοντά στον πόνο παρά στη διανόηση, πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι. Παραμένει απέναντι στον κόσμο γεμάτος ειλικρινή έκπληξη και του λείπουν τα δύο εκείνα στοιχεία με τα οποία έχουν ζήσει τόσοι και τόσοι ψευδοποιητές: το μίσος και η ειρωνεία. Οταν πάει να γίνει τιμωρός και σηκώνει το σπαθί, βρίσκεται ξαφνικά μ’ ένα πληγωμένο περιστέρι ανάμεσα στα δάχτυλά του».

Ο Ομηρος του 20ού αιώνα
Αλιέντε – Νερούντα

«Είναι ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με τον κόσμο της δουλειάς, τον πάντα αδικημένο σ’ αυτόν τον πλανήτη. Και όχι με λόγια. Είναι ο ποιητής, που η ποίησή του δεν είναι καμωμένη από λόγια, αλλά από έργα. Ο στίχος του είναι έργο – ποίημα. Το βλέπεις, το πιάνεις στη χούφτα σου, το ακουμπάς στην καρδιά σου κι ακούγεται διπλό τικ – τακ…». Με αυτά τα λόγια εκφράστηκε για τον «Ομηρο του 20ού αιώνα της αμερικανικής κοσμογονίας», η Δανάη Στρατηγοπούλου – Χαλκιαδάκη, η οποία με τη μεταφραστική πένα της «έφερε» στην Ελλάδα τα ποιητικά «Απαντα» του ποιητή όχι μόνον της Χιλής και της Λατινικής Αμερικής, αλλά και των αδικημένων λαών του πλανήτη όλου. Του Πάμπλο Νερούντα.

Ο Νερούντα είχε για τη ζωή «μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική» – όπως είχε πει ο ίδιος. «Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Οσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ισως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές «Ποιητικές Πραμάτειες» που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».

 

 

Ο κομμουνιστής ποιητής του οποίου η κηδεία μετατράπηκε σε διαδήλωση χιλιάδων πολιτών ενάντια στη χούντα του Πινοσέτ, ο Πάμπλο Νερούντα έχει αφήσει ένα τεράστιο έργο και έχει χαρακτηριστεί ο μεγαλύτερος ποιητής του 20ού αιώνα. Ηταν 23 Σεπτέμβρη του 1973, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε και των συνεργατών του, όταν ο Νερούντα άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 69 χρόνων. Το καθεστώς του Πινοσέτ απαγορεύει να γίνει η κηδεία του ποιητή δημόσιο γεγονός. Ωστόσο, δεκάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στην πρωτεύουσα της χώρας για να συνοδεύσουν τον αγαπημένο ποιητή στην τελευταία του κατοικία και, αναπόφευκτα, η κηδεία του Νερούντα γίνεται η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Τα έργα του παρέμειναν απαγορευμένα στη Χιλή μέχρι και το 1990. Ωστόσο, τα έργα του είναι τα πιο πολυδιαβασμένα έργα ισπανόφωνου δημιουργού.

Ποιητής της καρδιάς

Ο ποιητής, διπλωμάτης, κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας, του βραβείου «Στάλιν» και αιώνια ερωτευμένος Πάμπλο Νερούντα, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ρικάρντο Νεφταλί Ελιέθερ Ρέγιες Μποσοάλτο, γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής. Λίγο μετά τη γέννησή του, πεθαίνει η μητέρα του και ο πατέρας του, εργάτης των σιδηροδρόμων, μετακομίζει στην πόλη Τεμούκο όπου ξαναπαντρεύεται. Το όνομα «Πάμπλο Νερούντα», προς τιμήν του Τσέχου ποιητή Γιαν Νερούντα, αποτελεί το φιλολογικό ψευδώνυμό του από την ηλικία των 20.

Από τα δέκα του γράφει ποιήματα και στα δεκαπέντε του δημοσιεύει μάλιστα στίχους σε τοπικό περιοδικό. Το 1919 αποσπά το τρίτο βραβείο για το ποίημά του «Nocturno ideal». Το 1921 ξεκινάει σπουδές παιδαγωγικής και γαλλικών στο Πανεπιστήμιο της Χιλής, στην πρωτεύουσα Σαντιάγο. Κερδίζει το πρώτο βραβείο. Το νέο ταλέντο της λατινοαμερικανικής ποίησης γίνεται αμέσως γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους.

Μέχρι τα 25 χρόνια του, ο ποιητής ολοκληρώνει έξι ακόμα έργα που αποκαλύπτουν τις υπαρξιακές του ανησυχίες, αλλά και την ιδιαίτερη παραγωγικότητά του. Από το 1927, σε ηλικία 23 ετών ξεκίνησε τη διπλωματική του καριέρα. Ως διπλωματικός σύμβουλος ταξιδεύει στη Βιρμανία, στο Μπουένος Αϊρες, στη Βαρκελώνη, στην Κεϋλάνη, στη Μαδρίτη, στην Ιάβα. Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, γνωρίζει τη μετέπειτα σύζυγό του Αργεντίνα, Ντέλια ντελ Καρίλ.

Ο πολιτικός Νερούντα

Οι εμπειρίες του από τα ταξίδια του, τα δικτατορικά καθεστώτα τα οποία βλέπει και τα μαρτύρια των λαών που στενάζουν σε ολόκληρο τον κόσμο, σε συνδυασμό με τη δολοφονία του φίλου του, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, του προκαλούν βαθιά αγανάκτηση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 γίνεται μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος. Το 1945, του απονέμεται το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Τα έργα του γίνονται ολοένα και πιο πολιτικά, με αποκορύφωμα το «Canto General». Με την απαγόρευση του κομουνισμού στη Χιλή, ο Νερούντα πλέον καταζητείται. Για μήνες κρύβεται στην ίδια του τη χώρα, ώσπου καταφέρνει να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 έως το 1952. Στην εξορία, γνώρισε την Ματίλντε Ουρούτιε, τη Χιλιανή τραγουδίστρια που θα αποτελέσει τη «μούσα» του έως το τέλος της ζωής του και παντρεύονται το 1966.

To 1953 ο Νερούντα παραλαμβάνει το βραβείο «Στάλιν». Εγκαθίσταται μόνιμα στην Isla Negra, αλλά συνεχίζει τα ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Με την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε ως Προέδρου της Χιλής, ο Νερούντα διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι (1970 – 1972). Το 1971, ένα χρόνο μετά την τιμητική διάκριση του Γιώργου Σεφέρη, η Σουηδική Ακαδημία απονέμει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Χιλιανό Πάμπλο Νερούντα, που ήδη πάσχει από καρκίνο. Τάσσεται υπέρ του Αλιέντε και στηρίζει την προεκλογική του εκστρατεία.

Μεγάλο μέρος της ποίησης του Πάμπλο Νερούντα αφιερώνεται στον έρωτα, αλλά και στα απλά και στοιχειώδη πράγματα της καθημερινής ζωής, ενώ στην αξιόλογη σύνθεση «Κατοικία στη Γη», πραγματεύεται το χρόνο, τη μεταφυσική και τη σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν μένει όμως μόνο σ’ αυτά. Μεγάλο μέρος του έργου έχει ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό – επαναστατικό περιεχόμενο, και εκφράζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εποχή του, μιαν εποχή εξεγέρσεων, σκληρών ταξικών συγκρούσεων και επαναστάσεων. Ο μεγάλος Χιλιανός ποιητής, με μιαν απαράμιλλη λυρική δύναμη, υμνεί τους αγώνες της εργατικής τάξης και τους επαναστάτες, και ταυτόχρονα καταγγέλλει και χλευάζει τους ηγέτες των τυραννικών καθεστώτων.

«Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές… Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει… Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας».

 

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ
«Λογισμοί – Απολογισμοί»

«Κι’ εγώ τα πάντα είναι απλά/

μοιρολογάμε,/

ψιθυρίζοντας ακατάληπτα λόγια…»

Δ. Πιστικός (Ηλιοπαιδεία)

Στο παρακάτω κείμενο προσπάθησα να δώσω το «νυσταλέο» στιλ του Πάμπλο Νερούντα, όπως ήταν και η φωνή του. Το ζωηρό, βλέπετε, και το ξεσηκωματικό στον Νερούντα δεν είναι η φωνή του, αλλά αυτά που λέει και δε σε αφήνουν να ησυχάζεις. Το ίδιο είναι και πολλά κείμενά του: Αργά, ήμερα, αλλά κάθε φράση του σε ξετινάζει με την κορόνα της. Και τότε λες, ξαφνιασμένος: «Κοίτα κει πώς τελειώνει…». Κάτι, που βρίσκεται σε απίστευτα μεγάλο βαθμό στην ποιητική γραφή του Δημήτρη Πιστικού.Το χρονικό τούτο του Νερούντα ισχύει πάντα και παντού, πάνω από οποιαδήποτε όρια και περιχαρακώματα. Οσο για το τέλος του, είναι μια έκπληξη για όλους.

Δανάη ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

***

«Πριν γιορτάσουμε τον χρόνο που έρχεται με τις τριακόσιες εξήντα πέντε ημερινές και νυχτερινές του βαλίτσες, πρέπει να κοιτάξουμε τριακόσιες εξήντα πέντε φορές πίσω μας και να γίνουμε οι δικές μας στήλες άλατος. Αυτές οι ματιές, στην περίπτωσή μου, έχουνε μέσα τους μέρες σπουδαιότατες, δύσκολες, ηχηρές, τσουχτερές και γλυκές σαν μέλισσες κι ακόμα έχουν δάκρυα από αλάτι και αίμα.

Τούτα τα τελευταία, τρέξαν για τα θύματα του Βιετνάμ. Η φρίκη, τα ναπάλμ και ο κυνισμός μοιάζει σαν να ψυχορραγούν. Μα, δεν τέλειωσαν ακόμα. Τα καθήκοντα της Ιστορίας δεν εκπληρώνονται πάντα με τρόπο «τυπικό», όπως συνέβη με τον Χίτλερ, τον σφαγέα. Τέλειωσαν με τον Τζόνσον, μα δεν τον αποτέλειωσαν.

Ενας συγγραφέας που επιζεί, συμπληρώνει μια μικρή ή μεγάλη Πένθιμη Ανθολογία. Εγώ κατάντησε πια να βαρεθώ να τη συνεχίζω, από τη μονοτονία ενός ανθρώπινου πόνου: Κανείς δε θέλει να μεταβληθεί σε κατάλογο νεκρών, κι ας του ήταν τόσο προσφιλείς. Οταν στην Κεϋλάνη το 1928 έγραφα «Απουσία του Χοακίν» για τον θάνατο του συντρόφου μου Χοακίν Σιφουέντες Σεπούλπεδα και όταν αργότερα έγραψα «ο Αλβέρτο Ρόχας φτάνει πετώντας»,στη Βαρκελώνη το 1931, είχα σκεφτεί πως κανείς άλλος δε θα μου πέθαινε πια.

Κι όμως, τα ελεγεία μου συνεχίστηκαν.

Τούτη τη χρονιά, ο άνεμος πήρε μαζί του τη λεπτή φιγούρα του Ιλία Ερεμπουργκ,αγαπητότατου φίλου, ηρωικού υπερασπιστή της αλήθειας, τιτανικού γκρεμιστή της ψευτιάς. Εκεί επίσης, στη Μόσχα, τη χρονιά τούτη που πέρασε, θάψαν και τον ποιητή Οδαβί Σάβιτς,που μετέφρασε την ποίηση της Γαβριέλα Μιστράλ και τη δική μου, όχι μόνο με ακρίβεια και ομορφιά, αλλά και με ολόφωτη αγάπη. Και, εδωνά, στο πλάι, εκεί που αρχίζουν οι χέρσες πλαγιές της Κόρδοβα, στην Αργεντινή, κείτεται θαμμένος πια εδώ και τρεις μήνες ο καλύτερος Αργεντινός φίλος μου, ο Ροδόλφο Αράος Αλφάρο,που άφησε χήρα τη Χιλιανή μας Μαργαρίτα Αγίρρε,συγγραφέα ανάερη, που μας την είχε πάρει ο αέρας του Μπουένος Αϊρες».

***

«Πικρό συμβάν του 1968 που πέρασε, υπήρξε ο «επίσημος» θάνατος του Τσε Γκεβάρα,στη θλιβερότατη Μπολίβια. Το τηλεγράφημα του θανάτου του διέτρεξε τον κόσμο ολόκληρο σαν ιερό ρίγος. Εκατομμύρια ελεγείες επιχείρησαν να γίνουν χορωδία στην ηρωική και τραγική ύπαρξή του. Στη μνήμη του σπαταλήθηκαν, σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη, στίχοι, όχι αντάξιοι τόσο βαθιάς οδύνης. Ελαβα ένα τηλεγράφημα από την Κούβα, από συνταγματάρχη λογοτέχνη που μου ζητούσε δικούς μου στίχους. Ως τώρα, δεν τους έχω γράψει. Σκέφτομαι πως μια τέτοια ελεγεία δεν πρέπει να περιέχει μόνον την άμεση διαμαρτυρία, αλλά και να πάει στο βάθος της Οδυνηρής Ιστορίας. Και, αν τη γράψω, θα την έχω στοχαστεί ως να ωριμάσει. Ισως γι’ αυτό να περνάω για αχάριστος στα πιο πολλά μάτια.

Ο Τσε μού είχε πει μπροστά στον λοχία Ρεζαμάρ ότι διάβασε πολλές φορές το «Κάντο Χενεράλ» μου σε κείνους τους πρώτους σεμνούς και δοξασμένους γενειοφόρους. Και, στη συνέχεια, συγκινήθηκα, γιατί στο «Ημερολόγιό» του είμαι ο μόνος ποιητής που από κείνον αναφέρεται».

***

«Ο χρόνος που τελειώνει έφερε νίκες σε μας, όλους τους γήινους: Νίκες μέχρι τη γλυκιά σελήνη. Ολόκληρη αυτή τη χρονιά θελήσαμε όλοι οι άνθρωποι να ήμασταν κοσμοναύτες. Και η κατάκτηση του μεγάλου ύψους ανήκει σε όλους μας, είτε Σοβιετικοί είτε Βορειοαμερικάνοι περιβλήθηκαν τη σεληνιακή άλω, ή που θα φάνε τα πρώτα φεγγαρίσια σταφύλια.

Αλλά σε μας, που πιο πολύ απ’ όλους αναδιφήσαμε μέσα στην «καρδιά» αυτής της νύχτας, πέφτουν τα πιο πολλά από τα αγαθά που ανακαλύφτηκαν. Από τον Ιούλιο Βερν,που μηχαν(οποίησε)εύτηκε σ’ ένα βιβλίο το αρχαίο διαστημικό όνειρο, ως τον Ιούλιο Λαφόργκ και τον Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα,χωρίς να λησμονούμε τον Μπωντλαίρ,που ανακάλυψε το «κακό μάτι» του, ο χλωμός πλανήτης εξερευνήθηκε, τραγουδήθηκε και εκδόθηκε από μας, τους ποιητές. Εκάναμε κι άλλα πράγματα, όχι καλά. Ομως υπήρξαμε καλές «public relations» (sic) των σεληνιακών και σεληνιαζομένων διεπικοινωνιών».

***

«Δε θέλω μόνο απόβαση και ηλεκτροφωτισμό στο φεγγάρι για το έτος 1969 που έρχεται, αλλά συνηγορώ και ελπίζω στην απόβαση της καλοσύνης, στα χώματα της Παραγουάης, της Πορτογαλίας, της Ελλάδας και της Βραζιλίας, της Ισπανίας και της Νικαράγουας.

Η Ελλάδα, ο αρχαίος χώρος των Κανόνων της Ανθρώπινης Διαγωγής, έχει χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους στα νησιά – στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σε ένα από αυτά τα κάτεργα, μεταξύ άλλων επιφανών καλλιτεχνών, κείτεται άρρωστος και μαρτυρικός, ο μεγαλύτερος ποιητής της σύγχρονης Ελλάδας,ο φίλος μου Γιάννης Ρίτσος.

Εκατοντάδες Πορτογάλοι της αντιπολίτευσης περιμένουν κάποιον να τους θυμηθεί, κάποιον που θα τους βγάλει από τα τριάντα χρόνια αγωνίας θανάτου στην Ισλα ντε Σαλ (νησί του Αλατιού) και άλλες αποικίες καταδίκων.

Στην Παραγουάη, οι πολιτικοί κρατούμενοι χωρίς δίκη συσσωρεύονται εδώ και δώδεκα χρόνια στα πιο λεπριασμένα κάτεργα του πλανήτη. Δε θα ήταν άσχημα μια αχτίνα λέιζερ να τρυπούσε την ασυνειδησία των σκληρών κυβερνητών αυτών των τρισευγενικών λαών.

Αυτά είναι τα δώρα που ζητάει κανείς από έναν χρόνο που έρχεται. Είναι ανθρώπινα δώρα και χρειάζονται ανθρώπινοι προορισμοί να κινούν τα Ημερολόγια».

***

«Οπως άλλες χρονιές τούτες τις τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες θα δημοσιεύσω ένα καινούριο βιβλίο. Είμαι σχεδόν βέβαιος γι’ αυτό. Το χαϊδεύω, το ταλαιπωρώ, το γράφω κάθε μέρα. Οι φίλοι θα με ρωτούνε τι λέει εκεί μέσα. Τι μπορώ να αποκριθώ; Πάντοτε στα βιβλία μου πρόκειται για το ίδιο: Γράφω το ίδιο βιβλίο. Ας με συγχωρέσουν: Τούτη την καινούρια φορά και σ’ αυτόν τον καινούριο χρόνο, γεμάτον από καινούριες μέρες, εγώ δε θα έχω να δείξω παρά τους στίχους μου, τους ίδιους καινούριους στίχους μου.

Δε θα ήθελα, όμως να χαιρετήσω το καινούριο παρελθόν και το ερχόμενο φως μ’ αυτόν τον εγωκεντρικό υπαινιγμό για μένα τον ίδιο και τις εργασίες μου. Γι’ αυτούς που θα με διαβάσουν, τελειώνω συνιστώντας τούτους τους ξένους στίχους που με θαμπώνουν με την αλήθεια τους. Αποτελούν μια περίληψη του Χρόνου που φεύγει κι αυτού που έρχεται:

«… Αν την καρδιά σου την ορίζεις/

κι απλώνεις τα χέρια σου σ’ αυτήν, / αν υπάρχει στα χέρια σου/

καμιά παρανομία και τη διώχνεις απ’ αυτά/

κι αν δεν έχεις συναινέσει/

να κατοικεί στο σπίτι σου/

η αδικία,/

τότε να υψώσεις το καθαρό/

ακηλίδωτο πρόσωπό σου/

και θα είσαι δυνατός/

και τίποτα να μη φοβάσαι./

Και να ξεχάσεις τη μιζέρια σου/

ή να τη θυμάσαι σαν νερό/

που πέρασε και πάει./

Η ζωή σου θα γίνει πιο διάφανη/

κι απ’ το καταμεσήμερο. Κι αν σκοτεινιάσει/

θα μοιάζει σαν πρωινό./

Θα έχεις εμπιστοσύνη γιατί υπάρχει ελπίδα./

Ομως τα μάτια των κακών θα ρέψουν/

και καταφύγιο δε θα βρουν./

Και μόνη ελπίδα τους είναι ένας στερνός στεναγμός».

Ολα αυτά είναι από πρόσφατα διαβάσματά μου. Τα πήρα για σας από το «Βιβλίο του Ιώβ», 10 – 11, παρ. 13 – 20.

Πάμπλο ΝΕΡΟΥΝΤΑ«.

 

Τοιχογράφος της ζωής και του αγώνα

Στο μεγάλο Μεξικανό καλλιτέχνη αναφέρεται το βιβλίο του Φίλιπ Στάιν, που κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή»

«Προλετάρια μάνα», 1929

Ανήκει στη «μεγάλη τριάδα» των Μεξικανών τοιχογράφων. Μαζί με τον Ντιέγκο Ριβέρα και τον Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο, δημιούργησε μια μνημειακή, αντιαποικιακή τέχνη, που διαπνέεται από το επαναστατικό πνεύμα και απευθύνεται στις πλατιές λαϊκές μάζες. Αφοσιωμένος μαρξιστής – λενινιστής, στρατιώτης της Μεξικάνικης Επανάστασης και αργότερα του Ισπανικού Εμφυλίου, πάλεψε για τις κοινωνικές κατακτήσεις του λαού του. Η ζωή του θυελλώδης, γεμάτη αγώνες, εξορίες, φυλακές… Η τέχνη του, όπλο πολιτικού αγώνα, που είχε ως στόχο την αφύπνιση των φτωχών και των καταπιεσμένων.

Νταβίντ Αλφάρο Σικέιρος (1898 – 1974). Ενας μεγάλος καλλιτέχνης του 20ού αιώνα, ένας κορυφαίος τοιχογράφος του σύγχρονου ρεαλισμού. Στη ζωή και το έργο του αναφέρεται το βιβλίο του Φίλιπ Στάιν, που κυκλοφορεί το φθινόπωρο από τη «Σύγχρονη Εποχή», σε μετάφραση Βασιλείας Παπαρήγα. Ο Φίλιπ Στάιν – Αμερικάνος καλλιτέχνης και τοιχογράφος με εκθεσιακή δραστηριότητα στο Μεξικό, στην Ισπανία και στις ΗΠΑ – δούλεψε στις τοιχογραφίες του Σικέιρος μεταξύ 1948 – 1958.

Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει στον πρόλογο: «Στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατό του και παρά την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική δημιουργία του, ο Σικέιρος ελάχιστα απασχόλησε τους συγγραφείς που ασχολούνται με την τέχνη και τη δημιουργία. Με εξαίρεση τον Μάριο ντε Μιτσέλι, τα άρθρα της Ραχήλ Τιμπόλ και μια σειρά σύντομων μονογραμμάτων Μεξικανών και Αμερικανών συγγραφέων, η σημασία του Σικέιρος και η θέση του στην ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα έχουν κατά κύριο λόγο αγνοηθεί. Ο Σικέιρος υπήρξε ένας ζωγράφος σοσιαλιστικών πεποιθήσεων ο οποίος, κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του στο Κίνημα Μεξικανών Τοιχογράφων, αντιπαρατέθηκε με τις σχολές της αφηρημένης τέχνης οι ρίζες των οποίων βρίσκονται στον ίδιο τον καπιταλισμό. Μια δύναμη τέτοιου μεγέθους και επιρροής, όπως αυτή του Σικέιρος, αποτελούσε έναν κίνδυνο που έπρεπε, αν μη τι άλλο, να αντιμετωπιστεί, εφόσον η κυρίαρχη κουλτούρα είχε λόγο στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ομως, παρά την κυριολεκτική αποσιώπηση που επιβλήθηκε από την τεχνοκριτική, κυρίως στις ΗΠΑ, κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί την ιδιοφυή σύλληψη και την τεχνική δεινότητα που αποκάλυπταν τα έργα του».

Τέχνη και επανάσταση
«Αγρότισσα μάνα», 1929

Στο βιβλίο του, ο Φ. Στάιν, με γραφή που τη χαρακτηρίζει η ζωντάνια, παραθέτει στιγμές από τη ζωή, τη δράση και την τέχνη του μεγάλου Μεξικανού δημιουργού, που το 1966 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λένιν. Στα δύο πρώτα κεφάλαια μας εισαγάγει στην τέχνη των προγόνων, που «έπαιζε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κοινωνική οργάνωση των αρχαίων Μεξικανών». Αναφέρεται στην ισπανική κατοχή, όπου ο Κορτές «με το σπαθί και το σταυρό» κατέστρεψε τον λαμπρό πολιτισμό των Ινκας, των Μάγια, των Ατζέκων κ.ά. «Μιλά» για την αντίσταση του «τελευταίου Ατζέκου αυτοκράτορα», του Κουαουχτέμοκ και για τα 300 χρόνια παρασιτικού αποικισμού που ακολούθησαν… Στις επόμενες ενότητες ο Φ. Στάιν αναφέρεται στον αγωνιστή και δημιουργό Σικέιρος. Με φόντο τις ταραγμένες, αλλά και ηρωικές «σελίδες» της ιστορίας του Μεξικού, στέκεται στους σημαντικούς σταθμούς της πορείας του καλλιτέχνη.

Ο Σικέιρος από τα νεανικά του χρόνια εντάχτηκε στο επαναστατικό κίνημα. Το 1919 και έως το 1922 εργάστηκε στη Γαλλία και την Ισπανία. Στο Παρίσι γνώρισε τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μιρό… και «ένιωσε τα σαρωτικά αποτελέσματα της Ρώσικης Επανάστασης στην Ευρώπη». Επιστρέφοντας στο Μεξικό έγινε μέλος (μαζί με τον Ριβέρα) του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεξικού. Από τις σημαντικές στιγμές που ακολουθούν: Στα τέλη του 1923 ιδρύει το «Σωματείο Τεχνιτών Εργατών, Ζωγράφων και Γλυπτών», ενώ σε ηλικία 27 χρόνων γράφοντας το μανιφέστο του, τελειώνει με τη φράση «Για τους προλετάριους όλου του κόσμου».

Διευθυντής της εφημερίδας «El Machete», που έγινε και η επίσημη φωνή του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεξικού, από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 είχε έντονη ανάμιξη στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες. Το 1937 έφυγε για την Ισπανία και κατετάγη στην 20ή Ταξιαρχία του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού. Προηγήθηκαν δύο ταξίδια στις ΗΠΑ, όπου το 1936 ίδρυσε στη Ν. Υόρκη, πειραματικό εργαστήρι. Ακόμη, οργάνωσε τους εργάτες των ορυχείων του Χάλισκο και εκλέχτηκε πρόεδρος του Σωματείου τους. Ο Σικέιρος πάλεψε για τις κοινωνικές κατακτήσεις του λαού και ενάντια στους ληστρικούς πολέμους. Η παθιασμένη του αφοσίωση στη σύνδεση της τέχνης με την κοινωνική δικαιοσύνη του κόστισε πολλά χρόνια εξορίας, πολλές συλλήψεις και χρόνια εγκλεισμού στη φυλακή. Ο Σικέιρος ήταν πρόσωπο μόνιμης και επίμονης παρακολούθησης από το Εφ Μπι Αϊ και άλλες μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Πενήντα χιλιάδες σελίδες είναι ο όγκος των αρχείων που αναφέρονται σε αυτόν.

«Θάνατος στον εισβολέα», 1941 – 1942

«Υπήρξε ένας βραδυφλεγής καλλιτέχνης» σημειώνει ο Φ. Στάιν, «ένας δημιουργός που επιδίωξε να βρίσκεται στη δίνη των γεγονότων τα οποία προκάλεσαν οι αγωνιζόμενες μάζες, σπέρνοντας τη θύελλα σε όλο τον κόσμο. Η αλήθεια που τον οδήγησε και τον έκανε να θρηνήσει για το αγαπημένο του Μεξικό με προμηθεϊκή αγωνία, τον έστειλε κατευθείαν σε κάθειρξη 8 ετών σε ηλικία 64 χρονών, σύμφωνα με την επίσημη καταδικαστική απόφαση του κράτους. Οι διαμαρτυρίες που ακολούθησαν σε παγκόσμια κλίμακα οδήγησαν στην αποφυλάκισή του, ύστερα από τέσσερα αγωνιώδη χρόνια εγκλεισμού σ’ ένα μικρό κελί. Παρ’ όλο το προχωρημένο της ηλικίας του, αλώβητος από τις απάνθρωπες εμπειρίες, εκτινάσσει την τέχνη του σε νέα αισθητικά ύψη με τις τοιχογραφίες «Η Μεξικανική Επανάσταση» και «Η Πορεία της Ανθρωπότητας»».

Πλαστική δύναμη και εκφραστικότητα

Μακρύς είναι ο κατάλογος των έργων που φιλοτέχνησε ο Σικέιρος. Τοιχογραφίες του βρίσκονται στην Εθνική Προπαρασκευαστική Σχολή (φρέσκα, 1922, 23), στη Λέσχη Συνδικάτου των Ηλεκτρολόγων (1939), στο Μέγαρο Καλών Τεχνών (1945 και 1950 – 51) και στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας (1959). Επίσης, μωσαϊκό και ανάγλυφο στην πρόσοψη της πρυτανίας της Πανεπιστημιακής πολίχνης (1952 – 54), το μνημειακό – διακοσμητικό κτίριο «Πολυφόρουμ», που συνδυάζει αρχιτεκτονική, ζωγραφική και γλυπτική (1971). Ολα βρίσκονται στο Μεξικό. Ακόμη, φιλοτέχνησε φορητά έργα, πλήθος λιθογραφίες και σχέδια.

Οπως σημειώνει ο Ρώσος ιστορικός τέχνης Βαντίμ Μιχάλοβιτς Παλεβόι: «Αγωνιστής για μια επανάσταση γεμάτη από κομμουνιστικές ιδέες για την τέχνη, ο Σικέιρος δημιούργησε μορφές με υψηλή εκφραστικότητα, μεγάλη πλαστική δύναμη, υπερασπίζοντας καινούριες αρχές για την ενεργό δράση των καλλιτεχνικών έργων πάνω στη μάζα. Δημιούργησε μνημειακές συνθέσεις, όπου συγκεκριμένα πρόσωπα συνδυάζονται με συμβολικά προσωποποιημένες κοινωνικο-ιστορικές δυνάμεις. Χρησιμοποίησε εφέ, που περιόριζαν δυναμικά την προοπτική, προώθησε τη ζωγραφική μέχρι την αλληλεπίδραση με τις γλυπτικές φόρμες και χρησιμοποίησε καινούρια υλικά (συνθετικά χρώματα, κεραμικό, ανάγλυφο μωσαϊκό κ.ά.)».

Εργο του 1945

«Ισως η κυρίαρχη κουλτούρα», καταλήγει στον πρόλογό του ο Φ. Στάιν, «δεν μπόρεσε να ανεχτεί τις πολιτικές πεποιθήσεις αυτού του επικίνδυνου Μεξικανού βιρτουόζου, το έργο του οποίου έχει καλλιτεχνικές ρίζες όχι μόνο στις δημιουργίες του Μαζάτσιο και στους μεγάλους ζωγράφους της Αναγέννησης, αλλά και στα βάθη της προ Κολόμβου Μεξικανικής τέχνης. Γι’ αυτό και λίγα χρόνια μετά από το θάνατό του, οι εμπνευστές της κυρίαρχης κουλτούρας νόμισαν πως επιτέλους έθαψαν και τα τελευταία ψήγματα μιας τέτοιας σοσιαλιστικής φιλοσοφικής προσέγγισης της τέχνης – ως μιας άσχημης εμπειρίας, που αποδόθηκε αφειδώς στο νεκρό δεξιοτέχνη. Ομως, παρά τις όποιες προσπάθειες να εξαλείψουν από τη μνήμη το έργο του, δεν κατόρθωσαν να καταπνίξουν την επιρροή του. Οι νέοι ζωγράφοι σε όλη την αμερικανική ήπειρο, που καταπιάστηκαν με τη δημιουργία τοιχογραφιών στους ανοιχτούς χώρους, βρήκαν μεγάλη πηγή έμπνευσης στο έργο του Σικέιρος».

Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ
Ο διαχρονικός, επαναστάτης διανοούμενος

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του μεγάλου Τούρκου επαναστάτη ποιητή

Βερολίνο 1951. Από αριστερά: Νικόλα Γκιλέν, εθνικός ποιητής της Κούβας, Πάμπλο Νερούντα, Ναζίμ Χικμέτ στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας

«Μια θρησκεία, ένας νόμος, ένα δίκαιο:/ Η δουλιά του εργάτη» (ΝαζίμΧικμέτ).Ηταν πολύ δύσκολο να πιστέψει κάποιος, πως ο άνθρωπος που έγραψε αυτούς τους στίχους ήταν 17 ετών. Ακόμη δυσκολότερο ήταν να πιστέψει πως καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Τέλος, θα ήταν μάλλον αδύνατον να δεχτεί πως στα παραπάνω θα έπρεπε να προσθέσει, ότι ο ποιητής ήταν και δόκιμος στη ναυτική σχολή της Κωνσταντινούπολης!

Βρισκόμαστε στα 1919. Η Επανάσταση του Οχτώβρη ατσαλώνεται μέσα στη φωτιά και το σίδερο του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής, ασφυκτικής περικύκλωσης. Οι ιδέες και το μήνυμά της απλώνεται στις καρδιές των καταπιεσμένων όλου του πλανήτη. Ο νεαρός Τούρκος δόκιμος θα έκανε πολύ σύντομα, τη δική του έφοδο προς την αιωνιότητα…

«Ετος Χικμέτ»

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του μεγάλου Τούρκου, επαναστάτη ποιητή, ΝαζίμΧικμέτ. Οι «κληρονόμοι» του αγώνα του, το σημερινό προοδευτικό κίνημα της χώρας του, με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές, επέβαλαν να κηρυχτεί το 2002 σαν «Χρονιά ΝαζίμΧικμέτ» από την UNESCO. Το επέβαλαν όχι με βία. Τουλάχιστον όχι με βία προερχόμενη από αυτούς. Αλλά με την αντίστασή τους στη βία που ασκεί καθημερινά πάνω τους το καθεστώς της Τουρκίας με τις «ευλογίες» του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Με το αίμα που ρέει στις φυλακές. Τους θανάτους από την απεργία πείνας των φυλακισμένων. Το καθημερινό κυνήγι κάθε δημοκρατικής φωνής. Το «επέβαλε» ο ίδιος ο ποιητής με ένα έργο πάντα σύγχρονο ακόμη και στη μορφή του, που εξακολουθεί να εμπνέει τους αγώνες όχι μόνο του δικού του λαού, αλλά και όλων των λαών του κόσμου.

 

Στο πρόσωπο του Χικμέττιμήθηκε ο διαχρονικός επαναστάτης διανοούμενος. Οι εκδηλώσεις που οργανώθηκαν από τους κομμουνιστές και άλλους προοδευτικούς ανθρώπους στην Κομοτηνή, στην Κωνσταντινούπολη, στη Μόσχα, αναδεικνύουν, στην ουσία τους, τη δύναμη που μπορεί να έχει ένα σπασμένο μολύβι και ένα τσιγαρόχαρτο όταν χρησιμοποιούνται για να γραφτεί με στίχους η αλήθεια. Ας γνωρίσουμε μερικές, ελάχιστες, στιγμές από τη ζωή και το έργο αυτού του ξεχωριστού ανθρώπου.

«24 ώρες Λένιν…»

Ολα έδειχναν πως το μωρό που γεννήθηκε στις 21 Νοέμβρη 1901 στην, τουρκοκρατούμενη τότε, Θεσσαλονίκη, θα είχε μπροστά του μια άνετη και πλούσια ζωή. Ο πατέρας του, Χικμέτ Μεχμέτ, ήταν μέλος του Νεοτουρκικού Κομιτάτου και διευθυντής του γραφείου Τύπου του τμήματος του υπουργείου Εξωτερικών της Διοίκησης Θεσσαλονίκης. Για ένα διάστημα διετέλεσε και πρόξενος της χώρας του στο Αμβούργο. Ωστόσο, κάποια στιγμή απολύθηκε και μέχρι το τέλος της ζωής του εργαζόταν σαν διαχειριστής σε κινηματογράφο. Ο παππούς του, Μεχμέτ Ναζίμ Πασάς, ήταν γνωστός ποιητής, εκπρόσωπος της αυλικής λογοτεχνίας της εποχής του. Για τη μητέρα του δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία, εκτός από το ότι ήταν κόρη του γλωσσομαθή και μορφωμένου Ενβέρ Πασά ο οποίος ήταν γερμανοπολωνικής καταγωγής. Συνεπώς, ο μικρός Χικμέτ μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο, αν μη τι άλλο, ευνοούσε την πνευματική του ανάπτυξη.

Η εκπαίδευση του Χικμέτ στη ναυτική σχολή της Κωνσταντινούπολης δεν ολοκληρώθηκε γιατί αποβλήθηκε, το πιθανότερο λόγω των πολιτικών αντιλήψεών του. Αλλες πηγές αναφέρουν πιο συγκεκριμένα ότι συμμετείχε σε μια σπουδαστική επαναστατική κίνηση. Η αφορμή πάντως για την έξοδό του από το ναυτικό το 1920, μετά από ένα χρόνο θητείας σε ένα κρουαζιερόπλοιο, ήταν η γνωμάτευση ενός υγειονομικού συμβουλίου που τον απάλλαξε για «λόγους υγείας». Την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Τουρκίας – που για την Ελλάδα κατέληξε σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της, το τίμημα του τυχοδιωκτισμού της ελληνικής αστικής τάξης για την εξυπηρέτηση του αγγλικού ιμπεριαλισμού – ο Χικμέτ βρισκόταν στη Μικρά Ασία με τον φίλο του, Βαλά Νουρετίν και εργαζόταν σαν δάσκαλος. Οι δύο φίλοι και συναγωνιστές συμμετείχαν στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και αργότερα ταξίδεψαν στην ΕΣΣΔ. Στη Χώρα των Σοβιέτ, οι δύο φίλοι σπούδασαν στη Σχολή Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών της Μόσχας. Εκτός όμως από την ακαδημαϊκή μόρφωση, ο Χικμέτ είχε την ευκαιρία να εμβαθύνει στη μαρξιστική φιλοσοφία και ιδεολογία, αλλά και να γνωρίσει προσωπικά τον, κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό του, μεγάλο ποιητή του Οχτώβρη, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Γι’ αυτή την πρώτη περίοδο της παραμονής του στην ΕΣΣΔ, μας πληροφορεί ο ίδιος ο ποιητής με στίχους όπως: «Στο εικοσιτετράωρο: 24 ώρες Λένιν/ 24 ώρες Μαρξ/ 24 ώρες Ενγκελς/ εκατό δράμια μαύρο ψωμί/ 20 τόνους βιβλία/ και 20 λεφτά για…».

Για μια επαναστατική ποίηση

Εδώ αξίζει να κάνουμε μία παρένθεση που έχει σημασία για τη διαμόρφωση του ποιητικού λόγου του Χικμέτ. Αν και μεγάλο μέρος της κριτικής εκτιμά πως ο Χικμέτ δέχτηκε μεγάλη επίδραση από τον Μαγιακόφσκι, κυρίως στον τομέα της τεχνοτροπίας, ο μεταφραστής του Χικμέτ στα ελληνικά, Στέλιος Μαγιόπουλος, εκτιμά πως αυτή η επίδραση – αν υπήρχε – ήταν ασήμαντη και δεν έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ποιητική του δημιουργία. Αντίθετα, κάνει λόγο για «τυχαία συνάντηση των δύο μεγάλων ιδιοφυιών, που συμπτωματικά κι οι δυο θελήσανε να σπάσουνε τα δεσμά της σκέψης και της τέχνης…». Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο, πως το 1921 που ο Χικμέτ γνωρίζει τον Μαγιακόφσκι, ο τελευταίος είναι πασίγνωστος και ήδη ταυτισμένος στη συνείδηση των λαών της ΕΣΣΔ σαν ο ποιητής της Επανάστασης. Τα ποιήματά του κυκλοφορούν παντού και οι στίχοι του βρίσκονται σε όλα τα χείλη. Ο Μαγιόπουλος έχει απόλυτο δίκιο όταν επιχειρεί να υπερασπιστεί το έργο του Χικμέτ από τους «καλοθελητές» που τον ήθελαν – ίσως και να τον θέλουν ακόμη – σαν έναν όχι και τόσο δυνατό ποιητή όσο ο Μαγιακόφσκι.

Ωστόσο οι δύο ποιητές δεν μπορούν να μπουν ούτε καν σε φιλολογική αντιπαράθεση, γιατί, παρά τα ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά τους, είναι και οι δύο εκφραστές της κουλτούρας, κατ’ αρχήν, των λαών τους. Συνεπώς, η ποιητική τους δύναμη είναι ισάξια. Πάντως, ο Χικμέτ δεν είχε στο νου του τον Μαγιακόφσκι όταν έγραφε: «Την ορμή μου την έχω πάρει εγώ απ’ τους αιώνες./ Κάθε στίχος δικός μου θυμίζει κι ένα ηφαίστειο./ Δεν έκλεψα εγώ μήτε έναν παρά/ απ’ τον ίδρω του λαού/ και μήτε στίχο απ’ την τσέπη αλλουνού ποιητή». Οι στίχοι αυτοί ταιριάζουν περισσότερο για να περιγράψουν την περίοδο που ο ποιητής θα αντιμετώπιζε όχι μόνο την καταστολή του καθεστώτος της πατρίδας του, αλλά και τις πολλές απόπειρες κατασυκοφάντησης της προσωπικότητας και του έργου του, όπως θα δούμε αργότερα.

Το σίγουρο είναι πως ο Χικμέτ ήταν ανοιχτός στα νέα λογοτεχνικά ρεύματα και δε φοβόταν τον πειραματισμό στη μορφή. Ο πειραματισμός αυτός όμως ήταν συνειδητά υποταγμένος στην ανάγκη έκφρασης του οράματος του κομμουνιστή ποιητή, που δεν ήταν άλλο από την απελευθέρωση από την ταξική καταπίεση, τη φτώχεια και τον πόλεμο. Για τη σύνθεση του ποιήματος έλεγε (όπως το μεταφέρει ο Μαγιόπουλος) πως «πρέπει να είναι τέτοια που αν αφαιρέσει κανείς κι ένα κόμμα, όχι μονάχα να μην μπορούμε να φτάσουμε στο ουσιαστικό, στο εξαίρετο, μα το παν να καταρρεύσει». Αν και δεν είναι ο πρώτος Τούρκος λογοτέχνης που έγραψε σε ελεύθερο στίχο, ωστόσο ήταν αυτός που μετέτρεψε τον ελεύθερο στίχο σε λογοτεχνικό «όπλο» του καταπιεσμένου λαού του. Αλλωστε είχε αποδείξει πως κατείχε πολύ καλά και την τεχνική της παραδοσιακής μετρικής ποίησης.

Στράτευση και καταστολή

Λογική συνέχεια της μέχρι τότε πορείας του νεαρού ποιητή και επαναστάτη ήταν η στράτευσή του, το 1923, στο παράνομο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας. Ενα χρόνο αργότερα επιστρέφει στην Τουρκία και αρχίζει να γίνεται γνωστός. Στη γνωριμία του έργου του ποιητή με το ευρύ κοινό βοηθά και η ιδιόμορφη κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Τουρκίας εκείνη την εποχή, η οποία, αν και έχει το τούρκικο ΚΚ στην παρανομία, ωστόσο, η αστική κεμαλική δημοκρατία δεν έχει περάσει ακόμη στην πλήρη αντιδραστική της φάση και αναζητά «ανοίγματα» και συνεργασίες που θα την εδραιώσουν στη λαϊκή συνείδηση. Ετσι, ο Χικμέτ γράφει ελεύθερος τα έργα του, τα απαγγέλλει στο ραδιόφωνο της Κωνσταντινούπολης, ηχογραφούνται και κυκλοφορούν παντού. Παράλληλα εργάζεται σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες που φιλοξενούν και ποιήματά του. Συγχρόνως, ο ποιητής γνωρίζει από κοντά την ανυπόφορη ζωή και την εξαθλίωση της εργατικής τάξης της χώρας του, για την οποία δεν έχει αλλάξει τίποτα, ουσιαστικά, από την εποχή των πασάδων.

Η περίοδος της αλογόκριτης «ευφορίας» πέρασε πολύ γρήγορα για την Τουρκία του μεσοπολέμου και φυσικά και για τον ποιητή. Αρχίζει η περίοδος που ο Χικμέτ θα αρχίσει να αισθάνεται την πολύπλευρη πίεση του καθεστώτος, ενώ θα δει και τον φίλο του Νουρετίν να προσχωρεί στις εθνικιστικές απόψεις του «τουρκισμού» και στην αντίδραση. Ηδη έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί στα άρθρα του στις εφημερίδες ψευδώνυμο (Ορχάν Σελίμ). Το 1925 ο Χικμέτ ξαναπάει στην ΕΣΣΔ και επιστρέφει το 1928. Ενώ βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση και γράφει ασταμάτητα όλα τα είδη του λόγου με την ποίηση να βρίσκεται σε πρώτη προτεραιότητα, το καθεστώς αρχίζει να τον κυνηγά: σχεδόν μετά από κάθε έκδοση έργου του, ακολουθεί δίκη. Η καταστολή όμως δεν μπορεί να σταματήσει την αυξανόμενη απήχησή του στο λαό. Το καθεστώς βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και αντιδρά σπασμωδικά, ακόμη και κωμικοτραγικά. Για παράδειγμα, το 1930, μερικά ηχογραφημένα του ποιήματα (μην ξεχνάμε τον αναλφαβητισμό που μάστιζε τον τουρκικό λαό, με αποτέλεσμα ο Χικμέτ να επιστρέφει, έστω και με τη βοήθεια της τεχνολογίας, στην πρακτική των «βάρδων») πουλήθηκαν μέσα σε 20 μόλις μέρες. Οχι μόνο αυτό, αλλά οι ηχογραφήσεις ακούγονταν σε κάθε δημόσιο χώρο. Για να μπορέσει να σταματήσει η αστυνομία την «ενοχλητική» αυτή φωνή… αναγκάστηκε να αγοράσει τα δικαιώματα των ηχογραφήσεων από την εταιρία!

Παράλληλα, οι διανοούμενοι του καθεστώτος προσπαθούν να συκοφαντήσουν τον ποιητή στο λαό και στους συναγωνιστές του. Με αφορμή τη χρήση του ψευδωνύμου διαδίδουν πως ο Χικμέτ έχει αρχίσει να αλλάζει την ιδεολογία του και να ασπάζεται τις εθνικιστικές ιδέες. Τη συκοφαντία αυτή τη «στηρίζουν» με το εξωφρενικό «επιχείρημα» πως το ψευδώνυμο «Ορχάν Σελίμ» είναι αμιγώς τουρκικό, σε αντίθεση με το αραβικής προέλευσης, ΝαζίμΧικμέτ! Ο ποιητής τους ξεσκεπάζει μέσα από το έργο του. Βλέποντας ότι δεν τα καταφέρνουν, από το 1935 προσπαθούν να εμφανίσουν τον Χικμέτ ακόμη και ως αγράμματο! Ενώ υπήρξαν και άλλοι χαρακτηρισμοί όπως «τρελός»! Ολες οι κατηγορίες των, σίγουρα πληρωμένων από το καθεστώς, κονδυλοφόρων, πέφτουν στο κενό: όχι μόνο ατσαλώνουν ακόμα πιο πολύ τον ποιητή, αλλά δεν μπορούν να σταματήσουν και τη διάδοση του έργου του.

«Η καρδιά μου πάλι θα χτυπήσει!»

Το 1935 παντρεύεται με την πρώτη του γυναίκα. Συνεχίζει να γράφει με διάφορα ψευδώνυμα, ενώ εργάζεται και σαν σεναριογράφος. Την ίδια περίοδο θα γράψει και θεατρικά έργα. Το 1938 το καθεστώς τον καταδικάζει σε 40 χρόνια φυλακή. Σε όλη τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ο Χικμέτ θα γνωρίσει «από μέσα» πολλές φυλακές σε όλη την επικράτεια της χώρας. Ο ποιητής όμως δε θα λυγίσει: «Τρύπησαν την καρδιά μου από δεκαπέντε μεριές./ Θάρρεψαν πως δε θα χτυπάει πια η καρδιά μου από τη λύπη της!/ Η καρδιά μου πάλι χτυπά/ η καρδιά μου πάλι θα χτυπήσει!!».

Κάτω από την πίεση της παγκόσμιας κατακραυγής, το καθεστώς αναγκάζεται να απελευθερώσει τον ποιητή, ο οποίος είχε ξεκινήσει απεργία πείνας, το 1950. Την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης. Ωστόσο παρακολουθείται συνεχώς. Αρχίζει και πάλι να εργάζεται σαν σεναριογράφος αλλά οι πιέσεις συνεχίζονται. Αν και απαλλαγμένος από τη στρατιωτική θητεία, το καθεστώς τον καλεί να καταταγεί! Το 1951 φεύγει κρυφά στη Ρουμανία και την ίδια χρονιά του αφαιρείται η τουρκική ιθαγένεια, η οποία του δόθηκε και πάλι… μόλις πέρυσι. Ταξιδεύει σε πολλές χώρες και το 1952 εκλέγεται μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης. Το 1960 παντρεύεται για δεύτερη φορά στην ΕΣΣΔ. Τα ξημερώματα της 3ης Ιούνη 1963, η μεγάλη καρδιά που χώρεσε όλον τον κόσμο έπαψε να χτυπά. Αλλά, όπως και ο ίδιος προέβλεψε, συνεχίζει να «χτυπά» μέσα από το έργο του…

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ
Κύρια πηγή: Πρόλογος Στ. Μαγιόπουλου στη δίτομη έκδοση «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, τα έργα του» («Σύγχρονη Εποχή»)