Category: Ντοκουμέντα


Η κομματικότητα στην καλλιτεχνική δημιουργία καθορίζεται όχι από την τυπική ένταξη του καλλιτέχνη στο κόμμα, αλλά από τις πεποιθήσεις του, από τις ιδεολογικές του θέσεις. Έχουμε πολλούς καλούς συγγραφείς που δεν είναι μέλη του κόμματος, αλλά τα έργα τους, όσον αφορά το ιδεολογικό τους περιεχόμενο, τον πολιτικό προσανατολισμό είναι βαθιά κομματικά και δικαίως ο λαός αναγνώρισε πως εκφράζουν τα συμφέροντά του.

 
Αν ο αγώνας για τα ιδεώδη του κομμουνισμού, για την ευτυχία του λαού είναι σκοπός της ζωής του καλλιτέχνη, αν ο καλλιτέχνης ζει συνυφασμένος με τα συμφέροντα του λαού, με τις σκέψεις του και τις προσδοκίες του, τότε με όποιο θέμα και αν καταπιαστεί, όποια φαινόμενα της ζωής και να αναπαραστήσει, τα έργα του θα ανταποκρίνονται στα συμφέροντα του λαού, του κόμματος και του κράτους.

 
Ένας τέτοιος καλλιτέχνης τον τρόπο να υπηρετεί το λαό τον διαλέγει ελεύθερα, χωρίς καταναγκασμό, σύμφωνα με την ίδια του την πεποίθηση και την κλίση του, σύμφωνα με την προσταγή της ψυχής και της καρδιάς του. Στις συνθήκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας όπου ο λαός είναι πραγματικά ελεύθερος, αληθινός κύριος της τύχης του και δημιουργός της καινούργιας ζωής, για ένα καλλιτέχνη που υπηρετεί πιστά το λαό του δεν μπαίνει ζήτημα αν είναι ή δεν είναι ελεύθερος στη δημιουργία του. Για έναν τέτοιο καλλιτέχνη το ζήτημα ποια στάση θα πάρει απέναντι στα φαινόμενα της πραγματικότητας είναι ξεκάθαρο, δεν του χρειάζεται να προσαρμόζεται, να καταναγκάζει τον εαυτό του, η αληθινή απόδοση της ζωής από τις θέσεις της κομμουνιστικής κομματικότητας είναι ανάγκη της ψυχής του, στις θέσεις αυτές στέκεται γερά, τις υποστηρίζει και τις υπερασπίζει στο δημιουργικό του έργο.

 
Η αληθινή απεικόνιση της ζωής της κοινωνίας, του λαού στα έργα λογοτεχνίας και τέχνης προϋποθέτει την υποχρέωση του καλλιτέχνη τόσο να δείχνει τις θετικές, τις φωτεινές πλευρές της σοσιαλιστικής πραγματικότητας που αποτελούν τη βάση της, όσο και να κριτικάρει τα ελαττώματα, να αποκαλύπτει και να καταδικάζει τα αρνητικά φαινόμενα που καθυστερούν την πρόοδό μας.

 
Στη ζωή, στην πραγματικότητα πλάι στο θετικό υπάρχει πάντοτε και το αρνητικό, όπως γίνεται με τα λουλούδια που στο πλάι τους φυτρώνουν καμιά φορά ζιζάνια. Στην απεικόνιση της πραγματικότητας όλα εξαρτώνται από τον συγγραφέα. Αν ο συγγραφέας υποστηρίζει τις θέσεις του κόμματος, αν υπηρετεί το λαό και θέλει ειλικρινά να βοηθάει το λαό να οικοδομεί την καινούργια κοινωνία, να ξεκαθαρίσει το δρόμο στην πάλη για την οικοδόμηση του κομμουνισμού, ο συγγραφέας αυτός, ο ζωγράφος, ο γλύπτης, ο συνθέτης θα βρει αρκετά καλά παραδείγματα στη ζωή των εργατών, των αγροτών, των διανοουμένων, στη ζωή που κάνουν ορισμένοι άνθρωποι, οι οργανωμένες ομάδες στα εργοστάσια, στα κολχόζ, στα σοβχόζ και θα είναι ικανός, προβάλλοντας αντιμέτωπο το θετικό στο αρνητικό να υποστηρίξει το θετικό, να το παρουσιάσει αληθινά, με ζωηρά χρώματα. Αν ένας συγγραφέας δεν χαίρεται με τις επιτυχίες του λαού του, τότε θα ψάχνει να βρει μόνο το άσχημο, το αρνητικό, θα σκαλίζει στους σκουπιδότοπους και θα το παρουσιάζει για χαρακτηριστικό στη ζωή.

 
Εμείς καταπολεμούσαμε και θα καταπολεμάμε κατηγορηματικά και αδιάλλαχτα κάθε μονόπλευρη, ασυνείδητη, ψεύτικη παρουσίαση της πραγματικότητάς μας στη λογοτεχνία και στην τέχνη. Καταδικάζουμε αυτούς που ψάχνουν να βρουν στη ζωή μόνο τα αρνητικά γεγονότα και χαιρεκακούν σχετικά μ’ αυτό, προσπαθούν να δυσφημίσουν, να λεκιάσουν τους σοβιετικούς μας θεσμούς.

 

Καταδικάζουμε ακόμη κι αυτούς που δημιουργούν πίνακες με πλαστή ομορφιά, γλυκανάλατους, που προσβάλλουν τα αισθήματα του λαού μας, ο οποίος δεν δέχεται και δεν ανέχεται κανενός είδους παραποίηση. Οι σοβιετικοί άνθρωποι απορρίπτουν και τα συκοφαντικά στην ουσία τους έργα, όπως είναι το βιβλίο του Ντούντιντσεφ «Ουκ επ’ άρτω μόνον», καθώς και τις γλυκανάλατες ταινίες που φέρνουν λιγούρα όπως είναι «Το αξέχαστο 1919» ή «Οι κοζάκοι του Κουμπάν».

 
Δυστυχώς ανάμεσα στους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών υπάρχουν μερικοί, όπως οι υπέρμαχοι της λεγόμενης «ελευθερίας της δημιουργίας», που θέλουν να προσπερνάμε, να παραβλέπουμε, να μη κρίνουμε με βάση τις αρχές μας και να μη κατακρίνουμε παρόμοια έργα, που παρουσιάζουν διαστρεβλωμένη τη ζωή της σοβιετικής κοινωνίας. Τους ανθρώπους αυτούς, φαίνεται, τους στενοχωρεί η καθοδήγηση της λογοτεχνίας και της τέχνης από το κόμμα και από το κράτος.

 

Μερικές φορές η αντίστασή τους στην καθοδήγηση αυτή είναι ανοιχτή, αλλά τις πιο πολλές φορές καλύπτουν τις διαθέσεις και τις επιθυμίες τους αυτές με συζητήσεις για περιττή κηδεμονία, για δέσμευση της πρωτοβουλίας κ.τ.π.

 
Δηλώνουμε ανοιχτά πως οι ιδέες αυτές είναι αντίθετες στις λενινιστικές αρχές που καθορίζουν τη στάση του κόμματος και του κράτους απέναντι στα ζητήματα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ο Λένιν, όπως είναι γνωστό, παίρνοντας υπόψη όλη την ειδική σημασία της λογοτεχνίας και της τέχνης, τόνιζε αδιάκοπα πως το κόμμα δεν μπορεί να στέκεται παράμερα από την καθοδήγηση του σπουδαίου αυτού κλάδου της πνευματικής ζωής της κοινωνίας και στην πρακτική του δράση ως αρχηγός του κόμματος και πρόεδρος της Σοβιετικής κυβέρνησης εφάρμοζε με συνέπεια την αρχή αυτή. Να ζεις στην κοινωνία και να είσαι αδέσμευτος από την κοινωνία δεν γίνεται, τονίζει ο Β. Ι. Λένιν. Υπογράμμιζε ακόμη ότι η ελεύθερη λογοτεχνία της σοσιαλιστικής κοινωνίας θα συνδέεται φανερά με την εργατική τάξη, ότι θα εμπνέεται από τα συμφέροντα των εργαζομένων, από τις ιδέες του σοσιαλισμού.

Δεν είναι τάχα απόδειξη υψηλής λενινιστικής προσήλωσης στις αρχές, γενναιότητας και αποφασιστικότητας του κόμματός μας η κριτική της προσωπολατρείας, η συνεπής και επίμονη πάλη για το ξεπέρασμα των συνεπειών της; Οι αποφάσεις του 20ου συνεδρίου του κόμματος, των Ολομελειών της Κεντρικής Επιτροπής είναι διαποτισμένες από το πνεύμα της μπολσεβίκικης κριτικής και αυτοκριτικής, από το πνεύμα της αδιαλλαξίας απέναντι στα ελαττώματα και στα λάθη. Ο μεγάλος Λένιν διδάσκει πως η πολιτική αρχών είναι η μοναδικά σωστή πολιτική. Το κόμμα ζητάει από κάθε κομμουνιστή, από κάθε υπεύθυνο των κομματικών και των κρατικών οργάνων υψηλή συναίσθηση ευθύνης για το έργο που τους ανατίθεται και τιμωρεί αυστηρά όλους όσοι στην πρακτική τους δουλειά απομακρύνονται από την πολιτική γραμμή του κόμματος, λησμονούν τα συμφέροντα του κόμματος και του λαού. Ούτε το πόστο που κατέχει ο υπεύθυνος, ούτε οι προηγούμενες υπηρεσίες του τον προστατεύουν, και δεν μπορούν να τον προστατεύσουν, από την κριτική και τη λογοδοσία απέναντι στο κόμμα και στο λαό.

 
Το όλο ζήτημα βρίσκεται στο εξής: από ποιες θέσεις και για ποιο σκοπό γίνεται η κριτική. Εμείς αποκαλύπτουμε και κριτικάρουμε τα ελαττώματα και τα λάθη για να τα εξαλείψουμε σαν εμπόδια από το δρόμο μας, να στερεώσουμε ακόμη πιο πολύ το σοβιετικό μας σύστημα, τις θέσεις του Κομμουνιστικού μας κόμματος, να εξασφαλίσουμε καινούργιες επιτυχίες και πιο γρήγορη κίνηση προς τα μπρος. Και τι γίνεται με μερικούς λογοτέχνες, όταν αρχίζουν να κριτικάρουν τις ελλείψεις; Χωρίς να ξέρουν τη ζωή, χωρίς να κατέχουν την απαραίτητη πολιτική πείρα, την ικανότητα να βλέπουν το κύριο και το καθοριστικό στη ζωή πιάνονται από τις ελλείψεις και τα λάθη τούτων ή εκείνων των υπευθύνων, σωριάζουν ανεξέταστα και αβασάνιστα όλα σ’ ένα σωρό, πανικοβάλλονται και προσπαθούν να πανικοβάλλουν άλλους.

 
Σε μια τέτοια ελάχιστα ζηλευτή θέση βρέθηκε συγκεκριμένα ο συγγραφέας Β. Ντούντιντσεφ. Στο βιβλίο του «Ουκ επ’ άρτω μόνον», που προσπαθούν σήμερα να το χρησιμοποιήσουν εναντίον μας οι αντιδραστικές δυνάμεις του εξωτερικού, είναι με προκατάληψη τραβηγμένα ορισμένα αρνητικά γεγονότα που φωτίζονται με επιτήδευση από θέσεις εχθρικές για μας. Στο βιβλίο του Ντούντιντσεφ υπάρχουν και σωστές, δυνατές σελίδες, αλλά ο γενικός προσανατολισμός του βιβλίου στη βάση του δεν είναι σωστός. Δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση πως ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού δεν είναι διαποτισμένος από το ενδιαφέρον για την εξάλειψη των ελλείψεων που είδε στη ζωή μας, υπερβάλλει από πρόθεση τα πράγματα, ατενίζει με χαιρεκακία τις ελλείψεις. Το πνεύμα αυτό στην απεικόνιση της πραγματικότητας στα έργα της λογοτεχνίας και της τέχνης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια για παρουσίασή της σε διαστρεβλωμένη μορφή, σε παραμορφωτικό καθρέφτη.

 
Δεν μένει παρά να εκφράσουμε τη λύπη μας που αυτή τη νοσηρή και βλαβερή τάση δεν την παρατηρήσανε, δεν κάνανε έγκαιρα τη σωστή εκτίμησή της και δεν την αποκρούσανε έγκαιρα μερικά λογοτεχνικά περιοδικά και εκδόσεις. Η σύνταξη του περιοδικού «Νοβί μιρ» παραχώρησε σελίδες του περιοδικού για να δημοσιευτούν έργα όμοια με το βιβλίο του Ντούντιντσεφ. Μια σειρά φιλολογικά περιοδικά και οι διευθυντές μερικών εκδοτικών οργανισμών δεν στάθηκαν στο επιβαλλόμενο ύψος, ξέφυγαν σε μια σειρά περιπτώσεις, γλίστρησαν από τις βασικές θέσεις αρχών. Οι σύντροφοι αυτοί άρχισαν να ξεχνάνε πως ο τύπος είναι το κύριο ιδεολογικό μας όπλο που έχει τον προορισμό να χτυπάει τους εχθρούς της εργατικής τάξης, τους εχθρούς των εργαζομένων. Όπως ένας στρατός δεν μπορεί να κάνει μ’ επιτυχία την ιδεολογική του δουλειά χωρίς ένα τέτοιο δραστικό και μαχητικό όπλο, όπως είναι ο τύπος. Δεν μπορούμε να παραδίνουμε τα δημοσιογραφικά όργανα σε μη σίγουρα χέρια. Τα όργανα αυτά πρέπει να τα κρατάνε στα χέρια τους οι πιο πιστοί, οι πιο σίγουροι, οι πιο σταθεροί πολιτικά και οι πιο αφοσιωμένη στην υπόθεσή μας άνθρωποι.

 
Αυτό ξεχάστηκε και το αποτέλεσμα ήταν ότι μερικά δημοσιογραφικά όργανα της Ένωσης συγγραφέων, αντί να υπερασπίζουν με συνέπεια τη γραμμή αρχών στη λογοτεχνία, βρέθηκαν κάτω από την ισχυρή επιρροή ορισμένων προσώπων που στέκουν σε λαθεμένες θέσεις και έγιναν, στην ουσία, φορείς νοσηρών αντιλήψεων και τάσεων. Αυτό που είπα αφορά κυρίως το αλμανάκ «Φιλολογική Μόσχα». Στο αλμανάκ αυτό δημοσιεύθηκαν ελαττωματικά από ιδεολογική άποψη έργα και άρθρα που τα αποδοκίμασε ζωηρά το κοινό μας και προπάντων οι ίδιοι οι συγγραφείς. Σωστά μίλησαν γι’ αυτό το πράγμα πολλοί λογοτέχνες στην ολομέλεια της διοίκησης της Ένωσης συγγραφέων. Στο μεταξύ τα μέλη της συντακτικής επιτροπής του αλμανάκ έδειξαν πως δεν σέβονται την κριτική των λαθών τους, τη γνώμη των συναδέλφων τους, των συγγραφέων, και αποφύγανε να μιλήσουν ανοιχτά και τίμια για τη θέση που είχαν πάρει. Πρέπει ιδιαίτερα να αναφέρουμε τη συν. Αλιγγέρ η οποία ως και σήμερα επιμένει στη γνώμη της πως η γραμμή του αλμανάκ «Φιλολογική Μόσχα» ήταν τάχα σωστή, παίρνει κάτω από την προστασία της τα δημοσιευμένα στο αλμανάκ έργα, όπου έχουν περάσει ιδέες που εμείς δεν έχουμε καμιά σχέση μ’ αυτές.

 
Ανάμεσα στους παράγοντες της λογοτεχνίας και της τέχνης πολλά λέγονται για κομματικότητα, για λαϊκότητα, για ελευθερία δημιουργίας και για κομματική καθοδήγηση. Τα ζητήματα αυτά αξίζουν να τα προσέξουμε σοβαρά. Γι’ αυτό πρέπει να μιλήσουμε πιο πολύ, γιατί σε όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν γύρω από το θέμα αυτό πολλά είναι λαθεμένα και μπερδεμένα, κι αυτό προκαλεί σύγχυση και αναστάτωση στα μυαλά του κόσμο, τον εμποδίζει να κατανοεί σωστά την πολιτική του κόμματος στα ζητήματα της λογοτεχνίας και της τέχνης, τις λενινιστικές αρχές της καθοδήγησης των σπουδαιότατων αυτών τομέων της ιδεολογικής δουλειάς από το κόμμα.

 
Μερικές παρατηρήσεις για την κομματικότητα και τη λαϊκότητα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Πρώτο και κύριο δεν πρέπει να βάλουμε αντιμέτωπες τις έννοιες της κομματικότητας και της λαϊκότητας. Η δύναμη της σοβιετικής σοσιαλιστικής κοινωνίας βρίσκεται στην ένωση του Κομμουνιστικού κόμματος και του λαού. Η πολιτική του Κομμουνιστικού κόμματος εκφράζει τα ζωτικά συμφέροντα του λαού και αποτελεί το ζωντανό θεμέλιο του σοβιετικού κοινωνικού και κρατικού συστήματος. Γι’ αυτό θα ήταν μεγάλη πλάνη να νομίζουμε πως στις σοβιετικές μας συνθήκες μπορούμε να υπηρετούμε το λαό χωρίς να παίρνουμε ενεργό μέρος στην εφαρμογή της πολιτικής του Κομμουνιστικού κόμματος. Δεν είναι δυνατό να θέλουμε να συμβαδίζουμε με το λαό, χωρίς να συμμεριζόμαστε τις απόψεις του κόμματος, την πολιτική του γραμμή. Όποιος θέλει να είναι με το λαό, εκείνος θα είναι πάντοτε με το κόμμα. Όποιος υποστηρίζει σταθερά τις θέσεις του κόμματος, εκείνος θα είναι πάντοτε με το λαό.

http://atexnos.gr/lef-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ πιστεύει πως οι φιλικές συναντήσεις και συζητήσεις με λογοτέχνες και καλλιτέχνες πάνω στα σπουδαιότερα ζητήματα της ιδεολογικής δουλειάς ωφελούν πολύ και αξίζουν κάθε υποστήριξη. Μου άρεσε πολύ που στις συναντήσεις και τις συζητήσεις που έγιναν τον τελευταίο καιρό στην ΚΕ του ΚΚΣΕ οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες μίλησαν ανοιχτά και αβίαστα για όλα τα προβλήματα που τους συγκινούν. Μιλούσαν σε περιβάλλον φιλικό τους κι έγιναν κατανοητοί σωστά. Οι μορφές αυτές επικοινωνίας είναι στο έπακρο αναγκαίες για φιλική ανταλλαγή απόψεων, πράγμα που δημιουργεί αλληλοκατανόηση και κοινές απόψεις πάνω στα φλέγοντα ζητήματα της ζωής και της δουλειάς μας.

 
Γιατί τάχα το κόμμα δίνει τόσο μεγάλη προσοχή στα ζητήματα της λογοτεχνίας και της τέχνης; Επειδή στη λογοτεχνία και στην τέχνη ανήκει ένας εξαιρετικά σπουδαίος ρόλος στην ιδεολογική δουλειά του κόμματός μας, στο έργο της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των εργαζομένων. Οι συγγραφείς, οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι συνθέτες, οι παράγοντες της κινηματογραφικής και της θεατρικής τέχνης, όλη η διανόησή μας με το έργο της παίρνουν ενεργό μέρος στη δημιουργική δραστηριότητα της σοβιετικής κοινωνίας, υπηρετούν πιστά το λαό τους. Το Κομμουνιστικό κόμμα θεωρεί τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες ειλικρινείς του φίλους και βοηθούς, σίγουρο στήριγμά του στην ιδεολογική πάλη. Το κόμμα ενδιαφέρεται για την άνθιση, για το υψηλό ιδεολογικό περιεχόμενο και για την καλλιτεχνικότητα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ο λαός μας έχει ανάγκη από έργα λογοτεχνίας, ζωγραφικής, μουσικής, τέτοια που εκφράζουν το πάθος της εργασίας, που να το κατανοεί ο λαός. Η μέθοδος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού εξασφαλίζει απεριόριστες δυνατότητες για να δημιουργηθούν τα έργα αυτά. Το κόμμα καταπολεμάει ασυμφιλίωτα τη διείσδυση επιδράσεων της ξένης ιδεολογίας στη λογοτεχνία και την τέχνη, αποκρούει αμείλικτα τις εχθρικές επιθέσεις που γίνονται εναντίον του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

 
Η ιδεολογική πάλη στον τομέα της λογοτεχνίας και της τέχνης είναι δύσκολη και ιδιόμορφη γιατί σήμερα, ανάμεσα στ’ άλλα, αναγκαζόμαστε να προστατεύσουμε τη λογοτεχνία και την τέχνη όχι μόνο από τις εξωτερικές επιθέσεις, αλλά και από τις προσπάθειες ορισμένων εκπροσώπων τους να σπρώξουν τη λογοτεχνία και την τέχνη σε λαθεμένο δρόμο, να τις απομακρύνουν από την κύρια γραμμή της εξέλιξης.

 
Η κύρια γραμμή της εξέλιξης συνίσταται στο ότι η λογοτεχνία και η τέχνη πρέπει να συνδέονται πάντοτε αδιάσπαστα με τη ζωή του λαού, να εκφράζουν πιστά τον πλούτο και την πολυμορφία της σοσιαλιστικής μας πραγματικότητας, να δείχνουν έντονα και πειστικά τη μεγάλη μεταπλαστική δραστηριότητα του σοβιετικού λαού, τις ευγενείς επιδιώξεις και τους ευγενείς σκοπούς του, τα υψηλά ηθικά προσόντα του. Ο ύψιστος κοινωνικός προορισμός της λογοτεχνίας και της τέχνης είναι να ξεσηκώνουν το λαό στην πάλη για καινούργιες επιτυχίες στην οικοδόμηση του κομμουνισμού.

 
Πρέπει να ομολογήσουμε, σύντροφοι, πως ανάμεσα στους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες υπάρχουν ακόμη ορισμένοι που κάποτε χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, απομακρύνονται από το σωστό δρόμο. Οι άνθρωποι αυτοί ερμηνεύουν λαθεμένα, με παραμορφωτικό πρίσμα τα καθήκοντα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Προσπαθούν να παρουσιάσουν τα πράγματα έτσι που τάχα η λογοτεχνία και η τέχνη έχουν προορισμό να αναζητούν μόνο τα ελαττώματα, να μιλάνε κατά προτίμηση για το αρνητικό στη ζωή, για περιπτώσεις ανοργανωσιάς και να αποσιωπούν καθετί το θετικό. Αλλ’ ακριβώς το θετικό αυτό, το καινούργιο και το προοδευτικό στη ζωή είναι το σπουδαιότερο στην ορμητικά αναπτυσσόμενη πραγματικότητα της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

 
Οι φορείς των λαθεμένων και βλαβερών απόψεων και διαθέσεων συνέπηξαν μέτωπο εναντίον των συγγραφέων και των ζωγράφων, που στα έργα τους δίνουν πιστές και ζωντανές εικόνες της ανοδικής εξέλιξης της σοβιετικής κοινωνίας, θετικά πρότυπα των συγχρόνων μας. Στην κατηγορία εκείνων που οι κακόβουλοι επικριτές αποκαλούν με το περιφρονητικό παρατσούκλι «λουστραδόρος» κατατάσσονται απ’ αυτούς και συγγραφείς όπως ο συν. Γκριμπατσόφ και μερικοί άλλοι.

 
Υποστηρίζουμε τους συγγραφείς που παίρνουν σωστή θέση στη λογοτεχνία, που γράφουν για τα θετικά στοιχεία της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έργο που έχουν γράψει είναι απαλλαγμένο από τούτα ή εκείνα τα ελαττώματα και δεν μπορεί να γίνει εναντίον του κριτική. Ίσως στο έργο των συντρόφων αυτών και να υπάρξουν ορισμένες λαθεμένες υπερβολές, αλλά αυτό δεν δίνει σε κανένα το επιχείρημα και το δικαίωμα να τους δυσφημίζει, ν’ αρνιέται το ωφέλιμο έργο που έκαναν.

 
Θα βρεθούν σίγουρα μερικοί που θα προσπαθήσουν να ερμηνεύσουν την τέτοια εκτίμηση των γεγονότων και των φαινομένων της λογοτεχνικής ζωής ως σύνθημα για μονόπλευρη απεικόνιση της ζωής, για αποσιώπιση των ελαττωμάτων και των δυσκολιών που υπάρχουν στη σοβιετική πραγματικότητα. Αλλά εμείς προκαταβολικά απορρίπτουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την προσπάθεια αυτή που γίνεται με ακατάλληλα μέσα.


Εμάς, τους κομμουνιστές, κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει πως φοβόμαστε την κριτική, πως προσπαθούμε να συγκαλύπτουμε και να κρύβουμε τα ελαττώματα που παρουσιάζονται στη δουλειά μας. Η πείρα από την ιστορία απόδειξε πως ο φόβος της κριτικής και της αυτοκριτικής ταιριάζει στις τάξεις που σβήνουν και στα πολιτικά τους κόμματα. Το Κομμουνιστικό κόμμα, η Κεντρική του Επιτροπή δίνουν σε όλη τη δραστηριότητά τους το παράδειγμα του πώς πρέπει να αποκαλύπτουμε και να παραμερίζουμε τα ελαττώματα. Θυμηθείτε, λχ., σύντροφοι, τις αποφάσεις του κόμματος πάνω στα ζητήματα που αφορούν την αγροτική οικονομία, την αναδιοργάνωση της διεύθυνσης της βιομηχανίας και της ανοικοδόμησης, πάνω στα ζητήματα που αφορούν στην παραχώρηση ευρύτερων δικαιωμάτων στα τοπικά όργανα και την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας τους στη δουλειά, τον περιορισμό του προσωπικού στον κρατικό και τον κομματικό μηχανισμό και τη βελτίωση του τρόπου και των μεθόδων καθοδήγησης.

… Σε δυόμιση μέρες ειπώθηκαν εδώ τόσα ενδιαφέροντα πράγματα, που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη συζήτησή μας. Έχω πεισθεί, ύστερα από τις τόσες ομιλίες που άκουσα, ότι η σημερινή μας συνάντηση δεν αποτελεί και την τελευταία μας συνάντηση.

 
Δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι θα μάθουμε γρήγορα να συνεννοούμαστε. Αν θέλετε, υπάρχει ακόμα καιρός. Ζούμε σε μακρινές αποστάσεις. Στη χώρα μας σχηματίστηκαν διαφορετικές ιδέες για τις αρχές που έχουνε σχέση με την ηθική και πνευματική αξία στην κοινωνική ζωή, και μεις οι ίδιοι σαν ποιητές είμαστε λίγο διαφορετικοί από τους Γάλλους και τους Ιταλούς ποιητές. Εμείς στην πλειονότητά μας είμαστε «πνευματικοί άνθρωποι από μια γενιά» και, να, γιατί μπορεί να μη βρίσκεται σε μας η φινέτσα και η αναγκαία ακρίβεια στην κρίση. Πιστεύω, όμως, ότι έχουμε ένα ουσιαστικό σημείο εκκίνησης που θα μας επιτρέψει να φτάσουμε στην κατανόηση.

 
Ακούγοντας όσα ειπώθηκαν σ’ αυτές τις τρεις μέρες είχα την εντύπωση ότι το νερό έμενε νερό και το λάδι έμενε λάδι, μα μερικές φορές το λάδι διαλυόταν μες στο νερό κι αυτό είναι κιόλας μια νίκη, γιατί πρώτη φορά ανοίγουμε ένα διάλογο αναμεταξύ μας, ανάμεσα στην ποίηση της δύσης, που σηκώνει το βάρος της παλιάς κουλτούρας, η οποία γίνεται πότε πότε ένα ογκώδες και ενοχλητικό εμπόδιο, και την ποίησή μας που είναι γεμάτη απληστία για την κουλτούρα.

 
Θέλω να προτείνω, θέλω να αναλάβω ορισμένες υποχρεώσεις απέναντι στους Ιταλούς φίλους μας.

 
Η πρώτη υποχρέωση: μόλις γυρίσουμε στην πατρίδα μας, στη Μόσχα, στο Λένινγκραντ, στο Κίεβο, θα αναφέρουμε μέσω των περιοδικών μας και άλλων δημοσιευμάτων, και με τη μεγαλύτερη αντικειμενικότητα στις λεπτομέρειές τους όσα ειπώθηκαν για την ποίηση, εδώ, σ’ αυτή την αίθουσα, απ’ τους συναδέλφους μας. Θα προσπαθήσουμε όλοι οι ποιητές μας να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη συζήτηση που εδώ στη Ρώμη έγινε μόνο η αρχή της. Θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τη συζήτηση στις στήλες του λογοτεχνικού μας τύπου. Φτιάχνουμε τώρα ένα γεφύρι για να περάσουμε το ποτάμι μιας παρατεταμένης ασυνεννοησίας και πρέπει να του κάνουμε γερά θεμέλια.

 
Θέλω τώρα ν’ απαντήσω στην ερώτηση που μου έκανε ο ποιητής Ακκρόκκα: ο Ακκρόκκα ζητούσε να μας πει «αυτός ο πρώτος γραμματέας» τι μπορεί να γίνει για τη μετάφραση Ιταλών ποιητών στη ρώσικη γλώσσα. Το να είμαι ο πρώτος γραμματέας της Ένωσης των συγγραφέων μας δεν είναι ένα γεγονός που μου φέρνει χαρά, μου είναι μάλιστα μια επαχθής ασχολία. Ο πρώτος γραμματέας πολύ σπάνια βλέπει και ξεμοναχιάζει αυτό το ωραίο κορίτσι που λέγεται «Μούσα». Εγώ δεν μπορώ να δίνω διαταγές σ’ αυτούς που τυπώνουν βοβλία, μα εμείς οι σοβιετικοί ποιητές αναλαμβάνουμε εδώ μια υποχρέωση: να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να γίνει καλύτερα γνωστή η ιταλική ποίηση στη χώρα μας με μεταφράσεις και με δημοσιεύσεις στα περιοδικά και τις εφημερίδες μας. Αν το θέλετε, ελπίζω να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας στη Μόσχα.

 
Μπορεί κάποιος απ’ τους Ιταλούς ποιητές να βρει τον καιρό για να περάσει το περίφημο «σιδηρούν παραπέτασμα» και τότε ίσως συνεχίσουμε στη χώρα μας το διάλογο, που εδώ έχουμε αρχίσει. Αν το κρίνετε σκόπιμο, προτείνω όχι πια τη σύσταση μιας επιτροπής, αλλά τη σύσταση μιας ομάδας πρωτοβουλίας, που να μας φέρνει αμοιβαία σ’ επαφή και να μας ενημερώνει πάνω στις τάσεις περιβάλλοντος και πνεύματος της σύγχρονης, της μοντέρνας ποίησης στις δυο χώρες.
Αυτές είναι οι προτάσεις μας στο τέλος αυτών των ημερών, όπου η συζήτηση αν δεν είχε συγκεκριμένα αποτελέσματα, άρχισε ωστόσο.

 
Δυο ομιλίες εδώ μου έχουν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Η πρώτη είναι η έξυπνη ομιλία του κριτικού Τζιανκάρλο Βιγκορέλλι και η δεύτερη η ενδιαφέρουσα ομιλία του καθηγητή Ριπελλίνο. Πιστεύω ότι σ’ αυτές τις δυο ομιλίες υπάρχει πλουσιότατο υλικό για ν’ ανοίξουμε μια μεγάλη συζήτηση πάνω στις τύχες της ποίησής μας, πάνω στις τύχες της Ποίησης.

 
Αν η διεύθυνση του περιοδικού «Κοντεμποράνεο» με δεχόταν για συνεργάτη του περιοδικού, θα έκανα πολύ ευχαρίστως μια συζήτηση μ’ αυτούς τους δυο φίλους, μια και δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να την κάνω τώρα. Μόνο για ένα πράμα θέλω να απαντήσω στον Βιγκορέλλι. Μιλούσε για δυσκολίες, για το γεγονός ότι οι ποιητές του δυτικού κόσμου ζούνε μέσα σε συνθήκες πιο δύσκολες από τους ποιητές της χώρας μας. Δεν είμαι εντελώς σύμφωνος μαζί του. Δεν μπορώ να είμαι σύμφωνος μαζί του, γιατί εμείς ζούμε στο μέρος εκείνο του πλανήτη που πραγματοποιούνται οι πιο βαθιές αλλαγές της ιστορίας. Εμείς ζούμε σε μια κοινωνία, όπου στα τελευταία σαράντα χρόνια ολόκληρες κοινωνικές τάξεις έχουν εξαφανιστεί απ’ τον κοινωνικό χώρο. Αυτό πρέπει να το θυμάται κανείς όταν κρίνει τις αρετές και τις αδυναμίες μας.

 
Θέλω να αναπτύξω τη σκέψη του Βιγκορέλλι για τον κριτικό πεσσιμισμό, γιατί, αντικαθιστώντας ίσως μερικούς όρους, μπορούμε να μείνουμε σύμφωνοι στην ουσία.

 
Δεν θά’ θελα μερικοί από εσάς να βλέπουν την ποίησή μας σαν ένα μπουνταλά που χορεύει σε μια κηδεία. Δεν είναι σωστό. Η ηλίθια αισιοδοξία δεν είναι η αισιοδοξία μιας κοινωνίας που βαδίζει σ’ ένα δρόμο εξαιρετικά δύσκολο. Προχωράμε μέσα απ’ το αίμα, μέσα από ανυπόφορες οδύνες, μέσα από καταστροφές τεράστιας σημασίας. Είναι φοβερό σ’ αυτό το κινούμενο ιστορικό φόντο να βλέπει κανείς το χορό του ηλιθίου που αισιοδοξεί.

 
Μα εμείς πιστεύουμε στο αύριο της ανθρωπότητας. Έχουμε εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, και πιστεύουμε ότι είναι κάτι καλύτερο απ’ ό,τι μερικοί νομίζουν. Το μόνο μας φταίξιμο είναι ότι πιστεύουμε στη δυνατότητα να ξεκαθαρίσουμε αυτή την κατάσταση που εξαιτίας της η πλάτη του ενός κρύβει τον ήλιο από εκατομμύρια ανθρώπους.

 
Κατηγορείστε μας, αν θέλετε, ότι γι’ αυτά τα πράματα μιλάμε μια χωριάτικη, μια μονότονη γλώσσα, μη μας θίγετε όμως με τη ρετσινιά του «κονφορμισμού». Δεν ξέρουμε να πεθαίνουμε μόνο στους στίχους. Ξέρουμε να πεθαίνουμε και όταν μας σημαδεύουν τα ντουφέκια. Η γυναίκα, που κάθεται εδώ μαζί μας, η ποιήτρια Βέρα Ίνμπερ, μας ήρθε απ’ τον παλιό κόσμο. Το ’42 όταν ο πληθυσμός του Λένινγκραντ πέθαινε κυριολεκτικά απ’ την πείνα, αυτή η γυναίκα είδε και έζησε τόσο φοβερά πράματα που η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναγνωρίσει. Εμείς τη συναντήσαμε όταν γυρνούσε απ’ το πολιορκημένο Λένινγκραντ. Μας έφερνε το ποίημα: «Η Μεριντιάνα του Πουχώφ». Γύρισε απ’ το Λένινγκραντ διαφορετική.

 
Αγαπητοί φίλοι, είμαστε άνθρωποι σε μια δύσκολη μοίρα. Δεκαεφτά χρονών είδα για πρώτη φορά, σε απόσταση ενάμισι μέτρο από μένα, πως μπορούσαν να σκοτώνουν έναν άνθρωπο. Δεκαοχτώ χρονών για πρώτη φορά πολυβολούσα τον κόσμο που έτρεχε να φτάσει τα χαρακώματά μας.

 
Πενήντα χρονών βρισκόμαστε με την πείρα του αιώνα μας στην πλάτη και πρέπει να τη σηκώσουμε. Κανείς Στάλιν δεν μπορούσε να μας φοβίσει και να μας κάνει διαφορετικούς απ’ αυτό που είμαστε. Καμιά αισιοδοξία δεν μπορούσε να μας κάνει να ψευτίσουμε απέναντι στη συνείδησή μας. Ό,τι είναι συνδεδεμένο με το όνομα του Στάλιν, είναι σύνθετο, δύσκολο να εννοηθεί. Αποτελεί τη διαλεκτική της εξέλιξης της νέας κοινωνίας. Είναι σκληρή η διαλεκτική της εξέλιξης, ματωμένη, γεμάτη ακόμη και από αδικίες.

 
Σας παρακαλούμε μονάχα για ένα πράμα. Προσπαθήστε να μας καταλάβετε, έτσι όπως είμαστε, χωρίς να χρησιμοποιείτε διαστάσεις και μέτρα μιας άλλης κοινωνίας, γιατί αυτά τα μέτρα δεν μπορεί να είναι σύμφυτα με το ειδικό βάρος της ύπαρξής μας. Απ’ αυτό το δρόμο περνούν και οι αρετές και οι αδυναμίες της ποίησής μας. Έχουμε ξεπεράσει το ατομικιστικό κλείσιμο του ποιητή. Ο θαυμάσιος Ρώσος ποιητής Αλέξανδρος Μπλοκ έγραφε:

 

«Ένας καινούργιος συνοικισμός γεννήθηκε στην άκρη της πόλης, πάνω στους κινητούς βάλτους. Ζούνε εκεί οι ποιητές και ο καθένας τους συναντάει τον άλλο, μ’ ένα χαμόγελο περηφάνειας».

 

Κάποτε είχαμε πολλούς «υπεράνθρωπους» και λιγότερο «κοινούς θνητούς». Θέλουμε η ποίηση να είναι ανθρώπινη και όχι υπερ-ανθρώπινη. Θέλουμε η ποίηση να βοηθάει τον άνθρωπο να ζήσει τη ζωή του πάνω στη γη και όχι να μπερδεύει την ύπαρξή του με πράματα που κανείς μονάχα μπορεί να τα μαντέψει.

 
Θέλουμε τα καλά ποιήματα να βοηθάνε τον άνθρωπο για να γίνει πιο ωραίος, πιο ψηλός στο ανάστημα, με πιο πλατιούς ώμους. Θέλω να πω, με πλήρη συνείδηση, ότι το μεγαλύτερο μέρος απ’ τις ομιλίες των Ιταλών ποιητών, αυτό το σκοπό είχε. Τό’ βλεπε κανείς ότι ήθελαν να δώσουν στον άνθρωπο αυτή την πνευματική τροφή.

 
Θα μου επιτρέψετε να κλείσω την ομιλία μου μ’ ένα άλλο ποίημα του Αλέξανδρου Μπλοκ που σ’ αυτό βλέπω ένα είδος επίπεδου πάνω στο οποίο θα μπορούσε να συνεχιστεί η συζήτησή μας:
«Σ’ αναγνωρίζω ζωή, σε δέχομαι, σε χαιρετώ στον ήχο της ασπίδας».

 

Επιθεώρηση Τέχνης

σε σχέση με τα άλλα πάντα

Από το άλλο μέρος, η αγροτιά, στην τάση της για νέες μορφές συμβίωσης, αντιμετώπιζε πολύ ασυνείδητα, πατριαρχικά, τυφλά, το ζήτημα τι είδους θα έπρεπε να είναι αυτή η συμβίωση, με ποια πάλη πρέπει να κατακτήσει τη λευτεριά της, τι λογής ηγέτες μπορεί να έχει σ’ αυτή την πάλη, τι στάση κρατά η αστική τάξη και η αστική διανόηση απέναντι στα συμφέροντα της αγροτικής επανάστασης, γιατί είναι απαραίτητη η βίαιη ανατροπή της τσαρικής εξουσίας για την εξάλειψη της τσιφλικάδικης γαιοκτησίας. Όλη η προηγούμενη ζωή της αγροτιάς τη δίδαξε να μισεί τον άρχοντα και τον αξιωματούχο, αλλά δεν τη δίδαξε και δεν μπορούσε να τη διδάξει πού ν’ αναζητήσει την απάντηση σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα. Στην επανάστασή μας η μικρότερη μερίδα της αγροτιάς αγωνίστηκε πραγματικά και οργανώθηκε έστω κι ως ένα βαθμό γι’ αυτό το σκοπό, και μια ολότελα μικρή μερίδα ξεσηκώθηκε με το όπλο στο χέρι για τη συντριβή των εχθρών της, για την εξόντωση των υπηρετών του τσάρου και των υπερασπιστών των τσιφλικάδων. Η μεγαλύτερη μερίδα της αγροτιάς έκλαιγε και προσευχόταν, συλλογιζόταν και ονειροπολούσε, έγραφε αιτήσεις και έστελνε «ικέτες», ολότελα στο πνεύμα του Λέοντα Νικολάιτς Τολστόι! Και όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, η τολστοϊκή αποχή από την πολιτική, η τολστοϊκή απάρνηση της πολιτικής, η έλλειψη ενδιαφέροντος γι’ αυτήν και κατανόησής της έκαναν ώστε το συνειδητό και επαναστατικό προλεταριάτο να το ακολουθήσει η μειοψηφία, ενώ η πλειοψηφία έπεσε θύμα των χωρίς αρχές δουλοπρεπών αστών διανοουμένων, που με τον τίτλο του καντέτου έτρεχαν από τη συνέλευση των τρουντοβίκων στον προθάλαμο του Στολίπιν, εκλιπαρούσαν, παζάρευαν, συμφιλίωναν, υπόσχονταν να συμφιλιώσουν, ώσπου διώχτηκαν με μια κλωτσιά στρατιωτικής αρβύλας. Οι ιδέες του Τολστόι είναι ο καθρέφτης της αδυναμίας, των ελλείψεων της αγροτικής μας εξέγερσης, η αντανάκλαση της μαλθακότητας του πατριαρχικού χωριού και της στενοκέφαλης δειλίας του «νοικοκύρη-μουζίκου».

 
Πάρτε τις στρατιωτικές εξεγέρσεις στα 1905-1906. Η κοινωνική σύνθεση των αγωνιστών αυτών της επανάστασής μας βρίσκεται στο ενδιάμεσο μεταξύ αγροτιάς και προλεταριάτου. Το τελευταίο αποτελεί μειοψηφία. Γι’ αυτό το λόγο, το κίνημα μέσα στο στρατό δεν παρουσιάζει, έστω και κατά προσέγγιση, τόση πανρωσική συσπείρωση, τόση κομματική συνειδητότητα, όση παρουσίασε το προλεταριάτο που λες με μια κίνηση του χεριού έγινε σοσιαλδημοκρατικό. Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει τίποτε πιο λαθεμένο από τη γνώμη ότι η αιτία της αποτυχίας των στρατιωτικών εξεγέρσεων ήταν, τάχα, η έλλειψη καθοδηγητών από το σώμα των αξιωματικών. Αντίθετα, η γιγάντια πρόοδος της επανάστασης από τον καιρό της Ναρόντναγια Βόλια εκδηλώθηκε ακριβώς στο ότι τα όπλα ενάντια στη διοίκηση τα πήραν στα χέρια τους τα «κωθώνια», που το ανεξάρτητο πνεύμα τους τόσο πολύ φόβισε τους φιλελεύθερους τσιφλικάδες και τους φιλελεύθερους αξιωματικούς. Ο στρατιώτης ήταν γεμάτος συμπάθεια για την υπόθεση των αγροτών. Τα μάτια του άστραφταν μόλις γινόταν λόγος για τη γη. Πολλές φορές στο στρατό η εξουσία πέρασε στα χέρια της μάζας των στρατιωτών, αλλά αποφασιστική χρήση αυτής της εξουσίας δεν είχαμε σχεδόν καθόλου. Οι στρατιώτες ταλαντεύονταν. Ύστερα από μια-δυο μέρες, και κάποτε ύστερα από μερικές ώρες, αφού σκότωναν κάποιο μισητό διοικητή, απελευθέρωναν τους άλλους που είχαν συλλάβει, άρχιζαν διαπραγματεύσεις με την εξουσία και ύστερα άφηναν να τους τουφεκίζουν, να τους μαστιγώνουν, ξανάμπαιναν κάτω από το ζυγό, εντελώς σύμφωνα με το πνεύμα του Λέοντα Νικολάιτς Τολστόι!

 
Ο Τολστόι καθρέφτισε το μίσος που έβραζε, την ώριμη πια τάση για κάτι καλύτερο, τον πόθο του λυτρωμού από το παρελθόν και την ανωριμότητα των ονειροπολημάτων, την έλλειψη πολιτικής διαπαιδαγώγησης, την επαναστατική μαλθακότητα. Οι ιστορικοοικονομικές συνθήκες εξηγούν και την αναγκαιότητα της εμφάνισης της επαναστατικής πάλης των μαζών και το ανέτοιμό τους γι΄αυτή την πάλη, την τολστοϊκή μη αντίσταση στο κακό, που στάθηκε η σοβαρότερη αιτία της ήττας της πρώτης επαναστατικής εκστρατείας.

 
Λένε ότι οι νικημένοι στρατοί διδάσκονται καλά. Φυσικά, η σύγκριση των επαναστατημένων τάξεων με τους στρατούς είναι σωστή μόνο με μια πολύ περιορισμένη έννοια. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού τροποποιεί και οξύνει κάθε ώρα τους όρους που έσπρωχναν στην επαναστατική-δημοκρατική πάλη τα εκατομμύρια των αγροτών, που τους έχει ενώσει το μίσος ενάντια στους τσιφλικάδες-φεουδάρχες και στην κυβέρνησή τους. Μέσα στην ίδια την αγροτιά η αύξηση των ανταλλαγών, η επέκταση της κυριαρχίας της αγοράς και της εξουσίας του χρήματος εκτοπίζει όλο και πιο πολύ τα παλιά πατριαρχικά ήθη και την πατριαρχική τολστοϊκή ιδεολογία. Όμως μια κατάκτηση των πρώτων χρόνων της επανάστασης και των πρώτων ηττών στη μαζική επαναστατική πάλη είναι αναμφισβήτητη: είναι το θανάσιμο χτύπημα που δόθηκε στην προηγούμενη μαλθακότητα και χαλαρότητα των μαζών. Οι διαχωριστικές γραμμές έγιναν πιο καθαρές. Οι τάξεις και τα κόμματα ξεχώρισαν. Κάτω από το σφυροκόπημα των μαθημάτων του Στολίπιν, με τη συνεχή και συνεπή ζύμωση των επαναστατών σοσιαλδημοκρατών, όχι μόνο το σοσιαλιστικό προλεταριάτο, μα και οι δημοκρατικές μάζες της αγροτιάς θα αναδείχνουν αναπόφευκτα όλο και περισσότερο ατσαλωμένους αγωνιστές, όλο και λιγότερο ικανούς να πέσουν στο ιστορικό μας αμάρτημα του τολστοϊσμού!

 

«Προλετάρι» αρ. φύλ. 35, (24) 11 του Σεπτέμβρη 1908. Δημοσιεύεται σύμφωνα με το χειρόγραφο, που παραβλήθηκε με το κείμενο της εφημερίδας «Προλετάρι».

http://atexnos.gr/%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B9%CF%81-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%85/#prettyPhoto

http://atexnos.gr/%CE%B7-%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-ve/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Το κόμμα μας, όλοι μας καταδικάζουμε κατηγορηματικά τον Στάλιν για τα χονδροειδή εκείνα λάθη και τις διαστρεβλώσεις που έβλαψαν σοβαρά την υπόθεση του κόμματος, την υπόθεση του λαού. Χάσαμε πολλούς τίμιους και αφοσιωμένους ανθρώπους, στελέχη του κόμματός μας και του Σοβιετικού κράτους που συκοφαντήθηκαν και μαρτύρησαν, ενώ ήταν αθώοι. Πολλούς από αυτούς τους αποκαταστήσαμε κιόλας. Το κόμμα καταδίκασε τις λαθεμένες μεθόδους καθοδήγησης που διαμορφώθηκαν στην περίοδο της προσωπολατρείας, και δουλεύει με συνέπεια και επιμονή για να αποκαταστήσει τους λενινιστικούς κανόνες στην κομματική ζωή και τις λενινιστικές αρχές καθοδήγησης, για να διευρύνει με κάθε τρόπο τη σοβιετική σοσιαλιστική δημοκρατία.

 
Πώς έγινε να κάνει τόσο χονδροειδή και βαριά λάθη ο Στάλιν, ενώ κρατούσε σωστή στάση στην πάλη εναντίον των αντίπαλων του λενινισμού; Αυτό είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα, σύντροφοι. Αυτό είναι η τραγωδία του Στάλιν που σε αρκετό βαθμό οφείλεται στα μεγάλα ελαττώματα που είχε ως άνθρωπος και χαρακτήρας, ελαττώματα που τα είχε υποδείξει ο Β. Ι. Λένιν το Δεκέμβριο του 1992 στο γράμμα του προς το συνέδριο του κόμματος. Τα ελαττώματα αυτά του Στάλιν αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο της ζωής του, τότε που αυτός άρχισε να παραβιάζει ωμά τους λενινιστικούς κανόνες της κομματικής ζωής, να περιφρονεί τις αρχές της συλλογικής καθοδήγησης, να λύνει αυτός μόνος του πολλά από τα σπουδαιότερα προβλήματα του κόμματος και του κράτους, τότε που εξασθένισαν οι δεσμοί του με τα στελέχη και τις μάζες των εργαζομένων. Η κατάσταση περιπλεκόταν και γιατί τα προσωπικά ελαττώματα του Στάλιν τα εκμεταλλεύτηκε ο καταραμένος εχθρός του κόμματος και του λαού, ο προβοκάτορας Μπέρια σε βλάβη του έργου μας.

 
Μεγάλη ευθύνη βαρύνει στο ζήτημα αυτό και τον σ. Μαλενκόφ που έπεσε στην πλήρη επιρροή του Μπέρια, ήταν η σκιά του, ήταν όργανο στα χέρια του Μπέρια. Ο σ. Μαλενκόφ, κατέχοντας ανώτατη θέση στο κόμμα και το κράτος, όχι μόνο δεν αναχαίτιζε τον Ι. Β. Στάλιν, αλλά εκμεταλλευόταν πολύ επιδέξια τις αδυναμίες και τις συνήθειες του Στάλιν στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σε πολλές περιπτώσεις τον έσπρωχνε σε τέτοιες ενέργειες που αξίζουν αυστηρή καταδίκη.

 
Τώρα πια όλοι βλέπουν καθαρά τι τεράστια θετική σημασία έχει η δουλειά που έκανε το κόμμα σχετικά με την εξάλειψη των συνεπειών της προσωπολατρείας.

 
Η κριτική της προσωπολατρείας και η εξάλειψη των συνεπειών της στον τομέα της ιδεολογικής δουλειάς προκάλεσαν, όπως ήταν εντελώς φυσικό, βαθιές δοκιμασίες και σοβαρούς στοχασμούς ανάμεσα σε ικανά στελέχη και προπάντων ανάμεσα στους συγγραφείς.

 
Ποιοι δοκιμάστηκαν απ’ αυτά περισσότερο και οξύτερα; Πιστεύω, σύντροφοι, πως πιο πολύ δοκιμάστηκαν οι συγγραφείς, οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι συνθέτες και άλλοι καλλιτέχνες. Από τους συγγραφείς πιο βαθιά δοκιμάστηκαν οι σύντροφοι που βρίσκονταν πιο κοντά στο κόμμα, στην Κεντρική Επιτροπή και συνεπώς στον Στάλιν. Αυτό σήμαινε πως ήταν κοντά στο λαό, κοντά σε ό,τι έκανε ο λαός με την καθοδήγηση του κόμματός μας. Στα έργα αυτά οι συγγραφείς ανιστορούσαν πιστά, με ειλικρίνεια την πάλη και τις νίκες του κόμματος και του λαού. Στα έργα αυτά συναντούσε κανείς και τη μορφή του συντρόφου Στάλιν. Οι συγγραφείς των έργων αυτών πρόσφεραν πολύτιμο έργο, ήθελαν το καλό του κόμματος, μαζί με όλο το λαό, κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος πάλευαν για τα υψηλά κομμουνιστικά ιδεώδη. Φυσικά σε μια σειρά περιπτώσεις, με την επίδραση της γενικής κατάστασης που επικρατούσε στην περίοδο της προσωπολατρείας, παρουσιαζόταν στα λογοτεχνικά έργα και στα έργα τέχνης μια όχι αντικειμενική, μια μονόπλευρη περιγραφή της προσωπικότητας του Ι. Β. Στάλιν, μεγαλοποιούνταν υπέρμετρα οι υπηρεσίες του, ενώ ο ρόλος του κόμματος, ο ρόλος του λαού δεν καθρεφτιζόταν όσο άξιζε.

 
Όταν το κόμμα ανάπτυξε την κριτική εναντίον της προσωπολατρείας, την κριτική των λαθών που έκανε ο Στάλιν, μερικοί συγγραφείς άρχισαν να φαντάζονται ότι τάχα όλη σχεδόν η περασμένη δημιουργική τους δράση ήταν λαθεμένη. Ορισμένοι λογοτέχνες εκδηλώσανε μάλιστα και διαθέσεις που έδειχναν ότι σκέφτονται μη τάχα πρέπει να ανασκευάσουν όλα τα βιβλία που είχαν γράψει.

 

Πρέπει να ομολογήσουμε πως ανάμεσα στους διανοούμενους βρέθηκαν και άνθρωποι που ενώ πριν δεν έπαιρναν ενεργό μέρος στην πάλη για την υπόθεσή μας, άρχισαν να βρίζουν και να δυσφημίζουν παράγοντες των γραμμάτων και των τεχνών που εξυμνούσαν τις επιτυχίες τις οποίες είχε σημειώσει ο λαός μας κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος. Σοφίστηκαν και θέσανε σε κοινή χρήση την υβριστική λέξη «λουστραδόρος», κολλώντας την ετικέτα αυτή στον καθένα που έγραφε με ειλικρίνεια για τη σοβιετική πραγματικότητα, για τη δημιουργική δουλειά του λαού και για τις μεγάλες του νίκες, στον καθένα που δημιουργούσε θετικές μορφές σοβιετικών ανθρώπων στα λογοτεχνικά έργα και στα έργα τέχνης.

 
Μερικοί σύντροφοι ρωτάνε τι πρέπει να γίνει με τα βραβεία Στάλιν που μ’ αυτά έχουν τιμηθεί άνθρωποί μας. Πιστεύω πως πρέπει να νιώθουμε αισθήματα σεβασμού προς τα βραβεία και με υπερηφάνεια να φέρουμε το τιμητικό διακριτικό του βραβείου Στάλιν. Αν μου είχε απονεμηθεί το βραβείο Στάλιν, εγώ θα έφερα πάνω μου το τιμητικό διακριτικό του βραβευμένου. Στην κρίση για την απονομή των βραβείων Στάλιν έγιναν λάθη: σε μια σειρά περιπτώσεις πήραν τα βραβεία άνθρωποι που δεν το άξιζαν. Αλλά αυτό αποτελεί λεπτομέρεια. Εκτός από σπάνιες περιπτώσεις τα βραβεία Στάλιν πάρθηκαν επάξια από τους παράγοντες της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών.

 
Πρέπει να το πούμε καθαρά και ξάστερα πως το Κομμουνιστικό κόμμα πάντοτε υποστήριζε, υποστηρίζει και θα υποστηρίζει τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες που υπηρετούν τίμια και αφοσιωμένα το λαό τους, χαίρονται μαζί με το λαό για τις επιτυχίες της Πατρίδας στην οικοδόμηση του κομμουνισμού και βρίσκουν τα ζωηρά χρώματα για να εκφράσουν τις επιτυχίες αυτές στα έργα της λογοτεχνίας και της τέχνης.