Category: Κομμούνα


«Η Κομμούνα»,  ταινία του Πίτερ Γουότκινς από το 2000, γυρισμένη σε φιλμ 16mm, ασπρόμαυρη, στην αυθεντική, ολοκληρωμένη της μορφή των 345 λεπτών «Την αυγή της 18ης του Μάρτη, το Παρίσι ξεσηκώθηκε με το βροντερό σύνθημα «Ζήτω η Κομμούνα!». Τι είναι η Κομμούνα, αυτή η Σφίγγα που τρομοκρατεί τα μυαλά των αστών;» γράφει ο Μαρξ. Στην εξάωρη σχεδόν διάρκειά της παίρνουν μέρος 210 ερασιτέχνες ηθοποιοί κι ανάμεσά τους πολλοί άνθρωποι «χωρίς χαρτιά» από Αλγερία, Τυνησία και Μαρόκο. Μέσα σε μια γιγαντιαία αποθήκη στα εργατικά προάστια του Παρισιού, ο Γουότκινς και η ομάδα του θα προσπαθήσουν να ανασυνθέσουν τα γεγονότα εκείνης της άνοιξης που σημάδεψαν τη γέννηση και το θάνατο της θρυλικής Κομμούνας του Παρισιού…

Advertisements

ΓΚΡΙΓΚΟΡΙ ΚΟΖΙΝΤΣΕΦ – ΛΕΟΝΙΝΤ ΤΡΑΟΥΜΠΕΡΓΚ
Η Νέα Βαβυλώνα

Η ταινία αντικατοπτρίζει την εποχή μέσα στην οποία αυτή δημιουργείται. Την εποχή των μεγάλων κοσμοϊστορικών ανακατατάξεων με τα χρόνια που ακολούθησαν την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Σοβιετική Ενωση να σηματοδοτούν για την τέχνη, ιδιαίτερα την τέχνη του κινηματογράφου, ύψιστη περίοδο γόνιμων πειραματισμών. Η ταινία, με θέμα την Παρισινή Κομμούνα, έχει περάσει τη γέφυρα από το παλιό προς το καινούριο, βρίσκεται στην όχθη της πρωτοπορίας και στο επαναστατικό περιεχόμενο δίνει ξεκάθαρα επαναστατική μορφή, με προεξέχουσες τις αρχές του νεαρού, επαναστατικού ιδεολογικού μοντάζ. Οι δημιουργοί της ταινίας, το δίδυμο Γκριγκόρι Κόζιντσεφ (1905-1973) και Λεονίντ Τράουμπεργκ (1902-1990) ίδρυσαν ήδη το 1921 την Φάμπρικα του Εκκεντρικού Ηθοποιού (FEX) μαζί με τον Σεργκέι Γιούτκεβιτς και γύρισαν μαζί πλήθος πειραματικών ταινιών μικρού μήκους, προτού, το 1926, φθάσουν σε μια άκρως επιτυχημένη εξπρεσιονιστική κινηματογραφική βερσιόν του θεατρικού «Το Παλτό» του Νικολάι Γκόγκολ. Με εξπρεσιονιστικές νότες – πέρα από άλλα μορφικά στοιχεία – μπόλιασαν και το απόλυτο αριστούργημά τους, την πανάκριβη παραγωγή «Νέα Βαβυλώνα» που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στα στούντιο Sovkino του Λένινγκραντ και κυκλοφόρησε το 1929. Ο Γκέοργκ Λούκατς, είχε χαρακτηρίσει τον γερμανικό εξπρεσιονισμό των αρχών της δεκαετίας του ’20 ως «έκφραση της μικροαστικής σύγχυσης, μπλεγμένη στους μηχανισμούς του καπιταλισμού». Και οι δημιουργοί της «Νέας Βαβυλώνας» αποδεικνύουν πανηγυρικά την ηγεμονία του περιεχομένου επί του εργαλείου της (μη αυθύπαρκτης) φόρμας.

Στιλιζαρισμένος τρόπος γραφής με καλαίσθητες επιφάνειες που διάγουν σε αρμονία με τη θεματική της, η ταινία για την άνοδο και την πτώση της ηρωικής Παρισινής Κομμούνας την άνοιξη του 1871. Κεντρικός χώρος της ιστορίας, το πολυτελές παρισινό μεγάλο κατάστημα «Νέα Βαβυλώνα» εκεί που η ηρωίδα Λουίζ εργάζεται σαν πωλήτρια, στο ναό της φρενήρους καπιταλιστικής, βιομηχανοποιημένης παραγωγής που συμβολικά δείχνεται με το ξεπούλημα και το επίμονο στροβίλισμα ανοιχτών ομπρελών. Μέσα από το βλέμμα της Λουίζ – που είναι ο σύνδεσμος, ανάμεσα στους φτωχούς της εργατικής τάξης απ’ όπου προέρχεται και με τους οποίους ζει και στους πλούσιους που ανάμεσά τους δουλεύει και είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί – βλέπουμε τις αντικρουόμενες τάξεις της γαλλικής κοινωνίας. Η κορύφωση του φιλμ διαμορφώνεται μέσα από τις αντιμαχόμενες τάσεις για τη γερμανική προέλαση στο Παρίσι – από τη μια οι διαπραγματεύσεις των πλουσίων για παράδοση της πόλης και από την άλλη οι πατριώτες, οι φτωχοί να θέλουν να θυσιάσουν τον εαυτό τους για την πόλη τους και τις εστίες τους. Οταν οι προλετάριοι υπερασπιστές της πόλης παίρνουν την εξουσία και τη διακυβέρνηση στα χέρια τους, η ηρωική τραγωδία της Παρισινής Κομμούνας φέρνει την ταινία μπροστά σε ρητορικά συμπεράσματα. Με φόντο τον τραγικό αγώνα των Παριζιάνων προλετάριων, η Λουίζ προσπαθεί να πείσει τον εραστή της Ζαν, έναν στρατιώτη με καταβολές φτωχού αγρότη, ότι η ταξική του θέση είναι στα οδοφράγματα και όχι στο πλευρό των αστών που μετέφεραν το στρατό στις Βερσαλλίες. Προσπαθεί να αποδείξει στον εξαθλιωμένο στρατιώτη, ότι τα ιδανικά της είναι πιο έγκυρα από την δική του πίστη, την πίστη του χωρικού στην εξουσία! Ο ρόλος της Λουίζ δεν αναδύεται από τις λογοτεχνικές σελίδες της εποχής. Διαμορφώθηκε επί τούτου ώστε να συνιστά απόσταγμα μιας ολόκληρης εποχής. Πρόκειται για αποτέλεσμα σύνθεσης, για την εικόνα μιας κομμουνίστριας της εποχής της παρισινής κομμούνας. Οι δημιουργοί της ταινίας, στην προσπάθειά τους να συνθέσουν αυτό το πορτρέτο, έπρεπε να γνωρίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα για την ιστορία και τα γεγονότα της Κομμούνας, έπρεπε να μεταφερθούν στο Παρίσι, να «αγγίξουν» τον χώρο και να μυρίσουν το άρωμά του. «Οσο δουλεύαμε με την «Νέα Βαβυλώνα» ο Εμίλ Ζολά μας έδωσε τα περισσότερα. Ολοι μας διαβάσαμε όλα του τα έργα» ανέφεραν οι Κόζιντσεφ-Τράουμπεργκ μετά το ταξίδι που αποδείχθηκε καθοριστικό.

Η «Νέα Βαβυλώνα» είναι μια ταινία αντι-ιστορικής λογικής, δεν αναπαριστά τα αμιγώς ιστορικά γεγονότα των 72 ημερών της Κομμούνας, τα οποία παραμένουν εκτός κάδρου και μνημονεύονται μέσα από ελλειπτικές αναφορές. Η ταινία είναι ένας κατασκευασμένος μύθος πάνω στο χαρακτήρα αυτών των ιστορικών γεγονότων. Το πιστοποιεί η στατική κάμερα, τα κοντινά πλάνα που απεικονίζουν το χαρακτήρα της λαϊκής εξέγερσης. «Στην Κομμούνα και στην ταινία έρχονται σε σύγκρουση μέχρι θανάτου δύο τάξεις: οι αστοί και οι προλετάριοι. Για να γίνει νοητή η αγριότητα αυτής της σύγκρουσης, οι σκηνοθέτες καταφεύγουν σε έναν απόλυτο μανιχαϊσμό που δεν θα τον πετύχαιναν αν χρησιμοποιούσαν χαρακτήρες αντί για τύπους. Και μανιχαϊσμός σημαίνει πως τα πράγματα είναι σαφώς χωρισμένα: από την μια οι προλετάριοι κι απ’ την άλλη οι αστοί χωρίς καμιά ενδιάμεση «στρωματική» διαβάθμιση» έγραφε ο αναντικατάστατος Βασίλης Ραφαηλίδης το 1979.

Η «Νέα Βαβυλώνα», σωστό μείγμα ζεστασιάς και καρικατούρας, με άψογη φωτογραφία στούντιο του οπερατέρ Μοσκβίν και εμπνευσμένη μουσική του νεαρού τότε συνθέτη Σοστακόβιτς, συνιστά συνεπή κορύφωση των βωβών φιλμ των Κόζιντσεφ – Τράουμπεργκ και εκφράζει το πνεύμα του επαναστατικού κινηματογράφου τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό της. Με την Λουίζ, σύμβολο της εργατικής τάξης, στο ρόλο του κεντρικού ήρωα μέσω της οποίας οι δημιουργοί αποτίουν φόρο τιμής στο γυναικείο φύλο για τον ενεργό, πρωταγωνιστικό του ρόλο στην Παρισινή Κομμούνα …

Παίζουν: Νταβίντ Γκούντμαν, Γιελένα Κουζμίνα, Αντρέι Κοστρίκιν, κ.α.

Παραγωγή: Σοβιετική Ενωση (1929).

Ο ύμνος που ξεσήκωσε τον κόσμο
Ο Ευγένιος Ποτιέ

Εμπρός της Γης οι κολασμένοιτης πείνας σκλάβοι εμπρός – εμπρός

Το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει

σα βροντή σαν κεραυνός.

Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια

όλοι εμείς οι ταπεινοί της Γης

που ζούσαμε στην καταφρόνια

θα γίνουμε το παν εμείς.

* * *

Στον αγώνα ενωμένοι

κι ας μη λείψει κανείς

Ω! Νάτη, μας προσμένει

στον κόσμο η Διεθνής.

* * *

Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες

με πλάνα λόγια μας γελούν

της Γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες

μοναχοί τους, θα σωθούν…

Για να λείψουν τα δεσμά μας

για να πάψει πια η σκλαβιά

να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας

και της ψυχής μας τη φωτιά.

* * *

Τα λόγια αυτά έχουν τραγουδηθεί απ’ όλους τους εργάτες του κόσμου. Ο Υμνος της Διεθνούς έγινε σύμβολο για τους «κολασμένους της Γης». Ξεσήκωσε καρδιές. Υψωσε τις γροθιές των προλετάριων. Ομως, όσο γνωστό είναι αυτό το ποίημα, άλλο τόσο άγνωστη είναι η ιστορία του, πώς γεννήθηκε, ποιος το έγραψε και ποιος το μελοποίησε. Και, αν αυτό αποκτά μιαν ιδιαίτερη αξία, είναι διότι γράφτηκε και μελοποιήθηκε από εργάτες. Ο ΕυγένιοςΠοτιέ είναι ο ποιητής, που συμπύκνωσε το όραμα για ένα νέο κόσμο – το σοσιαλιστικό κόσμο – σε αυτούς τους στίχους. Και ο Πιερ Ντεζετέ, ο συνθέτης που έκανε αυτές τις λέξεις να «χορέψουν». Ενα επαναστατικό ποίημα, σε μια επαναστατική μουσική.

Επανάσταση του ’48

Ποιοι ήταν, όμως, αυτοί οι δύο εργάτες – καλλιτέχνες; Κάτω από ποιες συνθήκες και με ποιες επιρροές γράφτηκαν αυτοί οι στίχοι; Πότε και πώς έζησαν; Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε τούτο το κείμενο. Η ιστορία, άλλωστε, του Υμνου της Διεθνούς των εργατών έχει ένα ξεχωριστό δικό της ενδιαφέρον, που δείχνει τα επίπεδα που μπορεί να φτάσει η προλεταριακή Τέχνη, όταν στοχεύει στην αφύπνιση των λαών, στην εξέγερση των εργαζομένων, με στόχο την εγκαθίδρυση της δικής τους εξουσίας.

Ο ΕυγένιοςΠοτιέ

Ο ΕυγένιοςΠοτιέ γεννήθηκε τον Οκτώβρη του 1816 στο Παρίσι. Ηταν εργάτης από πολύ μικρή ηλικία, ζώντας έτσι και ο ίδιος τα βάσανα μιας ζωής που καθορίζεται από τις συνθήκες της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου από το κεφάλαιο. Αυτή η πραγματικότητα αντανακλά στη συνείδησή του την αναγκαιότητα της πάλης των εργατών ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, ενώ ταυτόχρονα γίνεται η πηγή της έμπνευσης της ποίησής του, η οποία επίσης υπηρετεί τους σκοπούς του αγώνα, όπως τους αντιλαμβανόταν τότε ο ΕυγένιοςΠοτιέ. Αυθόρμητα στην αρχή και μάλιστα κάτω από τις ιδέες των ουτοπικών σοσιαλιστών. Παίρνει μέρος στην επανάσταση του Ιούλη του 1830 στο Παρίσι. Τότε γράφει και τα πρώτα του ποιήματα. Το 1830 εκδόθηκε η συλλογή τραγουδιών του με τίτλο «Η νέα μούσα» και γίνεται γνωστός ως ποιητής της εργατιάς. Νωρίτερα, σε ηλικία 14 ετών, μάλιστα, συνθέτει το πρώτο του τραγούδι με τίτλο «Ζήτω η ελευθερία».

Ο Ευγ. Ποτιέ συμμετέχει σε όλες τις εξεγέρσεις του – νεαρού τότε – προλεταριάτου της Γαλλίας. Βρίσκεται, λοιπόν, στα οδοφράγματα της επανάστασης του Φλεβάρη του 1848 και πολεμά μαζί με το παριζιάνικο προλεταριάτο για τη δημοκρατία μέχρι την ανατροπή της αυτοκρατορίας του Λουδοβίκου Φίλιππου. Αναδεικνύεται ως ένας από τους πρωτοπόρους της εργατικής τάξης. Συνδυάζει τη δουλειά, τον αγώνα και την ποίηση – όπως μόνο προλετάριοι ποιητές έχουν δείξει και τότε, αλλά και αργότερα με την Οκτωβριανή Επανάσταση ότι μπορούν.

Δίκη Κομμουνάρων. Ο Ποτιέ μετά την ήττα αυτοεξορίστηκε. Στο μεταξύ, τον Ιούνη του ’71, είχε γράψει τη «Διεθνή»

Ο ποιητής ζει την επανάσταση και την ήττα της εργατικής τάξης, συνεχίζοντας να γράφει ποιήματα για το δίκιο του αγώνα των προλετάριων. Ταυτόχρονα, κάνει τα δικά του βήματα σε ιδεολογικό – πολιτικό επίπεδο, συνειδητοποιώντας ακόμη περισσότερο τον τελικό σκοπό της ταξικής πάλης. Βέβαια, τότε, είναι και η εποχή που εμφανίζονται τα έργα των Μαρξ – Ενγκελς και το προλεταριάτο μπολιάζεται με τη δική του επαναστατική κοσμοθεωρία.

Η Κομμούνα

Η πιο σημαντική περίοδος στη ζωή και στο έργο του Ποτιέ άρχισε την εποχή της Παρισινής Κομμούνας, το 1871. Υπερασπίστηκε το Παρίσι, όταν το πολιορκούσαν τα γερμανικά στρατεύματα και ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της εθνοφρουράς. Εχει ήδη προσχωρήσει στην Α’ Διεθνή, έχοντας περάσει από τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού στην επαναστατική υλιστική κοσμοαντίληψη. Από ποιητής των καταπιεζόμενων και των φτωχών έγινε ποιητής του επαναστατημένου προλεταριάτου. Ηταν από τους οργανωτές της Κομμούνας, εκλεγμένο μέλος της και πολέμησε στα οδοφράγματα.

Ετσι, ο ΕυγένιοςΠοτιέ ζει όλες τις εξελίξεις από την ήττα των Γάλλων στο Γαλλογερμανικό πόλεμο και τη συνθηκολόγηση της αστικής κυβέρνησης της Γαλλίας έως την ήττα της Κομμούνας. Τα γεγονότα της εποχής εκείνης ανέδειξαν για πρώτη φορά την εργατική τάξη στην εξουσία, έστω και για 72 μέρες, και απέδειξαν, για πρώτη φορά στην ιστορία της ταξικής πάλης και των επαναστάσεων, ότι η εργατική τάξη βρίσκεται στο προσκήνιο των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων «ως τάξη για τον εαυτό της», χειραφετημένη πολιτικά από την αστική τάξη. Οπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Μαρξ, «ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά, σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμα ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία».

Συνεδρίαση της Κομμούνας

Οι κομμουνάροι αντιπαραβάλλανε στο αστικό κράτος την κοινωνία της Κομμούνας.

  • «Το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν το διάταγμα για την κατάργηση του μόνιμου στρατού και για την αντικατάστασή του με τον οπλισμένο λαό».
  • «Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα. Η αστυνομία, που ως τότε ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης, απογυμνώθηκε αμέσως από όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας, που μπορούσε να ανακληθεί σ’ οποιαδήποτε στιγμή».
  • «Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους σ’ όλους τους κλάδους της διοίκησης. Από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους, η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με εργατικούς μισθούς».
  • «Χώρισε την εκκλησία από το κράτος και απαλλοτρίωσε όλες τις εκκλησίες, που αποτελούσαν οργανισμούς με ιδιόκτητη περιουσία… Ολα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα άνοιξαν δωρεάν για το λαό και ταυτόχρονα ξεκαθαρίστηκαν από κάθε επέμβαση της εκκλησίας και του κράτους. Ετσι, όχι μόνο η εκπαίδευση έγινε προσιτή σε όλους, μα και η ίδια η επιστήμη λευτερώθηκε από τα δεσμά που της είχαν επιβάλει η ταξική πρόληψη και η κυβερνητική εξουσία».
  • «Το μεγάλο κοινωνικό έργο της Κομμούνας ήταν η ίδια της η ύπαρξη, η εργασία της. Τα ειδικά μέτρα της μπορούσαν μόνο να υποδείξουν την κατεύθυνση προς την οποία κινείται μια κυβέρνηση του λαού από τον ίδιο το λαό. Τέτοια μέτρα ήταν η κατάργηση της νυχτερινής δουλειάς των αρτεργατών, η επί ποινή απαγόρευση της συνήθειας που είχαν οι εργοδότες να ελαττώνουν τα μεροκάματα επιβάλλοντας πρόστιμα στους εργάτες τους… η παράδοση όλων των κλειστών εργαστηρίων και εργοστασίων σε συνεταιρισμούς εργατών…».
Οδόφραγμα Κομμουνάρων στην οδό Ρουαγιάλ

Σημείωση: Τα «πρώτα διατάγματα» παρουσιάζονται όπως τα περιγράφει ο Μαρξ στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία».

Τέχνη και Κομμούνα

Στο σύντομο χρονικό διάστημα των 72 ημερών ύπαρξης της Κομμούνας, οι κομμουνάροι συνειδητοποίησαν ακόμα και σ’ αυτά τα πρώτα βήματα ότι δεν μπορεί να έρθει το καινούριο, χωρίς οι επιστήμες, οι τέχνες και η λογοτεχνία να συνδεθούν με το λαό, εκφράζοντάς τον, χωρίς να εξυπηρετούν τις ιστορικές και κοινωνικές του ανάγκες, τους πραγματικούς στόχους του.

Κατανοούσαν την επίδραση που έχει το πολιτιστικό εποικοδόμημα στη συνείδηση του ανθρώπου, αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγονται με τη λειτουργία αυτού του εποικοδομήματος προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Και μπορεί το διάστημα αυτό να μην ήταν αρκετό, για να εκφραστεί ολόκληρος ο πολιτισμός της, καθώς και τα περιθώρια να δοθεί ένα αποφασιστικό χτύπημα σε παραδοσιακές ξεπερασμένες αντιλήψεις για το ρόλο της Τέχνης στην κοινωνία, ωστόσο το διάστημα αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσει να αναδύεται η νέα αντίληψη για την Τέχνη και αυτή η νέα αντίληψη πρακτικά εκφράστηκε με ειδικά άρθρα του Διατάγματος, με τη δημιουργία θεσμών και τη λήψη πρωτοβουλιών.

Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τι έκανε η Κομμούνα για την Τέχνη και τη σύνδεσή της με το λαό:

  • Παρέδωσε στην Ενωση ζωγράφων, γλυπτών, αρχιτεκτόνων και άλλων εικαστικών καλλιτεχνών τον τεράστιο πλούτο των μουσείων και των γκαλερί του Παρισιού. Στη Διοίκηση της Ενωσης εκλέχτηκαν 47 άτομα, μεταξύ των οποίων οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της Γαλλίας, όπως ο Κουρμπέ, που ήταν και ο αντιπρόσωπός της, οι Κιρό, Ντομιέ, Μανέ, Μιλέ, Νταλ, Μπαλί (γιος), ο ΕυγένιοςΠοτιέ και άλλοι.
  • Κατάργησε την ανισοτιμία των κρατικών επιχορηγήσεων στα θέατρα και την εκμετάλλευση μέχρι εξευτελισμού των ηθοποιών από τους ιδιοκτήτες και τους διευθυντές, επιβάλλοντας διά νόμου το σύστημα των «ίσων δυνατοτήτων» για όλους, με λαϊκό έλεγχο.
  • Απελευθέρωσε από την οικονομική και κυβερνητική επιβολή του γούστου και των ενδιαφερόντων των κυρίαρχων τάξεων τους μουσικούς και τα τραγούδια τους, με αποτέλεσμα αυτοί να ξεχυθούν στους δρόμους, στις πλατείες, στις λέσχες και στα οδοφράγματα, ακόμα και σε κάποιες εκκλησίες, βάζοντας ωράριο εναλλακτικής λειτουργίας τους.
  • Ταυτόχρονα ίδρυσε δεκάδες επαναστατικές λέσχες, σαν Λαϊκά Πανεπιστήμια, σ’ όλο το Παρίσι, ακόμα και μέσα στις εκκλησίες. Το περιβάλλον τους διαμορφώνεται λαμπρό, διακοσμητικό, κόντρα στο καταθλιπτικό και αυστηρό κλίμα των κρατικών ιδρυμάτων. Το κόκκινο χρώμα επικρατεί παντού, αντιπροσωπεύοντας την αισθητική έννοια της ομορφιάς της Κομμούνας.
Οι ηγετικές μορφές της Κομμούνας (γκραβούρα της εποχής)

Ολα αυτά, έστω κι αν «χάθηκαν» στη ματωμένη βδομάδα, μας άφησαν κληρονομιά, κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί η Τέχνη να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον αληθινό δημιουργό της, το λαό, σπάζοντας όλα τα φράγματα που την κρατάνε μακριά του.Είναι όμως πολύτιμα και γιατί απέδειξαν ότι ο καλλιτέχνης γνωρίζει την αληθινή καταξίωση όταν συμμετέχει ολόπλευρα στο ιστορικό γίγνεσθαι, παίρνοντας ενεργό μέρος στο μετασχηματισμό της κοινωνίας, και μέσω του έργου του, και μέσω της συμμετοχής του σε επαναστατικούς θεσμούς και μέσα από τα οδοφράγματα, δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό.

Ωστόσο, πέρα από την ανάδειξη αυτής της ριζοσπαστικής στάσης που κράτησε η Κομμούνα απέναντι στην Τέχνη και του ρόλου που έπαιξαν οι επαναστάτες καλλιτέχνες σ’ αυτήν, αναδεικνύεται και η ανάγκη να δοθεί απάντηση στην εκστρατεία αποσιώπησης, διαστρέβλωσης και αλλοτρίωσης του ρόλου που έπαιξαν γνωστές προσωπικότητες του Πνεύματος και της Τέχνης στα γεγονότα της Κομμούνας. Ρόλου που αντιμετωπίστηκε από πολλούς ιστορικούς σαν μαύρη κηλίδα στην προσωπική τους ιστορία.

Ετσι, τον Αρθούρο Ρεμπό τον παρουσιάζουν σαν τον «ρομαντικό και καταραμένο» ποιητή, το «παρακμιακό» ίνδαλμα της νεολαίας που οφείλει τη γοητεία του στο μελαγχολικό των στίχων του και στην αινιγματική και τρικυμιώδη ζωή του.

Ο Πολ Βερλέν, ποιητής και μέντορας του Ρεμπό, που παίρνει και αυτός τη θέση του ανάμεσα στους «καταραμένους ποιητές», είναι ο κυκλοθυμικός, όλο συναισθηματικές εξάρσεις ποιητής που καταστράφηκε από έναν ανέλπιδο έρωτά του.

Οσο για την ιστορική αλήθεια, φαίνεται ότι γεγονότα που φωτίζουν βασικές πτυχές της ζωής και του έργου καλλιτεχνών, αλλά και της ίδιας της πάλης των τάξεων, παραλείπονται ή διαστρεβλώνονται, ώστε αφ’ ενός η προσωπικότητα να «εξωραΐζεται» και να μην προκαλεί επικίνδυνους ιδεολογικούς τριγμούς για την αστική τάξη και αφ’ ετέρου η εργατική τάξη να παρουσιάζεται ότι δε μετέχει στην πολιτιστική ανάπτυξη της ανθρωπότητας.

Η «Διεθνής»

Σ’

Η επανάσταση του 1848. Μάχες στα οδοφράγματα στο Παρίσι

αυτήν την τελευταία βδομάδα, κατ’ άλλους τον Ιούνη του 1871, ο ΕυγένιοςΠοτιέ, όντας παράνομος στο Παρίσι, μετουσιώνει σε ποίημα την εργατική εξέγερση και την Κομμούνα που καθοδήγησε η Α` Διεθνής με τον Μαρξ, γράφει τους στίχους της «Διεθνούς» που έμελλε να γίνει ο Υμνος της παγκόσμιας εργατικής τάξης.Μετά την ήττα της Κομμούνας και τη σφαγή του επαναστατημένου προλεταριάτου του Παρισιού, μετουσιώνει καλλιτεχνικά την ήττα συνεχίζοντας να γράφει ποίηση, που εκφράζει το στόχο και τη δράση της Κομμούνας, και καλεί στον αγώνα για το ταξικό όραμα του προλεταριάτου, την κομμουνιστική κοινωνία, «μιλώντας» απλά, καθαρά, στην καρδιά και στο νου του λαού, παρακινώντας για τη συνέχιση και ένταση της ταξικής πάλης για την επιβολή της ιστορικής ανάγκης ανατροπής της εκμεταλλευτικής κοινωνίας.

Μετά την ήττα της Κομμούνας, ο ΕυγένιοςΠοτιέ έφυγε από τη Γαλλία, αρχικά για τη Μεγάλη Βρετανία και στη συνέχεια στις ΗΠΑ. Εζησε εξόριστος έως το 1880 οπότε επέστρεψε στη Γαλλία, σε ηλικία 64 ετών, μισοπαράλυτος και φτωχός, μα πλούσιος από επαναστατικό – καλλιτεχνικό ταλέντο, που το αφιερώνει στους αγώνες, στο ηθικό και στη δικαίωση των οραμάτων της τάξης του. Συνέχισε τον ταξικό αγώνα και με την επιστροφή του στη Γαλλία εντάσσεται στο Εργατικό Κόμμα. Το 1884 δημοσίευσε τις συλλογές «Κοινωνικο-οικονομικοί στίχοι και σοσιαλιστικά επαναστατικά τραγούδια», «Ποιος είναι τρελός;». Το 1887 δημοσιεύει τη συλλογή «Επαναστατικά τραγούδια». Σε αυτές τις εκδόσεις συμπεριλαμβάνονται τα καλύτερα τραγούδια και ποιήματα.

Πέθανε μέσα στην αγάπη της εργατικής τάξης, του λαού, σε αναγνώριση της δράσης του στις 8 Νοέμβρη του 1887.

Ο Λένιν για τον Ποτιέ

Για τα 25 χρόνια από το θάνατο του ΕυγένιουΠοτιέ, ο Λένιν γράφει για τον ποιητή της εργατιάς άρθρο στην «Πράβντα», το 1913. Παρακάτω το δημοσιεύουμε ολόκληρο:

«Το Νοέμβρη του περασμένου χρόνου, του 1912, έκλεισαν 25 χρόνια από την ημέρα του θανάτου του Γάλλου ποιητή – εργάτη ΕυγένιουΠοτιέ, που έγραψε τον περίφημο προλεταριακό Υμνο της Διεθνούς («Εμπρός της Γης οι κολασμένοι» κτλ.).

Ο Υμνος αυτός μεταφράστηκε σ’ όλες τις ευρωπαϊκές, και όχι μόνο, γλώσσες. Σ’ όποια χώρα κι αν βρεθεί ένας συνειδητός εργάτης, όπου κι αν τον ρίξει η μοίρα, όσο κι αν νιώθει τον εαυτό του ξένο, χωρίς γλώσσα, χωρίς γνωστούς, μακριά από την πατρίδα του, μπορεί να βρει συντρόφους και φίλους με το γνωστό σκοπό του Υμνου της Διεθνούς.

Οι εργάτες όλων των χωρών άρπαξαν τον Υμνο του πρωτοπόρου τους μαχητή, του προλετάριου – ποιητή, και τον έκαναν παγκόσμιο προλεταριακό ύμνο.

Και οι εργάτες όλων των χωρών τιμούν τώρα τον ΕυγένιοΠοτιέ. Η γυναίκα και η κόρη του ζουν ακόμη και ζουν μέσα στη φτώχεια, όπως ζούσε σ’ όλη του τη ζωή ο ποιητής του Υμνου της Διεθνούς. Ο ΕυγένιοςΠοτιέ γεννήθηκε στο Παρίσι στις 4 του Οχτώβρη 1816. Ηταν μόλις 14 χρόνων, όταν σύνθεσε το πρώτο του τραγούδι και το τραγούδι αυτό τιτλοφορούνταν «Ζήτω η ελευθερία!». Το 1848 πήρε μέρος σαν μαχητής των οδοφραγμάτων στη μεγάλη μάχη των εργατών ενάντια στην αστική τάξη.

Ο Ποτιέ γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια και σ’ όλη του τη ζωή έμεινε φτωχός, προλετάριος. Εβγαζε το ψωμί του συσκευάζοντας κιβώτια και αργότερα κάνοντας ζωγραφιές πάνω σε υφάσματα.

Από το 1840 ο ΕυγένιοςΠοτιέ απαντούσε σε όλα τα σπουδαία γεγονότα της ζωής της Γαλλίας με το μαχητικό του τραγούδι, αφυπνίζοντας τη συνείδηση των καθυστερημένων, καλώντας τους εργάτες να ενωθούν, μαστιγώνοντας την αστική τάξη και τις αστικές κυβερνήσεις της Γαλλίας.

Στην περίοδο της Μεγάλης Κομμούνας του Παρισιού (1871) ο Ποτιέ εκλέχτηκε μέλος της. Από τις 3.600 ψήφους, αυτός πήρε τις 3.352. Συμμετείχε σ’ όλα τα μέτρα της Κομμούνας, της πρώτης αυτής προλεταριακής κυβέρνησης.

Η πτώση της Κομμούνας ανάγκασε τον Ποτιέ να καταφύγει στην Αγγλία και στην Αμερική. Τον περίφημο Υμνο της Διεθνούς τον έγραψε τον Ιούνη του 1871, την άλλη μέρα, μπορούμε να πούμε, μετά την αιματηρή ήττα του Μάη.

Η Κομμούνα καταπνίγηκε… αλλά η «Διεθνής» του Ποτιέ διακήρυξε τις ιδέες της σ’ όλο τον κόσμο, κι αυτή ζει τώρα όσο ποτέ άλλοτε.

Το 1876, στην εξορία, ο Ποτιέ έγραψε το ποίημα: «Οι εργάτες της Αμερικής στους εργάτες της Γαλλίας». Στο ποίημα αυτό απεικόνιζε τη ζωή των εργατών κάτω από το ζυγό του καπιταλισμού, την εξαθλίωσή τους, τη βασανιστική εργασία τους, την εκμετάλλευσή τους, τη σταθερή πεποίθησή τους για την επικείμενη νίκη της υπόθεσής τους.

Μόνο ύστερα από εννιά χρόνια μετά την Κομμούνα, ο Ποτιέ γύρισε στη Γαλλία κι αμέσως μπήκε στο «Εργατικό Κόμμα». Το 1884 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των ποιημάτων του. Το 1887 εκδόθηκε ό δεύτερος τόμος με τον τίτλο: «Επαναστατικά τραγούδια».

Πολλά άλλα τραγούδια του ποιητή – εργάτη εκδόθηκαν πια μετά το θάνατό του.

Στις 8 του Νοέμβρη 1887 οι Παρισινοί εργάτες συνόδευσαν στο νεκροταφείο Pare Lachaise, όπου είναι θαμμένοι οι εκτελεσθέντες κομμουνάροι, τη σορό του ΕυγένιουΠοτιέ. Η Αστυνομία ματοκύλισε τους εργάτες, για να αποσπάσει από τα χέρια τους την κόκκινη σημαία. Τεράστιες μάζες πήραν μέρος στην κηδεία. Από παντού αντηχούσαν οι ιαχές: «Ζήτω ο Ποτιέ!».

Ο Ποτιέ πέθανε μέσα στη φτώχεια. Αφησε όμως πίσω του ένα αληθινά αθάνατο πνευματικό μνημείο. Ηταν ένας από τους πιο μεγάλους προπαγανδιστές με το τραγούδι. Οταν έγραψε το πρώτο τραγούδι του, οι σοσιαλιστές εργάτες μετριούνταν το πολύ πολύ σε δεκάδες. Τώρα το ιστορικό τραγούδι του ΕυγένιουΠοτιέ το ξέρουν δεκάδες εκατομμύρια προλετάριοι…».

Ο Ντεζετέ και η μελοποίηση της «Διεθνούς»

Το ποίημά του, ο Ποτιέ, ποτέ δεν το άκουσε να τραγουδιέται. Κι αυτό γιατί μελοποιήθηκε στη γαλλική πόλη Λίλλη (Lille), ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Συνθέτης – όπως είδαμε – ήταν ο Πιερ Ντεζετέ.

Πρώτη φορά τραγουδήθηκε σε ένα καφενείο στην οδό Βινιέτ 21, από τη χορωδία των εργατών της Λίλλης με την ονομασία «Λύρα των εργαζομένων» στις 23 Ιούνη 1888, στη γιορτή των εφημεριδοπωλών. Η Λίλλη εκείνον τον καιρό ήταν το κέντρο των βιομηχανιών κλωστοϋφαντουργίας και ορυχείων και ακόμη η έδρα του Κόμματος των Γάλλων Εργατών, που ίδρυσε ο Ζιλ Γκεστ. Ετσι, ήταν ο πλέον κατάλληλος τόπος, για να ακουστεί για πρώτη φορά ο ύμνος της «Διεθνούς».

Ο Ντεζετέ γεννήθηκε στη βελγική Γάνδη το 1848 και πέθανε το 1932 στο Σεν Ντενί στο Παρίσι. Καταγόταν από εργατική οικογένεια, που αργότερα μετανάστευσε στη Γαλλία και κέρδιζε τη ζωή του κατασκευάζοντας έπιπλα. Από παιδί εργαζόταν σε διάφορες επιχειρήσεις στη Λίλλη, τραγουδούσε σε χορωδία, μελετούσε θεωρία της μουσικής και μάθαινε μουσικά όργανα.

Αργότερα, προσχώρησε στο επαναστατικό κίνημα και έγινε αρχηγός της «Λύρας των εργαζομένων». Η μουσική της «Διεθνούς», δημοσιεύτηκε μόνο με το επώνυμό του, χωρίς να αναφέρεται το όνομά του. Αργότερα οι σοσιαλιστές της δεξιάς, που αντιμάχονταν τον Ντεζετέ, εκμεταλλεύτηκαν την παράλειψη αυτή και πίεσαν τον αδελφό του Αντολφ (επίσης συνθέτη) να αμφισβητήσει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στο τραγούδι. Το 1922, έπειτα από μακρά διαδικασία, το εφετείο επικύρωσε τα δικαιώματα του Πιερ.

Η εργασία μελοποίησης της «Διεθνούς» ανατέθηκε στο Ντεζετέ, από ένα στέλεχος του Κόμματος των Γάλλων Εργαζομένων, τον Γουσταύο Ντελορί, που αργότερα έγινε και δήμαρχος της πόλης. Στον Ντελορί άρεσε το άγνωστο αυτό ποίημα του Ποτιέ και ήθελε να το κάνει ύμνο του κόμματος με την ευκαιρία των εργασιών της ίδρυσης της Δεύτερης Διεθνούς, η οποία τελικά έγινε στις 21 Ιουλίου του 1889.

Αλλα τραγούδια του, από τα οποία μερικά παρέμειναν αδημοσίευτα είναι «Ο κομμουνιστής» (στίχοι Ποτιέ), «Εμπρός», «Εργάτες», «Δρεπάνη και σφυρί» και «Ο θρίαμβος της Ρωσικής Επανάστασης» (στίχοι του ίδιου). Από το 1902, ο Ντεζετέ ζούσε στο Σεν Ντενί. Το 1920, έγινε μέλος του ΚΚ Γαλλίας και το 1928 επισκέφτηκε την ΕΣΣΔ. Το 1962 δημοσιεύτηκε στη Μόσχα συλλογή διασκευασμένων τραγουδιών του από τον Β.Α. Μπέλυι.

Ο Ντεζετέ πήρε πολύ λίγους επαίνους για τη συνεισφορά του στη μουσική και ιστορική κληρονομιά της Γαλλίας. Μάλιστα, απολύθηκε από τη δουλειά του και μπήκε στο «μαυροπίνακα» της Ενωσης Εργοδοτών της χώρας του. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να υποτιμήσει την επίδραση που είχε η μουσική του.

Η «ζωή» του Υμνου

Οπως συμβαίνει με όλα τα καλλιτεχνικά έργα, έτσι και με τον Υμνο της «Διεθνούς», ο ύμνος, όταν έφυγε απ’ τα χέρια των δημιουργών του, απέκτησε δική του «ζωή». Κι αυτή τη ζωή θα δούμε εδώ.

Το 1888, την ίδια χρονιά που μελοποιείται, ο ύμνος εκδίδεται σε ξεχωριστό φυλλάδιο σε 6.000 αντίτυπα και εκδότη τον Boldoduc. Από τις αρχές του 1890, η «Διεθνής» διαδόθηκε στους κύκλους των εργαζομένων στη Βόρεια Γαλλία και το Βέλγιο, ενώ μετά το 1ο Συνέδριο της Β΄ Διεθνούς στο Παρίσι, κυκλοφόρησε και πέρα από τα σύνορα Γαλλίας – Βελγίου και άρχισε να τραγουδιέται σαν διεθνής ύμνος του επαναστατικού αγώνα του προλεταριάτου.

Στα 1894, ο Γάλλος σοσιαλιστής Γκοσελέν, καταδικάστηκε σε φυλάκιση για τη δεύτερη έκδοση της μουσικής της «Διεθνούς». Αιτία ήταν η 5η στροφή που απηχούσε την αντιμιλιταριστική εκστρατεία της Α΄ Διεθνούς. Οι πρώτες μεταφράσεις του κειμένου του ποιήματος εμφανίστηκαν στα 1890 – 1900. Στην παγκόσμια, όμως, διάδοση της «Διεθνούς» και στη μετάφραση των στίχων της στις γλώσσες όλων των λαών του κόσμου, συνέβαλε και η Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση. Η μουσική της «Διεθνούς» απέκτησε δεύτερη ιστορική ζωή σε νέα χορωδιακή έκδοση και με μελωδία ελαφρά αλλαγμένη στη Ρωσία, τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας.

Η συμβολή της Οχτωβριανής Επανάστασης στον ύμνο

Το κείμενο της μουσικής της «Διεθνούς» δημοσιεύτηκε στη ρωσική γλώσσα στο 1ο φύλλο της λενινιστικής «Ισκρα», το Δεκέμβρη του 1900. Στα 1902 ο Κοτς, έγραψε και δημοσίευσε τους στίχους της «Διεθνούς», στα ρώσικα και η γραφή αυτή έγινε δεκτή απ’ όλους. Την ίδια χρονιά οι στίχοι τυπώθηκαν στο περιοδικό «Ζιζν» που εκδιδόταν στο Λονδίνο και τη Γενεύη. Το ρώσικο κείμενο, που είναι μετάφραση της 1ης, 2ης και 3ης στροφής, με την επίδραση των ιδεών του Λένιν απέκτησε πρωτότυπη μορφή, που ανταποκρινόταν στα αγωνιστικά προβλήματα του νέου σταδίου του ρωσικού επαναστατικού κινήματος. Στροφές της «Διεθνούς», εκτός από τις εφημερίδες και τα περιοδικά των μπολσεβίκων και τις συλλογές των επαναστατικών τραγουδιών, δημοσιεύτηκαν και σε περισσότερες από μισό εκατομμύριο προκηρύξεις και διακηρύξεις πριν από την Επανάσταση του Οκτωβρίου.

Με βάση τους ρώσικους στίχους, η «Διεθνής» μεταφράστηκε σε όλες τις γλώσσες των λαών της ΕΣΣΔ και σε πολλές γλώσσες άλλων χωρών. Αρχίζοντας από το 4ο Συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Ρωσίας (1906), η «Διεθνής» έγινε κομματικός ύμνος της ρωσικής επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας. Στην έναρξη του 3ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, στις 10 Ιανουαρίου 1918, η «Διεθνής» εκτελέστηκε σαν κρατικός ύμνος του νεαρού Σοβιετικού Κράτους.

Παρέμεινε εθνικός ύμνος της ΕΣΣΔ, μέχρι το 1944, όταν και καθιερώθηκε ο νέος κρατικός ύμνος της Σοβιετικής Ενωσης. Τότε η «Διεθνής» – σύμφωνα με απόφαση της ολομέλειας του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων) – καθιερώθηκε ως ύμνος του Κόμματος. Παράλληλα, ήταν ύμνος και της Γ΄ Διεθνούς.

ΠΗΓΕΣ:

  • «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια». Λήμματα «Διεθνής», «Πιέρ Ντεζετέ», «ΕυγένιοςΠοτιέ».
  • Β.Ι. Λένιν, «Απαντα», 5η έκδοση, τόμος 22, σελ. 283 – 285, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
  • «Ρ» (Ενθετη Εκδοση: «7 Μέρες Μαζί»), Κυριακή 2 Νοέμβρη 2003, «ΕυγένιοςΠοτιέ – Ο ποιητής του Υμνου της Διεθνούς».
  • «Ρ» (Ενθετη Εκδοση: «7 Μέρες Μαζί»), Κυριακή 29 Απρίλη 2001, «Τέχνη και Παρισινή Κομμούνα».
  • «Ρ», Κυριακή 18 Μάρτη 2001, «Κομμούνα – Μικρό ιστορικό χρονικό».
  • «The Guardian» (εφημερίδα του ΚΚ Αυστραλίας), 3 Ιούνη 1998, «Η «Διεθνής» – ο ύμνος της εργατικής τάξης».
Τέχνη και Παρισινή Κομμούνα
Βίκτωρ Ουγκώ
Στο σύντομο χρονικό διάστημα των 72 ημερών ύπαρξης της Κομμούνας, οι κομμουνάροι συνειδητοποίησαν ακόμα και σ’ αυτά τα πρώτα βήματα ότι δεν μπορεί να έρθει το καινούριο, χωρίς οι επιστήμες, οι τέχνες και η λογοτεχνία να συνδεθούν με το λαό, εκφράζοντάς τον, χωρίς να εξυπηρετούν τις ιστορικές και κοινωνικές του ανάγκες, τους πραγματικούς στόχους του. Κατανοούσαν την επίδραση που έχει το πολιτιστικό εποικοδόμημα στη συνείδηση του ανθρώπου αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγονται με τη λειτουργία αυτού του εποικοδομήματος προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Και μπορεί το διάστημα αυτό να μην ήταν αρκετό, για να εκφραστεί ολόκληρος ο πολιτισμός της, καθώς και τα περιθώρια να δοθεί ένα αποφασιστικό χτύπημα σε παραδοσιακές ξεπερασμένες αντιλήψεις για το ρόλο της τέχνης στην κοινωνία, ωστόσο το διάστημα αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσει να αναδύεται η νέα αντίληψη για την τέχνη και αυτή η νέα αντίληψη πρακτικά εκφράστηκε με ειδικά άρθρα του Διατάγματος, με τη δημιουργία θεσμών και τη λήψη πρωτοβουλιών. Η Κομμούνα:
  • Παρέδωσε στην Ενωση ζωγράφων, γλυπτών, αρχιτεκτόνων και άλλων εικαστικών καλλιτεχνών τον τεράστιο πλούτο των μουσείων και των γκαλερί του Παρισιού. Στη Διοίκηση της Ενωσης εκλέχτηκαν 47 άτομα, μεταξύ των οποίων οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της Γαλλίας, όπως ο Κουρμπέ, που ήταν και ο αντιπρόσωπός της, οι Κιρό, Ντομιέ, Μανέ, Μιλέ, Νταλ, Μπαλί (γιος), ο Ευγένιος Ποτιέ και άλλοι.
  • Κατάργησε την ανισοτιμία των κρατικών επιχορηγήσεων στα θέατρα και την εκμετάλλευση μέχρι εξευτελισμού των ηθοποιών από τους ιδιοκτήτες και τους διευθυντές, επιβάλλοντας διά νόμου το σύστημα των «ίσων δυνατοτήτων» για όλους, με λαϊκό έλεγχο.
  • Απελευθέρωσε από την οικονομική και κυβερνητική επιβολή του γούστου και των ενδιαφερόντων των κυρίαρχων τάξεων τους μουσικούς και τα τραγούδια τους, με αποτέλεσμα αυτοί να ξεχυθούν στους δρόμους, στις πλατείες, στις λέσχες και στα οδοφράγματα, ακόμα και σε κάποιες εκκλησίες, βάζοντας ωράριο εναλλακτικής λειτουργίας τους.
  • Ταυτόχρονα ίδρυσε δεκάδες επαναστατικές λέσχες, σαν Λαϊκά Πανεπιστήμια, σ’ όλο το Παρίσι, ακόμα και μέσα στις εκκλησίες. Το περιβάλλον τους διαμορφώνεται λαμπρό, διακοσμητικό, κόντρα στο καταθλιπτικό και αυστηρό κλίμα των κρατικών ιδρυμάτων. Το κόκκινο χρώμα επικρατεί παντού, αντιπροσωπεύοντας την αισθητική έννοια της ομορφιάς της Κομμούνας.
Γκιστάβ Κουρμπέ

Ολα αυτά, έστω κι αν «χάθηκαν» στη ματωμένη βδομάδα, μας άφησαν κληρονομιά, κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί η τέχνηνα αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον αληθινό δημιουργό της, το λαό, σπάζοντας όλα τα φράγματα που την κρατάνε μακριά του.Είναι όμως πολύτιμα και γιατί απέδειξαν ότι ο καλλιτέχνης γνωρίζει την αληθινή καταξίωση όταν συμμετέχει ολόπλευρα στο ιστορικό γίγνεσθαι, παίρνοντας ενεργό μέρος στο μετασχηματισμό της κοινωνίας, και μέσω του έργου του, και μέσω της συμμετοχής του σε επαναστατικούς θεσμούς και μέσα από τα οδοφράγματα, δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό.

Ωστόσο, πέρα από την ανάδειξη αυτής της ριζοσπαστικής στάσης που κράτησε η Κομμούνα απέναντι στην Τέχνη και του ρόλου που έπαιξαν οι επαναστάτες καλλιτέχνες σ’ αυτήν, αναδεικνύεται και η ανάγκη να δοθεί απάντηση στην εκστρατεία αποσιώπησης, διαστρέβλωσης και αλλοτρίωσης του ρόλου που έπαιξαν γνωστές προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης στα γεγονότα της Κομμούνας. Ρόλου που αντιμετωπίστηκε από πολλούς ιστορικούς σαν μαύρη κηλίδα στην προσωπική τους ιστορία.

Ετσι, τον Αρθούρο Ρεμπό τον παρουσιάζουν σαν τον «ρομαντικό και καταραμένο» ποιητή, το «παρακμιακό» ίνδαλμα της νεολαίας που οφείλει τη γοητεία του στο μελαγχολικό των στίχων του και στην αινιγματική και τρικυμιώδη ζωή του.

Ο Πολ Βερλέν, ποιητής και μέντορας του Ρεμπό, που παίρνει και αυτός τη θέση του ανάμεσα στους «καταραμένους ποιητές», είναι ο κυκλοθυμικός, όλο συναισθηματικές εξάρσεις ποιητής που καταστράφηκε από έναν ανέλπιδο έρωτά του.

Οσο για την ιστορική αλήθεια, φαίνεται ότι γεγονότα που φωτίζουν βασικές πτυχές της ζωής και του έργου καλλιτεχνών αλλά και της ίδιας της πάλης των τάξεων παραλείπονται ή διαστρεβλώνονται, ώστε αφ’ ενός η προσωπικότητα να «εξωραΐζεται» και να μην προκαλεί επικίνδυνους ιδεολογικούς τριγμούς για την αστική τάξη και αφ’ ετέρου η εργατική τάξη να παρουσιάζεται ότι δε μετέχει στην πολιτιστική ανάπτυξη της ανθρωπότητας.

Αρτούρος Ρεμπώ

IV class=»dropcap»>Ο αριθμός των ποιητών, ζωγράφων, δασκάλων και επιστημόνων που συμμετείχαν ενεργά στη ζωή και στον αγώνα της Παρισινής Κομμούνας τόσο με το ίδιο το έργο τους, όσο και με την προσωπική τους ένταξη στον αγώνα, είτε αυθόρμητα, ή συνειδητά, είναι πολύ μεγάλος, και θα ‘πρεπε να αφιερωθεί πολύς χρόνος, μελέτη και χώρος για να αποτυπωθεί σωστά και σε όλη του την έκταση αυτό το φαινόμενο. Θεωρούμε ότι χρειάζεται μια εκτενής, πλήρης και τεκμηριωμένη εργασία, για να γίνει η ιδεολογική, πολιτική και καλλιτεχνική εκτίμηση και να βγουν τα συμπεράσματα για τον διακριτό, ιδιαίτερο και αναντικατάστατο ρόλο της επιστήμης, της τέχνης και της λογοτεχνίας πριν, κατά και μετά την Κομμούνα, αλλά και γενικότερα σε όλες τις φάσεις των εξελίξεων.

Παραθέτουμε ενδεικτικά παραδείγματα που θεωρούμε ως τα πιο αντιπροσωπευτικά του χαρακτήρα και της ουσίας της όλης κατάστασης. Παραδείγματα όχι μόνο από το στρατόπεδο των «στρατευμένων» στην Κομμούνα καλλιτεχνών, αλλά και από εκείνους που κράτησαν μια αμφιλεγόμενη στάση απέναντί της, όπως και από αυτούς που υπήρξαν τελείως εχθρικοί και λειτούργησαν ως όχημα για την προπαγάνδα δυσφήμισης της Κομμούνας και των κομμουνάρων, κατά τη διάρκεια και μετά την κατάληψη του Παρισιού.

Ευγένιος Ποτιέ (1816-1887)

Εργάτης, αγωνιστής και τροβαδούρος των δίκιων της εργατικής τάξης, της τάξης του, της οποίας βίωσε με όλο του το είναι τις νίκες και τις ήττες.

Απ’ το Φλεβάρη του ’48 πολεμάει μαζί με το παριζιάνικο προλεταριάτο για τη δημοκρατία μέχρι την ανατροπή της αυτοκρατορίας, οπότε ολοκληρώνεται η ταξική του συνείδηση και εντάσσεται στη «Διεθνή κοινωνία των εργατών». Η υπεράσπιση της πατρίδας είναι δεμένη με τη διεθνιστική εργατική αλληλεγγύη. Εκλέγεται βουλευτής στο συμβούλιο της Κομμούνας στο 2ο Διαμέρισμα του Παρισιού.

«Η πλύστρα», έργο του Ντωμιέ

Παρ’ όλ’ αυτά, κυρίως ασχολείται πρακτικά στα οδοφράγματα.

Μετά την ήττα του ’71 μετουσιώνει καλλιτεχνικά την καταστροφή σε δυνατή και επιβλητική ποίηση, εκφράζοντας το στόχο και τη δράση της Κομμούνας, καλεί στον αγώνα για το ταξικό όραμα, «μιλώντας» απλά, καθαρά, στην καρδιά και στο νου του λαού, παρακινώντας για την ιστορική ανάγκη μιας κομμουνιστικής κοινωνίας.

Θα ήταν δίκαιο λοιπόν να πούμε ότι ήταν ίσως ο πρώτος λαμπρός ποιητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, από τη ζωή, τη σκέψη και το καλλιτεχνικό του έργο. Εγραψε τη «Διεθνή» τις πρώτες μέρες της «Ματωμένης εβδομάδας».

Και μετά τη μελοποίησή της από τον εργάτη Πιερ Ντεζεντιέρ, εμπνέει τους αγώνες εκατομμυρίων εργατών και μένει κειμήλιο αγώνα μέχρι σήμερα.

Επιστρέφει από την εξορία 64 ετών, μισοπαράλυτος και φτωχός, μα πλούσιος από επαναστατικό-καλλιτεχνικό ταλέντο, που το αφιερώνει στους αγώνες, στο ηθικό και στη δικαίωση των οραμάτων της τάξης του. Πεθαίνει μέσα στην αγάπη του λαού, σ’ αναγνώριση της στάσης του.

Γκιστάβ Κουρμπέ (1819-1877)

Ο Κουρμπέ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ρεαλιστές ζωγράφους του 19ου αιώνα. Αν και ο μεγαλύτερος όγκος των έργων του ήταν τοπιογραφίες, ωστόσο έδωσε το στίγμα του κυρίως με τις μνημειακές αναπαραστάσεις της αγροτικής ζωής. Τα έργα αυτά, σε μια περίοδο που οι φόβοι για εξέγερση του αγροτικού πληθυσμού διέτρεχαν το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, αντιμετωπίστηκαν σαν κίνδυνος που έπρεπε να εξαλειφθεί, καθώς για πρώτη φορά πίνακες μνημειώδους κλίμακας σε μέγεθος και σοβαρότητα απεικόνιζαν με ρεαλισμό, χωρίς εξιδανίκευση, ανθρώπους της υπαίθρου και συμβολικά ύψωναν αυτές τις παραστάσεις στα κανονικά μεγέθη της ιστορικής ζωγραφικής.

Πώλ Βερλαίν

Στα 1855 ίδρυσε το δικό του «Οίκο του Ρεαλισμού» εκφράζοντας την πίστη του ότι η ελεγχόμενη από τους ακαδημαϊκούς κύκλους αίθουσα του «Σαλονιού» δε θα έπρεπε να είναι η μόνη δίοδος για να συναντηθεί το έργο ενός καλλιτέχνη με το κοινό.

Η ριζοσπαστικότητα του Κουρμπέ εκφραζόταν όχι μόνο στο πεδίο της τέχνης αλλά και στο πεδίο της πολιτικής. Πήρε επίσημη έκφραση το 1870 όταν εκλέχτηκε αντιπρόσωπος του 6ου Διαμερίσματος του Παρισιού, και αργότερα, όταν με την εξέγερση του λαού της πόλης ανακηρύχτηκε μέλος της επιτροπής της Κομμούνας.

Κατά τη διάρκεια της διοίκησης της Κομμούνας ήταν δραστήριος στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων στο καλλιτεχνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στην ανάθεση των παραγγελιών από μέρους του δημοσίου. Πρωτοστάτησε στην κατεδάφιση της στήλης Βαντόμ, που θεωρούνταν σύμβολο του μιλιταρισμού. Τόσο για τη συμμετοχή του στην Κομμούνα, αλλά και για την κατεδάφιση του μνημείου Βαντόμ, υπέστη κράτηση, ανακρίσεις, δίκη και ποινή φυλάκισης που μετριάστηκε μόνο μετά από μια περίοδο διαμονής με φύλαξη σε μια κλινική. Ωστόσο, δεχόταν κυβερνητική πίεση να πληρώσει το υπέρογκο ποσό της αποκατάστασης της στήλης Βαντόμ, πράγμα που αν δεν έκανε θα ξαναφυλακιζόταν. Αυτό τον εξανάγκασε σε εξορία στην Ελβετία, όπου και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα. Μόλις ένα μήνα πριν το θάνατό του πληροφορήθηκε ότι το καθεστώς κατέσχεσε έργα του από το εργαστήριό του στο Παρίσι.

Πολ Βερλέν

Ο Βερλέν ήταν από τους ποιητές εκείνους που οι στιλιστικές του καινοτομίες έδωσαν μια νέα μουσικότητα στη γαλλική ποίηση και έθεσαν τα θεμέλια για τον ελεύθερο στίχο και άλλες πειραματικές ποιητικές τεχνικές του 20ού αιώνα.

Θεόφιλος Γκωτιέ

Ωστόσο, είναι αδύνατο να τον κατανοήσουμε βαθιά αν προσπεράσουμε το όραμά του για μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι κοινωνικά, όραμα που ζωντανεύουν τα πρώτα του κιόλας ποιήματα.

Γύρω στα 1860, πριν από τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο και την Κομμούνα, ο Βερλέν συνεργάζεται με αντιπολιτευτικές εφημερίδες και περιοδικά.

Με μεγάλη χαρά δέχεται την πτώση της δεύτερης αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας το Σεπτέμβρη του 1870 και λίγο αργότερα κατατάσσεται στον 160ό λόχο της Εθνοφυλακής.

Η εξέγερση της Κομμούνας τον βρίσκει σε εμπιστευτική θέση στο Παρισινό Δημαρχείο και όταν ο Θιέρσος καλεί όλους τους υπαλλήλους να παραιτηθούν, για να σαμποτάρουν το έργο των κομμουνάρων, ο Βερλέν παραμένει στο πόστο του και μάλιστα αναλαμβάνει διευθυντικά καθήκοντα στον Τύπο της Κομμούνας.

Αρθούρος Ρεμπό

Λίγο είναι γνωστό ότι ο Ρεμπό εκτός από «καταραμένος» ποιητής υπήρξε και ποιητής της Κομμούνας.

Την εξέγερση του Ρεμπό απέναντι στο καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον, απέναντι στον υποκριτικό κοινωνικό περίγυρο και τη θρησκεία συνόδευσε η εξέγερσή του ενάντια στις καταπιεστικές, εξευτελιστικές για τον άνθρωπο κοινωνικές δομές, φανερή από γραπτά του των μαθητικών του κιόλας χρόνων. Οι διάφοροι μελετητές του διαφοροποιούνται για το αν τις μέρες της Κομμούνας ο ποιητής βρισκόταν στο Παρίσι. Επικρατεί η άποψη ότι αυτή την περίοδο δε βρισκόταν εκεί.

Υπάρχουν όμως ντοκουμέντα που μαρτυρούν ότι από τις 25 του Φλεβάρη έως τις 10 του Μάρτη, δέκα μέρες δηλαδή πριν από την ανακήρυξη της Κομμούνας, ο Ρεμπό βρίσκεται στο Παρίσι. Οι παραμονές της Παρισινής Κομμούνας τον βρίσκουν περιπλανώμενο στους δρόμους της πόλης, να έχει δραπετεύσει από ένα αποπνικτικό οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο αναζητώντας απεγνωσμένα την ελευθερία του. Αυτές τις μέρες «ρουφάει κυριολεκτικά τις γραμμές των δημοκρατικών εφημερίδων», μα κυρίως γίνεται μάρτυρας συγκλονιστικών ιστορικών γεγονότων, όπως της συναδέλφωσης λαού και Εθνικής Φρουράς στην πλατεία της Βαστίλλης, της υπογραφής της στρατιωτικής συνθηκολόγησης από μέρους της κυβέρνησης και ενός όλο και πιο δυναμικού κύματος διαδηλώσεων.

Οι λόγοι που αφήνει το Παρίσι και επιστρέφει στην πατρίδα του, τη Σαρλεβίλ, δεν είναι γνωστοί, ωστόσο τα γεγονότα που έζησε τις δύο αυτές βδομάδες και που αποτέλεσαν το πρελούδιο της Κομμούνας χαράχτηκαν βαθιά μέσα στον 16χρονο μόλις Ρεμπό και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τη μετέπειτα ποιητική του δημιουργία. Μέσα από τους στίχους του βγαίνει η κραυγή των εξεγερμένων, η μάχη του δίκιου απέναντι στο άδικο και κάτω από την επίδραση της ήττας της Κομμούνας εφορμά με ένα συνονθύλευμα καταιγιστικών συναισθημάτων μίσους, οργής, περιφρόνησης και από την άλλη θαυμασμού, έκστασης και ελπίδας.

Οργή και περιφρόνηση για τις Βερσαλλίες – θαυμασμός και έκσταση απέναντι στο έργο των κομμουνάρων. Ο Ρεμπό έγινε κοινωνός των ιδανικών της Κομμούνας, ένιωσε τους πόθους των κομμουνάρων να τον διαπερνούν, έζησε την ήττα τους σαν συναγωνιστής. Είχε λοιπόν μια άκρως βιωματική σχέση με τα γεγονότα της Κομμούνας και όταν στους στίχους του χαράσσει τα δικά του συναισθηματικά βιώματα, εμείς διαβάζουμε τον αγώνα, τη συντριβή, τις ελπίδες, όλων των καταπιεσμένων.

Βίκτορ Ουγκό

Συγγραφέας που σημάδεψε την ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας, κοινά αναγνωρισμένος για το ανθρωπιστικό πνεύμα που διέπει όλο του το έργο.

Με αριστοκρατικές καταβολές, δεν υπήρξε κομμουνάρος, αλλά με τη ζωή και το έργο του απέδειξε το μέγεθος του ουμανισμού του και της πολιτικής του γενναιότητας, αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση ανθρώπων που δε συμφωνούσε με τις κοινωνικές και πολιτικές τους πεποιθήσεις και ρισκάροντας το να γίνεται και ο ίδιος συχνά στόχος της αντίδρασης.

Μέσα από μια διάθεση ίσων αποστάσεων και κριτικού ρεαλισμού, έκανε σκληρή κριτική στην ανάλγητη εξουσία των Βερσαλλιών, στην προδοτική μπουρζουαζία και στη χρεοκοπημένη μοναρχία και, ταυτόχρονα, χωρίς μίσος και κακή θέληση, αλλά από λάθος κατανόηση της ιστορικής αναγκαιότητας και της σημασίας της Κομμούνας, κατέκρινε τους κομμουνάρους για τη βίαιη πρακτική τους, που όπως πίστευε προερχόταν από την αγραμματοσύνη τους… «Κατ’ αρχάς είμαι υπέρ της Κομμούνας, και κατά της πρακτικής της», είχε πει χαρακτηριστικά.

Δημιούργησε πολλά και μεγάλα έργα, εμπνευσμένα από την Κομμούνα και τη ζωή των κομμουνάρων, έργα γεμάτα αγάπη, περηφάνια, θαυμασμό και σεβασμό γι’ αυτούς.

Μετά από τη «ματωμένη εβδομάδα» αγκαλιάζει μέσα από μια ηθικο-αισθητική άποψη το δράμα και τον ηρωισμό των κομμουνάρων και δε σταματά να αγωνίζεται για την αμνηστία όσων βρίσκονται στην εξορία, στην προσφυγιά και στα κάτεργα.

Θεόφιλος Γκοτιέ

Ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους μεγαλύτερους του 2ου μισού του 19ου αιώνα, ο Θεόφιλος Γκοτιέ, πιο γνωστός από τις φανταστικές του πρόζες, ήταν από εκείνους που βρίσκονταν στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Κομμούνας, όχι ωστόσο στο πλευρό των κομμουνάρων, κάθε άλλο μάλιστα, βρισκόταν εκεί παρά τη θέλησή του, αφού όταν η εξέγερση ξέσπασε αυτός είχε την «ατυχία» να βρίσκεται στο Παρίσι, οπότε υπέστη καθ’ όλη τη διάρκεια της Κομμούνας έναν «συρφετό από ύαινες και γορίλες», όπως ο ίδιος έλεγε.

Η αλληλογραφία του «εγκλωβισμένου» στο Παρίσι Γκοτιέ είναι αποκαλυπτική των αισθημάτων που έτρεφε για την Κομμούνα και τους κομμουνάρους. Σε ένα γράμμα που απευθύνει στο γιο του αναφέρει: «Οι Βερσαλλίες που τώρα είναι το πραγματικό κέντρο των αποφάσεων, καθώς κατασκευάζεται ένα διαφορετικό στο Παρίσι, όπου οι κύριοι δολοφόνοι βασιλεύουν χωρίς αντίσταση. Θα ενημερώθηκες από τις εφημερίδες για τις λεπτομέρειες αυτής της ανεξήγητης κατάληψης, που ήταν τόσο εύκολο να σταματηθεί όταν ξεκίνησε και στην οποία άφησαν το χρόνο να αναπτυχθεί, να οργανωθεί και να εξαπλωθεί σ’ όλη την πόλη. Το Εθνικό Συμβούλιο χάνει τον καιρό του σε μάταιες συνομιλίες αντί να πάρει δραστικά μέτρα και δε δίνει καμία βοήθεια στην υγιή μερίδα του Παρισιού που τρομοκρατείται από κάποιους κατάδικους».

Δε χρειάζονται περισσότερα για να φανεί ότι ο Γκοτιέ στάθηκε απέναντι στην Κομμούνα σαν ένας σκληροπυρηνικός αστός διανοούμενος, που όχι μόνο δεν κάνει τον κόπο να μπει στη θέση των επαναστατημένων και να κατανοήσει τι τους οδήγησε στην εξέγερση, αλλά αντίθετα βιάζεται να τους κατατάξει στην κατηγορία των κοινών ποινικών εγκληματιών, επιδεικνύοντας περισσότερο ζήλο και από αυτές ακόμη τις Βερσαλλίες.

Δυστυχώς, δεν ήταν λίγες οι «λαμπρές προσωπικότητες», όπως ο Θεόφιλος Γκοτιέ, του γαλλικού αλλά και του παγκόσμιου καλλιτεχνικού στερεώματος, που μόλις κατάλαβαν τον κίνδυνο που διέτρεχε το αστικό καθεστώς έλαμψε η πικρόχολη ταξική ιδεολογική τους στενότητα και καταφέρθηκαν ενάντια στην Κομμούνα με τα λόγια και τα έργα τους. Ανάμεσά τους οι Φλομπέρ, Αλφόνς, Αλέξανδρος Ντουμάς (γιος) κ.ά.

Οπως μας λέει όμως ο κομμουνάρος Ζαν Μπατίστ Κλεμάν, το μέλλον ανήκει σ’ αυτούς που δημιουργούν τις υλικές και πνευματικές αξίες του έθνους τους, αλλά και όλης της ανθρωπότητας, και τους δίνουν την αναγκαία ιστορική, ιδεολογική, αισθητική, κοινωνικά χρήσιμη κάθε φορά διάσταση. Και αυτοί δεν είναι άλλοι, παρά οι αληθινοί επαναστάτες, εργάτες, καλλιτέχνες και επιστήμονες μαζί.

Η πρώτη αυτή έφοδος της εργατικής τάξης προς το μέλλον κατέδειξε, εκτός από την ανεξίτηλη ομορφιά της, και την ανάγκη να ξεπεραστούν οι σκληρές αντιθέσεις επιθυμητού-δυνατού, ιδανικού-πραγματικότητας και έθεσε το από δω και μπρος το κοινωνικό ερώτημα

Ποιος, με ποιον και γιατί;

Ετσι και αλλιώς.

Εφόσον θα φύγουν αυτές

Οι μέρες οι βαριές,

Οταν όλοι οι φτωχοί ξεσηκωθούν,

Εσύ, ξανά απ’ την αρχή

Μαζί τους ξεσηκώσου!!!

Κείμενα- Επιμέλεια
Γιάννης ΣΚΑΡΠΕΡΟΣ-Πηνελόπη ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ