Category: ποίηση


1

Σταματώντας τις συζητήσεις μας,

θαυμάζοντας το συνέδριό μας,

μας φέρανε τις νίκες τους-

στάρι, αεροπλάνα, μέταλλα-

τον εαυτό τους,

μας φέρανε τον εαυτό τους σα θέμα,

τη δουλειά, την αγάπη, τη ζωή τους.

Και ο καθένας τους ήταν ένα ποίημα

γιατί μίλαγε σα μπολσεβίκος.

*αναφέρεται στο προλεταριάτο που παρακολουθούσε τις εργασίες

 

 

Ο Αλέχο Καρπεντιέρ

Το 19ο αιώνα ηκουβανέζικη ποίηση χαρακτηρίζεται από το επαναστατικό της περιεχόμενο. Οι κυριότεροι εκπρόσωποί της (Zenea – Palma – Valdes) ηγούνται των εξεγέρσεων εναντίον των Ισπανών αποικιοκρατών. Οι Zenea και Valdes εκτελέστηκαν από τους Ισπανούς σαν εχθροί του αποικιακού καθεστώτος. 

Η κουβανέζικη ποίηση του 19ου και κυρίως του 20ού αιώνα, παρά τις ιδιομορφίες των εκπροσώπων της, παρουσιάζει χαρακτηριστικά, που συμπυκνώνονται στις παρακάτω παρατηρήσεις:

α) Εντονος εθνικός και κοινωνικός χαρακτήρας.Ο αγώνας ενάντια στους Ισπανούς και σε συνέχεια στους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές αντανακλάται στην ποίηση, της οποίας εκπρόσωποι πολλές φορές εγκαταλείπουν την τέχνη τους για τους εθνικούς αγώνες. Ο αγώνας ενάντια στις δικτατορίες Ματσάδο και Μπατίστα και την κοινωνική αδικία αφήνει τη σφραγίδα του στην τέχνη τους. Μπορούμε να μιλήσουμε έως ένα βαθμό για στρατευμένη ιδεολογικάτέχνη (με κοινωνικό περιεχόμενο).

β) Αναζήτηση και κριτική αφομοίωση όλων των αισθητικών ρευμάτων της Ευρώπης (ρομαντισμός, μοντερνισμός, αβαγκάρντ, συμβολισμός, κλασικισμός, ρεαλισμός, υπερρεαλισμός). Σταθερή βάση, όμως, της κουβανέζικης ποίησης – ποίησης βαθύτατα λυρικής, είναι ο μπαρόκ χαρακτήρας της. Το μπαρόκ με τη μεγάλη κληρονομιά των Ισπανών ποιητών Γκόγκορα και Κεβέγο, ταιριάζει στη λατινοαμερικάνικη ψυχοσύνθεση, που είναι διαμορφωμένη στη βάση του μαγικού και θαυμαστού (η παράδοση και το όνειρο δεμένα με την ισπανική κληρονομιά).

 

Ο Χοσέ Μαρτί

γ) Αξιοποίηση του αυτόχθονου στοιχείου. Η αξιοποίησή του δεν έχει τοπικιστικό πνεύμα. Είτε ανασύρουν την αφρικάνικη παράδοση του νησιού, είτε αξιοποιούν τις τοπικές παραδόσεις, δε στέκονται μόνο σ’ αυτές. Στοχεύουν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της λατινοαμερικάνικης κουλτούρας, θεωρώντας την Κούβα σαν μέλος της μεγάλης αμερικάνικης οικογένειας. 

Ο «θεμελιωτής» της

Στα τέλη του 19ου αιώνα αρχίζει, ουσιαστικά, η άνθηση τηςκουβανέζικης ποίησης, που αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ όλη την αμερικάνικη ήπειρο. Τρεις θεωρούνται οι μεγάλοι πρόδρομοι. Ο Χοσέ Μαρτί, ο Χουλιάν ντε Κάζαλ (Julian de Casal) και η Χουάνα Μπορέρο (Juana Borrero).

Ο Χοσέ Μαρτί, μεγάλη φυσιογνωμία δημιουργού και αγωνιστή ολόκληρης της Αμερικής, θεωρείται ο πρωτεργάτης – θεμελιωτής τηςκουβανέζικης ποίησης. Οι βασικές του ποιητικές συλλογές («Ισμαϊλίγιο» – ελεύθεροι στίχοι και απλοί στίχοι) βάζουν τα θεμέλια της νέας ποίησης. Αφομοιώνει όλα τα αισθητικά ρεύματα, ταυτίζοντας την κουβανικότητα με το παγκόσμιο πνεύμα. Για τον Μαρτί, η φύση είναι ο μεγάλος δάσκαλος του ανθρώπου. Ποίηση δεν υπάρχει, εάν δε βάλουμε τα χέρια μας στα σπλάχνα μας και εάν δεν την αναζητήσουμε στα συνεργεία και τους δρόμους (κάθε μέρα είναι ένα ποίημα). Ο ίδιος απέδειξε τη στενή σχέση της τέχνης με τη ζωή. Το λογοτεχνικό του έργο είναι συνδεδεμένο με την επαναστατική δράση. Εδωσε τη ζωή του (1895), πολεμώντας εναντίον των Ισπανών, αφού προηγουμένως αφοσιώθηκε στην προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα.

Ο Χουλιάν ντε Κάζαλ και η Χουάνα Μπορέρο διακρίνονται για τον προσωπικό χαρακτήρα της τέχνης τους, που δε στερείται κοινωνικού περιεχομένου. Ο μελετητής τηςκουβανέζικης τέχνης, Σίνθιο Βιτιέρ, αποκαλεί και τους τρεις «μυστικό πάθος της Κούβας».

 

Ο Νικολάς Γκιγιέν

Το 1898 τελειώνει ο Ισπανοαμερικανικός πόλεμος, με νίκη των ΗΠΑ. Οι Αμερικάνοι καταλαμβάνουν την Κούβα (όπως και το Πόρτο Ρίκο) και υψώνουν την αμερικάνικη σημαία στο δημαρχιακό μέγαρο της Αβάνας. Αρχίζουν άγρια εκμετάλλευση του νησιού και επιβάλλουν σκληρές δικτατορίες. Η χώρα διακατέχεται από αίσθημα πικρίας και βεβήλωσης. Η κοινωνική αστάθεια, η έλλειψη διαμορφωμένης εθνικής και κοινωνικής συνείδησης σημαδεύουν την ποίηση της εποχής. 

Αρχές του 20ού αιώνα, οι ποιητέςΡεγκίνο Μπότι (Regino Boti), Χοσέ Μανουέλ Ποβέδα (Jose Manuel Poveda) και Αγκουστίν Ακόστα(Agustin Acosta) αναζητούν απεγνωσμένα την κουβανέζικηταυτότητα. Πιστεύουν πως ο μοντερνισμός (που άνοιξε δρόμους) δεν εκφράζει τη νέα πραγματικότητα και προσπαθούν να ανανεώσουν την τέχνημέσω νέων μορφών (vanguardia – ανανέωση). Η κουβανική ανανέωση δεν είναι αφηρημένη ούτε ελιτίστικη. Παίρνει τα εθνικά χαρακτηριστικά (το μπαρόκ – ο συμβολισμός και η ποίηση του κορυφαίου, βαθιά προοδευτικού Βορειοαμερικάνου ποιητή Γουόλτ Γουίτμανκυριαρχούν).

«Διάδοχοι» του Χ. Μαρτί

Η δεκαετία 1920-1930 είναι γεμάτη από σημαντικά γεγονότα. Προηγήθηκαν η Μεξικάνικη Επανάσταση (1910) και η Οχτωβριανή (1917), που δημιούργησαν δυνατό συγκινησιακό κλίμα. Στην Κούβα η δικτατορία του Ματσάδο βρίσκεται στην πιο άγρια φάση της. Παρ’ όλα αυτά, ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας, η σημαντικής δράσης Ομάδα Μειονοτήτων, το Λαϊκό Πανεπιστήμιο «Χοσέ Μαρτί» και η «Ρεβίστα ντε Αβάνθε», η οποία θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πνευματικά και κοινωνικά ζητήματα. Μεγάλες απεργίες συγκλονίζουν το νησί. Η καταστολή είναι άγρια. Αλλά οι ποιητές συμμετέχουν και καθοδηγούν τους αγώνες. Μεγάλα ονόματα είναι οι Βιγιένα (Villena), Μαρινέγιο(Marinello), Πεντρόζο (Pedroso), Ταγιέτ (Tallet) και Νικολάς Γκιγιέν (Nicolas Guillen).

 

Στο βάθρο, άγαλμα του Χοσέ Μαρτί

Η ανανέωση μέσω αυτών των ποιητών μπαίνει σε καινούρια φάση. Νέες αναζητήσεις, νέες αγωνίες. 

Ο Βιγιένα έχει συνεχή κοινωνική δράση. Προσπάθησε να βομβαρδίσει το προεδρικό μέγαρο και ηγείται της μεγάλης απεργίας, που προαναγγέλλει την πτώση του τυράννου Ματσάδο. Υπογράφει όλα τα κείμενα της Ομάδας Μειονοτήτων και των διανοουμένων εναντίον της δικτατορίας και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Συγκινητικό είναι το ποίημά του «19 του Μάη», με το οποίο όλη η πλάση θρηνεί για το θάνατο του πρωτομάρτυρα Χ. Μαρτί.

Ο Μαρινέγιο (κλασικό είναι το έργο του «Liberacion») εγκαταλείπει την ποιητική δημιουργία, για να αφοσιωθεί στην πολιτική δράση. Στην περίπτωσή του, αυτό συνεπάγεται διώξεις, κατατρεγμούς και εξορίες.

Ο Λούνα (Luna) κάνει πλήρη κοινωνική ποίηση και υποστηρίζει: «Ονειρο σημαίνει να προχωράς».

Ο Πεντρόζο, εργάτης και μιγάς, στην αυτοπαρουσίασή του, λέει:

«Ράτσα: Ανθρώπινη

Χρώμα: Μαύρο – κίτρινο (χωρίς άλλο ανακάτεμα)

Επάγγελμα: Εκμεταλλευόμενος

Τόποι σπουδών: Συνεργεία, κάμποι, εργοστάσια, αγροκτήματα της ζάχαρης

Ιδεολογία: Γιος της Αμερικής

Σκοπός: Να συντελέσω στη δημιουργία μιας λυρικής – κοινωνικής κουβανέζικης ποίησης».

Ο Ταγιέτ, με το έργο του «Αγονος σπόρος», μπορεί να θεωρηθεί ότι κάνει αντιποίηση. Είναι ανατρεπτικός, σαρκαστικός, είρων. Κριτικάρει την κοινωνική πραγματικότητα. Πιστεύει ότι ο λαός δεν έχει αφυπνιστεί, ότι όλα πήγαν χαμένα: «Η θυσία του Μαρτί να δημιουργήσει ένα λαό από πρόβατα, χωρίς ματιά, που πάντα τον οδηγεί ένας ποιμένας ηλίθιος και διεστραμμένος».

Ο Νικολάς Γκιγιέν, ριζοσπαστικός, προπαγανδιστής, ψάχνει μαζί με τον Εμίλιο Μπαγιάγκας (Emilio Ballagas) τις ρίζες της αφροαμερικάνικης ποίησης. Η ποίηση «negrista» έχει εμφανιστεί σ’ όλες τις χώρες της Λ. Αμερικής, όπου υπήρχαν παλιότερα Αφρικάνοι σκλάβοι. Ομως, ο Γκιγιέν δε μένει στο νεγρισμό του, δεν κάνει φολκλόρ, βλέπει την ποίηση της Κούβας ενσωματωμένη στην παγκόσμια ποίηση.

Μετά το 1828 μέχρι περίπου το 1940, δημιουργείται νέα τάση στην ποίηση. Οι Μπρουλ (Brull), Φλορίτ (Florit), Μπαγιάγκας (Ballagas), Χόρχε Γκιγιέν (Jorge Guillen) και η Μαρία Λουνάρ (Maria Lounar) (η τελευταία της ομάδας) είναι οπαδοί της «καθαρής ποίησης». Η «καθαρή ποίηση» είναι απάντηση στις υπερβολές της «vanguardia» και ένας νέος δρόμος στην αναζήτηση της κουβανικότητας. Παρά την ονομασία της, έχει κοινωνικό περιεχόμενο.

Ο Μπρουλ (Brull) είναι ανθρωπιστής. Ψάχνει τη λαϊκότητα και την ανανέωση στο «Σόλο ντε Ρόσα». Συνδέει τη μουσική, την ποίηση και τη σιωπή. Ψάχνει το κρυμμένο μυστικό στους καθρέφτες με το λαμπύρισμα της αιώνιας ομορφιάς.

Ο Φλορίτ (Florit), μεγάλος ποιητής της κουβανικότητας και της παγκοσμιότητας, με το κλασικό του έργο «Τροπίκο» («Tropico»), το Μπαρόκ και η επίδραση του Gongors δημιουργούν σφοδρό συγκινησιακό κλίμα.

Ο Μπαγιάγκας (Ballagas), στο κλασικό έργο του «Αγαλλίαση και φυγή», εκφράζει κυρίως το αυτόχθονο στοιχείο, όμως η νέγρικη ποίηση δεν είναι ο μοναδικός του στόχος. «Εγώ, οπαδός της καθαρής ποίησης (λέει στο ιδεολογικό του μανιφέστο), βρίσκω και χρησιμοποιώ οποιονδήποτε τρόπο, που θα μπορούσε να με βοηθήσει στην εύρεση της κουβανικότητας».

Ο Χόρχε Γκιγιέν, αθώος και παιδικός, δημιουργεί με την ποίησή του το αίσθημα της ζωικής έκστασης.

Η Μαρία Λουνάρ (Maria Lounar), σπουδαία ποιήτρια (δημιουργεί μέχρι τα τέλη του αιώνα), δεν κατατάσσεται εύκολα σε σχολές και τεχνοτροπίες. Θαυμάζει τον Χοσέ Μαρτί και σε μια ομιλία της στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, το 1950, λέει «μόνο με αίμα και με πνεύμα αξίζει να γεννηθεί η λέξη». Το νησί, ο αέρας, η θάλασσα, το νερό είναι τα σύμβολα της ποίησής της, που διακρίνεται για την εσωτερικότητά της. Η ίδια αντιδρά, όταν τη χαρακτηρίζουν «προσωπική» ποιήτρια. Υποστηρίζει ότι η ποίησή της απευθύνεται σ’ όλο τον κόσμο, γιατί «η ποίηση είναι όπως το ψωμί επάνω στο τραπέζι». Επίσης αντιδρά, όταν μιλούν για γυναικεία ποίηση. Η ποίηση δεν έχει φύλο, κατά την Λουνάχ. Η ίδια, πάντως, συνεχίζει τη μεγάλη σειρά των γυναικών ποιητριών από τη Μεξικάνα Χουάνα ντε Ασπάγιε (Χουάνα de Asbaje) μέχρι τη Χιλιανή Γαβριέλα Μιστράλ. Ο Μπαγιάγκας (Ballagas) τής αφιερώνει το ποίημά του «Τριαντάφυλλα του ανέμου» και την ονομάζει «τριαντάφυλλο που νανουρίζεται στο βλαστάρι των ανέμων».

Ο «θεμελιωτής» της πεζογραφίας

Μετά το 1950 εμφανίζονται πολλοί ποιητές. Μέσα σ’ αυτούς ξεχωρίζει η μορφή του Χοσέ Λεσάμα Λίμα, που έγινε διάσημος, παγκοσμίως, με το μυθιστόρημά του «Παράδεισος». Ο Λίμα είναι πολύ ιδιόμορφος ποιητής. Οι μελετητές της κουβανέζικης ποίησης μιλούν για «πρωτοπόρο», που άνοιξε δρόμους στην έκφραση. Συνέδεσε το μπαρόκ με τον υπερρεαλισμό και μέσω εικόνων (υπερρεαλιστικών) εξέφρασε τις προσωπικές του αγωνίες και την κουβανικότητα. Το έντονο προσωπικό στοιχείο και ο υπέρμετρος υπερρεαλισμός του δεν τον κάνουν προσιτό στον πολύ κόσμο.

Σίγουρα παραλείφτηκαν πολλά ονόματα στη σύντομη αυτή παρουσίαση. Στόχος μας ήταν να παρουσιάσουμε τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα, που δίνουν το στίγμα και το χρώμα της κουβανέζικης ποίησης, η οποία, δυστυχώς, όπως και γενικά η λατινοαμερικάνικη ποίηση, εκτός από μια μικρή αναφορά στον Νερούδα, δεν περιέχονται στα σχολικά εγχειρίδια.

Δεν αναφερθήκαμε στην, επίσης, σημαντική πεζογραφία της Κούβας. Θα σταθούμε, όμως, στον μεγαλύτερο πεζογράφο της Κούβας, τον Αλέχο Καρπεντιέρ, ο οποίος υπηρέτησε την επανάσταση, από τότε που ανέτρεψε τον Μπατίστα (1959) μέχρι το θάνατό του. Με τηντέχνη του, «θεμελίωσε» τη νέα κουβανέζικη και όλη τη λατινοαμερικάνικη πεζογραφία.

Στο κορυφαίο έργο του «Αιώνας των φώτων», ο Καρπεντιέρ σαρκάζει τους Γάλλους επαναστάτες του 1789, οι οποίοι, ενώ πήγαν στις αποικίες της Λ. Αμερικής για να μεταδώσουν τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, σταδιακά μετατράπηκαν σε χειρότερους δυνάστες – τυράννους. Στο έργο αυτό, ο συνδυασμός του μπαρόκ με τη λατινοαμερικάνικη παράδοση δίνουν ένα μαγευτικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, δικός του είναι ο όρος «μαγικός ρεαλισμός», που ο Καρπεντιέρ τον χαρακτηρίζει «πραγματικά θαυμαστό», προλογίζοντας το «Βασίλειο αυτού του κόσμου» (1949).

Ο Καρπεντιέρ μιλάει για το θαυμαστό κόσμο της Αμερικής, που σήμερα, μέσω της Κούβας, δίνει το παράδειγμα σ’ όλο τον κόσμο: Τέχνη για τη ζωή, την επανάσταση, την ελπίδα.

Της
Κικής ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ*
* Η Κική Αλεξοπούλου είναι φιλόλογος της Μέσης Εκπαίδευσης
Τέχνη που αναγγέλλει τη ζωή
Ο Ουρουγουάνος συγγραφέας Μάριο Μπενεντέτι

Τον Ιούνη του 2009 έσβησε στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης ο μεγάλος συγγραφέας και αγωνιστής Μάριο Μπενεντέτι. Ο Μάριο Μπενεντέτι είχε πει: «Οταν φαίνεται πως η ζωή μιμείται την τέχνη, είναι γιατί η τέχνη έχει καταφέρει ν’ αναγγείλει τη ζωή». Με βάση αυτές τις σκέψεις μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η τέχνη του αναγγέλλει τη ζωή.

Ο συγγραφέας γεννήθηκε στις 4 Σεπτέμβρη του 1920 στο Πάσο ντε Τόρος της Ουρουγουάης. Το 1938 μετά τις βασικές σπουδές του, μεταβαίνει στο Μπουένος Αϊρες, όπου κερδίζει τα προς τo ζην εξασκώντας διάφορα επαγγέλματα. Στο Μπουένος Αϊρες δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Μετά από τρία χρόνια επιστρέφει στο Μοντεβίδεο. Η χώρα ζει μέσα σε νάρκη. Ο Μπενεντέτι δεν έχει βρει ακόμη τον εαυτό του. Δεν έχει ακόμη ξυπνήσει από τον ύπνο που κοιμόταν το έθνος. Το 1954 γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της επιθεώρησης «Πορεία». Η επιθεώρηση σφράγισε μια ολόκληρη εποχή. Η δικτατορία του 1973 την έκλεισε, αφού εξαφάνισε ή εξόρισε όλα τα στελέχη της.

Το κριτικό πνεύμα της «Πορείας» απέναντι στην πραγματικότητα επηρεάζει τον συγγραφέα και το 1956 δημοσιεύει ένα από τα βασικά έργα «Ποιήματα του γραφείου». Mε την εμφάνιση αυτής της συλλογής ο καλλιτέχνης θέτει για πάντα τις βάσεις της λογοτεχνίας του. Λογοτεχνία ανθρωπιστική, επικοινωνιακή και επικοινωνούσα. Ταξιδεύει στην Ευρώπη. Αρχίζει να βλέπει τα πράγματα της χώρας του από νέα οπτική γωνία. Το 1959 εμφανίζεται η πρώτη του νουβέλα «Μοντεβιντεάνου». Οπως και στα «Ποιήματα του γραφείου», το θέμα του είναι ο μέσος Ουρουγουανός άνθρωπος με τα βίτσια του, τις αρετές του, τις διαψεύσεις και προπαντός τη μονοτονία της ζωής του. Το 1959 είναι καταλυτικός χρόνος για τον συγγραφέα. Είναι ο χρόνος της ΚουβανέζικηςΕπανάστασης, που τον ταρακούνησε συθέμελα. Ο ίδιος γράφει:

«Το 1959 ήταν καθοριστικό όχι μόνο για μένα, αλλά για όλους τους Λατινοαμερικανούς. Αυτό που συνέβη άλλαξε τη συνείδησή μου. Εκανα την αυτοκριτική μου για τις δραστηριότητες που είχα ως τότε. Η Επανάσταση με βοήθησε να επικοινωνήσω με τη χώρα μου και ν’ αλλάξω τη στάση μου απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα».

Επίσης, το 1959 ταξίδεψε στις ΗΠΑ. Γράφει για το ταξίδι του. «Το ταξίδι μου στις ΗΠΑ και αυτά που είδα εκεί με έκαναν αντιιμπεριαλιστή». Ταυτίστηκε με τους νέγρους και τους Λατινοαμερικανούς μετανάστες που είχαν συρρεύσει στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.

Μετά την Επανάσταση στην Κούβα ταξιδεύει συχνά στην Αβάνα και γίνεται μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της επιθεώρησης «Casas de las Americas».

Η συμβολή του Μπενεντέτι στην προώθηση της αμερικανικής κουλτούρας είναι πολύ σημαντική. Το I960 δημοσιεύει δύο βασικά του έργα. Την «Ανακωχή» και το «Η χώρα με την αχυρένια ουρά». Στο έργο «Ευχαριστίες στη φωτιά», ο ήρωας ταυτίζεται με τον συγγραφέα και προαναγγέλλει την επαναστατική του δράση. Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα το 1967 τον συγκλονίζει. Αφιερώνει στον ήρωα – επαναστάτη τα ωραιότερα ποιήματά του.

Η δεκαετία του 1970 χαρακτηρίζεται από την όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων στην Ουρουγουάη. Εμφανίζονται οι αντάρτες Τουπαμάρος. Ο στρατός καταστέλλει βίαια τις κινητοποιήσεις, προσπαθώντας να συντρίψει το αντάρτικο κίνημα. Ο συγγραφέας μέσα στα πλαίσια του «Ευρέος Μετώπου» ιδρύει μαζί με άλλους αγωνιστές το «Κίνημα των Ανεξάρτητων της 26ης του Μάρτη». Το επαναστατικό πνεύμα του συγγραφέα αντανακλάται στο έργο του «Τα γενέθλια του Χουάν Ανχελ». Ο ήρωας γίνεται μέλος μιας επαναστατικής οργάνωσης, προκειμένου ν’ αλλάξει τη σαπισμένη πραγματικότητα. Το πνεύμα του έργου είναι αισιόδοξο. Η λύση βρίσκεται στην ένοπλη επαναστατική δράση. Οταν το 1973 εγκαθιδρύεται στρατιωτικοπολιτική δικτατορία στην Ουρουγουάη, ο Μάριο Μπενεντέτι εγκαταλείπει τη χώρα και εγκαθίσταται στην Κούβα. Εκεί δημοσιεύει τα «Ποιήματα της εξορίας», καθώς και τη συλλογή διηγημάτων «Με και χωρίς νοσταλγία».

Πολύ σημαντική είναι η συμβολή του και στη φιλολογική κριτική. Στη Βενεζουέλα εκδίδει το έργο «Το τέχνασμα του ύψιστου πατριάρχη» όπου αναλύει τις κλασικές νουβέλες της δικτατορίας. Οι νουβέλες αυτές αναφέρονται στη ζωή και τη δράση Λατινοαμερικανών δικτατόρων: «Το τέχνασμα της Μεθόδου» του Καρπεντιέρ, «Εγώ ο Υψιστος» του Αουγκούστου Ρόα Μπάστος, «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη» του Γκαρσία Μάρκες.

Στην Αβάνα, τέλος, εκδίδει τη συλλογή «Ποίηση γκρεμισμένη», στην οποία αναφέρεται σ’ όλους τους Λατινοαμερικανούς ποιητές που έδωσαν τη ζωή τους για την Επανάσταση. Καταπιάνεται με το θέμα της νεολαίας «Νέοι αυτής της Αμερικής» και μέχρι το τέλος της ζωής του δημιουργεί ακατάπαυστα, καλύπτοντας όλους τους τομείς (μυθιστόρημα, διήγημα, δοκίμιο, κριτική).

Ο Μάριο Μπενεντέτι έζησε μια ζωή γεμάτη. Η πληθωρική προσωπικότητά του είναι ο ιδανικός συνδυασμός του ανθρώπου της θεωρίας και της πράξης. Σήμερα, θεωρείται ότι είναι από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους Νοτιοαμερικανούς δημιουργούς. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Κική ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Οι

Το πέτυχα τυχαία. Σε μια ιντερνετική βόλτα. »Οι τελευταίοι εραστές του Σουρεαλισμού», λοιπόν, γράφτηκαν τέλη του 2009 και συμπεριλήφθηκαν στο 6 τεύχος της απεριοδικής έκδοσης »Ταξίδι στο χωροχρόνο» κάπου στο 2010. Ο τίτλος μπήκε έτσι γιατί το περιεχόμενο ανταποκρινόταν σε κάποιες παλιές καταστάσεις. Πλάκα έχει ότι ακριβώς από κάτω βρίσκεται το CERN, μέρος έχει να κάνει με τη ζωή μου με μια γενική έννοια.

Τ

Ο φαντασμένος χωριάτης πιστεύει ότι ο κόσμος ολόκληρος είναι το χωριό του. Αρκεί να είναι ο ίδιος δήμαρχος ή να μπορεί να ταπεινώνει το αντίζηλο που ξεμυάλισε την καλή του και να αυγαταίνει το κομπόδεμά του, για να νομίσει ότι όλα πάνε καλά στην οικουμένη, αγνοώντας τους γίγαντες με τις μπότες ίσαμε εφτά λεύγες που είναι έτοιμοι να τον ποδοπατήσουν ή τη διαμάχη στα ουράνια, ανάμεσα στους κομήτες που διασχίζουν νυσταλέοι τους αιθέρες, καταβροχθίζοντας κόσμους.

Ό,τι απομένει από το χωριό στην Αμερική, πρέπει να ξεσηκωθεί. Αυτοί δεν είναι καιροί για να κοιμάται κανείς με τη σκούφια του ύπνου στο κεφάλι, αλλά με όπλα για μαξιλάρι, όπως έκαναν οι πολεμιστές του Χουάν ντε Καστεγιάνος: τα όπλα της λογικής, που υπερνικούν όλα τα άλλα. Τα οδοφράγματα των ιδεών αξίζουν περισσότερο από τα πέτρινα οδοφράγματα.
Καμία πλώρη δε μπορεί να χαράξει ένα νέφος ιδεών. Μία ιδέα γεμάτη ενέργεια, όταν ξεδιπλωθεί ενώπιον του κόσμου τη κατάλληλη στιγμή, μπορεί να σταματήσει ολόκληρη αρμάδα σιδερόφραχτων πλοίω ν, σαν τη μυστική σημαία της θείας δίκης. Έθνη που δε γνωρίζονται μεταξύ τους, είναι τώρα ανάγκη να βιαστούν να γνωριστούν, όπως πρέπει σε ανθρώπους που ετοιμάζονται να δώσουν μάχη, ο ένας στο πλευρό του άλλου.
Όσοι κουνούν απειλητικά τη γροθιά ο ένας στον άλλον σαν ζηλιάρικα αδέρφια που διεκδικούν το ίδιο χωράφι, ή σαν τον χωρικό που είναι μικρό το σπίτι του και φθονεί τον άλλον που το σπίτι του είναι καλύτερο , πρέπει να ενώσουν τα δυό τους χέρια και να γίνουν ένα. Όσοι κρύβονται πίσω από μία παράδοση εγκληματική προκειμένουν να βάλουν χέρι στη γη του αδερφού τους με σπαθί βαμμένο σε αίμα που βγαίνει από των δυό τους τις φλέβες, πρέπει να επιστρέψουν τη γη στον αδερφό τους που έχει ήδη τιμωρηθεί αρκετά, αν δε θέλουν ο λαός να τους φωνάζει κλέφτες. Ο έντιμος άνθρωπος δεν εξοφλεί τα χρέη τιμής με χρήμα – τόσο πάει για κάθε σφαλιάρα που έχει δεχθεί.
Δε μπορεί πια να είμαστε ένας λαός που ζει όπως τα φύλλα στον άνεμο, οι φυλλωσιές μας γεμάτες ανθούς κι είτε να μαραινόμαστε, είτε να σιγοραγουδάμε στο έλεος των χαδιών του ήλιου είτε να παραδέρνουμε στις καταιγίδες. Τα δέντρα πρέπει να μπουν στη σειρά για να μη περάσει ο γίγαντας με τις μπότες, ίσαμε εφτά λεύγες! Είναι καιρός να δώσουμε το παρών και να πορευτούμε ενωμένα , να πυκνώσουμε τις γραμμές μας όπως οι φλέβες του αργύρου στα ριζά των Άνδεων.
Μόνο τα εφταμηνίτικα θα λιποψυχήσουν. Όσοι δε πιστεύουν στη χώρα τους είναι άνδρες πρόωρα γεννημένοι και αδύναμοι. Επειδή οι ίδιοι δεν έχουν κουράγιο, το αρνούνται και στους υπόλοιπους. Τα ατροφικά μικρά τους χέρια -νύχια βαμμένα, μπράτσα στολισμένα με βραχιόλια, χέρια του Παρισιού και της Μαδρίτης- δε μπορούν να φτάσουν ούτε στα πιο χαμηλά κλαριά του δέντρου, και δηλώνουν ότι ένα τέτοιο ψηλό δέντρο είναι αδύνατο να το σκαρφαλώσει άνθρωπος. Τέτοια βλαβερά έντομα που ροκανίζουν τα κόκκαλα της χώρας που τους θρέφει, πρέπει να φορτωθούν σε καράβια και να φύγουνε γι’ αλλού. Αν είναι Παριζιάνοι ή από τη Μαδρίτη, ας παν στο Πράδο, στο φως των φαναριών, ή στου Tortoni για σορμπέ. Γιοι που ντρέπονται που ο πατέρας τους είναι μαραγός!
Γέννημα θρέμμα της Αμερικής και ντρέπονται γιατί η μάνα τους φορά ινδιάνικη ποδιά! Ντρέπονται για τη μάνα που τους ανέθρεψε και την απαρνούνται οι αλήτες, τη παρατάνε άρρωστη, στο κρεβάτι του πόνου! Ποιος, λοιπόν, είναι άνδρας; Αυτός που παραστέκει στη μητέρα του και τη φροντίζει στην αρρώστια της ή αυτός που τη βάζει να ξενοδουλεύει και ζει σε βάρος της σε χώρες έκφυλες, φορώντας φανταχτερές γραβάτες και καταριέται τη μήτρα που τον γέννησε, με τα σημάδια του προδότη χαραγένα στη πλάτη του φράκου του;
Αυτοί λοιπόν οι γιοι της δικής μας Αμερικής που θα τη σώσουν οι Ινδιάνοι της και που συνέχεια προχωρά μπροστά, αυτοί οι λιποτάτες οπλοφορούν και έχουν ενταχθεί σρα στρατεύματα της Βόρειας Αμερικής που πνίγει τους Ινδιάνους στο αίμα και πάει από το κακό στο χειρότερο! Οι ευαίσθητες αυτές υπάρξεις είναι άνδρες που αρνούνται να δουλέψουν σαν άνδρες! Μήπως ο Ουάσινγκτον, που τους έφτιαξε ττη χώρα αυτή, πήγε να ζήσει με τους Άγγλους, ενώ τους έβλεπε να μάχονται κατά της ίδιας του της χώρας; Αυτοί οι «φανατικοί» της Τιμής, σέρνουν τη τιμή τους σε ξένη γη, όπως έκαναν οι ομοϊδεάτες τους κατά τη Γαλλική Επανάσταση με τους χορούς τους, τους προσποιητούς τρόπους τους και τα μοναδικά, παρατραβηγμένα τους ρο.
Γιατί σε ποιά άλλα μέρη της γης μπορούν να είναι οι άνθρωποι πιο περήφανοι, απ’ ότι στις πολύπαθες αμερικανικές μας Δημοκρατίες, που ορθώθηκαν μέσα από τις βουβές μάζες των Ινδιάνων, πάνω στα ματωμένα χέρια εκατό αποστόλων, μέσα στον αχό της μάχης ανάμεσα στο βιβλίο και το θυμιατήρι. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν έχουν σφυρηλατηθεί τόσο ενωμένα και προχωρημένα έθνη, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, από τόσο ετερόκλητα στοιχεία.
Ο αλαζόνας πιστεύει ότι η οικουμένη έχει πλαστεί για να του χρησιμεύει ως βάθρο, επειδή τυχαίνει να έχει ωραία πένα ή ευφράδεια στην ομιλία, και κατηγορεί τη γη που τον γέννησε ότι είναι άχρηστη και πέρα από κάθε σωτηρία γιατί τα παρθένα της δάση της δεν καταφέρνουν να του παρέχουν τα μέσα να ταξιδεύει διαρκώς ανά τον κόσμο ως διάσημος πολιτικός ανήρ, να καβαλάει πόνι από τη Περσία και να χαίρεται τη σαμπάνια του σαν μεγιστάνας. Ανίκανη δεν είναι η νεογέννητη χώρα που αναζητεί μορφές που να την εξυπηρετούν και ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά αυτοί που προσπαθούν να διοικήσουν ιδιόμορφους λαούς, με ταμπεραμέντο μοναδικό και βίαιο, σύμφωνα με νόμους που έχουν κληροδοτηθεί από τέσσερις αιώνες ευλευθερίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και δεκαεννέα αιώνες μοναρχίας στη Γαλλία. Η διακύρηξη του Χάμιλτον δε μπορεί να κόψει τη φόρα του καβαλάρη της κοιλάδας. Μία φράση που ξεστομίζει ο Σιεγές δε μπορεί να ξανάψει το αίμα της ινδιάνικης φυλής που λιμνάζει.
Προκειμένου να κυβερνήσει καλά, πρέπει κανείς να βλέπει τα πράγματα όπως έχουν. Ο ικανός κυβερνήτης στην Αμερική δεν είναι αυτός που ξέρει να διοικεί Γερμανούς ή Γάλλους, αλλά εκείνος που γνω ρίζει από τι στοιχεία είναι φτιαγμένη η χώρα του και πως μπορεί να βαδίσει οδηγώντας τα στην ενότητα για να φτάσει, μέσα από μεθόδους και θεσμούς που πηγάζουν από την ίδια τη χώρα, στην επιθυμητή κατάσταση όπου ο κάθε ανθρωπος φτάνει στην αυτοπραγμάτωση και στην αυτογνωσία, και όλοι μπορούν να χαίρονται την αφθονία που η φύση χαρίσει σε όσους από τον λαό τη γονιμοποιούν με το μόχθο τους και την υπερασπίζονται με τη ζωή τους. Η διακυβέρνηση πρέπει να γεννιέται μέσα από την ίδια τη χώρα. Το πνεύμα της διακυβέρνησης πρέπει να είναι το ίδιο με το πνεύμα της χώρας. Η δομή της πρέπει να συμμορφώνεται με κανόνες που ταιριάζουν στη χώρα. Η καλή διακυβέρνηση δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ισορροπία ανάμεσα στα φυσικά στοιχεία της χώρας.
Γι’ αυτό και στην Αμερική το βιβλίο που εισάγεται απ’ έξω, το έχει νικήσει ο φυσικός άνθρωπος. Οι φυσικοί άνθρωποι έχουν νικήσει τους τεχνητούς γραμματιζούμενους. Ο αυτόχθονας μιγάς έχει νικήσει τον εξωτικό κρεολό. Δεν υπάρχει κάποιος πόλεμος ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα, αλλά ανάμεσα στη κίβδηλη σοφία και τη φύση. Ο φυσικός άνθρωπος είναι καλός και σέβεται και επιβραβεύει την ανώτερη διανοητική ικανότητα όσο αυτή δε στρέφει τη ταπεινοφροσύνη που τον διακρίνει ενάντιά του ή δεν τον προσβάλλει απαξιώνοντάς τον, κάτι που ο φυσικός άνθρωπος ποτέ δε συγχωρεί, όντας διατεθειμένος να ξανακερδίσει με τη βία τον σεβασμό όπου του έχει πληγώσει τη περηφάνια ή του έχει απειλήσει τα συμφέροντά του. Οι τύραννοι της Αμερικής, έχουν αναρριχηθεί στην εξουσία ακριβώς προσαρμοζόμενοι σε αυτά τα περιφρονημένα στοιχεία, και έχουν πέσει από τους θώκους τους τη στιγμή που τα προδίδουν. Οι Δημοκρατίες έχουν πληρώσει το βαρύ τίμημα της τυρρανίας για την ανικανόητά τους να αναγνωρίσουν τα γνήσια αυτά στοιχεία τω ν χωρών τους και να αντλήσουν από τα στοιχεία αυτά τη πρέπουσα μορφή διακυβέρνησης, για να κυβερνήσουν ανάλογα. Σε ένα τέτοιο νέο έθνος, ο κυβερνήτης είναι εξ ορισμού δημιουργός.
Σε λαούς που απαρτίζονται από στοιχεία απολίτιστα μαζί και πολιτισμένα, θα κυριαρχήσουν τα απολίτιστα επειδή έχουν συνηθίσει να επιτίθενται και να διασκεδάζουν τις αμφιβολίες με τις γροθιές τους στις περιπτώσεις που οι πολιτισμένοι έχουν αποτύχει στην τέχνη της διακυβέρνησης. Η απολίτιστη μάζα είναι νωθρή και συνεσταλμένη στο πεδίο της διανόησης και απαιτεί να διοικείται σωστά’ εάν όμως η κυβέρνηση τη βλάπτει, τότε τη ξφορτώνεται και κυβερνά αυτή.
Πως μπορούν τα πανεπιστήμια να διαμορφώσουν κυβερνήτες αν δεν υπάρχει ούτε ένα πανεπιστήμιο στην αμερικανική ήπειρο, που να διδάσκει το πλέον θεμελιώδες στοιχείο της τέχνης της διακυβέρνησης: την ανάλυση των ιδιόμορφων στοιχείων των λαών της Αμερικής; Οι νέοι παίρνουν τον δρόμο της ζωής μαντεύοντας και φορώντας γιάνκικα ή γαλλικά ματογυάλια, με την ελπίδα να διοικήσουν ένα λαό που δε γνωρίζουν καν. Στον πολιτικό στίβο, πρέπει να απαγορεύεται η είσοδος σε όσους αγνοούν τα στοιχειώδη της πολιτικής. Τα λογοτεχνικά βραβεία δε πρέπει να απονέμονται στην ωραιότερη ωδή, αλλά στη καλύτερη μελέτη των πολιτικών δεδομένων της χώρας όπου ζει κανείς. Εφημερίδες, πανεπιστήμια και σχολεία πρέπει να προωθούν τη μελέτη των πραγματικών συνθηκών της χώρας. Να τις γνωρίζει και μόνο κανείς είναι αρκετό, χωρίς υπεκφυγές και περιττές φλυαρίες’ γιατί όποιος παραβλέπει έστω και ένα κομμάτι της αλήθειας, είτε επίτηδες είτε από αμέλεια, είναι καταδικασμένος να αποτύχει εξαιτίας ακριβώς του κομματιού της αλήθειας που του λείπει. Η αλήθεια που αποκρύπτεται τρέφεται από την αμέλεια και γκρεμίζει όποιο οικοδόμημα χτιστεί χωρίς αυτήν. Είναι ευκολότερο να επιλυθεί ένα πρόβλημα όταν τα συστατικά του στοιχεία είναι γνωστά, παρά όταν είναι άγνωστα.
Έρχεται με τη σειρά του ο φυσικός άνθρωπος, ρωμαλέος και αγανακτισμένος και ανατρέπει όλα τα δίκαια που έχουν συσσωρευτεί μέσα στα βιβλία, διότι δεν τον κυβερνούν σύμφωνα με τις πρόδηλες ανάγκες της χώρας.
Γνωρίζω σημαίνει επιλύω. Να γνωρίζεις τη χώρα σου και να τη κυβερνάς με βάση τη γνώση είναι ο μόνος τρόπος να την απελευθερώσεις από τη τυρρανία. Το ευρωπαϊκο πανεπιστήμιο πρέπει να υποκλιθεί μπροστά στο πανεπιστήμιο της Αμερικής. Η ιστορία της αμερικανικής ηπείρου, από τους Ίνκας ως τις μέρες μας, πρέπει να διδάσκεται λεπτομερώς, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι δε θα διδάσκονται οι άρχοντες της Ελλάδας. Η δική μας Ελλάδα πρέπει να έχει προβάδισμα απέναντι στην Ελλάδα που δεν είναι δική μας. Την έχουμε πιότερο ανάγκη. Εθνικοί πολιτικοί άνδρες πρέπει να αντικαταστήσουν τους διαχειριστές της εξουσίας που είναι ξένοι στη νοοτροπία. Ας μπολιαστούν οι Δημοκράτες με τον κόσμο ολόκληρο, μα ο κορμός πρέπει να είναι δικός μας. Ας σωπάσει πια ο ηττημένος σοφολογιότατος, γιατί για κανέναν άλλο τόπο δε μπορεί να νιώθει κανείς περηφάνια όσο για τις πολύπαθες Δημοκρατίες μας.
Με το κομποσκοίνι οδηγό και με λευκό πρόσωπο και πολύχρωμο σώμα Ινδιάνου και κρεολού μπήκαμε, ατρόμητοι, στον κόσμο των εθνών. Με το λάβαρο της Παναγίας ήρθαμε να κατακτήσουμε την Ελευθερία. Ένας παπάς, μερικοί υπολοχαγοί και μία γυναίκα, σήκωσαν το Μεξικό πάνω στους ώμους των Ινδιάνων. Μία χούφτα ηρωικών φοιτητών, που είχαν διδαχθεί τη γαλλική ελευθερία από έναν Ισπανό ιερωμένο, οδήγησαν τη Κεντρική Αμερική στην εξέγερση κατά της Ισπανίας, υπό τις διαταγές ενός Ισπανού στρατηγού. Με τον μανδύα της μοναρχίας και τον Ήλιο στο στήθος, οι Βενεζουελάνοι στον Βορρά και οι Αργεντίνοι στο Νότο βάλθηκαν να ξεσηκώσουν τους λαούς.
Όταν οι δύο ήρωες ήρθαν σε σύγκρουση και η ήπειρος ετοιμαζόταν να συγκλονιστεί, ο ένας τους -κι όχι ο ελάσσων- παρέδωσε στον άλλον τα ηνία. Και καθώς ο ηρωισμός σε καιρούς ειρήνης σπανίζει επειδή δεν έχει τόση αίγλη όσο σε καιρούς πολέμου, καθώς είναι ευκολότερο να πεθάνει κανείς ένδοξα παρά να σκεφτεί ορθολογικά, καθώς είναι ευκολότερο να κυβερνήσεις όταν το φρόνημα είναι υψηλό κι επικρατεί πνεύμα ενότητας, παρά μετά τη μάχη να καθοδηγήσεις ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά, αλαζονικά, εξωτικά ή φιλόδοξα, καθώς οι δυνάμεις που γεννιούνται μέσα από τον επικό αγώνα -με την αιλουροειδή πονηριά του είδους μας και πιεζόμενες από το βάρος της σκληρής πραγματικότητας- υπονόμευαν ολοένα το νέο οικοδόμημα, όπου, με τα τραχιά και μοναδικά χώματα της μιγάδας Αμερικής μας, με τους ξυπόλυτους λαούς και τους φρακοφορεμένους από το Παρίσι, υψωνόταν μία σημαία δανεισμένη από λαούς που είχαν ανατραφεί μέσα στη διαρκή πρακτική της ελευθερίας και του ορθολογισμού, καθώς τα ιεραρχικά δομημένα συντάγματα των αποικιών αντιστέκοταν στη δημοκρατική οργάνωση των Δημοκρατιών, καθώς οι γραβατομένες πρωτεύουσες άφηναν τις χωριάτικες μπότες στο προθάλαμο της εισόδου κι οι πολυδιαβασμένοι σωτήρες ήταν ανίκανοι να νιώσουν ότι η επανάσταση νίκησε επειδή ξεπηδούσε από τη ψυχή του λαού και ότι με τη ψυχή αυτή έπρεπε να κυβερνήσουν, όχι χωρίς αυτήν ή εναντίον της- η Αμερική άρχισε να υποφέρει, να υποφέρει ακόμα και από το βάρος της προσπάθειας να συμφιλιώσει εχθρικά μεταξύ τους και παράταιρα στοιχεία που έχει κληρονομήσει από ένα δεσποτικό και διεστραμμένο αποικιστή με ιδέες και μεθόδους εισαγωγής που, καθώς είναι άσχετες με τη τοπική πραγματικότητα, ήρθαν να επιβραδύνουν την ανάπτυξη ορθολογικών κυβερνήσεων.
Η ήπειρος που επί τρεις αιώνες σπαρταρούσε κάτω από τον ζυγό ενός καθεστώτος που αρνιόταν στους λαούς το δικαίωμα να κάνουν χρήση της λογικής τους, τώρα -παραμελώντας και κωφεύοντας απέναντι στους αδαείς που τόσο συνέβαλαν στο λυτρωμό της- αποκτά μία διακυβέρνηση που βασίζεται στον ορθό λόγο, τον ορθό λόγο που ανήκει σε όλους για το κοινό καλό, όχι στο πανεπιστημιακό ορθό λόγο των λίγων που επιβάλλεται στον χωριάτικο ορθό λόγο των πολλών. Το πρόβλημα της ανεξαρτησίας δεν ήταν ανα αλλάξουν οι μορφές, αλλά να αλλάξει το πνεύμα.
Έπρεπε να δημιουργηθεί ένα κοινό μέτωπο με τους καταπιεσμένους, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε ένα νέο σύστημα που να αντιτίθεται στα συμφέροντα και τις συνήθειες διακυβέρνησης των καταπιεστών. Η τίγρη που τη τρόμαξε το μπαρούτι, επιστρέφει τη νύχτα στο ίδιο μέρος για να παγιδέψει τη λεία της. Σκοτώνεται με τα νύχια της γυμνά και με τις φλόγες να ξεπηδούν από τα μάτια της. Δεν την ακούς που ζυγώνει γιατί πλησιάζει με βελούδινη πατημασιά. Το θήραμα ξυπνά όταν η τίγρη είναι ήδη επάνω του. Η αποικία ζει ακόμα στα σωθικά της Δημοκρατίας κι η δική μας Αμερική προσπαθεί να σώσει μόνη τον εαυτό της από τα ίδια της τα τεράστια λάθη -την αλαζονεία των πρωτευουσών της, τον τυφλό θρίαμβο της περιφρονημένης αγροτιάς της, την υπέρμετρη εισαγωγή ξένων ιδεών και μοντέλων, τη κακόβουλη και ανάρμοστη απαξίωση των αρχέγονων φυλών- με τη βοήθεια της υψηλότερης αρετής, εμπλουτισμένης με το απαραίτητο αίμα, που διακρίνει τη Δημοκρατία που αγωνίζεται ενάντια στην αποικία. Τίγρη καραδοκεί πίσω από κάθε δέντρο και στήνει ενέδρα σε κάθε στροφή του δρόμου. Θα πεθάνει με τα νύχια γυμνά και με φλόγες να ξεπηδούν από τα μάτια της.
Αλλά «οι χώρες αυτές θα λυτρωθούν», όπως εξάγγειλε ο Αργεντινός Ριβαδάβια, του οποίου η μόνη αμαρτία ήταν ότι υπήρξε ένας λεπτός άνθρωπος σε άξεστους καιρούς. Δε φυλά κανείς τη ματσέτα του σε βελούδινο θηκάρι, ούτε μπορεί να παρατήσει κανείς τη παραδοσιακή λόγχη με το κοντό κοντάρι σε μία χώρα που κερδήθηκε με αυτήν, μόνο και μόνο επειδή στέκεται έξω από τη πόρτα του κοινοβουλίου του Ιτουρμπίδε κι απαιτεί «να ανακυρηχθεί σε αυτοκράτοραο ξανθομάλλης». Οι χώρες αυτές θα λυτρωθούν γιατί, με την ιδιοφυή συναίσθηση του μέτρου που προέρχεται από την ήρεμη αρμονία της Φύσης και φαίνεται να επικρατεί στην ήπειρο του φωτός, γεννιέται ένας νέος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που έχει εντρυφήσει στη κριτική σκέψη που στην Ευρώπη έχει αντικαταστήσει των ανεύθυνων αυτοσχεδιασμών με την οποία ήταν διαποτισμένη η προηγούμενη γενιά: ο πραγματικός άνθρωπος για αυτούς τους συγκεκριμένους καιρούς.
Ήμασταν μία φασματική μορφή που διέθετε στήθος αθλητή, χέρια δανδή και μυαλό παιδιού. Ήμασταν ένας μασκαράς με αγγλικά παντελονάκια, παριζιάνικο γιλέκο, σακάκι βορειοαμερικάνικο και καπελάκι ισπανικό. Ο Ινδιάνος, σιωπηλός, έφερνε βόλτες γύρω μας και έπαιρνε τα βουνά για να βαπτίσει τα παιδιά του στη κορυφή. Ο Μαύρος τα βράδια άδειαζε τον πόνο της καρδιάς του στο τραγούδι, μόνος και άγνωστος πλάι στα ποτάμια και τα άγρια ζώα. Ο χωρικός, ο δημιουργός, έστρεφε τη τυφλή του αγανάκτιση ενάντια στην ακατάδεχτη πόλη, ενάντια στα ίδια του τα παιδιά. Όσο για μας, δεν ήμασταν παρά σιρίτια και τήβεννοι πανεπιστημιακοί σε χώρες που είχαν έρθει στον κόσμο φορώντας πέδιλα από καναβάτσο στα πόδια και δερμάτινη κορδέλα στο μέτωπο. Ιδιοφυία θα σήμαινε να αδέλφωνε κανείς, με τη γενναιοδωρία και το θάρρος των ιδρυτών των χωρών μας, τη δερμάτινη κορδέλα με τη τήβεννο, να λύτρωνε τον Ινδιάνο, να άφηνε αρκετό χώρο στον Μαύρο, να στήριζε την ελευθερία στο σώμα αυτών που εξεγέρθηκαν στο όνομά της και την κατέκτησαν.
Δεν μας έχουν μείνει παρά μόνο ο δικαστής, ο στρατηγός, ο γραμματιζούμενος και ο καρδινάλιος. Οι νέοι, αγγελικά αθώοι, παγιδευμένοι σαν σε πλοκάμια χταποδιού, ορμούν προς τα ουράνια για να πέσουν ξανά στη γη, με μία στείρα δόξα και με το κεφάλι στεφανωμένο με σύννεφα. Ο φυσικός άνθρωπος, σπρωγμένος από το ένστικτο, έκανε πέρα τα σκήπτρα των οφίκιων μέσα στον τυφλό του θρίαμβο. Ούτε στο βιβλίο του Ευρωπαϊου, ούτε στο βιβλίο του Γιάνκη θα βρούμε τη λύση του ισπανοαμερικανικού γρίφου. Δοκιμάσαμε το μίσος και κάθε χρόνο πηγαίναμε από το κακό στο χειρότερο. Αποκαμωμένοι από το άχρηστο μίσος, αποκαμωμένοι από την αντίσταση του βιβλίου ενάντια στη λόγχη, του ορθολογισμού ενάντια στο θυμιατήρι, της πόλης ενάντια στο χωριό, από την αδύνατη κυριαρχία που ασκούν οι διαιρεμένες κάστες των πόλεων πάνω στο φυσικό έθνος -πότε πολυτάραχο και πότε αδρανές- αρχίσαμε, σχεδόν ασυνείδητα, να δοκιμάζουμε την …αγάπη. Οι λαοί ορθώνονται και χαιρετούν ο ένας τον άλλον. «Πως είμαστε;» ρωτούν. Και αποκρινόμενος ο ένας στον άλλο βρίσκουν απαντήσεις. Όταν παρουσιάζεται ένα πρόβλημα στο Κοχίμαρ, δε ψάχνουν για λύσεις στο Ντάνζιγκ.
Τα φράκα παραμένουν γαλλικά, αλλά η σκέψη έχει αρχίσει να είναι αμερικανική. Η νεολαία της Αμερικής ανασκουμπώνεται, βάζει τα χέρια της βαθιά στη ζύμη και τη ζυμώνει μέχρι να φουσκώσει με τον ιδρώτα της. Έχει καταλάβει ότι το κακό έχει παραγίνει με τη μίμηση και ότι το κλειδί της σωτηρίας είναι η δημιουργία. Το κρασί μπορεί να το φτιάχνουμε από πλάτανος (σ.σ., είδος στυφής μπανάνας), αλλά ακόμα κι αν είναι ξινό, είναι το δικό μας κρασί! Έχει γίνει πλέον κατανοητό, ότι η μορφή διακυβέρνησης μίας χώρας πρέπει να εναρμονίζεται με τα φυσικά της στοιχεία, ότι οι απόλυτες ιδέες, για να μην αποτύχουν μέσα από τις εσφαλμένες μορφές, πρέπει να παίρνουν μορφές συγκεριμένες και σχετικές’ ότι η ελευθερία, για να΄ναι βιώσιμη, πρέπει να είναι ειλικρινής και απόλυτη, ότι αν η Δημοκρατία δεν είναι ανοικτή σε όλους και δε προχωρά μπροστά με όλους μαζί, τότε η Δημοκρατία πεθαίνει. Η τίγρη που βρίσκεται μέσα, έχει μπει από τη χαραμάδα. Το ίδιο κι η τίγρη που καραδοκεί απ’ έξω.
Ο στρατηγός περιορίζει το ιππικό στο βηματισμό του πεζικού, γιατί αν μείνει πίσω το πεζικό, το ιππικό θα περικυκλωθεί από τους εχθρούς. Η στρατηγική είναι πολιτική. Οι λαοί πρέπει να ζουν σε μία ατμόσφαιρα ελεύθερης κριτικής, γιατί η κριτική είναι υγεία, πάντα όμως όταν γίνεται με μία καρδιά και έναν νου. Να σκύβεις προς τους δυστυχισμένους και να τους σηκώνεις στα χέρια σου! Με τη φλόγα της καρδιάς μας να βγάλουμε την Αμερική από τον πάγο. Να ξεχυθεί σφριγηλό και να τρέξει ελεύθερα στις φλέβες το φυσικό αίμα της χώρας! Όρθιοι, με τα γελαστά μάτια των εργατών, χαιρετιούνται -λαό προς λαό- οι νέοι Αμερικανοί. Αναδεικνύονται οι φυσικοί κυβερνήτες μέσα από τη μελέτη της Φύσης. Διαβάζουν για να εφαρμόσουν και όχι για να αντιγράψουν. Οι οικονομολόγοι μελετούν τις δυσκολίες στη πηγή τους. Οι ρήτορες αρχίζουν να μιλούν νηφάλια. Οι δραματουργοί ανεβάζουν στη σκηνή χαρακτήρες ιθαγενείς. Οι ακαδημίες καταπιάνονται με πρακτικά ζητήματα. Η ποίηση κάνει πέρα τον υπέρμετρο λυρισμό του Θορίγια και κρεμά το πολύχρωμο γιλέκο της στο δέντρο της δόξας. Η πεζογραφία, επιλεκτική και σπινθηροβόλα, γεμίζει νέες ιδέες. Οι κυβερνήτες, στις δημοκρατίες των Ινδιάνων, μαθαίνουν τη γλώσσα τους.
Η Αμερική σταδιακά λυτρώνεται απ’ όλους τους κινδύνους της. Πάνω σε ορισμένες δημοκρατίες, συνεχίζει να κοιμάται το χταπόδι. Άλλες ξεχύνονται ορθές, οδηγημένες από τους νόμους της ισορροπίας, βάζουν το πόδι στη θάλασσα, να αναπληρώσουν τους χαμένους αιώνες με μία βιασύνη ξέφρενη και θεϊκή. Άλλες, ξεχνόντας ότι ο Χουάρες γυρνούσε με μία καρότσα που την έσερναν μουλάρια, δέρνουν το άρμα τους στον άνεμο με μία σαπουνόφουσκα για καροτσέρη.
Η δηλητηριώδης χλιδή, εχθρός της ελευθερίας, διαφθείρει τον ελαφρόμυαλο άνθρωπο και ανοίγει τη πόρτα στον ξένο. Σε άλλες ορθώνεται, όποτε απειλείται η ανεξαρτησία, το επικό πνεύμα και η ανδρεία. Άλλες, μέσα από τους αδηφάγους πολέμους ενάντια στους γείτονές τους, εκτρέφουν ένα στρατό ικανό να τις καταβροχθίσει. Ίσως όμως η δική μας Αμερική διατρέχει τώρα έναν άλλο κίνδυνο, που δε προέρχεται από την ίδια, αλλά από τις διαφορές ως προς τη προέλευση, τις μεθόδους και τα συμφέροντα που υπάρχουν ανάμεσα στα δύο τμήματα της ηπείρου.
Έρχεται η ώρα που τη πλησιάζει, ζητώντας τις πιο στενές σχέσεις, ένας επιχειρηματικός και δυναμικός λαός που δε τη γνωρίζει και την απεχθάνεται. Και καθώς οι ρωμαλέοι λαοί, αυτοδημιούργητοι με το νόμο και το πιστόλι, δεν αγαπούν παρά τους ρωμαλέους λαούς’ καθώς η εποχή της παραφροσύνης και της φιλοδοξίας -κάτι που η βόρεια Αμερική μπορεί να αποβάλει αν πρυτανεύσουν τα αγνότερα στοιχεία του αίματός της ή πάλι μπορεί να κυριευτεί από αυτήν αν επικρατήσουν οι εκδικητικές και πρόστυχες μάζες της, η παράδοση της επέκτασης που έχει κληρονομήσει ή τα συμφέροντα ενός ισχυρού άνδρα- δεν είναι τόσο κοντά μας, ακόμη και στα μάτια του πιο φοβισμένου παρατηρητή, ώστε να μην έχουμ χρόνο να δοκιμάσουμε τον εναλλακικό τρόπο της διακριτικής και επίμονης περηφάνιας, προκειμένου να την αντιμετωπίσουμε και να την αποτρέψουμε’ καθώς το καλό όνομα που έχει ως Δημοκρατία μπροστά στα παρατηρητικά μάτια των λαών του κόσμου βάζει στη βόρεια Αμερική ένα χαλινάρι που δε κόβεται εύκολα από τις παιδαριώδεις προκλήσεις, την επιδεικτική αλαζονεία, ή τις πατροκτόνες έριδες μεταξύ των λαών της δικής μας Αμερικής.
Πιεστική ανάγκη για τη δική μας Αμερική είναι να δείχνουμε αυτό που είμαστε: ενωμένοι στη ψυχή και συσπειρωμένοι σε ένα σκοπό υπερνικάμε γοργά το καταπιεστικό μας παρελθόν και δε μας αμαυρώνει παρά το καρπερό αίμα, από τα χέρια που αγωνίζονται να κάνουν πέρα τα χαλάσματα και τα σημάδια από τις πληγές που μας έχουν ανοίξει οι παλιοί μας αφέντες. Η περιφρόνηση που μας δείχνει ο ισχυρός αυτός γείτονας που δε μας γνωρίζει είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη δική μας Αμερική. Και μια που πλησιάζει η μέρα που θα μας χτυπήσει τη πόρτα, είναι επιτακτικά αναγκαίο ο γείτονας να μας γνωρίσει, το συντομότερο, για να μη μας περιφρονεί. Από άγνοια μπορεί ακόμα και να έλθει να βάλει τα χέρια του πάνω μας. Όταν μας γνωρίσει, όμως, θα αποτραβήξει τα χέρια του από σεβασμό. Πρέπει κανείς να έχει εμπιστοσύνη στα καλύτερα στοιχεία που έχει ένας άνθρωπος και να φυλάγεται από τα χειρότερα. Πρέπει κανείς να δίνει την ευκαιρία στα καλύτερα στοιχεία να αναδειχθούν για να επικρατήσουν στα χειρότερα. Αλλιώς επικρατεί πάντα το κακό. Οι λαοί πρέπει να τιμωρούν σκληρά όσους υποθάλπουν ανώφελα μίση καθώς και όσους δεν τους λένε έγκαιρα την αλήθεια.
Δε μπορεί να υπάρχει έχθρα φυλετική, γιατί δεν υπάρχουν φυλές. Οι διανοητές της δεκάρας με τη φτωχή τους σκέψη, ζεσταίνουν και ξανασερβίρουν τις «φυλές» που ανακάλυψαν σε κάποια βιβλιοθήκη΄ φυλές που ο αντικειμενικά σκεπτόμενος ταξιδιώτης και ο καλοπροαίρετος παρατηρητής ψάχνουν αλλά ποτέ δε βρίσκουν στη δικαιοσύνης της Φύσης, απ’ όπου πηγάζει η οικουμενική ταυτότητα του ανθρώπου, ξεπηδώντας από τον θρίαμβο της αγάπης και την ανήσυχη δίψα για ζωή. Οι ψυχές, ίσες και αιώνιες, εκπορεύονται από σώματα που διαφέρουν στο σχήμα και στο χρώμα. Όποιος καλλιεργεί και διαδίδει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις φυλές αμαρτάνει κατά της ανθρωπότητας.
Όταν όμως, στο χωνευτήρι των διαφορετικών λαών, σχηματίζεται ένας νέος λαός, αποκρυσταλλώνονται ορισμένα ζωτικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς τον τρόπο σκέψης και τις συνήθειες, τον επεκτατισμό και την επέκταση σε νέα εδάφη, την αλαζονεία και την απληστία, χαρακτηριστικά που, ενώ στην αρχή παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση και αποτελούν εσωτερική υπόθεση της χώρας, θα μπορούσαν -σε περίοδο εσωτερικών ανακατατάξεων και μέσα από τη ταχύτητα με την οποία προχωρά η διαδικασία διαμόρφωσης των εχθρικών χαρατηριστικών- να μετατραπούν σε σοβαρότατη απειλή για τις αδύναμες και απομονωμένες γειτονικές χώρες που η ισχυρή χώρα θεωρεί κατώτερες και αναλώσιμες. Αυτή η θεωρία εύκολα περνά στη πράξη.
Δε θα έπρεπε κανείς, ωστόσο, σαν τον μνησίκακο επαρχιώτη, να υποθέσει ότι ο ανοικτόχρωμος λαός της ηπείρου είναι μοιραία κι έμφυτα κακός, μόνο και μόνο επειδή δε μιλά τη γλώσσα μας’ ή δε βλέπει τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο όπως εμείς ή έχει διαφορετικές από εμάς πολιτικές αγκυλώσεις ή δε βλέπει με καλό μάτι τους ευέξαπτους λαούς που το δέρμα τους έχει το χρώμα του σταριού ή δε διάκειται φιλικά, μέσα από την αβέβαιη ακόμα κυριαρχία τους, προς όσους είναι λιγότερο ευνοημένοι από την Ιστορία, αλλά παρ’ όλα αυτά, τραβούν τον δρόμο προς τη Δημοκρατία με ηρωίκές δρασκελιές, ούτε πρέπει να αποκρύπτονται τα προφανή δεδομένα του προβλήματος αυτού που μπορεί να επιλυθεί για χάρη της ειρήνης των μελλοντικών αιώνων, μέσα από την έγκαιρη μελέτη του και τη σιωπηρή και επείγορα ενότητα της ψυχής ολόκληρης της ηπείρου.
Γιατί ο ύμνος της ομοψυχίας έχει αρχίσει ήδη να αντηχεί’ η σημερινή γενιά κουβαλά στους ώμους της την εργαζόμενη Αμερική, προχωρώντας στον δρόμο που άνοιξαν οι μεγαλοπρεπείς πατέρες της. Από το Ρίο Μπράβο ως τα στενά του Μαγγελάνου, καβάλα στη ράχη του Κόνδορα, σκόρπισε ο Μέγας Σεμί (σ.σ. Θεός στη γλώσσα των Ιθαγενών Αρουάκο), στα λατινογενή έθνη της ηπείρου και στα πονεμένα νησιά του πελάγους, τον σπόρο της νέας Αμερικής.

El Partido Liberal Μεξικό, 30 Ιανουαρίου 1891

Με τον Οδηγητή στο χέρι

πάμε όλοι στην Καισαριανή

στης προλετάρισας τα μέρη

με μια καρδιά με μια φωνή.

 

Με την ΚΝΕ του ΚουΚουέ

εδώ στην πιο ψηλή κορφή

μ’ άστρο μας οδηγητή

που τον Κνίτη οδηγεί.

 

Το πρώτο και το δεύτερο

το φεστιβάλ είναι σταθμός

π’ αντιβοά η Καισαριανή

νέους αγώνες νέα πάλη.

 

Με την ΚΝΕ του ΚουΚουέ

και με ξάστερο μυαλό

πάμε μπρος με το καλό

με τη γροθιά μας βοηθό.

 

Φλόγα Οδηγητής η ΚΝΕ

σαν του σπαθιού την κόχη

είναι το δικό μας ΝΑΙ

είναι το δικό μας ΟΧΙ.

 

Με την ΚΝΕ του Κουκουέ

ψηλά να σηκώσουμε τον ήλιο

για έναν κόσμο φίλιο

πάνω απ’ την Ελλάδα.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΦΡΟΣ

οικοδόμος

 

Οδηγητής Νο 110, 1.10.76

από το βιβλίο οι Κνίτες του Φ. Φιλίππου

Aleksandr Bezymensky (1918)

Comrades in the struggle!
Go forward, meet the dawn,
With bayonets and grapeshot
We’ll lay the road ahead.
Go forward bravely, keep your step firm,
Loft the ensign of youth on high!
We are the Young Guard
Of the peasants and working class.
We have ourselves experienced
Indentured servitude.
Our youth passed by us unawares,
Ensnared in slavery’s net.
We carried chains around our hearts-
The legacy of darkness.
We are the Young Guard
Of the peasant and working class.
Standing by our forges,
And bathing in our sweat,
We created with our work
Wealth for other men.

But that labor in the end
Forged fighters from us all,
Us – the Young Guard
Of the peasants and working class.
We lift high the banner!
Comrades over here!
Come, you can build with us
The Republic of Laborers.
To make work the master of the earth,
And join us in one family-
To arms! Young Guard
Of the peasants and working class!

πηγή http://www.ccparty.4mg.com/culture/poetry2.html

Είν σκλάβοι, από τη Ζανζιβάρη μαύροι

Τα δυνατά, ατσαλένια τους κορμιά

Ως το κατράνι είν μαύρα, λιγερά ως η καλαμιά.

Φωτιά τα μάτια, η αναπνιά τους-λαύρη

 

Μα όποιος γεννήθη κάτω απ το άστρο του Αφερνάρη

Σκλάβος τούγραψε η μαύρη μοίρα να χαθή

Της θάλασσας άπειρους θησαυρούς κλειούν οι βυθοί

Βούταε, λοιπό, για να χορτάσεις το παζάρι

 

Βούταε, ως που ποτάμι το αίμα ν αναβρύση

Γιατί ο αφέντης βουρδουλιές θα σου μετρήση,

Αν τίποτε απ το βυθό δεν τουχεις πάρη

 

Ώ βασιληάδες, ώ γυναίκες, ώ εσείς Κροίσοι

Όλο σας το χρυσάφι, το μαργαριτάρι,

Δάκρυα είναι κ’ αίμα σκλάβων απ τη Ζανζιβάρη

 

πηγή Σύγχρονοι Ρώσσοι ποιηταί της προεπαναστατικής και μεταεπαναστατικής περιόδου / μεταφράσεις Α. Τιγανά/ Αθήνα : Τυπ. Π. Γ. Μακρή 1924

 

Socialism vs Capitalism propaganda poster

κάντε υπομονή θα κυκλοφορήσει σε λίγους μήνες

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ φήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρόνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!

Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μου ‘βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι’ άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ’ «όλα για όλα»
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνωνται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαϊ.

Kαι γι’ αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Μαη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι’ ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
«Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ’ η Χώρα κι’ οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!
-Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
-Αντραλίζομαι!… Πεινώ!…
-Σούτ! θα φας στον ουρανό!»

Kι’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!

Kι’ όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι’ αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ είν’ η ζωή),

H ψυχή μου θε να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Αβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!

Γέρασα κι’ ως δε φελούσα
κι’ αχαϊρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
«Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κύρ Μέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…»
Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μου ‘κλεισε κι’ αυτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά:

«Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι’ όξαποδώ
κει δεν είναι παρά δώ.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης. Οπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου-
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα ‘ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι’ άλλος ήλιος έχει βγη
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη

Οχτώβρης


Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι
κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα·

αφού μας εσκοτώναν έτσι αιώνες
τ’ αφεντικά μας οι απατεώνες,
της Λύτρωσης, αδέρφια, η ώρα φτάνει
αρπάχτε από το Χάρο το δρεπάνι!

Τελειώσανε τα ψέματα κι αστεία.
Κάνει νερά και τρίζει η Πολιτεία.
Το σάπιο, το κουρσάρικο καράβι
δεν το σώζουν των φασισμών οι μπράβοι.

Ψηλά κι ορθοί σταθείτε δικαιοκρίτες
όλου του κόσμου οι μάρτυρες κι ακρίτες!
Απ’ τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά Ιστορία.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ 

(1884-1974)