Category: Ντοκουμέντα


ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ «ΖΒΕΖΝΤΑ» ΚΑΙ «ΛΕΝΙΝΓΚΡΑΝΤ» (1946)

Από την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής βγαίνει ότι το σοβαρότερο λάθος του περιοδικού «Ζβεζντά»* ήταν πως άνοιξε τις σελίδες του στις «λογοτεχνικές δημιουργίες» του Ζοστσένκο και της Αχμάτοβα. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναφέρουμε εδώ το «έργο» του Ζοστσένκο «Οι περιπέτειες μιας μαϊμούς». Το διαβάσατε, ίσως, όλοι και το ξέρετε καλύτερα από μένα. Το έργο τούτο έχει σκοπό του –αυτό είναι το νόημά του- να παραστήσει τεμπέληδες και τέρατα, ηλίθιους και πρωτόγονους τους σοβιετικούς ανθρώπους. Η δουλειά των σοβιετικών ανθρώπων, οι προσπάθειές τους και ο ηρωισμός τους, οι υψηλές κοινωνικές και ηθικές αρετές τους δεν ενδιαφέρουν τον Ζοστσένκο. Το θέμα τούτο λείπει πάντα από τα έργα του. Αυτός ο ξεφτισμένος μικροαστός διάλεξε για μόνιμο θέμα την ανάλυση των πιο ταπεινών, των πιο μικρόψυχων πλευρών της ζωής. Αυτή η κλίση του να σκαλίζει τα μικροπράματα δεν είναι τυχαία. Χαρακτηρίζει όλους τους πλαδαρούς αστούς συγγραφείς, που ανάμεσά τους πρέπει να κατατάξουμε και τον Ζοστσένκο. Ο Γκόρκι μίλησε πολύ γι’ αυτούς τον καιρό του. Θυμάστε πώς στιγμάτισε ο Γκόρκι, στο συνέδριο των σοβιετικών συγγραφέων του 1934, τους «λογίους», αν μπορώ να τους πω έτσι, που δεν βλέπουν πέρα από τις βρωμιές και τις γάνες του μαγερειού.

«Οι περιπέτειες μιας μαϊμούς» δεν ξεφεύγουν από τα πλαίσια των συνηθισμένων γραφτών του Ζοστσένκο. Το «έργο» όμως; Αυτό τράβηξε την προσοχή της κριτικής, γιατί είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα για ό,τι πιο αρνητικό υπάρχει μέσα στη λογοτεχνική του «παραγωγή». Είναι γνωστό ότι από τον καιρό που γύρισε στο Λένινγκραντ –απ’ όπου είχε φύγει όταν γινόταν η εκκένωση της πόλης- ο Ζοστσένκο έγραψε πολλά βιβλία που τα χαρακτηρίζει η αδυναμία του να βρει μέσα στη σοβιετική ζωή έστω και ένα μονάχα θετικό στοιχείο, έστω κι έναν θετικό τύπο. Όπως στις «Περιπέτειες μιας μαϊμούς» ο Ζοστσένκο συνηθίζει να κοροϊδεύει τη σοβιετική ζωή, τους σοβιετικούς θεσμούς, τους σοβιετικούς πολίτες, καμουφλάροντας αυτή την κοροϊδία με τη μάσκα μιας άδειας αστειολογίας και ενός κούφιου χιούμορ.

Αν διαβάσετε προσεκτικά, αν εμβαθύνετε στη νουβέλα αυτή –«Οι περιπέτειες μιας μαϊμούς»- θα δείτε ότι ο Ζοστσένκο δίνει στη μαϊμού ρόλο ανώτατου κριτή των θεσμών μας και τη βάζει να κάνει στους σοβιετικούς ανθρώπους ένα είδος μάθημα ηθικής. Παρασταίνει τη μαϊμού σα μια λογική αρχή, που μπορεί να κρίνει τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Του Ζοστσένκο του χρειάστηκε να δώσει, από τη ζωή των σοβιετικών ανθρώπων, μια εικόνα εσκεμμένα τερατώδικη, γελοιογραφική και χυδαία για να βάλει στο στόμα της μαϊμούς ένα ύπουλο και αντισοβιετικό λογάκι: καλύτερα να ζεις σε ζωολογικό κήπο παρά ελεύθερος, και ανασαίνεις καλύτερα μέσα σε κλούβα, παρά ανάμεσα στους σοβιετικούς ανθρώπους.

Μπορεί να πέσει κανείς πιο χαμηλά στην ηθική και πολιτική κλίμακα; Και πώς μπόρεσαν οι λενινγκραδέζοι να ανεχτούν μια τέτοια αχρειότητα, μια τέτοια βρωμιά στα περιοδικά τους;

Αν το περιοδικό «Ζβεζντά» προσφέρει στους αναγνώστες του έργα τέτοιας ποιότητας, πόσο αδύνατη πρέπει να είναι η επαγρύπνιση των λενινγκραδέζων που διευθύνουν το περιοδικό αυτό, ώστε να φτάσουν να δημοσιεύουν εκεί μέσα έργα δηλητηριασμένα από ζωώδικο μίσος ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς. Μόνο το κατακάθι της λογοτεχνίας μπορεί να γεννοβολά τέτοια «έργα» και μόνο άνθρωποι τυφλοί και χωρίς πολιτικότητα μπορούν να τα βάζουν σε κυκλοφορία.

* «Ζβεζντά»=Αστέρι

Λένε ότι ο μύθος του Ζοστσένκο έκανε το γύρο των θεάτρων του Λένινγκραντ. Πόσο αδύνατη πρέπει να κατάντησε η ιδεολογική καθοδήγηση στο Λένινγκραντ για να μπορούν να γίνονται τέτοια πράγματα! Ο Ζοστσένκο, με τη σιχαμερή ηθική του, κατάφερε να μπει σε ένα μεγάλο περιοδικό του Λένινγκραντ και να στρογγυλοκαθίσει εκεί με όλες του τις ανέσεις. Όμως, το περιοδικό «Ζβεζντά» είναι όργανο που έχει χρέος να διαπαιδαγωγεί τη νεολαία μας. Βρίσκεται, ωστόσο, στο ύψος της αποστολής του ένα περιοδικό που φιλοξένησε έναν συγγραφέα τόσο χυδαίο και τόσο λίγο σοβιετικό σαν τον Ζοστσένκο; Αγνοούσε τάχα η σύνταξη της «Ζβεζντά» τη φυσιογνωμία του Ζοστσένκο; Μήπως, τελευταία ακόμα, στις αρχές του 1944, το περιοδικό «Μπολσεβίκ» δεν έκανε αυστηρή κριτική για μια σκανδαλώδικη νουβέλα του Ζοστσένκο, «Πριν ν’ ανατείλει ο ήλιος», που δημοσιεύτηκε μες στη βράση του απελευθερωτικού πολέμου του σοβιετικού λαού ενάντια στους γερμανούς εισβολείς; Ο Ζοστσένκο ξέχυνε μέσα κει όλη του τη μικρόχαρη και χυδαία ψυχή, με ευφροσύνη, με ηδονή, με τον πόθο να δείξει σ’ όλο τον κόσμο: «Για δέστε τι αγύρτης είμαι».

Είναι δύσκολο να βρει κανείς στη λογοτεχνία μας κάτι πιο αηδιαστικό από την «ηθική» που κηρύττει ο Ζοστσένκο στη νουβέλα του «Πριν ν’ ανατείλει ο ήλιος», όπου παρουσιάζει σα ζώα αηδιαστικά και ακόλαστα, χωρίς ούτε ντροπή, ούτε συνείδηση τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Και την ηθική αυτή την πρόβαλε στους σοβιετικούς αναγνώστες, την ώρα που ο λαός μας έχυνε το αίμα του σε έναν πόλεμο με σκληράδα χωρίς προηγούμενο, την ώρα που η ζωή του σοβιετικού κράτους κρεμότανε μονάχα από μια κλωστή, τον καιρό που ο σοβιετικός λαός έκανε αμέτρητες θυσίες για τη νίκη ενάντια στους γερμανούς, τότε που ο Ζοστσένκο, χωμένος κουραμπιέδικα στην Άλμα Άτα –μακριά στο μετόπισθεν- δεν έκανε τίποτε για να βοηθήσει το σοβιετικό λαό στον αγώνα του ενάντια στους γερμανούς εισβολείς. Δίκαια, λοιπόν, το «Μπολσεβίκ» τον μαστίγωσε σαν κοινό λιβελλογράφο, ξένο προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Την εποχή εκείνη κορόιδεψε την κοινή γνώμη. Και να πού σε λιγότερο από δυο χρόνια, πριν ακόμα στεγνώσει το μελάνι που γράφτηκε το σχόλιο του «Μπολσεβίκ», ο ίδιος αυτός ο Ζοστσένκο γυρίζει θριαμβικά στο Λένινγκραντ και αρχίζει να περιφέρεται ελεύθερα στους δρόμους της πόλης. Όχι μόνο η «Ζβεζντά», μα και το περιοδικό «Λένινγκραντ» δημοσιεύουν ευχαρίστως τα γραφτά του. Στα θέατρα ανεβάζουν πρόθυμα τα έργα του. Και ακόμα παραπάνω, του δίνουν τη δυνατότητα να πάρει διευθυντική θέση στο τμήμα της Ένωσης των συγγραφέων στο Λένινγκραντ και να παίζει ενεργό ρόλο στη φιλολογική ζωή της πόλης. Για ποιο λόγο αφήνετε τον Ζοστσένκο να απλώνει την αρίδα του στα λογοτεχνικά οικόπεδα του Λένινγκραντ; Γιατί τα κομματικά στελέχη του Λένινγκραντ, γιατί η οργάνωση των συγγραφέων επέτρεψαν πράματα τόσο επαίσχυντα;

Αυτή την κοινωνική και πολιτική, καθώς και, τη λογοτεχνική φυσιογνωμία, τη σάπια και διεφθαρμένη ως το μεδούλι, δεν την απόκτησε τώρα τελευταία ο Ζοστσένκο. Τα τωρινά του γραφτά δεν είναι καθόλου τυχαία. Είναι απλώς η συνέχεια όλης της φιλολογικής του «κληρονομιάς», που χρονολογείται εκεί, κατά το 1920.

Ποιος ήταν ο Ζοστσένκο στο παρελθόν; Ήταν ένας από τους οργανωτές της φιλολογικής ομάδας «Αδελφοί Σεραπίονες»*. Ποια ήταν η κοινωνική και πολιτική φυσιογνωμία του Ζοστσένκο εκείνη την εποχή; Επιτρέψτε μου να αναφερθώ στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά», φύλλο 3 του 1922, όπου οι ιδρυτές αυτής της ομάδας εξέθεταν το «πιστεύω» τους. Ανάμεσα σε άλλα μαργαριτάρια βρίσκουμε εκεί σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Για τον εαυτό μου και για μερικά άλλα πράγματα» το «σύμβολο της πίστεως» του Ζοστσένκο. Ο Ζοστσένκο αυτοαποκαλύπτεται δημόσια, χωρίς καθόλου να ενοχλείται και εκφράζει ολότελα ανοιχτά τις πολιτικές και φιλολογικές του γνώμες, ακούστε τον:

Η οργάνωση που απαθανατίστηκε στη νεότερη ελληνική ιστορία ως «X» γεννήθηκε έπειτα από διάσπαση ενός συνωμοτικού κύκλου αξιωματικών η συγκρότηση του οποίου ανάγεται στις πρώτες ημέρες της τριπλής Κατοχής. Η «Άγνωστος Μεραρχία X» ιδρύθηκε τον Μάιο του 1941 στην Αθήνα, από ανώτερους αξιωματικούς της II Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού που συνδέονταν μεταξύ τους προπολεμικά αλλά και στο αλβανικό μέτωπο. Την πρωτοβουλία είχε ο ίδιος ο διοικητής της Μεραρχίας, στρατηγός Γεώργιος Λάβδας, ο διοικητής της Ι Μεραρχίας στρατηγός Βασίλειος Βραχνός, οι συνταγματάρχες Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Θεμιστοκλής Κετσέας, Αγησίλαος Σινιώρης και ο Κύπριος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, επιτελάρχης της II Μεραρχίας. Περισσότερο δραστήριος από όλους ήταν ο Γρίβας ο οποίος είχε τόσο τη θέληση όσο και τις ευκαιρίες να διευρύνει τον προσωπικό του κύκλο επαφών. Ο Κύπριος συνταγματάρχης είχε τοποθετηθεί υπεύθυνος της νεοσύστατης Υπηρεσίας Στρατιωτικών Αρχείων (Πανεπιστημίου 31), θέση η οποία τον διευκόλυνε να βρίσκεται σε επαφή με υπηρεσιακούς κύκλους και μεμονωμένους αξιωματικούς. Σύντομα ο »πρωταπόστολος» βρέθηκε στο πρόσωπο του νεαρού υπολοχαγού Όμηρου Παπαδόπουλου, επίσης Κύπριου με έντονη οικογενειακή αντιβρετανική δραστηριότητα και διακρίσεις στο ελληνογερμανικό μέτωπο.

Ο Γρίβας σύντομα αυτονομήθηκε από τους συνεργάτες του, αφενός επειδή διέθετε μεγάλη φιλοδοξία ώστε να παραμείνει «εντολοδόχος» ανωτέρων και αφετέρου επειδή δε μπορούσε να συμφιλιωθεί με την παθητικότητα και την παρελκυστική τακτική των ανωτέρων συναδέλφων του. Σχετικό με τα παραπάνω ήταν πως, αντίθετα με τους υπόλοιπους, πίστευε πως η οργάνωση έπρεπε να μαζικότερη και να συμπεριληφθούν σε αυτόν, εκτός από την «ελίτ» του στρατού, χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί και πολίτες. Λίγους μήνες μετά, ο Κύπριος συνταγματάρχης προχώρησε στη δημιουργία της δικής του οργάνωσης «σφετεριζόμενος» την αρχική ονομασία. Η οργάνωση βαφτίστηκε «Εθνική Οργάνωσις X» ή απλώς «X» και συνέχισε να υφίσταται ως πόλος συσπείρωσης αξιωματικών με πυρήνα τον κύκλο γνωριμιών του αρχηγού – επιλογή προφανής για πρωτόλεια συνωμοτική κίνηση. Δεν είναι τυχαίο πως στην «X» εντάχθηκαν μερικοί ανώτεροι αξιωματικοί και σχεδόν όλοι οι κατώτεροι αξιωματικοί της II Μεραρχίας, όπως οι ταγματάρχες Ιωάννης Μπουσμπουρέλης, Αριστείδης Χαμόδρακας, Νικόλαος Μπόντζος, Παντελής Πολύζος και Νικόλαος Παπαρρόδου. Φαίνεται πως το κύρος του Γρίβα στις τάξεις των αξιωματικών ήταν μεγάλο. Στον πρώτο πυρήνα (μέχρι το φθινόπωρο του 1941) είχαν ενταχθεί ο αρχίατρος Παναγιώτης Φουστάνος, οι λοχαγοί Νικόλαος Βαρδάνης, Γιώργος Θεοχαρόπουλος και Μιχαήλ Ξένος, οι υπολοχαγοί Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Μιχαήλ Ασημακόπουλος, Μιχάλης Κουρουπός και Όμηρος Παπαδόπουλος. ανθυπασπιστής (Εύελπις II Τάξης) και αδελφός του υπολοχαγού Παπαγεωργίου, Νικόλαος Παπαγεωργίου, μερικοί πολίτες, όπως οι φοιτητές Κωνσταντίνος και Μιχαήλ Ευσταθόπουλος, ενώ την «πνευματική» καθοδήγηση είχε ο μέχρι πρότινος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος που είχε απομακρυνθεί από τη θέση επειδή αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο υπερβολικά θρησκευόμενος Γρίβας συνδέθηκε μαζί του μέσω του Μητροπολίτη Κυρήνειας Μακάριου που ζούσε αυτοεξόριστος στην Αθήνα και εξασφάλισε την ηθική του συμπαράσταση αλλά και το πρώτο σεβαστό χρηματικό ποσό για αγορά όπλων. Η οργανωτική δομή και στελέχωση ακολουθούσε λογική συγκρότησης στρατιωτικής μονάδας, στοιχείο που συναντάται και σε άλλες αντιστασιακές πρωτοβουλίες αξιωματικών, όπως η ΥΒΕ/ΠΑΟ στη Μακεδονία και ο Ελληνικός Στρατός (ΕΣ) στην Πελοπόννησο: Ορίστηκε υπαρχηγός, επιτελάρχης και συγκροτήθηκαν τρία «Γραφεία Επιχειρήσεων» και γινόταν λόγος για «τάγματα» ανά συνοικία. Αυτός ο οργανωτικός μηχανισμός που αντιστοιχούσε σε έναν καταμερισμό καθηκόντων, προκρινόταν ως ο καταλληλότερος για την ανάπτυξη συνωμοτικής δράσης, είτε αυτή θα αναπτυσσόταν σε κατασκοπευτικό δίκτυο, είτε θα κατάληγε στον εξοπλισμό ένοπλων τμημάτων.

Οργανωτική ανάπτυξη και ιδεολογική ταυτότητα

Όπως όλες οι μυστικές οργανώσεις των πόλεων, η «X» δούλεψε εντατικά για να συγκροτήσει πυρήνες στις συνοικίες της Αθήνας. Αν και ακριβή αριθμητικά στοιχεία λείπουν, το 1942 υπήρχαν οργανωμένα μέλη σε Πετράλωνα, Κουκάκ-Γαργαρέττα, Πλατεία Βάθης, Πλατεία Αττικής, Άνω και Κάτω Πατήσια, Μεταξουργείο, Καλλιθέα, Παγκράτι, Υμηττό και Βύρωνα. Η εξάπλωση στον αστικό χώρο ταυτιζόταν με τους χώρους κατοικίας των αξιωματικών που συγκροτούσαν την ηγεσία (ο Φουστάνος ζούσε στο Κουκάκι, ο Όμηρος Παπαδόπουλος και τα αδέλφια Παπαγεωργίου στο Παγκράτι) και η ύφανση του οργανωτικού ιστού βασιζόταν στις προσωπικές συνομιλίες με το περιβάλλον της γειτονιάς, παρά στη μαζική διαφώτιση.

πηγή Ουτοπία, τεύχος 102, σελ. 113-4.

 

Επιστολή στον Σουηδό δημοσιογράφο Πολ Όλμπεργκ (27/08/1949)

Η επιστολή σας, κύριε, έχει αναμφίβολα καλές προθέσεις, όμως οι ανησυχίες σας για μένα είναι υπερβολικές. Δεν πιστεύω καθόλου ότι έχω εγκαταλείψει κανέναν ή ότι έχω απαρνηθεί τις θέσεις που είχα κατά τη διάρκεια του πολέμου ή της εμιγκράτσιας επειδή έκανα μια ομιλία στη Βαϊμάρη επ’ ευκαιρία των 200 ετών από τη γέννηση του Γκαίτε. Αν πήγα στη Βαϊμάρη είναι γιατί λυπάμαι που – για να χρησιμοποιήσω την ορολογία σας – ένα βαθύ χάσμα διαιρεί σε δυο μέρη τη Γερμανία. Πιστεύω ότι αυτό το χάσμα, αντί να το βαθαίνουμε, χρειάζεται να το μικραίνουμε, κάθε φορά που αυτό είναι δυνατό, έστω και με αφορμή μια τελετή.

Ίσως αγνοείτε ότι στη Θουριγγία δεν υφίσταται μονοκομματικό καθεστώς. Στην κυβέρνηση υπάρχουν μη κομμουνιστές. Υπάρχουν ακόμα περισσότεροι τέτοιοι στο Δημοτικό Συμβούλιο της Βαϊμάρης. Ο δήμαρχος, κύριος Μπουχτερκίρχεν, για παράδειγμα, που με προσκάλεσε, είναι χριστιανοδημοκράτης. Ήταν ο πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου, Χέρμαν – ένας ιερέας –, που εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο την ημέρα της τελετής, στο θέατρο που τόσο υπέροχα αναπαλαιώθηκε. Και σας διαβεβαιώ ότι μπόρεσε να διατυπώσει περισσότερες από μια φράσεις των οποίων η ευαγγελική ελευθερία θα σας είχε σε μεγάλο βαθμό εκπλήξει. Στο Άιζεναχ είναι ο επίσκοπος, με το χρυσό σταυρό στο λαιμό, που ήρθε να με χαιρετήσει: ήθελε να με ευχαριστήσει για τα 20.000 μάρκα του βραβείου Γκαίτε που πρόσφερα για την επιδιόρθωση της εκκλησίας Χέρντερ Στη Βαϊμάρη. Ίσως αυτή η αξιοποίηση να μην ήταν πράγματι ακριβώς αυτή που θα εύχονταν οι κομμουνιστές.

Το ταξίδι μας στη Θουριγγία μετατράπηκε σε λαϊκή γιορτή, με σημαίες, λουλούδια, γιρλάντες, διακηρύξεις, φανφάρες, προπόσεις καλωσορίσματος και παιδιά από σχολεία που μας συνόδευαν με τα τραγούδια τους. Σπάνια – αν ποτέ – έχει δοθεί σε έναν συγγραφέα η ευκαιρία να ζήσει μια τέτοια γιορτή. Δεν μου χρειαζόταν να προσχωρήσω στον κομμουνισμό για να με κερδίσει η συμπάθεια που μου εκδηλώθηκε σε αυτή τη φιλοξενία.

Το γεγονός και μόνο ότι επιφυλάσσομαι να κάνω μια διάκριση ανάμεσα στον κομμουνισμό, καθότι ουμανισμός, και την απόλυτη καταισχύνη που είναι ο φασισμός, το ότι αρνούμαι να πάρω μέρος στην υστερία των διώξεων ενάντια στους κομμουνιστές και να συμμετέχω στο κάλεσμα σε πόλεμο, το γεγονός και μόνο ότι μιλώ υπέρ της ειρήνης σε έναν κόσμο, το μέλλον του οποίου δεν μπορεί κανείς να φανταστεί χωρίς να του δώσει μια φυσιογνωμία κομμουνιστική – το γεγονός αυτό και μόνο, φαίνεται, είναι αρκετό για να μου αποδοθεί μια κάποια πεποίθηση που δεν έχω ζητήσει. Τι θέλετε, δεν μπορώ να θεωρήσω αυτή την πεποίθηση ένα δυσάρεστο σύμπτωμα, να βρω κάτι σε αυτή το οποίο να αποδεικνύει ότι η ηθική και πνευματική υγεία μου βρίσκεται σε κίνδυνο.

Μιλάτε πολύ για ελευθερίες και πολιτικά δικαιώματα που έχουν δοθεί στο λαό στις δυτικές ζώνες. Φαίνεται έχετε ξεχάσει αυτό που εσείς ο ίδιος λέγατε αναφορικά με τη χρήση που ως επί το πλείστον γίνεται με αυτά τα δώρα. Γίνεται μια χρήση ντροπιαστική. Αντίθετα, το με σιδηρά πυγμή λαϊκό κράτος, έχει το πλεονέκτημα ότι, σε αυτό,η ηλιθιότητα και η ελαφρότητα έχουν περιοριστεί στη σιωπή.

Ο Τόμας Μαν με τη γερμανοουγγαρέζα συγγραφέα Άννα Σέγκερς σε επόμενη επίσκεψή του το 1955 (φωτό)

Στην ανατολική ζώνη, δεν μου έτυχε να διαβάσω αυτές τις χυδαίες επιστολές γεμάτες ύβρεις, ούτε τέτοια άρθρα με ηλίθιες κατηγορίες εναντίον μου που στη Δύση δημοσιεύονταν, όταν δεν κυκλοφορούσαν στα κρυφά. Αυτό οφείλεται μόνο στην απειλή του Μπούχενβαλντ, ή σε μια προσπάθεια διαπαιδαγώγισης του λαού που, πηγαίνοντας σε βάθος περισσότερο από ό,τι στη Δύση, επιδιώκει να εμφυσήσει στο λαό το σεβασμό σε μια πνευματική ύπαρξη όπως τη δική μου;

Στην ανατολή εκδίδουν γραμματόσημα με την εικόνα του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (σ.parapoda: δραματουργός, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1912). Σίγουρα, στη δύση, σε κανέναν δεν θα ερχόταν στο μυαλό να προβεί σε τέτοιες υπερβολές. Είναι εύκολο να πει κανείς: “Θέλουν να εκμεταλλευτούν τον πνευματικό κόσμο. Για αυτούς δεν είναι παρά ένα διακοσμητικό στοιχείο”. Στην πραγματικότητα, η υπόθεση είναι πολύ πιο σοβαρή από αυτή που θα μπορούσατε να σκεφτείτε.

Έχω συχνά διαβάσει και ακούσει να λέγεται, στην ανατολική ζώνη, ότι αυτό που νοιάζει τους ιθύνοντες είναι να κάνουν το έργο μου προσβάσιμο στο λαό και ιδιαίτερα στους νέους, να τους κάνουν να προσεγγίσουν όσο περισσότερο γίνεται τον κριτικό ρεαλισμό και τον ουμανισμό που εκφράζεται σε αυτό. Δεν πρόκειται για λόγια. Είναι η αλήθεια. Εδώ και πολύ καιρό, ήδη από το 1945, έχουν διεξαχθεί στη Βαϊμάρη συζητήσεις για τα βιβλία μου, ειδικά για το μυθιστόρημά μου για το Γκαίτε, και επιφανείς ιστορικοί στον κομμουνιστικό Τύπο έχουν γράψει για το έργο μου σημαντικά κείμενα.

Δεν είμαι από αυτούς που “συμπορεύονται” με τους κομμουνιστές. Φαίνεται, αντίθετα πως εγώ έχω κάποιους έξυπνους κομμουνιστές ως συνοδοιπόρους.

Ανάμεσα στους κομμουνιστές (που δεν κατέχουν όμως επίσημα αξιώματα) στην ανατολική ζώνη της Γερμανίας, δεν λείπουν οι υποτελείς τυραννίσκοι. Όμως κοίταξα τους ανθρώπους στα μάτια, τους ανθρώπους στο μέτωπο των οποίων διάβαζε κανείς μια συνεχή και καλοπροαίρετη προσπάθεια και έναν ανιδιοτελή ιδεαλισμό. Είδα στα μάτια τους ανθρώπους που εργάζονται 18 ώρες τη μέρα και θυσιάζονται για να κάνουν ό,τι θεωρούν πως είναι αλήθεια μια απτή πραγματικότητα και για να δημιουργήσουν, στον τομέα δράσης τους, κοινωνικές συνθήκες που – αυτοί λένε – θα καταστήσουν ανέφικτη μια επιστροφή στον πόλεμο και τη βαρβαρότητα. Ως άνθρωπος, μου είναι δύσκολο να στραφώ σε κάτι τέτοιο. Χρειάζεται, κύριε, να προσέχουμε ώστε να μην του αντιτάσσουμε, από αληθινό μίσος για ένα τέτοιο καθεστώς, ιδανικά που, σε πολλές περιστάσεις, έχουν αποκαλυφθεί ότι δεν είναι παρά το υποκριτικό προκάλυμμα εντελώς πραγματικών συμφερόντων.

πηγή https://parapoda.wordpress.com/

Μετάφραση από τα ιταλικά. Πηγή: «Αναγέννηση» («Rinascita»), θεωρητικό περιοδικό του ΚΚ Ιταλίας, έτος 6ο, ν.10, Οκτώβρης 1949.

Αισθητική της μουσικής Αισθητική της μουσικής

Λούκατς Γκέοργκ

Μετάφραση: Ντούβος Πάνος

Σελ.: 184

Σειρά: Ars Cogitans -Διεύθυνση Σειράς: Γιώργος Μανιάτης

Επίμετρο: Πάνος Ντούβος
1η έκδοση: Μάρτιος 2017

Τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του Λούκατς για την αισθητική διαπερνούν και τη μελέτη του για τη μουσική, και είναι: η πρωταρχική σημασία της αντανάκλασης της πραγματικότητας, η έμφαση στον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της τέχνης και στην καθοριστική σημασία της στη διαδικασία κοινωνικοποίησης του ανθρώπου, η υπεράσπιση της αισθητικής αξίας του ρεαλισμού, η κριτική στάση απέναντι στις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του σύγχρονου ατομικισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, οι βασικές πτυχές που θίγει ο σημαντικός μαρξιστής διανοητής για τη μουσική είναι: η θεμελίωση του κοινωνικού χαρακτήρα της λειτουργίας και της ηθικής επίδρασής της, το πρόβλημα της αυτονόμησής της από τον λόγο και τον χορό, η σχέση μορφής-περιεχομένου.

http://www.toposbooks.gr/contents/books_details.php?nid=530

Ποιο είναι το ουσιαστικό ελάττωμα της λογοτεχνίας μας που γίνεται ιδιαίτερα φανερό σήμερα, στο φως όλων εκείνων των πραγμάτων που συνιστούν το περιεχόμενο και την πηγή έμπνευσης του Εικοστού Δεύτερου Συνεδρίου μας; Το ελάττωμα αυτό είναι η λειψή περιγραφή των διαφόρων προτσές που λαβαίνουν χώρα μέσα στη ζωή, των πολλών πλευρών αυτής της ζωής και των προβλημάτων που ανακύπτουν απ’ αυτήν. Ή, για να το πούμε σταράτα, το ελάττωμα αυτό είναι η λειψή εμβάθυνση και αλήθεια κατά την απεικόνιση της ζωής.
Ο νέος Λέων Τολστόι έγραψε για ένα από τα «Διηγήματα της Σεβαστούπολης» αυτά τα λόγια: «Ο ήρωας του διηγήματός μου, που τον αγαπώ μ’ όλη την καρδιά, που πάσκισα να τον περιγράψω σ’ όλη του την ομορφιά, ο ήρωας αυτός είναι η Αλήθεια».
Πόσο συχνά συμβαίνει σε μας, ο απαιτητικός αναγνώστης, όταν εμβαθύνει διαβάζοντας ένα βιβλίο ασχολούμενο με κάποια πλευρά της πραγματικότητάς μας που σχετίζεται άμεσα με την πρακτική του δουλειά – πόσο συχνά συμβαίνει ο απαιτητικός αναγνώστης να απευθύνει με τη σκέψη του μομφές και συλληπητήρια στο συγγραφέα: «Τι είναι τούτα δω που πας να μου σερβίρεις; Εγώ ξέρω κάτι παραπάνω από σένα και του λόγου σου είτε δεν ξέρεις τι σου γίνεται, είτε – αν ξέρεις – κρατιέσαι μακριά, αποφεύγεις να καταπιαστείς, φοβάσαι!» Κάτι τέτοιο είναι φοβερή καταδίκη για ένα βιβλίο. Και τέτοιες καταδικαστικές αποφάσεις δεν αρθρώνονται μοναχά στη σκέψη του αναγνώστη αλλά και καταγράφονται σ’ επιστολές προς το συγγραφέα και λέγονται και στις συζητήσεις όπου ο συγγραφέας μιλάει για το έργο του ή σε όποια άλλη ευκαιρία.
Οι προηγούμενοι αναγνώστες μας δεν ψάχνουν ντε και καλά να βρουν ελαττώματα στα βιβλία. Είναι πρόθυμοι να συγχωρήσουν σ’ ένα συγγραφέα μια τεχνική ή πραγματική ανακρίβεια στις λεπτομέρειες του πίνακά του (αν βέβαια δεν είναι πολύ χτυπητή). Αλλά δεν έχουν καμιά διάθεση να καταπίνουν παγαποντιές στα κύρια ζητήματα, σ’ αυτά που μαρτυρούν την ουσία του βιβλίου. Αυτό μαρτυράει την πελώρια ανάπτυξη της αυτεπίγνωσης του λαού μας, το υψηλό του πολιτιστικό επίπεδο και την ελευθερία του να κρίνει, ελευθερία που χαρακτηρίζει εκείνους που
είναι αφέντες της ζωής. Ένας τέτοιος αναγνώστης δεν πρόκειται να μεταβάλει γνώμη όσο κι αν του παινέψεις το βιβλίο, όσο κι αν πασκίσεις να του αποδείξεις πως του είναι αναγκαίο και χρήσιμο αρκεί να «παραβλέψει τα ελαττώματα». Ο τέτοιος αναγνώστης προτιμάει να κρίνει το βιβλίο παίρνοντας πλήρως υπόψη του τόσο τα καλά όσο και τα κακά του σημεία.
Το ελάττωμα πολλών βιβλίων μας είναι πρώτα απ’ όλα η απουσία της αλήθειας ζωής, οι φοβισμένες αμφιταλαντεύσεις του συγγραφέα, η απορία του για το τι είναι επιτρεπτό και τι δεν είναι, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον αναγνώστη.
«Εμένα μου κόβει», σκέφτεται ο συγγραφέας, «τα ξέρω όλα. Αλλά αν τύχει κι ο αναγνώστης δεν αντιληφθεί κάτι με τον τρόπο που πρέπει, και πάψει να εκπληρώνει το πλάνο του στη δουλειά;»
Τούτο δεν είναι τίποτα άλλο από μια παραχώρηση στις μεθόδους και τις συνήθειες που ανήκουν σ’ εκείνα τα χρόνια της ανάπτυξής μας που χαρακτηρίζονταν από ένα πνεύμα δυσπιστίας και καχυποψίας, παραχώρηση καταστρεπτική ιδιαίτερα για την τέχνη. Η δυσπιστία απέναντι στον αναγνώστη είναι βαρύ αμάρτημα, αμάρτημα που αναπόφευκτα επηρεάζει την ποιότητα του βιβλίου και του αφαιρεί τη δύναμη να επιδράσει πάνω στο ανθρώπινο πνεύμα. Ο Μαξίμ Γκόρκυ έλεγε πως στον αναγνώστη πρέπει να φέρεσαι όπως σ’ έναν ευγενικό και μυαλωμένο φίλο στον οποίο μπορείς να εμπιστευτείς τις μύχιες σκέψεις σου. Δεν μπορείς να είσαι παγαπόντης απέναντι σ’ ένα φίλο και να του κρύβεις πράγματα. Τι σόι φιλία θα ήταν αυτή;
Του ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΤΒΑΡΝΤΟΦΣΚΥ
Μεταφράζει ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ
Ο Αλεξάντρ Τβαρντόφσκυ, διευθυντής ενός από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της ΕΣΣΔ, θεωρείται ο μεγαλύτερος από τους σημερινούς ποιητές της Ρωσίας και ένα από τα πιο φωτεινά πνεύματα της χώρας του. Η ενεργητική συμμετοχή του στην πολιτιστική ζωή, αλλά και γενικότερα στον καθόλου βίο της πατρίδας του, χαρακτηρίζεται από έναν βαθύτατο προβληματισμό. Η ευθύτητα και η ειλικρίνειά του στην αντιμετώπιση των ζητημάτων που φέρνει στην ημερήσια διάταξη η σοβιετική πραγματικότητα, προσδίνουν ξεχωριστό ενδιαφέρον στις δημόσιες εκδηλώσεις του. Ο λόγος που εξεφώνησε πρόσφατα στο 22ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε., και που τον δημοσιεύουμε εδώ, προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση.
Στην αρχή της ομιλίας του ο Τβαρντόφσκυ αφού αναφέρθηκε στη σημασία του 22ου Συνεδρίου και του προγράμματος που υιοθετήθηκε απ’ αυτό για την ειρήνη στον κόσμο, συνέχισε ως εξής: Η λογοτεχνία και η τέχνη είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες απέναντι σε καθετί σημαντικό που συμβαίνει στη ζωή της κοινωνίας. Τα χρόνια που κύλησαν από το Εικοστό Συνέδριο του Κόμματός μας στάθηκαν χρόνια γεμάτα από δημιουργικό ενθουσιασμό των μαζών, χρόνια καρποφόρου μόχθου. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο σημειώθηκε ένα είδος πνευματικής έξαρσης στη
σοβιετική λογοτεχνία. Μέσα στην περίοδο αυτή η λογοτεχνία μας απαλλάχτηκε από κάποια αίσθηση καταναγκασμού και περιορισμού που την χαρακτήριζε και που ήταν αποτέλεσμα των αντιανθρωπιστικών εκδηλώσεων οι οποίες προέκυψαν από την προσωπολατρεία. Αρκεί να πούμε πως ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους τους οποίους το κόμμα μας, καταγγέλλοντας την προσωπολατρεία, αποκατάστησε τιμητικά και τους ξανάφερε στη ζωή, βρίσκονται και πολλοί συνάδελφοί μας συγγραφείς, που ξανακέρδισαν το όνομά τους σαν λογοτέχνες και τη θέση τους στην ιστορία της σοβιετικής λογοτεχνίας.
Όλα όσα έγιναν σ’ αυτά τα πρόσφατα, τα πολύ καρποφόρα χρόνια, δεν μπορούσε παρά να έχουν επίδραση πάνω στη διάθεση και τη δημιουργική προσπάθεια των συγγραφέων μας και άλλων καλλιτεχνών. Δεν μπορείς να αφαιρέσεις λέξεις από ένα τραγούδι, λέει ο λόγος. Η πολύπλοκη και σοβαρή ιδεολογική αλλαγή που έγινε μέσα στην μετά το Εικοστό Συνέδριο περίοδο δεν στάθηκε μήτε εύκολη μήτε απλή για πολλούς από εμάς. Δεν ήταν τα πάντα αμέσως κατανοητά σ’ όλους. Υπήρχαν δυσκολίες για το ξεπέρασμα των συνηθισμένων αντιλήψεων, της ψυχολογικής αδράνειας. Αλλά το να μένει κανείς τέλεια άτρωτος σε τέτοιες περιπτώσεις, το να απαλλάσσεται ανέμελα και μ’ αλαφριά καρδιά από καθετί, όπως η ράχη της πάπιας απαλλάσσεται απ’ το νερό, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ιδεώδης πνευματική προσαρμογή.
Αυτές οι αναπότρεπτες δυσκολίες της αλλαγής στη νοοτροπία και τη διάθεση των λογοτεχνών μας ξεπεράστηκαν. Πρέπει όμως ακόμη να αντιμετωπίσουμε κάποιες επιβιώσεις του τρόπου σκέψης που χρονολογείται από την περίοδο της προσωπολατρείας, κάποιες συνήθειες στη λογοτεχνική πρακτική, στο γράψιμο και στις μεθόδους απεικόνισης της πραγματικότητάς μας. Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτά τα πράγματα με ειλικρίνεια και ευθύτητα.
Παρ’ όλα τα πασίδηλα επιτεύγματα της λογοτεχνίας μας στα τελευταία χρόνια, δεν στάθηκε, κατά τη γνώμη μου, δυνατό ακόμη να επωφεληθούμε ολοκληρωτικά – και επιθυμώ να το πω αυτό απ’ το βήμα του Συνεδρίου από τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργήθηκαν με το Εικοστό Συνέδριο του Κόμματος. Το παράδειγμα τόλμης, ευθύτητας και φιλαλήθειας που έδωσε το Κόμμα δεν ακολουθείται πάντα.

Η κομματικότητα στην καλλιτεχνική δημιουργία καθορίζεται όχι από την τυπική ένταξη του καλλιτέχνη στο κόμμα, αλλά από τις πεποιθήσεις του, από τις ιδεολογικές του θέσεις. Έχουμε πολλούς καλούς συγγραφείς που δεν είναι μέλη του κόμματος, αλλά τα έργα τους, όσον αφορά το ιδεολογικό τους περιεχόμενο, τον πολιτικό προσανατολισμό είναι βαθιά κομματικά και δικαίως ο λαός αναγνώρισε πως εκφράζουν τα συμφέροντά του.

 
Αν ο αγώνας για τα ιδεώδη του κομμουνισμού, για την ευτυχία του λαού είναι σκοπός της ζωής του καλλιτέχνη, αν ο καλλιτέχνης ζει συνυφασμένος με τα συμφέροντα του λαού, με τις σκέψεις του και τις προσδοκίες του, τότε με όποιο θέμα και αν καταπιαστεί, όποια φαινόμενα της ζωής και να αναπαραστήσει, τα έργα του θα ανταποκρίνονται στα συμφέροντα του λαού, του κόμματος και του κράτους.

 
Ένας τέτοιος καλλιτέχνης τον τρόπο να υπηρετεί το λαό τον διαλέγει ελεύθερα, χωρίς καταναγκασμό, σύμφωνα με την ίδια του την πεποίθηση και την κλίση του, σύμφωνα με την προσταγή της ψυχής και της καρδιάς του. Στις συνθήκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας όπου ο λαός είναι πραγματικά ελεύθερος, αληθινός κύριος της τύχης του και δημιουργός της καινούργιας ζωής, για ένα καλλιτέχνη που υπηρετεί πιστά το λαό του δεν μπαίνει ζήτημα αν είναι ή δεν είναι ελεύθερος στη δημιουργία του. Για έναν τέτοιο καλλιτέχνη το ζήτημα ποια στάση θα πάρει απέναντι στα φαινόμενα της πραγματικότητας είναι ξεκάθαρο, δεν του χρειάζεται να προσαρμόζεται, να καταναγκάζει τον εαυτό του, η αληθινή απόδοση της ζωής από τις θέσεις της κομμουνιστικής κομματικότητας είναι ανάγκη της ψυχής του, στις θέσεις αυτές στέκεται γερά, τις υποστηρίζει και τις υπερασπίζει στο δημιουργικό του έργο.

 
Η αληθινή απεικόνιση της ζωής της κοινωνίας, του λαού στα έργα λογοτεχνίας και τέχνης προϋποθέτει την υποχρέωση του καλλιτέχνη τόσο να δείχνει τις θετικές, τις φωτεινές πλευρές της σοσιαλιστικής πραγματικότητας που αποτελούν τη βάση της, όσο και να κριτικάρει τα ελαττώματα, να αποκαλύπτει και να καταδικάζει τα αρνητικά φαινόμενα που καθυστερούν την πρόοδό μας.

 
Στη ζωή, στην πραγματικότητα πλάι στο θετικό υπάρχει πάντοτε και το αρνητικό, όπως γίνεται με τα λουλούδια που στο πλάι τους φυτρώνουν καμιά φορά ζιζάνια. Στην απεικόνιση της πραγματικότητας όλα εξαρτώνται από τον συγγραφέα. Αν ο συγγραφέας υποστηρίζει τις θέσεις του κόμματος, αν υπηρετεί το λαό και θέλει ειλικρινά να βοηθάει το λαό να οικοδομεί την καινούργια κοινωνία, να ξεκαθαρίσει το δρόμο στην πάλη για την οικοδόμηση του κομμουνισμού, ο συγγραφέας αυτός, ο ζωγράφος, ο γλύπτης, ο συνθέτης θα βρει αρκετά καλά παραδείγματα στη ζωή των εργατών, των αγροτών, των διανοουμένων, στη ζωή που κάνουν ορισμένοι άνθρωποι, οι οργανωμένες ομάδες στα εργοστάσια, στα κολχόζ, στα σοβχόζ και θα είναι ικανός, προβάλλοντας αντιμέτωπο το θετικό στο αρνητικό να υποστηρίξει το θετικό, να το παρουσιάσει αληθινά, με ζωηρά χρώματα. Αν ένας συγγραφέας δεν χαίρεται με τις επιτυχίες του λαού του, τότε θα ψάχνει να βρει μόνο το άσχημο, το αρνητικό, θα σκαλίζει στους σκουπιδότοπους και θα το παρουσιάζει για χαρακτηριστικό στη ζωή.

 
Εμείς καταπολεμούσαμε και θα καταπολεμάμε κατηγορηματικά και αδιάλλαχτα κάθε μονόπλευρη, ασυνείδητη, ψεύτικη παρουσίαση της πραγματικότητάς μας στη λογοτεχνία και στην τέχνη. Καταδικάζουμε αυτούς που ψάχνουν να βρουν στη ζωή μόνο τα αρνητικά γεγονότα και χαιρεκακούν σχετικά μ’ αυτό, προσπαθούν να δυσφημίσουν, να λεκιάσουν τους σοβιετικούς μας θεσμούς.

 

Καταδικάζουμε ακόμη κι αυτούς που δημιουργούν πίνακες με πλαστή ομορφιά, γλυκανάλατους, που προσβάλλουν τα αισθήματα του λαού μας, ο οποίος δεν δέχεται και δεν ανέχεται κανενός είδους παραποίηση. Οι σοβιετικοί άνθρωποι απορρίπτουν και τα συκοφαντικά στην ουσία τους έργα, όπως είναι το βιβλίο του Ντούντιντσεφ «Ουκ επ’ άρτω μόνον», καθώς και τις γλυκανάλατες ταινίες που φέρνουν λιγούρα όπως είναι «Το αξέχαστο 1919» ή «Οι κοζάκοι του Κουμπάν».

 
Δυστυχώς ανάμεσα στους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών υπάρχουν μερικοί, όπως οι υπέρμαχοι της λεγόμενης «ελευθερίας της δημιουργίας», που θέλουν να προσπερνάμε, να παραβλέπουμε, να μη κρίνουμε με βάση τις αρχές μας και να μη κατακρίνουμε παρόμοια έργα, που παρουσιάζουν διαστρεβλωμένη τη ζωή της σοβιετικής κοινωνίας. Τους ανθρώπους αυτούς, φαίνεται, τους στενοχωρεί η καθοδήγηση της λογοτεχνίας και της τέχνης από το κόμμα και από το κράτος.

 

Μερικές φορές η αντίστασή τους στην καθοδήγηση αυτή είναι ανοιχτή, αλλά τις πιο πολλές φορές καλύπτουν τις διαθέσεις και τις επιθυμίες τους αυτές με συζητήσεις για περιττή κηδεμονία, για δέσμευση της πρωτοβουλίας κ.τ.π.

 
Δηλώνουμε ανοιχτά πως οι ιδέες αυτές είναι αντίθετες στις λενινιστικές αρχές που καθορίζουν τη στάση του κόμματος και του κράτους απέναντι στα ζητήματα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ο Λένιν, όπως είναι γνωστό, παίρνοντας υπόψη όλη την ειδική σημασία της λογοτεχνίας και της τέχνης, τόνιζε αδιάκοπα πως το κόμμα δεν μπορεί να στέκεται παράμερα από την καθοδήγηση του σπουδαίου αυτού κλάδου της πνευματικής ζωής της κοινωνίας και στην πρακτική του δράση ως αρχηγός του κόμματος και πρόεδρος της Σοβιετικής κυβέρνησης εφάρμοζε με συνέπεια την αρχή αυτή. Να ζεις στην κοινωνία και να είσαι αδέσμευτος από την κοινωνία δεν γίνεται, τονίζει ο Β. Ι. Λένιν. Υπογράμμιζε ακόμη ότι η ελεύθερη λογοτεχνία της σοσιαλιστικής κοινωνίας θα συνδέεται φανερά με την εργατική τάξη, ότι θα εμπνέεται από τα συμφέροντα των εργαζομένων, από τις ιδέες του σοσιαλισμού.

Δεν είναι τάχα απόδειξη υψηλής λενινιστικής προσήλωσης στις αρχές, γενναιότητας και αποφασιστικότητας του κόμματός μας η κριτική της προσωπολατρείας, η συνεπής και επίμονη πάλη για το ξεπέρασμα των συνεπειών της; Οι αποφάσεις του 20ου συνεδρίου του κόμματος, των Ολομελειών της Κεντρικής Επιτροπής είναι διαποτισμένες από το πνεύμα της μπολσεβίκικης κριτικής και αυτοκριτικής, από το πνεύμα της αδιαλλαξίας απέναντι στα ελαττώματα και στα λάθη. Ο μεγάλος Λένιν διδάσκει πως η πολιτική αρχών είναι η μοναδικά σωστή πολιτική. Το κόμμα ζητάει από κάθε κομμουνιστή, από κάθε υπεύθυνο των κομματικών και των κρατικών οργάνων υψηλή συναίσθηση ευθύνης για το έργο που τους ανατίθεται και τιμωρεί αυστηρά όλους όσοι στην πρακτική τους δουλειά απομακρύνονται από την πολιτική γραμμή του κόμματος, λησμονούν τα συμφέροντα του κόμματος και του λαού. Ούτε το πόστο που κατέχει ο υπεύθυνος, ούτε οι προηγούμενες υπηρεσίες του τον προστατεύουν, και δεν μπορούν να τον προστατεύσουν, από την κριτική και τη λογοδοσία απέναντι στο κόμμα και στο λαό.

 
Το όλο ζήτημα βρίσκεται στο εξής: από ποιες θέσεις και για ποιο σκοπό γίνεται η κριτική. Εμείς αποκαλύπτουμε και κριτικάρουμε τα ελαττώματα και τα λάθη για να τα εξαλείψουμε σαν εμπόδια από το δρόμο μας, να στερεώσουμε ακόμη πιο πολύ το σοβιετικό μας σύστημα, τις θέσεις του Κομμουνιστικού μας κόμματος, να εξασφαλίσουμε καινούργιες επιτυχίες και πιο γρήγορη κίνηση προς τα μπρος. Και τι γίνεται με μερικούς λογοτέχνες, όταν αρχίζουν να κριτικάρουν τις ελλείψεις; Χωρίς να ξέρουν τη ζωή, χωρίς να κατέχουν την απαραίτητη πολιτική πείρα, την ικανότητα να βλέπουν το κύριο και το καθοριστικό στη ζωή πιάνονται από τις ελλείψεις και τα λάθη τούτων ή εκείνων των υπευθύνων, σωριάζουν ανεξέταστα και αβασάνιστα όλα σ’ ένα σωρό, πανικοβάλλονται και προσπαθούν να πανικοβάλλουν άλλους.

 
Σε μια τέτοια ελάχιστα ζηλευτή θέση βρέθηκε συγκεκριμένα ο συγγραφέας Β. Ντούντιντσεφ. Στο βιβλίο του «Ουκ επ’ άρτω μόνον», που προσπαθούν σήμερα να το χρησιμοποιήσουν εναντίον μας οι αντιδραστικές δυνάμεις του εξωτερικού, είναι με προκατάληψη τραβηγμένα ορισμένα αρνητικά γεγονότα που φωτίζονται με επιτήδευση από θέσεις εχθρικές για μας. Στο βιβλίο του Ντούντιντσεφ υπάρχουν και σωστές, δυνατές σελίδες, αλλά ο γενικός προσανατολισμός του βιβλίου στη βάση του δεν είναι σωστός. Δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση πως ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού δεν είναι διαποτισμένος από το ενδιαφέρον για την εξάλειψη των ελλείψεων που είδε στη ζωή μας, υπερβάλλει από πρόθεση τα πράγματα, ατενίζει με χαιρεκακία τις ελλείψεις. Το πνεύμα αυτό στην απεικόνιση της πραγματικότητας στα έργα της λογοτεχνίας και της τέχνης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια για παρουσίασή της σε διαστρεβλωμένη μορφή, σε παραμορφωτικό καθρέφτη.

 
Δεν μένει παρά να εκφράσουμε τη λύπη μας που αυτή τη νοσηρή και βλαβερή τάση δεν την παρατηρήσανε, δεν κάνανε έγκαιρα τη σωστή εκτίμησή της και δεν την αποκρούσανε έγκαιρα μερικά λογοτεχνικά περιοδικά και εκδόσεις. Η σύνταξη του περιοδικού «Νοβί μιρ» παραχώρησε σελίδες του περιοδικού για να δημοσιευτούν έργα όμοια με το βιβλίο του Ντούντιντσεφ. Μια σειρά φιλολογικά περιοδικά και οι διευθυντές μερικών εκδοτικών οργανισμών δεν στάθηκαν στο επιβαλλόμενο ύψος, ξέφυγαν σε μια σειρά περιπτώσεις, γλίστρησαν από τις βασικές θέσεις αρχών. Οι σύντροφοι αυτοί άρχισαν να ξεχνάνε πως ο τύπος είναι το κύριο ιδεολογικό μας όπλο που έχει τον προορισμό να χτυπάει τους εχθρούς της εργατικής τάξης, τους εχθρούς των εργαζομένων. Όπως ένας στρατός δεν μπορεί να κάνει μ’ επιτυχία την ιδεολογική του δουλειά χωρίς ένα τέτοιο δραστικό και μαχητικό όπλο, όπως είναι ο τύπος. Δεν μπορούμε να παραδίνουμε τα δημοσιογραφικά όργανα σε μη σίγουρα χέρια. Τα όργανα αυτά πρέπει να τα κρατάνε στα χέρια τους οι πιο πιστοί, οι πιο σίγουροι, οι πιο σταθεροί πολιτικά και οι πιο αφοσιωμένη στην υπόθεσή μας άνθρωποι.

 
Αυτό ξεχάστηκε και το αποτέλεσμα ήταν ότι μερικά δημοσιογραφικά όργανα της Ένωσης συγγραφέων, αντί να υπερασπίζουν με συνέπεια τη γραμμή αρχών στη λογοτεχνία, βρέθηκαν κάτω από την ισχυρή επιρροή ορισμένων προσώπων που στέκουν σε λαθεμένες θέσεις και έγιναν, στην ουσία, φορείς νοσηρών αντιλήψεων και τάσεων. Αυτό που είπα αφορά κυρίως το αλμανάκ «Φιλολογική Μόσχα». Στο αλμανάκ αυτό δημοσιεύθηκαν ελαττωματικά από ιδεολογική άποψη έργα και άρθρα που τα αποδοκίμασε ζωηρά το κοινό μας και προπάντων οι ίδιοι οι συγγραφείς. Σωστά μίλησαν γι’ αυτό το πράγμα πολλοί λογοτέχνες στην ολομέλεια της διοίκησης της Ένωσης συγγραφέων. Στο μεταξύ τα μέλη της συντακτικής επιτροπής του αλμανάκ έδειξαν πως δεν σέβονται την κριτική των λαθών τους, τη γνώμη των συναδέλφων τους, των συγγραφέων, και αποφύγανε να μιλήσουν ανοιχτά και τίμια για τη θέση που είχαν πάρει. Πρέπει ιδιαίτερα να αναφέρουμε τη συν. Αλιγγέρ η οποία ως και σήμερα επιμένει στη γνώμη της πως η γραμμή του αλμανάκ «Φιλολογική Μόσχα» ήταν τάχα σωστή, παίρνει κάτω από την προστασία της τα δημοσιευμένα στο αλμανάκ έργα, όπου έχουν περάσει ιδέες που εμείς δεν έχουμε καμιά σχέση μ’ αυτές.

 
Ανάμεσα στους παράγοντες της λογοτεχνίας και της τέχνης πολλά λέγονται για κομματικότητα, για λαϊκότητα, για ελευθερία δημιουργίας και για κομματική καθοδήγηση. Τα ζητήματα αυτά αξίζουν να τα προσέξουμε σοβαρά. Γι’ αυτό πρέπει να μιλήσουμε πιο πολύ, γιατί σε όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν γύρω από το θέμα αυτό πολλά είναι λαθεμένα και μπερδεμένα, κι αυτό προκαλεί σύγχυση και αναστάτωση στα μυαλά του κόσμο, τον εμποδίζει να κατανοεί σωστά την πολιτική του κόμματος στα ζητήματα της λογοτεχνίας και της τέχνης, τις λενινιστικές αρχές της καθοδήγησης των σπουδαιότατων αυτών τομέων της ιδεολογικής δουλειάς από το κόμμα.

 
Μερικές παρατηρήσεις για την κομματικότητα και τη λαϊκότητα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Πρώτο και κύριο δεν πρέπει να βάλουμε αντιμέτωπες τις έννοιες της κομματικότητας και της λαϊκότητας. Η δύναμη της σοβιετικής σοσιαλιστικής κοινωνίας βρίσκεται στην ένωση του Κομμουνιστικού κόμματος και του λαού. Η πολιτική του Κομμουνιστικού κόμματος εκφράζει τα ζωτικά συμφέροντα του λαού και αποτελεί το ζωντανό θεμέλιο του σοβιετικού κοινωνικού και κρατικού συστήματος. Γι’ αυτό θα ήταν μεγάλη πλάνη να νομίζουμε πως στις σοβιετικές μας συνθήκες μπορούμε να υπηρετούμε το λαό χωρίς να παίρνουμε ενεργό μέρος στην εφαρμογή της πολιτικής του Κομμουνιστικού κόμματος. Δεν είναι δυνατό να θέλουμε να συμβαδίζουμε με το λαό, χωρίς να συμμεριζόμαστε τις απόψεις του κόμματος, την πολιτική του γραμμή. Όποιος θέλει να είναι με το λαό, εκείνος θα είναι πάντοτε με το κόμμα. Όποιος υποστηρίζει σταθερά τις θέσεις του κόμματος, εκείνος θα είναι πάντοτε με το λαό.

http://atexnos.gr/lef-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ πιστεύει πως οι φιλικές συναντήσεις και συζητήσεις με λογοτέχνες και καλλιτέχνες πάνω στα σπουδαιότερα ζητήματα της ιδεολογικής δουλειάς ωφελούν πολύ και αξίζουν κάθε υποστήριξη. Μου άρεσε πολύ που στις συναντήσεις και τις συζητήσεις που έγιναν τον τελευταίο καιρό στην ΚΕ του ΚΚΣΕ οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες μίλησαν ανοιχτά και αβίαστα για όλα τα προβλήματα που τους συγκινούν. Μιλούσαν σε περιβάλλον φιλικό τους κι έγιναν κατανοητοί σωστά. Οι μορφές αυτές επικοινωνίας είναι στο έπακρο αναγκαίες για φιλική ανταλλαγή απόψεων, πράγμα που δημιουργεί αλληλοκατανόηση και κοινές απόψεις πάνω στα φλέγοντα ζητήματα της ζωής και της δουλειάς μας.

 
Γιατί τάχα το κόμμα δίνει τόσο μεγάλη προσοχή στα ζητήματα της λογοτεχνίας και της τέχνης; Επειδή στη λογοτεχνία και στην τέχνη ανήκει ένας εξαιρετικά σπουδαίος ρόλος στην ιδεολογική δουλειά του κόμματός μας, στο έργο της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των εργαζομένων. Οι συγγραφείς, οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι συνθέτες, οι παράγοντες της κινηματογραφικής και της θεατρικής τέχνης, όλη η διανόησή μας με το έργο της παίρνουν ενεργό μέρος στη δημιουργική δραστηριότητα της σοβιετικής κοινωνίας, υπηρετούν πιστά το λαό τους. Το Κομμουνιστικό κόμμα θεωρεί τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες ειλικρινείς του φίλους και βοηθούς, σίγουρο στήριγμά του στην ιδεολογική πάλη. Το κόμμα ενδιαφέρεται για την άνθιση, για το υψηλό ιδεολογικό περιεχόμενο και για την καλλιτεχνικότητα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ο λαός μας έχει ανάγκη από έργα λογοτεχνίας, ζωγραφικής, μουσικής, τέτοια που εκφράζουν το πάθος της εργασίας, που να το κατανοεί ο λαός. Η μέθοδος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού εξασφαλίζει απεριόριστες δυνατότητες για να δημιουργηθούν τα έργα αυτά. Το κόμμα καταπολεμάει ασυμφιλίωτα τη διείσδυση επιδράσεων της ξένης ιδεολογίας στη λογοτεχνία και την τέχνη, αποκρούει αμείλικτα τις εχθρικές επιθέσεις που γίνονται εναντίον του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

 
Η ιδεολογική πάλη στον τομέα της λογοτεχνίας και της τέχνης είναι δύσκολη και ιδιόμορφη γιατί σήμερα, ανάμεσα στ’ άλλα, αναγκαζόμαστε να προστατεύσουμε τη λογοτεχνία και την τέχνη όχι μόνο από τις εξωτερικές επιθέσεις, αλλά και από τις προσπάθειες ορισμένων εκπροσώπων τους να σπρώξουν τη λογοτεχνία και την τέχνη σε λαθεμένο δρόμο, να τις απομακρύνουν από την κύρια γραμμή της εξέλιξης.

 
Η κύρια γραμμή της εξέλιξης συνίσταται στο ότι η λογοτεχνία και η τέχνη πρέπει να συνδέονται πάντοτε αδιάσπαστα με τη ζωή του λαού, να εκφράζουν πιστά τον πλούτο και την πολυμορφία της σοσιαλιστικής μας πραγματικότητας, να δείχνουν έντονα και πειστικά τη μεγάλη μεταπλαστική δραστηριότητα του σοβιετικού λαού, τις ευγενείς επιδιώξεις και τους ευγενείς σκοπούς του, τα υψηλά ηθικά προσόντα του. Ο ύψιστος κοινωνικός προορισμός της λογοτεχνίας και της τέχνης είναι να ξεσηκώνουν το λαό στην πάλη για καινούργιες επιτυχίες στην οικοδόμηση του κομμουνισμού.

 
Πρέπει να ομολογήσουμε, σύντροφοι, πως ανάμεσα στους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες υπάρχουν ακόμη ορισμένοι που κάποτε χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, απομακρύνονται από το σωστό δρόμο. Οι άνθρωποι αυτοί ερμηνεύουν λαθεμένα, με παραμορφωτικό πρίσμα τα καθήκοντα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Προσπαθούν να παρουσιάσουν τα πράγματα έτσι που τάχα η λογοτεχνία και η τέχνη έχουν προορισμό να αναζητούν μόνο τα ελαττώματα, να μιλάνε κατά προτίμηση για το αρνητικό στη ζωή, για περιπτώσεις ανοργανωσιάς και να αποσιωπούν καθετί το θετικό. Αλλ’ ακριβώς το θετικό αυτό, το καινούργιο και το προοδευτικό στη ζωή είναι το σπουδαιότερο στην ορμητικά αναπτυσσόμενη πραγματικότητα της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

 
Οι φορείς των λαθεμένων και βλαβερών απόψεων και διαθέσεων συνέπηξαν μέτωπο εναντίον των συγγραφέων και των ζωγράφων, που στα έργα τους δίνουν πιστές και ζωντανές εικόνες της ανοδικής εξέλιξης της σοβιετικής κοινωνίας, θετικά πρότυπα των συγχρόνων μας. Στην κατηγορία εκείνων που οι κακόβουλοι επικριτές αποκαλούν με το περιφρονητικό παρατσούκλι «λουστραδόρος» κατατάσσονται απ’ αυτούς και συγγραφείς όπως ο συν. Γκριμπατσόφ και μερικοί άλλοι.

 
Υποστηρίζουμε τους συγγραφείς που παίρνουν σωστή θέση στη λογοτεχνία, που γράφουν για τα θετικά στοιχεία της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έργο που έχουν γράψει είναι απαλλαγμένο από τούτα ή εκείνα τα ελαττώματα και δεν μπορεί να γίνει εναντίον του κριτική. Ίσως στο έργο των συντρόφων αυτών και να υπάρξουν ορισμένες λαθεμένες υπερβολές, αλλά αυτό δεν δίνει σε κανένα το επιχείρημα και το δικαίωμα να τους δυσφημίζει, ν’ αρνιέται το ωφέλιμο έργο που έκαναν.

 
Θα βρεθούν σίγουρα μερικοί που θα προσπαθήσουν να ερμηνεύσουν την τέτοια εκτίμηση των γεγονότων και των φαινομένων της λογοτεχνικής ζωής ως σύνθημα για μονόπλευρη απεικόνιση της ζωής, για αποσιώπιση των ελαττωμάτων και των δυσκολιών που υπάρχουν στη σοβιετική πραγματικότητα. Αλλά εμείς προκαταβολικά απορρίπτουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την προσπάθεια αυτή που γίνεται με ακατάλληλα μέσα.


Εμάς, τους κομμουνιστές, κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει πως φοβόμαστε την κριτική, πως προσπαθούμε να συγκαλύπτουμε και να κρύβουμε τα ελαττώματα που παρουσιάζονται στη δουλειά μας. Η πείρα από την ιστορία απόδειξε πως ο φόβος της κριτικής και της αυτοκριτικής ταιριάζει στις τάξεις που σβήνουν και στα πολιτικά τους κόμματα. Το Κομμουνιστικό κόμμα, η Κεντρική του Επιτροπή δίνουν σε όλη τη δραστηριότητά τους το παράδειγμα του πώς πρέπει να αποκαλύπτουμε και να παραμερίζουμε τα ελαττώματα. Θυμηθείτε, λχ., σύντροφοι, τις αποφάσεις του κόμματος πάνω στα ζητήματα που αφορούν την αγροτική οικονομία, την αναδιοργάνωση της διεύθυνσης της βιομηχανίας και της ανοικοδόμησης, πάνω στα ζητήματα που αφορούν στην παραχώρηση ευρύτερων δικαιωμάτων στα τοπικά όργανα και την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας τους στη δουλειά, τον περιορισμό του προσωπικού στον κρατικό και τον κομματικό μηχανισμό και τη βελτίωση του τρόπου και των μεθόδων καθοδήγησης.