Category: Πρωτοεμφανιζόμενοι


που έλαβα

Περιπλανώμενη σε στίχους

μοντέρνων ποιητών και

σοφά λόγια αρχαίων τραγωδών

με μια υποψία εαρινής ελπίδας

στο λόφο του Λυκαβηττού

κρατάω ακόμη.

Αργά το βράδυ σκαρώνω ποιήματα

αντί για καληνύχτα

για να μην παραλείψω να ονειρευτώ

κι όλως τυχαίως ξυπνάω

λίγο πριν το ξημέρωμα

και βλέπω την πόλη

να σβήνει τα φώτα της.

Το θέμα δεν είναι αν

απ’το άγχος διαταράσσεται ο ύπνος μου

αλλά ότι ένιωσα πως,

σε σύγκριση με το δειλινό,

το χάραγμα είναι το πλέον

μελαγχολικό

γιατί εν τέλει το παίρνεις απόφαση

και γεμίζεις με φως.

 

Ντορίνα

»Είχα γνωρίσει τον Εσά τρία χρόνια πριν την ταινία όταν τον είχα βοηθήσει σε μαθήματα Ελληνικών και έκτοτε έχουμε φιλική σχέση. Η περηφάνια η αμεσότητα και η δυναμικότητα είναι στοιχεία του χαρακτήρα του που παρατηρεί κανείς άμεσα στην επαφή μαζί του. Όταν κληθήκαμε να επιλέξουμε θέμα για την ταινία ο Εσα ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό. Του κάναμε πρόταση και δέχθηκε.

Μέσα σε 10 λεπτά προσπαθούμε να συστήσουμε στο κοινό τον Εσά έναν νέο άνθρωπο μετανάστη από το Αφγανιστάν που βρίσκεται ήδη πέντε χρόνια στην Ελλάδα και αναμένει να τον καλέσουν από τις αρχές ώστε να ζητήσει πολιτικό άσυλο. Η βασική ιδέα ήταν να παρουσιάσουμε την ζωή και την καθημερινότητα του θέλοντας, σε μια δύσκολη περίοδο όσον αφορά το μεταναστευτικό ζήτημα την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, να αναδείξουμε τους προβληματισμούς του που δεν διαφέρουν από αυτούς οποιουδήποτε νέου ανθρώπου μακριά από το σπίτι και την οικογένεια του. Αυτό λοιπόν που φαίνεται και στην ταινία είναι η καθημερινότητα  ενός νέου ανθρώπου σε μια ξένη γι αυτόν χώρα, επιφορτισμένη με όλα τα επιπλέον βάρη και την ανασφάλεια της προσωρινότητας και της αβεβαιότητας με ένα μέλλον που χάνεται αναμένοντας ένα νέο καλύτερο. Τον ακολουθούμε στα ψώνια του στην κεντρική αγορά, στο σπίτι του, όταν μαγειρεύει, όταν καθαρίζει, όταν ξεκουράζεται, στο αλλοδαπών, στο δρόμο, στην βόλτα,  γνωρίζουμε τις παρέες του. Προσπαθούμε να είμαστε παντού μαζί του ώστε να καταφέρουμε το να μας συνηθίσει και να ξεχάσει την ύπαρξη την δικιά μας αλλά και της κάμερας. Αν και το παραπάνω υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν μια διαδικασία χρονοβόρα και επίπονη, δεν συνέβη αυτό στην περίπτωση μας. Η σχέση φιλίας  και αμοιβαίας εμπιστοσύνης βοήθησε στην γρήγορη  εξοικείωση του Εσα με την κάμερα και την παρουσία μας γεγονός που βοήθησε να ολοκληρωθεί η ταινία με ελάχιστες επαναλήψεις γυρισμάτων και πλάνων.

Επιλέγουμε να πάρουμε μια συνέντευξη από τον Εσά διάρκειας 3ων ωρών την οποία το κοινό δεν θα δει ποτέ αλλά θα ακούσει ως αφήγηση του ίδιο του Εσά, που συμπληρώνει το οπτικό περιεχόμενο. Επιλέγουμε να μην δώσουμε πληροφορίες για το παρελθόν του ήρωα μας αφού αυτό που καίει τον ίδιο είναι το σήμερα και το αύριο. Προσπαθούμε μέσα από την ματιά του Εσά να δούμε την ζωή κάθε ανθρώπου που έχει ξεριζωθεί από τον τόπο του και γι αυτό επιλέγουμε να παρουσιάσουμε της απαντήσεις του Εσά που αφορούν γενικούς προβληματισμούς που θα μπορούσε να έχει ο καθένας.

Επιχειρούμε  να σκιαγραφήσουμε τον ήρωα μας μέσω πλάνων, κυρίως κοντινών στο πρόσωπο αφού εκεί υπάρχει πλούσια πληροφορία σχετικά με τον χαρακτήρα του αλλά και μέσω κοντινών σε λεπτομέρειες που καθρεφτίζουν στοιχεία της προσωπικότητας του.»

Η ταινία »Εσά» πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του μαθήματος Πολιτισμικές σπουδές: εφαρμογές στο πεδίο των ταινιών τεκμηρίωσης και του πολιτιστικού ντοκιμαντέρ με καθηγητές την κ.Κομνηνού και τον κ.Ρήγα. το 2011. Η ομάδα αποτελούνταν από τον Αλέξανδρο Αναστασόπουλο, τoν Κωνσταντίνο Ντεκώ, την Βασιλική Αλεφαντινού και την Ραχήλ Γερμενή.  Διαγωνίστηκε στο διεθνές φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας στην κατηγορία digi το 2011, και απέσπασε το δεύτερο βραβείο στο φεστιβάλ ‘’πάμε απέναντι’’ με θέμα την μετανάστευση που διοργάνωσε ο δήμος Θεσσαλονίκης τον Μάη του 2012.

 

{από τη φίλη του blog(er)  Ντορίνα}

Δε φοβάμαι
Βγαίνω στους δρόμους
Κόντρα στους νόμους
Με παρανόμους,
Και παραλόγους  Θα κοιμάμαι.

Και δε φοβάμαι
Ότι κι αν ξημερώσει
Αφού το έχω νιώσει
Δεν έχω άλλη ελπίδα
Με όλους εσάς γίνομαι
Η καταιγίδα
Που θα σαρώσει
Θα ισοπεδώσει
Την εκμετάλλευση
Και τον πόνο,
Και θα ‘ναι αύριο
Και θα ‘ναι μέρα
Που όλα κόκκινα
Όλα στο φως
Θα σημάνουν ένα άλλο μέλλον
Μια άλλη κοινωνία
Δεν θα ‘ναι όνειρο
Θα ‘ναι η δικιά μας ευτυχία.
Εμπρός αγαπημένοι σύντροφοι
για τη δικιά μας «ουτοπία».

 του sacred serpet

Όταν τα μάτια σου κοιτάξεις στον καθρέφτη μια βραδία

Τότε μην πάψεις ποτέ να τα κοιτάς

και να θυμάσαι αυτά που ζήσαμε με τ’άλλα τα παιδιά.

Αυτά που έσβησες εσύ, μονάχη, μια νυχτιά.

Πράγματα που έμοιαζαν ασήμαντα γίναν σημαντικά.

Μέσα σε μια στιγμή που ο χρόνος παύει να κοιλά

και ο χώρος μοιάζει σα να σταματά.

Τότε μικρή το αστείο έγινε πόνος βαθιά στα σωθικά.

Άσχημα πράματα έγιναν ξανά

και όμως τα ίδια και τα ίδια καιρό μας τυραννάν.

Και συ γι’αυτό απλά γελάς,

να τα ξεχάσω και ευκαιρίες ζητάς.

Μου λες μη φύγω και κάνεις να με σταματάς!

Πονώ που λείπω όμως τελείωσε αυτό για μας…

Να θυμάσαι για πάντα τις βόλτες που κάναμε εμείς

Τα γέλια, τις φωνές, τις όμορφες στιγμές…

Την υπομονή μου, τα φιλιά, την κάθε αγκαλιά

Τους δρόμους που γυρνούσαμε κείνα τα δειλινά…

Η σκιά με καλύπτει σ’όλη την καρδιά.

Η ψυχή μου πονά να γυρίσω ζητά.

Δεν ξέρω τι κάνω ούτε τι να πω…

Τις σκέψεις σε τάξη κάνω και μετρώ,

τα καλά και όλα τα κακά, σε θέλω πίσω εδώ,

όμως κουράστηκα δεν πάει άλλο αυτό!

Θέλω εσένα, όχι όλο αυτό. 

Θέλω ότι θέλω και όπως το ζητώ.

Θέλω εσένα, αυτό που κοιτώ,

όχι ένα ψέμα, έναν ίσκιο, ένα θυμό.

Θελώ να είσαι γλυκιά μου καλά

και ας είσαι χιλιόμετρα μακρυά

και σ’άλλη αγκαλιά…

Εγώ σε θέλω καλή μου καλά…

Κάθε σκέψη, κάθε στίχος, κάθε ρήμα σε σένα γυρνά

όταν ήμασταν ήρεμα και απλά.

Ότι έχω από σένα σε ποίημα δε χωρά.

Γι’αυτό τραγούδια θα γράψω όπως παλιά.

Όπως όταν ένοιωθα την ανάσα σου σα κρασί να κοιλά…

Με μέθαγε, με έλιωνε, με έκανε παιδί

Όπως τα μάτια σου που χάθηκαν μέσα σε μια στιγμή.

Τότε που έφυγες, το σούροπο αυτό.

Στη μνήμη μου χαράχτηκες και σε αναπωλώ…

Φιλιά θα σου στείλω και μια αγκαλιά,

ακόμα και αν είσαι πολύ μακριά.

Θα κλείσω εδώ και δε θα μιλώ.

Μονάχα το βλέμμα σου ξανά θα κοιτώ,

τα μάτια σου θα ψάχνω κάπου να δω

στις φώτο που έχω που είσαι και συ

όταν ήμασταν κάποτε μαζί…

sunset.jpg

ΆΒΥΣΣΟΣ

 

Έρωτας δίχως αύριο

Μέρα δίχως χτες

Είναι αυτό που ζούμε

Το λένε οι ματιές.


Μέσα στο σκοτάδι

Της νύχτας το πηχτό

Μέσα σ’ένα βράδυ

Μετάνοιωσα αυτό…


Που έγινε μ’εμάς,

Έτσι έφυγα τρέχοντας

Μετάνοιωσα με μιας…


Όμως να ξέρεις πίσω

Στο λέω δεν γυρνώ

Πίσω ξανά στα ίδια

Δε μένω πια εδώ!


Έφυγα πλέον

Χάθηκα στης νύχτας το βυθό

Μέσα σ’αυτή την άβυσσο

Που μ’έριξες να ζω


Κάπου εκεί στον πάτο

Στον βούρκο τον υγρό

Κάπου εκεί θυμήθηκα 

πως κοίτομαι εδώ


Σηκώνομαι ξανά

Μα με ξαναχτυπάς

Πέφτω στο βούρκο χάνομαι

και συ απλά γελάς…

 

laspi.jpg

Τις σκέψεις μου μετρώ

Ψάχνω αγάπη στο μυαλό

Ψάχνω ζωή στη φυλακή

Τις ώρες που ζήσα εκεί


Οι τοίχοι άγριοι, ψυχροί

Μοιάζουν να ναι ζωντανοί

Μοιάζουν να ναι συντροφία

Στης κρύας πόλης τα σκαλιά


Και ο νους μου αναπολεί

Ψάχνει για φως για μια στιγμή

Ψάχνει ελπίδα στα κλεφτά

Και βρίσκει μόνο ουρλιαχτά…


Σκέψεις γεμίζω ξαφνικά

Σκέψεις που χάνονται ξανά

Σκέψεις που ο νους δεν τις χωρά

Σκέψεις ανώριμες απλά


Κ όλα αλλάζουν τώρα πια

Κ όλα μοιάζουν φωτεινά

Είναι η στιγμή που η ζωή

μοιάζει να γίνεται ζεστή…

skepseis.jpg

Σκότος

Μέσα στην νύχτα ξυπνά

στο μαξιλάρι παντού εμμετά,

ιδρώτας και βρώμα,

θλίψη  βαθιά.

Πόνος, σαπίλα, 

σκότος και τρέλα…


Και όλα αυτά 

γιατί ξανά 

υποσχέσεις του χθες

βρέθηκαν να’ναι 

απατιλές…


Όμως η σκεψη είναι εκεί

πάντα κολλημένη 

στην ίδια μορφή.

Σ’αυτή τη μορφή 

που φέρνει χαρά

που φέρνει τον πόνο

με μια της ματιά.


Αυτή η μορφή 

μοιάζει δειλή

σε προσωπείο 

έχει κρυφτεί

και τότε γελά

προσφέρει χαρά

και ο ύπνος τον παίρνει

ακόμα μια φορά… 

twister-fractal-dark.jpg

Κενό…

Ξημέρωμα Σαββάτου…

Στην πόλη τριγυρνώ…

Σοκάκια έρημα περνώ,

γέφυρες και τούνελ προσπερνώ…

Χάνομαι, θλίβομαι, γυρνώ

στα ίδια σαν αερικό

φάντασμα, πρόσκαιρο, στιλπνό

φεύγουν οι ώρες μα εγώ εδώ…

Όσο και αν μοιάζει πως πονώ

ότι και αν λέω, καθώς παραμιλώ

εσένα σκέφτομαι ξανά

όπως τότε

όπως έκανα παλιά…

Πάλι τα ίδια,

πάλι…

ξανά…

Το μυαλό μου κενό.

Η καρδιά μου υγρή.

Τα λόγια σου με πλήγωσαν

με τσάκισαν πολύ…

Η μοναξιά μου, φίλη μου

φίλη μου καλή…

Αέρας φυσά, κρύο, παγωνιά…

Μα εγώ είμαι ακομά εδώ

στην άδεια πόλη τριγυρνώ

γκρίζα χρώματα, σκιές,

σκιές του παρελθόντος που ζήσαμε μαζί

σκιές από το μέλλον που δεν πρόκειται να ‘ρθεί…

Ήταν αγάπη που ζήσαμε εμείς;

Ήταν πόνος ή μίσος εξαρχής;

Θλίψη και σκέψεις

μα το συναίσθημα αδειανό…

Όσο και αν μοιάζει πως πονώ

δεν νοιώθω τίποτα… Κενό…

empty.jpg


Ποίηση sacred serpet