Category: Ντοκουμέντα


Η ομιλία της κας Λένιν.

Η συντρόφισσα Ουλιάνοβα ξεκίνησε με την παρατήρηση ότι από την Μπολσεβίκικη επανάσταση,  έχει ξυπνήσει στο λαό μία έντονη επιθυμία για μόρφωση, αλλά η αμάθεια  και τα καταστροφικά αποτελέσματα των παλιών μορφών διδασκαλίας, δεν μπορούν να εξαλειφθούν σε μία μέρα. Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών, που έχει ήδη αναμειχθεί στην παραγωγή, δεν μπορεί να επιστρέψει στο σχολείο. Έτσι προκύπτει η πιεστική  ανάγκη για την εκπαίδευση των ενηλίκων.

Θα πρέπει να καλύψουμε ολόκληρη τη χώρα, εξηγεί,  με μία πληθώρα σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης για ενήλικες, για τους αναλφάβητους και τους ημι-αναλφάβητους. Στη Σοβιετική Ρωσία ο αναλφαβητισμός πρέπει να εξαλειφθεί. Ζητούμε τη βοήθεια όλων σε αυτό το σπουδαίο έργο. Η γνώση και η επιστήμη, όπως ακριβώς και η ιδιοκτησία, δεν πρέπει να είναι προνόμιο των λίγων, αλλά προσβάσιμες σε όλους.   Είναι κοινό καθήκον του καθενός να μεταδώσει τη γνώση στους άλλους.

Το βασικό στοιχείο που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι πρέπει να διδάξουμε στο λαό να χρησιμοποιεί τα βιβλία. Ο σπουδαστής – ο ενήλικας, ο μαθητής νυχτερινού σχολείου ή ο μαθητής της τεχνικής εκπαίδευσης  – πρέπει να γνωρίζει πως να χρησιμοποιεί το λεξικό και να το έχει πάντα πρόχειρο. Ομοίως, τα βιβλία αναφοράς, τις εγκυκλοπαίδειες κλπ. Δεν πρέπει να του δίνουμε μόνο το κλειδί για να ανοίξει την πόρτα, αλλά πρέπει να του πούμε πού οδηγεί η πόρτα.

Σύμφωνα με την προηγούμενη κατάσταση, οι διανοούμενοι ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες ενδιαφέρονταν κυρίως για τις θεωρητικές επιστήμες, αφού τους άνοιγαν νέους ορίζοντες. Αντίθετα, αυτοί που στόχευαν στη βελτίωση της θέσης τους, ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για τις πρακτικές επιστήμες.  Η επίδραση της επανάστασης  συνίσταται στο ότι οι πρακτικές επιστήμες έχουν τώρα ενδιαφέρον ακόμα και για τους πιο προχωρημένους πολιτικά εργάτες. Προκειμένου να οργανώσουμε την παραγωγή με αποτελεσματικό τρόπο, να στρέψουμε προς τη σωστή κατεύθυνση τις μεγάλες κοινότητες των αγροτών, η σωστή τεχνική εκπαίδευση κρίνεται απαραίτητη.    Οι εργάτες και οι αγρότες έχουν μάθει ότι χωρίς επιστημονική γνώση, δεν θα καταφέρουν ποτέ να ελέγξουν την οικονομική ζωή του έθνους. Ως εκ τούτου,  πρέπει να αλλάξει όλος ο χαρακτήρας της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ενώ πρώτα στόχευε να δώσει στους εργάτες μία καθαρά μηχανική επάρκεια, τώρα πρέπει να δίνει μία πιο ευρεία οπτική του τομέα με τον οποίο ασχολούνται και της σημασίας και της αξίας του για την κοινωνία. Η εκπαίδευση θα πρέπει επίσης να δίνει τη θεωρητική γνώση των διαφόρων επιστημών που σχετίζονται με την καθημερινή εργασία του, την ιστορία του τομέα του, την ιστορία της «εργασίας»  και της παραγωγής στις διάφορες μορφές των προηγούμενων κοινωνιών. Θα πρέπει να γνωρίζει τι ρόλο παίζει η εξειδίκευση του στην οικονομική εξέλιξη του κόσμου και ποια είναι τα καλύτερα μέσα για να αυξήσει την κοινοτική παραγωγή. Αυτή η γνώση δεν ήταν χρήσιμη όταν ο εργάτης αντιμετωπιζόταν απλά ως μία μηχανή που παράγει για τους άλλους. Τώρα όμως, που ο εργάτης δουλεύει για τον εαυτό του και την ελεύθερη κοινότητα, μέσα στην οποία ζει, είναι απαραίτητο.

Μαζί με όλα αυτά, όμως, θα πρέπει να υπάρχει και το «Λαϊκό Πανεπιστήμιο», το οποίο θα  είναι επιφορτισμένο με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση των σημερινών ενηλίκων εργατών. Σε αυτό το Πανεπιστήμιο θα γίνονται διαλέξεις, εκδρομές, επισκέψεις σε μουσεία κλπ. Ο κινηματογράφος, εάν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να παράσχει σημαντική υποστήριξη. Ο Κομισάριος της Παιδείας  μόλις διέθεσε ένα κονδύλι 6 εκατομμυρίων ρουβλιών για την παραγωγή εκπαιδευτικών ταινιών. Θα πρέπει να δημιουργηθούν Μουσεία Κοινωνικής Οικονομίας, προκειμένου να εξαπλωθεί η γνώση σε σχέση με κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

Έχουμε προσκαλέσει ειδικούς για να υποστηρίξουν την Κυβέρνηση στην προετοιμασία καταλόγων, με σύντομες επεξηγηματικές σημειώσεις, για όλες τις βιβλιοθήκες που ιδρύθηκαν από τα Σοβιέτ και θα δημιουργηθεί ένα κεντρικό γραφείο με αρμοδιότητα την τροφοδοσία των επαρχιακών βιβλιοθηκών. Η τέχνη, επίσης δεν πρέπει να χαθεί από το προσκήνιο, στην εκπαίδευση των ενηλίκων. Ο Κομισάριος  Πολιτισμού  έχει δημιουργήσει ένα τμήμα για τη μουσική και το θέατρο καθώς επίσης και ένα τμήμα για την τέχνη της διακόσμησης. Όλα αυτά θα λειτουργήσουν συνεργικά ώστε να στηρίξουν τις προσπάθειες των εργατών για την πνευματική τους αναβάθμιση Το θεατρικό τμήμα θα ξεκινήσει σύντομα με τα έργα του Ρομαίν Ρολάν.

Καταβάλουμε, επίσης, έντονες προσπάθειες, συνέχισε η συντρόφισσα Ουλιάνοβα να ιδρύσουμε Λαϊκές Λέσχες, οι οποίες θα αντικαταστήσουν το ρόλο που είχαν οι εκκλησίες στο παρελθόν. Πάνω από όλα,    ανέφερε κλείνοντας την ομιλία της, όλες αυτές οι μορφές τεχνικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας θα είναι αυθεντικά λαϊκές στο χαρακτήρα τους, θα πρέπει να διαπνέονται από λαϊκό ενθουσιασμό και να λειτουργούν από τους ίδιους τους εργάτες υπό τον δικό τους άμεσο έλεγχο. Μόνο αυτός που αυτομορφώνεται μπορεί να είναι μορφωμένος.

Νέα Σχολεία και Πανεπιστήμια.

Κατά τη διάρκεια του 1918 η Σοβιετική Κυβέρνηση ίδρυσε 1.000 νέα δημοτικά σχολεία, μόνο στην περιοχή της Μόσχας και θα είχαν ιδρυθεί πολλά περισσότερα αν δεν υπήρχε δυσκολία στο να βρεθούν νέοι δάσκαλοι.  Κατά τη διάρκεια του 1918 έξι νέα Πανεπιστήμια ιδρύθηκαν στη Σοβιετική Ρωσία. Στη διάρκεια των τελευταίων διακοσίων ετών, με την προηγούμενη κατάσταση, υπήρχαν μόνο δώδεκα Πανεπιστήμια σε όλη τη Ρωσία.

Το εκπαιδευτικό σύστημα έχει αναδιοργανωθεί αφού καταγράφηκαν όλα τα παιδιά σχολικής ηλικίας. Υπάρχουν τώρα δύο σχολικές περίοδοι: μία διάρκειας πέντε ετών και μία διάρκειας τεσσάρων. Η πρώτη είναι υποχρεωτική για όλους.

Το μεγάλο κτίριο του καφέ-σαντάν «Μαξίμ», ένα μοντέρνο στέκι για χορό και ποτό στη Μόσχα, έχει επιταχθεί και πλέον χρησιμοποιείται ως λαϊκό ημερήσιο και νυχτερινό σχολείο.

Λέσχες νεολαίας έχουν διαμορφωθεί σε διάφορα σημεία της Μόσχας, ώστε να αποσπάσουν τους νέους από διάφορες ανήθικες επιρροές.

Δωρεάν Βιβλιοθήκες.

Με διάταγμα που εκδόθηκε στις 3 Νοέμβρη 1918, όλες οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες ανακηρυχθήκαν δημόσια περιουσία. Έτσι, όλα τα βιβλία που διαθέτουν μπορούν να τα διαβάζουν και να τα συμβουλεύονται όλοι.

Οι Ρώσοι σιδηροδρομικοί και η Εκπαίδευση.

Κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής Μόσχα-Κίεβο-Βόρονες  οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι, με δική τους πρωτοβουλία, έχουν οργανώσει σχολεία στοιχειώδους και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Βιβλία, διδασκαλία και γεύματα παρέχονται δωρεάν. Έχουν επίσης ιδρύσει σπίτια για τα ορφανά παιδιά.

H Εκπαιδευτική δουλειά των Ρωσικών Σοβιέτ.

Η Σοσιαλιστική Ρωσία είναι πρωτοπόρος σε θέματα εκπαίδευσης. Τα τυπογραφεία δουλεύουν πυρετωδώς, ιδρύονται παντού σχολεία και βιβλιοθήκες, σε κωμοπόλεις, σε χωριά και κατά μήκος των σιδηροδρομικών διαδρομών. Οι κινηματογράφοι έχουν αλλάξει χαρακτήρα, αντί να παίζουν «καουμπόικες» ταινίες, έχουν αποκτήσει επιμορφωτικό χαρακτήρα.      Οι εργάτες μαθαίνουν ξένες γλώσσες, τα απογεύματα, στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Στο Συνέδριο Δημόσιας Εκπαίδευσης που έγινε στη Μόσχα, οι σύντροφοι Λουνατσάρσκι και Ουλιάνοβα (κα Λένιν) έδωσαν δύο σημαντικές ομιλίες, εξηγώντας, σε γενικές γραμμές, την πολιτική των Σοβιέτ, σε σχέση με την εκπαίδευση.

Η ομιλία του Λουνατσάρσκι.

Η Μπολσεβίκικη επανάσταση έχει δώσει μεγάλη βαρύτητα στο ζήτημα της εκπαίδευσης. Ο λαός επαναστάτησε για να κατακτήσει την πολιτική δύναμη, την οικονομική ανεξαρτησία και την ελευθερία της εκπαίδευσης. Το να κατακτήσεις όμως κάτι, ακόμα και με μία μόνο έφοδο,  δεν είναι αρκετό. Πρέπει και να το οργανώσεις.

Οι διανοούμενοι που πρόσφεραν τη βοήθειά τους στο εγχείρημα των Λβωφ και Κερένσκι, την έχουν αρνηθεί στην Κυβέρνηση των εργατών και των αγροτών.   Έχουν μάλιστα κάνει δολιοφθορά εναντίον της. Ωστόσο, έχουμε καταφέρει να κάνουμε πολύ χρήσιμη δουλειά, ειδικά από τον περασμένο Φεβρουάριο. Έχει καταργηθεί το παλιό σύστημα εκπαίδευσης. Οι παλιοί εκπαιδευτές έχουν απομακρυνθεί. Έχει καταργηθεί το πρόγραμμα σπουδών στη βάση «Εκκλησία και Λατινικά». Έχει εισαχθεί η ταυτόχρονη εκπαίδευση και των δύο φύλων.

Πώς θα είναι το «Νέο Σχολείο»; Το σίγουρο είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικατοπτρίζει αυτό που η κυρίαρχη τάξη είχε οργανώσει για τον «κατώτερο» εργαζόμενο λαό.  Προκειμένου να καταστρέψουμε αυτή την «ταξική» εκπαίδευση, θα πρέπει να υιοθετήσουμε τις αρχές για «μία πρότυπη εκπαίδευση για όλους», χωρίς ειδικά προνόμια για κανέναν. Ο λαός, ως ο κύριος παράγοντας για την παραγωγή των αγαθών, υποδεικνύει, όπως προκύπτει από τις συνθήκες, ότι το «Νέο Σχολείο» θα πρέπει να είναι αυτό το οποίο προετοιμάζει τον σπουδαστή για την εργασία.      Οι δάσκαλοι θα πρέπει επίσης να είναι άτομα ικανά να εργαστούν. Το σύνθημα του νέου σχολείου θα πρέπει να είναι: «Το να ζεις σημαίνει να εργάζεσαι». Συνεπώς, ορίζουμε την «εργασία» ως την αφετηρία του παιδαγωγικού μας συστήματος, ως το κύριο αντικείμενο της διδασκαλίας μας, που αποσκοπεί στην αύξηση της τεχνικής γνώσης.  Οι σπουδαστές μας πρέπει οι ίδιοι να αισθάνονται ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς της κοινότητας. Τα νέα κορίτσια και αγόρια πρέπει να προετοιμάζονται ώστε να αποτελέσουν σημαντικές παραγωγικές μονάδες.  Επιπλέον, δεν πρέπει πότε να παραβλέψουμε ότι κύριος σκοπός της εκπαίδευσης είναι η γνώση των διαφόρων πτυχών του ανθρώπινου πολιτισμού, ο οποίος, με τη σειρά του, περιλαμβάνει όλες τις μορφές πνευματικής και σωματικής δραστηριότητας. Η καλλιτεχνική και φυσική εκπαίδευση θα πρέπει να συμπληρώνουν αρμονικά την τεχνική κατάρτιση. Θα πρέπει να υπάρχει εκπαιδευτική ελευθερία και ελευθερία στο σχολείο. Θα πρέπει να διατηρήσουμε να αρχαία μνημεία μας, καθώς αυτά είναι για μας η μαρτυρία του παλιού Ρωσικού πολιτισμού, αλλά ταυτόχρονα ελπίζουμε να δούμε τη γέννηση μιας τέχνης σε πλήρη επαφή με τα συναισθήματα του σύγχρονου κόσμου: μιας τέχνης που θα μας οδηγεί στο να κατακτήσουμε την ελευθερία.

Όλες οι οργανώσεις της εργατικής τάξης έχουν εμφανίσει μία υπέροχη ανάπτυξη.

Το Διεθνές Συνέδριο της Στουτγάρδης εμφύσησε στο κίνημα του συνδικαλισμού τα Σοσιαλιστικά ιδεώδη και, με την περίφημη ανάλυση του, τοποθέτησε το κίνημα στο ίδιο επίπεδο με το πολιτικό Σοσιαλιστικό κόμμα.

Το Συνέδριο της Κοπεγχάγης πρακτικά έκανε το ίδιο για το συνεταιριστικό κίνημα και είχαμε κάθε λόγο να ελπίζουμε ότι το Συνέδριο της Βιέννης θα έδινε έμφαση στην τεράστια σημασία της τέταρτης μορφής της προλεταριακής κουλτούρας, δηλαδή στην πάλη για μόρφωση.

Η ανάπτυξη του μορφωτικού κινήματος αντικατοπτρίζεται  στην ίδρυση των προλεταριακών κολλεγίων από πολλά Σοσιαλιστικά κόμματα, τη μετατροπή σε Σοσιαλιστικές οργανώσεις ενός αριθμού σχολείων και Κυριακάτικών σχολείων, τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό επιστημονικών και    λογοτεχνικών Σοσιαλιστικών λεσχών. Η προσοχή που έχει δοθεί στην ευημερία των παιδιών και τη μόρφωση των νέων σε συνδυασμό με την οργάνωση προλεταριακών σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης θα οδηγήσει στη μεταμόρφωση της οικογενειακής ζωής της εργατικής τάξης.    Η γυναίκα πρέπει να πάψει να είναι σκλαβωμένη στην προλεταριακή κουζίνα και την ανατροφή των παιδιών. Αυτό, πρέπει να παραδεχθούμε, είναι προς το παρόν ανύπαρκτο.   Αναφέρομαι απλά στις πιο σημαντικές από την πληθώρα ερωτήσεων με τις οποίες το Σοσιαλιστικό προλεταριάτο έχει καταπιαστεί τόσο θεωρητικά, όσο και πρακτικά.

Πριν τον πόλεμο λιγοστοί Σοσιαλδημοκράτες είχαν συνειδητοποιήσει την αλήθεια, όπως αποδείχθηκε διεξοδικά από τον Σπένσερ, ότι ακόμα και η καλύτερη πνευματική εκπαίδευση έχει μικρή επίδραση στη θέληση εκτός αν συνοδεύεται από την ανάπτυξη των   πιο λεπτών ανθρώπινων συναισθημάτων. Η ηθική και αισθητική μόρφωση των παιδιών των εργατών στο πνεύμα της Σοσιαλιστικής ιδεολογίας είναι μία ύψιστη αναγκαιότητα.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έχει απόλυτο δίκιο όταν λέει: «Θα κάνουμε ελάχιστη πρόοδο αν δεν κατανοήσουμε ξεκάθαρα τη δουλειά της προλεταριακής αυτό-μόρφωσης».  Συγκριτικά, έχουν γίνει λίγα προς αυτή την κατεύθυνση, που μπορεί να αποκληθεί ως η σφαίρα του διαφωτισμού, και στην οποία η δημιουργική δύναμη του προλεταριάτου θα πρέπει ξεκάθαρα να εκδηλωθεί.  Ακόμα και πριν τον πόλεμο η ανάγκη για αυτή τη διαφωτιστική αυτό-μόρφωση ήταν πολύ έντονη και είχε αρχίσει η δουλειά προς την κατεύθυνση αυτή. Αλλά ο πόλεμος έδειξε τόσο καθαρά στους εργάτες τις ελλείψεις αυτής της σημαντικής πτυχής της κουλτούρας τους, που παρά την ολοκληρωτική καταστροφή στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων ετών, μπορούμε να αναμένουμε να δούμε στο άμεσο μέλλον μία μεγάλη αναζωπύρωση της ενέργειας της εργατικής τάξης προς την κατεύθυνση αυτή.

Το Λογοτεχνικό Τραίνο.

Την 1η Νοεμβρίου ο Λένιν κήρυξε την έναρξη της λειτουργίας του πρώτου «Κόκκινου Τραίνου», το οποίο θα ταξιδεύει στις κωμοπόλεις και τα χωριά  της Σοβιετικής Ρωσίας. Από αυτό το «Κόκκινο Τραίνο» της Προπαγάνδας πουλήθηκαν πάνω από 20.000 έντυπα και βιβλία τις πρώτες εφτά ημέρες και 60.000 εκπαιδευτικά βιβλία διανεμήθηκαν δωρεάν, σε διάφορα τοπικά Σοβιέτ.   Οι εβδομαδιαίες πωλήσεις της «Ισβέστια», επίσης από το τραίνο, αυξήθηκαν την ίδια περίοδο κατά 10.000 αντίτυπα.  Δώδεκα μαζικές συναντήσεις έλαβαν χώρα σε διάφορους σταθμούς κατά τη διαδρομή. Στο τραίνο, επίσης επέβαιναν κινηματογραφιστές, οι οποίοι κινηματογραφούσαν και ζωγράφοι, οι οποίοι έκαναν σχέδια της ζωής σε κάθε πόλη που επισκέπτονταν. Οι ταινίες και τα σχέδια ανταλλάσσονταν προκειμένου να εξοικειωθεί ο κόσμος στις διάφορες περιοχές με τον τρόπο ζωής, τα ήθη και την ενδυματολογία των άλλων περιοχών.

Κανένα ιδανικό δεν μπορεί να δημιουργηθεί σε ένα χώμα ή από έναν καρπό που να του είναι ξένο.  Οι μέθοδοι και τα όπλα για την επίτευξη του πρέπει να είναι σε αρμονία με τη φύση του. Έτσι, από το προλεταριάτο που αγωνίζεται δεν πρέπει να περιμένουμε το μεγαλείο του αποτελέσματος και την τελειότητα στη μορφή, ούτε την απρόσκοπτη πνοή μίας νικηφόρας δύναμης.     Αυτά θα αποκαλυφθούν στο μέλλον. Ωστόσο, έχουμε κάθε λόγο να αναμένουμε ότι η προλεταριακή κουλτούρα, λόγω της αγωνιστικής της φύσης, του μόχθου και της καταπίεσης, θα διαθέτει χαρακτηριστικά   τα οποία θα είναι προφανώς μοναδικά στην κοινωνική κατάσταση ενός θριαμβεύοντος Σοσιαλισμού.

Αλλά το ερώτημα που προκύπτει είναι αν το προλεταριάτο που αγωνίζεται να επιβιώσει έχει κάποιου είδους κουλτούρα. Πιο συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, διαθέτει όσα είναι στοιχειώδη σύμφωνα με τον Μαρξισμό – την ακριβή και έντονη εντρύφηση στα κοινωνικά φαινόμενα, τη βάση της κοινωνιολογίας και της πολιτικής οικονομίας, τον ακρογωνιαίο λίθο της φιλοσοφικής αντίληψης του κόσμου.  Έτσι, το προλεταριάτο ήδη κατέχει θησαυρούς που μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν με τα πιο λαμπρά επιτεύγματα του ανθρώπινου νου.

Επιπρόσθετα, σε πολλές χώρες το προλεταριάτο έχει επιδείξει μια αξιοσημείωτη οργανωτική δύναμη στην πολιτική σφαίρα. Είναι αλήθεια ότι το νεκρό  δημιούργημα του παρελθόντος κρατάει ακόμα τη νέα ζωή στα χέρια του. Ο μπουρζουάδικος κοινοβουλευτισμός και ο εθνικισμός έχουν διαπεράσει τον νέο πολιτικό οργανισμό των προλεταριακών κομμάτων και την ίδια τη Διεθνή των Εργατών.

Η κρίση είναι οξεία. Η ασθένεια για την οποία οι αριστεροί Σοσιαλδημοκράτες προειδοποίησαν, ενώ ήταν ακόμα σε φάση επώασης, είναι άκρως μεταδοτική – και πράγματι, πολλοί υποστήριξαν ότι θα αποδεικνυόταν θανατηφόρα – αλλά ακόμα και τώρα μπορούμε να διακηρύξουμε ότι θα ξεπεραστεί και  θα αξιοποιηθεί και ότι οι πολιτικές οργανώσεις του προλεταριάτου θα βγουν μέσα από αυτή την τρομερή δοκιμασία δυνατότερες και περισσότερο επιδραστικές από ποτέ.

Στις οικονομικές πτυχές της πάλης, δεν μπορεί κανείς να πει ότι το ιδανικό των στοχαστών και των οργανωτών του κινήματος του συνδικαλισμού  έχει επιτευχθεί.  Όμως θα πρέπει να θαυμάσουμε την περίπλοκη και όμορφη δομή της οργάνωσης στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία,  η οποία, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη, εντυπωσιάζει τόσο φίλους, όσο και εχθρούς.

Το Πολιτιστικό Έργο στον Αγώνα του Προλεταριάτου

 

Η κουλτούρα του προλεταριάτου που παλεύει για την ελευθερία του είναι μία κουλτούρα ταξική, που αντλεί τα χαρακτηριστικά της από τον αγώνα. Είναι από τη φύση της ρομαντική και λόγω της ιδιαίτερης έντασης που επικρατεί στο πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται, η μορφή της πάσχει διότι ο χρόνος δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση της με ξεκάθαρα προσδιορισμένα και τέλεια χαρακτηριστικά, από την ίδια την καταιγιστική αλλά και τραγική της φύση.

Οι τάξεις και τα έθνη που έχουν φτάσει στο ανώτατο σημείο διαμόρφωσής τους έχουν μία κλασική κουλτούρα. Οι τάξεις που παλεύουν για αυτό-έκφραση είναι ρομαντικές και ο ρομαντισμός τους διαπνέεται από τα τυπικά χαρακτηριστικά του δίπτυχου «αγώνας και  πόνος». Οι τάξεις που είναι καταδικασμένες στην παρακμή τους υιοθετούν μία άλλη μορφή ρομαντισμού: αυτού της μελαγχολίας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.

Δεν πρέπει να συμπεραίνουμε ότι δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της Σοσιαλιστικής και της προλεταριακής κουλτούρας, εξ’ αιτίας των τόσο ουσιαστικών διαφορών της μίας από την άλλη. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο αγώνας είναι ένας για ένα ιδανικό: αυτό της κουλτούρας της αδελφοσύνης και της πλήρους ελευθερίας. Της νίκης απέναντι στον ατομισμό, ο οποίος  κατατρώει την ανθρωπότητα. Και της κοινωνικής ζωής με βάση, όχι την καταπίεση και την ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία κοινωνιών με σκοπό απλά την αυτοσυντήρηση, όπως γινόταν στο παρελθόν, αλλά σε μία ελεύθερη και  φυσική συγχώνευση ατομικοτήτων σε υπερατομικές υπάρξεις.

Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αυτής της ιδανικής συνταγής δεν προσδιορίζουν απλώς τις μορφές της συνεργατικής δράσης εν μέσω της παγκόσμιας πάλης: αυτές οι μορφές είναι οι ίδιες το άμεσο αποτέλεσμα της ιδιαίτερης θέσης, την οποία κατέχει η εργατική τάξη στην καπιταλιστική παγκόσμια κατάταξη, η οποία έχει οδηγήσει τους εργάτες να είναι η καλύτερα οργανωμένη και η πιο ενωμένη κοινωνική τάξη.

 

Πηγή: Ανατόλι Λουνατσάρσκι, Λαϊκός Επίτροπος για την Εκπαίδευση της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Σοβιετικής Δημοκρατίας, “Η Αυτό-μόρφωση των Εργατών – Το Πολιτιστικό Έργο στον Αγώνα του Προλεταριάτου”, 1918
Μετάφραση: Γρηγόρης Αγκυραλίδης

ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ «ΖΒΕΖΝΤΑ» ΚΑΙ «ΛΕΝΙΝΓΚΡΑΝΤ» (1946)

Από την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής βγαίνει ότι το σοβαρότερο λάθος του περιοδικού «Ζβεζντά»* ήταν πως άνοιξε τις σελίδες του στις «λογοτεχνικές δημιουργίες» του Ζοστσένκο και της Αχμάτοβα. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναφέρουμε εδώ το «έργο» του Ζοστσένκο «Οι περιπέτειες μιας μαϊμούς». Το διαβάσατε, ίσως, όλοι και το ξέρετε καλύτερα από μένα. Το έργο τούτο έχει σκοπό του –αυτό είναι το νόημά του- να παραστήσει τεμπέληδες και τέρατα, ηλίθιους και πρωτόγονους τους σοβιετικούς ανθρώπους. Η δουλειά των σοβιετικών ανθρώπων, οι προσπάθειές τους και ο ηρωισμός τους, οι υψηλές κοινωνικές και ηθικές αρετές τους δεν ενδιαφέρουν τον Ζοστσένκο. Το θέμα τούτο λείπει πάντα από τα έργα του. Αυτός ο ξεφτισμένος μικροαστός διάλεξε για μόνιμο θέμα την ανάλυση των πιο ταπεινών, των πιο μικρόψυχων πλευρών της ζωής. Αυτή η κλίση του να σκαλίζει τα μικροπράματα δεν είναι τυχαία. Χαρακτηρίζει όλους τους πλαδαρούς αστούς συγγραφείς, που ανάμεσά τους πρέπει να κατατάξουμε και τον Ζοστσένκο. Ο Γκόρκι μίλησε πολύ γι’ αυτούς τον καιρό του. Θυμάστε πώς στιγμάτισε ο Γκόρκι, στο συνέδριο των σοβιετικών συγγραφέων του 1934, τους «λογίους», αν μπορώ να τους πω έτσι, που δεν βλέπουν πέρα από τις βρωμιές και τις γάνες του μαγερειού.

«Οι περιπέτειες μιας μαϊμούς» δεν ξεφεύγουν από τα πλαίσια των συνηθισμένων γραφτών του Ζοστσένκο. Το «έργο» όμως; Αυτό τράβηξε την προσοχή της κριτικής, γιατί είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα για ό,τι πιο αρνητικό υπάρχει μέσα στη λογοτεχνική του «παραγωγή». Είναι γνωστό ότι από τον καιρό που γύρισε στο Λένινγκραντ –απ’ όπου είχε φύγει όταν γινόταν η εκκένωση της πόλης- ο Ζοστσένκο έγραψε πολλά βιβλία που τα χαρακτηρίζει η αδυναμία του να βρει μέσα στη σοβιετική ζωή έστω και ένα μονάχα θετικό στοιχείο, έστω κι έναν θετικό τύπο. Όπως στις «Περιπέτειες μιας μαϊμούς» ο Ζοστσένκο συνηθίζει να κοροϊδεύει τη σοβιετική ζωή, τους σοβιετικούς θεσμούς, τους σοβιετικούς πολίτες, καμουφλάροντας αυτή την κοροϊδία με τη μάσκα μιας άδειας αστειολογίας και ενός κούφιου χιούμορ.

Αν διαβάσετε προσεκτικά, αν εμβαθύνετε στη νουβέλα αυτή –«Οι περιπέτειες μιας μαϊμούς»- θα δείτε ότι ο Ζοστσένκο δίνει στη μαϊμού ρόλο ανώτατου κριτή των θεσμών μας και τη βάζει να κάνει στους σοβιετικούς ανθρώπους ένα είδος μάθημα ηθικής. Παρασταίνει τη μαϊμού σα μια λογική αρχή, που μπορεί να κρίνει τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Του Ζοστσένκο του χρειάστηκε να δώσει, από τη ζωή των σοβιετικών ανθρώπων, μια εικόνα εσκεμμένα τερατώδικη, γελοιογραφική και χυδαία για να βάλει στο στόμα της μαϊμούς ένα ύπουλο και αντισοβιετικό λογάκι: καλύτερα να ζεις σε ζωολογικό κήπο παρά ελεύθερος, και ανασαίνεις καλύτερα μέσα σε κλούβα, παρά ανάμεσα στους σοβιετικούς ανθρώπους.

Μπορεί να πέσει κανείς πιο χαμηλά στην ηθική και πολιτική κλίμακα; Και πώς μπόρεσαν οι λενινγκραδέζοι να ανεχτούν μια τέτοια αχρειότητα, μια τέτοια βρωμιά στα περιοδικά τους;

Αν το περιοδικό «Ζβεζντά» προσφέρει στους αναγνώστες του έργα τέτοιας ποιότητας, πόσο αδύνατη πρέπει να είναι η επαγρύπνιση των λενινγκραδέζων που διευθύνουν το περιοδικό αυτό, ώστε να φτάσουν να δημοσιεύουν εκεί μέσα έργα δηλητηριασμένα από ζωώδικο μίσος ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς. Μόνο το κατακάθι της λογοτεχνίας μπορεί να γεννοβολά τέτοια «έργα» και μόνο άνθρωποι τυφλοί και χωρίς πολιτικότητα μπορούν να τα βάζουν σε κυκλοφορία.

* «Ζβεζντά»=Αστέρι

Λένε ότι ο μύθος του Ζοστσένκο έκανε το γύρο των θεάτρων του Λένινγκραντ. Πόσο αδύνατη πρέπει να κατάντησε η ιδεολογική καθοδήγηση στο Λένινγκραντ για να μπορούν να γίνονται τέτοια πράγματα! Ο Ζοστσένκο, με τη σιχαμερή ηθική του, κατάφερε να μπει σε ένα μεγάλο περιοδικό του Λένινγκραντ και να στρογγυλοκαθίσει εκεί με όλες του τις ανέσεις. Όμως, το περιοδικό «Ζβεζντά» είναι όργανο που έχει χρέος να διαπαιδαγωγεί τη νεολαία μας. Βρίσκεται, ωστόσο, στο ύψος της αποστολής του ένα περιοδικό που φιλοξένησε έναν συγγραφέα τόσο χυδαίο και τόσο λίγο σοβιετικό σαν τον Ζοστσένκο; Αγνοούσε τάχα η σύνταξη της «Ζβεζντά» τη φυσιογνωμία του Ζοστσένκο; Μήπως, τελευταία ακόμα, στις αρχές του 1944, το περιοδικό «Μπολσεβίκ» δεν έκανε αυστηρή κριτική για μια σκανδαλώδικη νουβέλα του Ζοστσένκο, «Πριν ν’ ανατείλει ο ήλιος», που δημοσιεύτηκε μες στη βράση του απελευθερωτικού πολέμου του σοβιετικού λαού ενάντια στους γερμανούς εισβολείς; Ο Ζοστσένκο ξέχυνε μέσα κει όλη του τη μικρόχαρη και χυδαία ψυχή, με ευφροσύνη, με ηδονή, με τον πόθο να δείξει σ’ όλο τον κόσμο: «Για δέστε τι αγύρτης είμαι».

Είναι δύσκολο να βρει κανείς στη λογοτεχνία μας κάτι πιο αηδιαστικό από την «ηθική» που κηρύττει ο Ζοστσένκο στη νουβέλα του «Πριν ν’ ανατείλει ο ήλιος», όπου παρουσιάζει σα ζώα αηδιαστικά και ακόλαστα, χωρίς ούτε ντροπή, ούτε συνείδηση τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Και την ηθική αυτή την πρόβαλε στους σοβιετικούς αναγνώστες, την ώρα που ο λαός μας έχυνε το αίμα του σε έναν πόλεμο με σκληράδα χωρίς προηγούμενο, την ώρα που η ζωή του σοβιετικού κράτους κρεμότανε μονάχα από μια κλωστή, τον καιρό που ο σοβιετικός λαός έκανε αμέτρητες θυσίες για τη νίκη ενάντια στους γερμανούς, τότε που ο Ζοστσένκο, χωμένος κουραμπιέδικα στην Άλμα Άτα –μακριά στο μετόπισθεν- δεν έκανε τίποτε για να βοηθήσει το σοβιετικό λαό στον αγώνα του ενάντια στους γερμανούς εισβολείς. Δίκαια, λοιπόν, το «Μπολσεβίκ» τον μαστίγωσε σαν κοινό λιβελλογράφο, ξένο προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Την εποχή εκείνη κορόιδεψε την κοινή γνώμη. Και να πού σε λιγότερο από δυο χρόνια, πριν ακόμα στεγνώσει το μελάνι που γράφτηκε το σχόλιο του «Μπολσεβίκ», ο ίδιος αυτός ο Ζοστσένκο γυρίζει θριαμβικά στο Λένινγκραντ και αρχίζει να περιφέρεται ελεύθερα στους δρόμους της πόλης. Όχι μόνο η «Ζβεζντά», μα και το περιοδικό «Λένινγκραντ» δημοσιεύουν ευχαρίστως τα γραφτά του. Στα θέατρα ανεβάζουν πρόθυμα τα έργα του. Και ακόμα παραπάνω, του δίνουν τη δυνατότητα να πάρει διευθυντική θέση στο τμήμα της Ένωσης των συγγραφέων στο Λένινγκραντ και να παίζει ενεργό ρόλο στη φιλολογική ζωή της πόλης. Για ποιο λόγο αφήνετε τον Ζοστσένκο να απλώνει την αρίδα του στα λογοτεχνικά οικόπεδα του Λένινγκραντ; Γιατί τα κομματικά στελέχη του Λένινγκραντ, γιατί η οργάνωση των συγγραφέων επέτρεψαν πράματα τόσο επαίσχυντα;

Αυτή την κοινωνική και πολιτική, καθώς και, τη λογοτεχνική φυσιογνωμία, τη σάπια και διεφθαρμένη ως το μεδούλι, δεν την απόκτησε τώρα τελευταία ο Ζοστσένκο. Τα τωρινά του γραφτά δεν είναι καθόλου τυχαία. Είναι απλώς η συνέχεια όλης της φιλολογικής του «κληρονομιάς», που χρονολογείται εκεί, κατά το 1920.

Ποιος ήταν ο Ζοστσένκο στο παρελθόν; Ήταν ένας από τους οργανωτές της φιλολογικής ομάδας «Αδελφοί Σεραπίονες»*. Ποια ήταν η κοινωνική και πολιτική φυσιογνωμία του Ζοστσένκο εκείνη την εποχή; Επιτρέψτε μου να αναφερθώ στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά», φύλλο 3 του 1922, όπου οι ιδρυτές αυτής της ομάδας εξέθεταν το «πιστεύω» τους. Ανάμεσα σε άλλα μαργαριτάρια βρίσκουμε εκεί σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Για τον εαυτό μου και για μερικά άλλα πράγματα» το «σύμβολο της πίστεως» του Ζοστσένκο. Ο Ζοστσένκο αυτοαποκαλύπτεται δημόσια, χωρίς καθόλου να ενοχλείται και εκφράζει ολότελα ανοιχτά τις πολιτικές και φιλολογικές του γνώμες, ακούστε τον:

Η οργάνωση που απαθανατίστηκε στη νεότερη ελληνική ιστορία ως «X» γεννήθηκε έπειτα από διάσπαση ενός συνωμοτικού κύκλου αξιωματικών η συγκρότηση του οποίου ανάγεται στις πρώτες ημέρες της τριπλής Κατοχής. Η «Άγνωστος Μεραρχία X» ιδρύθηκε τον Μάιο του 1941 στην Αθήνα, από ανώτερους αξιωματικούς της II Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού που συνδέονταν μεταξύ τους προπολεμικά αλλά και στο αλβανικό μέτωπο. Την πρωτοβουλία είχε ο ίδιος ο διοικητής της Μεραρχίας, στρατηγός Γεώργιος Λάβδας, ο διοικητής της Ι Μεραρχίας στρατηγός Βασίλειος Βραχνός, οι συνταγματάρχες Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Θεμιστοκλής Κετσέας, Αγησίλαος Σινιώρης και ο Κύπριος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, επιτελάρχης της II Μεραρχίας. Περισσότερο δραστήριος από όλους ήταν ο Γρίβας ο οποίος είχε τόσο τη θέληση όσο και τις ευκαιρίες να διευρύνει τον προσωπικό του κύκλο επαφών. Ο Κύπριος συνταγματάρχης είχε τοποθετηθεί υπεύθυνος της νεοσύστατης Υπηρεσίας Στρατιωτικών Αρχείων (Πανεπιστημίου 31), θέση η οποία τον διευκόλυνε να βρίσκεται σε επαφή με υπηρεσιακούς κύκλους και μεμονωμένους αξιωματικούς. Σύντομα ο »πρωταπόστολος» βρέθηκε στο πρόσωπο του νεαρού υπολοχαγού Όμηρου Παπαδόπουλου, επίσης Κύπριου με έντονη οικογενειακή αντιβρετανική δραστηριότητα και διακρίσεις στο ελληνογερμανικό μέτωπο.

Ο Γρίβας σύντομα αυτονομήθηκε από τους συνεργάτες του, αφενός επειδή διέθετε μεγάλη φιλοδοξία ώστε να παραμείνει «εντολοδόχος» ανωτέρων και αφετέρου επειδή δε μπορούσε να συμφιλιωθεί με την παθητικότητα και την παρελκυστική τακτική των ανωτέρων συναδέλφων του. Σχετικό με τα παραπάνω ήταν πως, αντίθετα με τους υπόλοιπους, πίστευε πως η οργάνωση έπρεπε να μαζικότερη και να συμπεριληφθούν σε αυτόν, εκτός από την «ελίτ» του στρατού, χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί και πολίτες. Λίγους μήνες μετά, ο Κύπριος συνταγματάρχης προχώρησε στη δημιουργία της δικής του οργάνωσης «σφετεριζόμενος» την αρχική ονομασία. Η οργάνωση βαφτίστηκε «Εθνική Οργάνωσις X» ή απλώς «X» και συνέχισε να υφίσταται ως πόλος συσπείρωσης αξιωματικών με πυρήνα τον κύκλο γνωριμιών του αρχηγού – επιλογή προφανής για πρωτόλεια συνωμοτική κίνηση. Δεν είναι τυχαίο πως στην «X» εντάχθηκαν μερικοί ανώτεροι αξιωματικοί και σχεδόν όλοι οι κατώτεροι αξιωματικοί της II Μεραρχίας, όπως οι ταγματάρχες Ιωάννης Μπουσμπουρέλης, Αριστείδης Χαμόδρακας, Νικόλαος Μπόντζος, Παντελής Πολύζος και Νικόλαος Παπαρρόδου. Φαίνεται πως το κύρος του Γρίβα στις τάξεις των αξιωματικών ήταν μεγάλο. Στον πρώτο πυρήνα (μέχρι το φθινόπωρο του 1941) είχαν ενταχθεί ο αρχίατρος Παναγιώτης Φουστάνος, οι λοχαγοί Νικόλαος Βαρδάνης, Γιώργος Θεοχαρόπουλος και Μιχαήλ Ξένος, οι υπολοχαγοί Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Μιχαήλ Ασημακόπουλος, Μιχάλης Κουρουπός και Όμηρος Παπαδόπουλος. ανθυπασπιστής (Εύελπις II Τάξης) και αδελφός του υπολοχαγού Παπαγεωργίου, Νικόλαος Παπαγεωργίου, μερικοί πολίτες, όπως οι φοιτητές Κωνσταντίνος και Μιχαήλ Ευσταθόπουλος, ενώ την «πνευματική» καθοδήγηση είχε ο μέχρι πρότινος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος που είχε απομακρυνθεί από τη θέση επειδή αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο υπερβολικά θρησκευόμενος Γρίβας συνδέθηκε μαζί του μέσω του Μητροπολίτη Κυρήνειας Μακάριου που ζούσε αυτοεξόριστος στην Αθήνα και εξασφάλισε την ηθική του συμπαράσταση αλλά και το πρώτο σεβαστό χρηματικό ποσό για αγορά όπλων. Η οργανωτική δομή και στελέχωση ακολουθούσε λογική συγκρότησης στρατιωτικής μονάδας, στοιχείο που συναντάται και σε άλλες αντιστασιακές πρωτοβουλίες αξιωματικών, όπως η ΥΒΕ/ΠΑΟ στη Μακεδονία και ο Ελληνικός Στρατός (ΕΣ) στην Πελοπόννησο: Ορίστηκε υπαρχηγός, επιτελάρχης και συγκροτήθηκαν τρία «Γραφεία Επιχειρήσεων» και γινόταν λόγος για «τάγματα» ανά συνοικία. Αυτός ο οργανωτικός μηχανισμός που αντιστοιχούσε σε έναν καταμερισμό καθηκόντων, προκρινόταν ως ο καταλληλότερος για την ανάπτυξη συνωμοτικής δράσης, είτε αυτή θα αναπτυσσόταν σε κατασκοπευτικό δίκτυο, είτε θα κατάληγε στον εξοπλισμό ένοπλων τμημάτων.

Οργανωτική ανάπτυξη και ιδεολογική ταυτότητα

Όπως όλες οι μυστικές οργανώσεις των πόλεων, η «X» δούλεψε εντατικά για να συγκροτήσει πυρήνες στις συνοικίες της Αθήνας. Αν και ακριβή αριθμητικά στοιχεία λείπουν, το 1942 υπήρχαν οργανωμένα μέλη σε Πετράλωνα, Κουκάκ-Γαργαρέττα, Πλατεία Βάθης, Πλατεία Αττικής, Άνω και Κάτω Πατήσια, Μεταξουργείο, Καλλιθέα, Παγκράτι, Υμηττό και Βύρωνα. Η εξάπλωση στον αστικό χώρο ταυτιζόταν με τους χώρους κατοικίας των αξιωματικών που συγκροτούσαν την ηγεσία (ο Φουστάνος ζούσε στο Κουκάκι, ο Όμηρος Παπαδόπουλος και τα αδέλφια Παπαγεωργίου στο Παγκράτι) και η ύφανση του οργανωτικού ιστού βασιζόταν στις προσωπικές συνομιλίες με το περιβάλλον της γειτονιάς, παρά στη μαζική διαφώτιση.

πηγή Ουτοπία, τεύχος 102, σελ. 113-4.

 

Επιστολή στον Σουηδό δημοσιογράφο Πολ Όλμπεργκ (27/08/1949)

Η επιστολή σας, κύριε, έχει αναμφίβολα καλές προθέσεις, όμως οι ανησυχίες σας για μένα είναι υπερβολικές. Δεν πιστεύω καθόλου ότι έχω εγκαταλείψει κανέναν ή ότι έχω απαρνηθεί τις θέσεις που είχα κατά τη διάρκεια του πολέμου ή της εμιγκράτσιας επειδή έκανα μια ομιλία στη Βαϊμάρη επ’ ευκαιρία των 200 ετών από τη γέννηση του Γκαίτε. Αν πήγα στη Βαϊμάρη είναι γιατί λυπάμαι που – για να χρησιμοποιήσω την ορολογία σας – ένα βαθύ χάσμα διαιρεί σε δυο μέρη τη Γερμανία. Πιστεύω ότι αυτό το χάσμα, αντί να το βαθαίνουμε, χρειάζεται να το μικραίνουμε, κάθε φορά που αυτό είναι δυνατό, έστω και με αφορμή μια τελετή.

Ίσως αγνοείτε ότι στη Θουριγγία δεν υφίσταται μονοκομματικό καθεστώς. Στην κυβέρνηση υπάρχουν μη κομμουνιστές. Υπάρχουν ακόμα περισσότεροι τέτοιοι στο Δημοτικό Συμβούλιο της Βαϊμάρης. Ο δήμαρχος, κύριος Μπουχτερκίρχεν, για παράδειγμα, που με προσκάλεσε, είναι χριστιανοδημοκράτης. Ήταν ο πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου, Χέρμαν – ένας ιερέας –, που εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο την ημέρα της τελετής, στο θέατρο που τόσο υπέροχα αναπαλαιώθηκε. Και σας διαβεβαιώ ότι μπόρεσε να διατυπώσει περισσότερες από μια φράσεις των οποίων η ευαγγελική ελευθερία θα σας είχε σε μεγάλο βαθμό εκπλήξει. Στο Άιζεναχ είναι ο επίσκοπος, με το χρυσό σταυρό στο λαιμό, που ήρθε να με χαιρετήσει: ήθελε να με ευχαριστήσει για τα 20.000 μάρκα του βραβείου Γκαίτε που πρόσφερα για την επιδιόρθωση της εκκλησίας Χέρντερ Στη Βαϊμάρη. Ίσως αυτή η αξιοποίηση να μην ήταν πράγματι ακριβώς αυτή που θα εύχονταν οι κομμουνιστές.

Το ταξίδι μας στη Θουριγγία μετατράπηκε σε λαϊκή γιορτή, με σημαίες, λουλούδια, γιρλάντες, διακηρύξεις, φανφάρες, προπόσεις καλωσορίσματος και παιδιά από σχολεία που μας συνόδευαν με τα τραγούδια τους. Σπάνια – αν ποτέ – έχει δοθεί σε έναν συγγραφέα η ευκαιρία να ζήσει μια τέτοια γιορτή. Δεν μου χρειαζόταν να προσχωρήσω στον κομμουνισμό για να με κερδίσει η συμπάθεια που μου εκδηλώθηκε σε αυτή τη φιλοξενία.

Το γεγονός και μόνο ότι επιφυλάσσομαι να κάνω μια διάκριση ανάμεσα στον κομμουνισμό, καθότι ουμανισμός, και την απόλυτη καταισχύνη που είναι ο φασισμός, το ότι αρνούμαι να πάρω μέρος στην υστερία των διώξεων ενάντια στους κομμουνιστές και να συμμετέχω στο κάλεσμα σε πόλεμο, το γεγονός και μόνο ότι μιλώ υπέρ της ειρήνης σε έναν κόσμο, το μέλλον του οποίου δεν μπορεί κανείς να φανταστεί χωρίς να του δώσει μια φυσιογνωμία κομμουνιστική – το γεγονός αυτό και μόνο, φαίνεται, είναι αρκετό για να μου αποδοθεί μια κάποια πεποίθηση που δεν έχω ζητήσει. Τι θέλετε, δεν μπορώ να θεωρήσω αυτή την πεποίθηση ένα δυσάρεστο σύμπτωμα, να βρω κάτι σε αυτή το οποίο να αποδεικνύει ότι η ηθική και πνευματική υγεία μου βρίσκεται σε κίνδυνο.

Μιλάτε πολύ για ελευθερίες και πολιτικά δικαιώματα που έχουν δοθεί στο λαό στις δυτικές ζώνες. Φαίνεται έχετε ξεχάσει αυτό που εσείς ο ίδιος λέγατε αναφορικά με τη χρήση που ως επί το πλείστον γίνεται με αυτά τα δώρα. Γίνεται μια χρήση ντροπιαστική. Αντίθετα, το με σιδηρά πυγμή λαϊκό κράτος, έχει το πλεονέκτημα ότι, σε αυτό,η ηλιθιότητα και η ελαφρότητα έχουν περιοριστεί στη σιωπή.

Ο Τόμας Μαν με τη γερμανοουγγαρέζα συγγραφέα Άννα Σέγκερς σε επόμενη επίσκεψή του το 1955 (φωτό)

Στην ανατολική ζώνη, δεν μου έτυχε να διαβάσω αυτές τις χυδαίες επιστολές γεμάτες ύβρεις, ούτε τέτοια άρθρα με ηλίθιες κατηγορίες εναντίον μου που στη Δύση δημοσιεύονταν, όταν δεν κυκλοφορούσαν στα κρυφά. Αυτό οφείλεται μόνο στην απειλή του Μπούχενβαλντ, ή σε μια προσπάθεια διαπαιδαγώγισης του λαού που, πηγαίνοντας σε βάθος περισσότερο από ό,τι στη Δύση, επιδιώκει να εμφυσήσει στο λαό το σεβασμό σε μια πνευματική ύπαρξη όπως τη δική μου;

Στην ανατολή εκδίδουν γραμματόσημα με την εικόνα του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (σ.parapoda: δραματουργός, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1912). Σίγουρα, στη δύση, σε κανέναν δεν θα ερχόταν στο μυαλό να προβεί σε τέτοιες υπερβολές. Είναι εύκολο να πει κανείς: “Θέλουν να εκμεταλλευτούν τον πνευματικό κόσμο. Για αυτούς δεν είναι παρά ένα διακοσμητικό στοιχείο”. Στην πραγματικότητα, η υπόθεση είναι πολύ πιο σοβαρή από αυτή που θα μπορούσατε να σκεφτείτε.

Έχω συχνά διαβάσει και ακούσει να λέγεται, στην ανατολική ζώνη, ότι αυτό που νοιάζει τους ιθύνοντες είναι να κάνουν το έργο μου προσβάσιμο στο λαό και ιδιαίτερα στους νέους, να τους κάνουν να προσεγγίσουν όσο περισσότερο γίνεται τον κριτικό ρεαλισμό και τον ουμανισμό που εκφράζεται σε αυτό. Δεν πρόκειται για λόγια. Είναι η αλήθεια. Εδώ και πολύ καιρό, ήδη από το 1945, έχουν διεξαχθεί στη Βαϊμάρη συζητήσεις για τα βιβλία μου, ειδικά για το μυθιστόρημά μου για το Γκαίτε, και επιφανείς ιστορικοί στον κομμουνιστικό Τύπο έχουν γράψει για το έργο μου σημαντικά κείμενα.

Δεν είμαι από αυτούς που “συμπορεύονται” με τους κομμουνιστές. Φαίνεται, αντίθετα πως εγώ έχω κάποιους έξυπνους κομμουνιστές ως συνοδοιπόρους.

Ανάμεσα στους κομμουνιστές (που δεν κατέχουν όμως επίσημα αξιώματα) στην ανατολική ζώνη της Γερμανίας, δεν λείπουν οι υποτελείς τυραννίσκοι. Όμως κοίταξα τους ανθρώπους στα μάτια, τους ανθρώπους στο μέτωπο των οποίων διάβαζε κανείς μια συνεχή και καλοπροαίρετη προσπάθεια και έναν ανιδιοτελή ιδεαλισμό. Είδα στα μάτια τους ανθρώπους που εργάζονται 18 ώρες τη μέρα και θυσιάζονται για να κάνουν ό,τι θεωρούν πως είναι αλήθεια μια απτή πραγματικότητα και για να δημιουργήσουν, στον τομέα δράσης τους, κοινωνικές συνθήκες που – αυτοί λένε – θα καταστήσουν ανέφικτη μια επιστροφή στον πόλεμο και τη βαρβαρότητα. Ως άνθρωπος, μου είναι δύσκολο να στραφώ σε κάτι τέτοιο. Χρειάζεται, κύριε, να προσέχουμε ώστε να μην του αντιτάσσουμε, από αληθινό μίσος για ένα τέτοιο καθεστώς, ιδανικά που, σε πολλές περιστάσεις, έχουν αποκαλυφθεί ότι δεν είναι παρά το υποκριτικό προκάλυμμα εντελώς πραγματικών συμφερόντων.

πηγή https://parapoda.wordpress.com/

Μετάφραση από τα ιταλικά. Πηγή: «Αναγέννηση» («Rinascita»), θεωρητικό περιοδικό του ΚΚ Ιταλίας, έτος 6ο, ν.10, Οκτώβρης 1949.

Αισθητική της μουσικής Αισθητική της μουσικής

Λούκατς Γκέοργκ

Μετάφραση: Ντούβος Πάνος

Σελ.: 184

Σειρά: Ars Cogitans -Διεύθυνση Σειράς: Γιώργος Μανιάτης

Επίμετρο: Πάνος Ντούβος
1η έκδοση: Μάρτιος 2017

Τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του Λούκατς για την αισθητική διαπερνούν και τη μελέτη του για τη μουσική, και είναι: η πρωταρχική σημασία της αντανάκλασης της πραγματικότητας, η έμφαση στον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της τέχνης και στην καθοριστική σημασία της στη διαδικασία κοινωνικοποίησης του ανθρώπου, η υπεράσπιση της αισθητικής αξίας του ρεαλισμού, η κριτική στάση απέναντι στις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του σύγχρονου ατομικισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, οι βασικές πτυχές που θίγει ο σημαντικός μαρξιστής διανοητής για τη μουσική είναι: η θεμελίωση του κοινωνικού χαρακτήρα της λειτουργίας και της ηθικής επίδρασής της, το πρόβλημα της αυτονόμησής της από τον λόγο και τον χορό, η σχέση μορφής-περιεχομένου.

http://www.toposbooks.gr/contents/books_details.php?nid=530

Ποιο είναι το ουσιαστικό ελάττωμα της λογοτεχνίας μας που γίνεται ιδιαίτερα φανερό σήμερα, στο φως όλων εκείνων των πραγμάτων που συνιστούν το περιεχόμενο και την πηγή έμπνευσης του Εικοστού Δεύτερου Συνεδρίου μας; Το ελάττωμα αυτό είναι η λειψή περιγραφή των διαφόρων προτσές που λαβαίνουν χώρα μέσα στη ζωή, των πολλών πλευρών αυτής της ζωής και των προβλημάτων που ανακύπτουν απ’ αυτήν. Ή, για να το πούμε σταράτα, το ελάττωμα αυτό είναι η λειψή εμβάθυνση και αλήθεια κατά την απεικόνιση της ζωής.
Ο νέος Λέων Τολστόι έγραψε για ένα από τα «Διηγήματα της Σεβαστούπολης» αυτά τα λόγια: «Ο ήρωας του διηγήματός μου, που τον αγαπώ μ’ όλη την καρδιά, που πάσκισα να τον περιγράψω σ’ όλη του την ομορφιά, ο ήρωας αυτός είναι η Αλήθεια».
Πόσο συχνά συμβαίνει σε μας, ο απαιτητικός αναγνώστης, όταν εμβαθύνει διαβάζοντας ένα βιβλίο ασχολούμενο με κάποια πλευρά της πραγματικότητάς μας που σχετίζεται άμεσα με την πρακτική του δουλειά – πόσο συχνά συμβαίνει ο απαιτητικός αναγνώστης να απευθύνει με τη σκέψη του μομφές και συλληπητήρια στο συγγραφέα: «Τι είναι τούτα δω που πας να μου σερβίρεις; Εγώ ξέρω κάτι παραπάνω από σένα και του λόγου σου είτε δεν ξέρεις τι σου γίνεται, είτε – αν ξέρεις – κρατιέσαι μακριά, αποφεύγεις να καταπιαστείς, φοβάσαι!» Κάτι τέτοιο είναι φοβερή καταδίκη για ένα βιβλίο. Και τέτοιες καταδικαστικές αποφάσεις δεν αρθρώνονται μοναχά στη σκέψη του αναγνώστη αλλά και καταγράφονται σ’ επιστολές προς το συγγραφέα και λέγονται και στις συζητήσεις όπου ο συγγραφέας μιλάει για το έργο του ή σε όποια άλλη ευκαιρία.
Οι προηγούμενοι αναγνώστες μας δεν ψάχνουν ντε και καλά να βρουν ελαττώματα στα βιβλία. Είναι πρόθυμοι να συγχωρήσουν σ’ ένα συγγραφέα μια τεχνική ή πραγματική ανακρίβεια στις λεπτομέρειες του πίνακά του (αν βέβαια δεν είναι πολύ χτυπητή). Αλλά δεν έχουν καμιά διάθεση να καταπίνουν παγαποντιές στα κύρια ζητήματα, σ’ αυτά που μαρτυρούν την ουσία του βιβλίου. Αυτό μαρτυράει την πελώρια ανάπτυξη της αυτεπίγνωσης του λαού μας, το υψηλό του πολιτιστικό επίπεδο και την ελευθερία του να κρίνει, ελευθερία που χαρακτηρίζει εκείνους που
είναι αφέντες της ζωής. Ένας τέτοιος αναγνώστης δεν πρόκειται να μεταβάλει γνώμη όσο κι αν του παινέψεις το βιβλίο, όσο κι αν πασκίσεις να του αποδείξεις πως του είναι αναγκαίο και χρήσιμο αρκεί να «παραβλέψει τα ελαττώματα». Ο τέτοιος αναγνώστης προτιμάει να κρίνει το βιβλίο παίρνοντας πλήρως υπόψη του τόσο τα καλά όσο και τα κακά του σημεία.
Το ελάττωμα πολλών βιβλίων μας είναι πρώτα απ’ όλα η απουσία της αλήθειας ζωής, οι φοβισμένες αμφιταλαντεύσεις του συγγραφέα, η απορία του για το τι είναι επιτρεπτό και τι δεν είναι, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον αναγνώστη.
«Εμένα μου κόβει», σκέφτεται ο συγγραφέας, «τα ξέρω όλα. Αλλά αν τύχει κι ο αναγνώστης δεν αντιληφθεί κάτι με τον τρόπο που πρέπει, και πάψει να εκπληρώνει το πλάνο του στη δουλειά;»
Τούτο δεν είναι τίποτα άλλο από μια παραχώρηση στις μεθόδους και τις συνήθειες που ανήκουν σ’ εκείνα τα χρόνια της ανάπτυξής μας που χαρακτηρίζονταν από ένα πνεύμα δυσπιστίας και καχυποψίας, παραχώρηση καταστρεπτική ιδιαίτερα για την τέχνη. Η δυσπιστία απέναντι στον αναγνώστη είναι βαρύ αμάρτημα, αμάρτημα που αναπόφευκτα επηρεάζει την ποιότητα του βιβλίου και του αφαιρεί τη δύναμη να επιδράσει πάνω στο ανθρώπινο πνεύμα. Ο Μαξίμ Γκόρκυ έλεγε πως στον αναγνώστη πρέπει να φέρεσαι όπως σ’ έναν ευγενικό και μυαλωμένο φίλο στον οποίο μπορείς να εμπιστευτείς τις μύχιες σκέψεις σου. Δεν μπορείς να είσαι παγαπόντης απέναντι σ’ ένα φίλο και να του κρύβεις πράγματα. Τι σόι φιλία θα ήταν αυτή;