Category: Ρώσσοι Συγγραφείς


ΓΚΟΡΚΙ - ΤΣΕΧΩΦ: ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ( ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ /ΣΕΙΡΑ )

Σε μια εποχή που μερίδα των προοδευτικών κριτικών θεωρούσε τον Τσέχωφ παρακμιακό και τον κατηγορούσε για κοινωνική αδιαφορία, ο Γκόρκι αναγνώρισε σε αυτόν μια αδελφή ψυχή, διαποτισμένη από την ίδια αποστροφή για την ευτέλεια και τη χαμέρπεια που κυριαρχούσαν στη ρωσική ζωή. Κάτω από τη φαινομενική απαισιοδοξία του Τσέχωφ, ο Γκόρκι διέκρινε την ίδια αγάπη για τους ανθρώπους και την ίδια νοσταλγία για μια ζωή διαυγή, γεμάτη φως. Αυτό το αίσθημα δίνει στον Γκόρκι τη δύναμη να απευθύνει στον μεγάλο συγγραφέα τούτες τις δειλές, αλλά και γεμάτες πάθος, ευφυΐα και παραδοξολογία, επιστολές, στις οποίες ο Τσέχωφ απαντά με τη λεπτή διεισδυτικότητα, το τακτ και την ευγένεια που είχε ανάγκη ο τραχύς και αυτοδίδακτος Γκόρκι για να νιώσει ότι ανήκει κι αυτός στον ιερό κόσμο της λογοτεχνίας. Ο Τσέχωφ τον ωθεί να διαβεί το κατώφλι αυτό. Έτσι βλέπουμε, στις αρχές του 20ου αιώνα, την παραμονή των μεγάλων επαναστατικών αναταραχών, τον πιο διακριτικό, τον πιο λεπταίσθητο, αλλά και τον πιο πιστό εκπρόσωπο της μεγάλης ρωσικής ουμανιστικής παράδοσης, να μεταλαμπαδεύει λίγο πριν πεθάνει τις ιδέες αυτές στον ενθουσιώδη νεαρό συγγραφέα του προλεταριάτου, ο οποίος έμελλε να γίνει ιδρυτής της σοβιετικής λογοτεχνίας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Εκδότης PRINTA
Σειρά ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ
Χρονολογία Έκδοσης Οκτώβριος 2007
Αριθμός σελίδων 262
Advertisements

Αποτέλεσμα εικόνας για εξεγερμενοι ποιητεςΠεριεχόμενα

Βλαντίμιρ Ραγέφσκι – Ο ποιητής στο μπουντρούμι
Αλεξάντρ Πούσκιν – Στα βάθη των σιβηρικών ορυχείων
Νικολάι Νεκράσοφ – Σιδηροδρομική γραμμή
Αλεξάντρ Μπλοκ – Οι δώδεκα
Σεργκέι Γεσένιν – Μια ανάμνηση

 

 

Παρουσίαση

Και οι πέντε ποιητές των πολιτικών ποιημάτων που συμπεριλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή έχουν κάτι να πουν εναντίον του καθεστώτος της εποχής τους.
Τα τρία πρώτα στηλιτεύουν σκληρά το τσαρικό καθεστώς που στήριζε τους δυνατούς. Ο Ραγέφσκι εντάχθηκε στο κίνημα των ανώτερων αξιωματικών -των Δεκεμβριστών όπως ονομάστηκαν, επειδή εξεγέρθηκαν μήνα Δεκέμβρη- οι οποίοι είχαν βασικό αίτημα να δοθεί σύνταγμα στον λαό. Ο Πούσκιν δίνει κουράγιο στους Δεκεμβριστές, ο Νεκράσοφ διευκρινίζει στον νεαρό Βάνια ότι δεν έφτιαξε ο λόρδος Κλέιμιχελ τις σιδηροδρομικές γραμμές, όπως ισχυρίζεται ο πατέρας του, αλλά ο φτωχός λαός με τον ιδρώτα του, στηλιτεύοντας έτσι τον τσάρο που ελευθέρωσε τους δουλοπάροικους χωρίς να τους δώσει γη. Ο Μπλοκ παρατηρεί την αναρχία του πρώτου καιρού και διαμαρτύρεται. Αντίθετα ο προκλητικός Γεσένιν αντιπαρατάσσει στον ταραγμένο Οκτώβρη της επανάστασης κάποιον άλλο «δημιουργικότερο» Οκτώβρη που ιδρύθηκε το αυτοκρατορικό λύκειο χωρίς να ενδιαφέρεται ότι εκεί σπούδαζαν μόνο ευγενείς. Κεντρικό σημείο στους δύο τελευταίους ποιητές είναι η διαμαρτυρία τους για την κατάλυση της Συντακτικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου με προορισμό να προκηρύξει εκλογές, να οργανώσει τη διοίκηση και να συντάξει σύνταγμα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Εκδότης ΕΚΑΤΗ
Σειρά ΡΩΣΙΚΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ 1
Χρονολογία Έκδοσης Δεκέμβριος 2016
Αριθμός σελίδων 80

Οι Τελευταίες σελίδες από το ημερολόγιο μιας γυναίκας είναι ένα από τα γνωστότερα και πλέον ολοκληρωμένα έργα του Μπριούσωφ ως πεζογράφου. Στο διήγημα αυτό, ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας δημιουργεί χαρακτήρες με συγκεκριμένες κοινωνικές εξαρτήσεις. Κεντρικό πρόσωπο, μια γυναίκα κοσμική, μορφωμένη, προικισμένη με οξύ, δηκτικό πνεύμα, μια γυναίκα με πληθώρα ερωτικών περιπετειών στο ενεργητικό της, η οποία, αν και έχει πλήρη επίγνωση της φαιδρότητας και της υποκρισίας της «καλής κοινωνίας», όπως αυτές αντανακλώνται κυρίως μέσα από το πρόσωπο της «καθωσπρέπει» μητέρας της καθώς και από ένα πλέγμα καταστάσεων, τελικά υποτάσσεται στους κανόνες και τις νόρμες που της επιβάλλονται. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου που περιβάλλουν το πρωταγωνιστικό πρόσωπο είναι δοσμένοι με ζωντάνια, πρωτοτυπία και σαφήνεια, ενώ παράλληλα ο συγγραφέας δεν διστάζει να καυτηριάσει τη φαυλότητα της προεπαναστατικής μοσχοβίτικης υψηλής κοινωνίας.

μετάφραση Στ. Αργυροπούλου, εκδ. Ροές, σελ. 150.

t

Το Tι να κάνουμε; είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που έχει ως θέμα του την αλλαγή της κοινωνίας σε μια πιο ανθρώπινη, κοινοβιακού χαρακτήρα, που θα βασίζεται στην άνευ όρων ισότιμη θέση της γυναίκας με τον άντρα.

Το Τι να κάνουμε; είναι η ιστορία της ατίθασης Βέρα Πάβλοβνα, που δεν αρκείται στην κοινή μοίρα της συζύγου και νοικοκυράς. Βρίσκει συμπαράσταση στο πλευρό ενός φοιτητή της ιατρικής, του Λοπουχόφ, που καταφέρνει να τη «βγάλει» από το πιεστικό σπίτι των γονιών της ζητώντας τη σε γάμο. Έναν γάμο ανάγκης, που απελευθερώνει τη Βέρα αλλά συγκρατεί τους δυο τους σε μια παρατεταμένη φιλία, όπου η συναισθηματική/ ερωτική επαφή σχεδόν αποκλείεται. Η φιλία τους, όμως, βαθμιαία αναπτύσσεται σε γνήσια συντροφικότητα: οι δυο τους μοιράζονται τα ίδια όνειρα, τα ίδια βιβλία, το ίδιο κοινωνικό όραμα.

Η δραστήρια Βέρα στήνει ένα εργαστήριο ραπτικής, που καταφέρνει να λειτουργεί σε κοινοβιακή, ισότιμη βάση μεταξύ όλων των μελών του. Τα πράγματα δυσκολεύουν κάπως όταν η Βέρα ερωτεύεται τον Κιρσάνοφ, τον φίλο του Λοπουχόφ, που επίσης εμπνέεται από παρόμοιες ιδέες…

Η επίδραση του Τι να κάνουμε; στους διανοουμένους και τους συγγραφείς της εποχής υπήρξε δραστική: ο Ντοστογέφσκι, ο Τολστόι και ο Ναμπόκοφ έγραψαν βιβλία που συνομιλούν ευθέως με το μυθιστόρημα, η αναρχική φεμινίστρια Έμα Γκόλντμαν ίδρυσε στη Νέα Υόρκη μια κοπερατίβα στο πρότυπο εκείνης του βιβλίου, οι πολιτικοί στοχαστές Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαρξ, Ένγκελς, Πλεχάνοφ, Κροπότκιν, Λένιν εκδήλωσαν επανειλημμένα τον θαυμασμό τους γι’ αυτό. Πρόκειται για έργο που, κατά πολλούς έγκυρους κριτικούς, «εφοδίασε την ιντελιγκέντσια της εποχής με μια συναισθηματική δυναμική για την επανάσταση πολύ ισχυρότερη και από το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ»!

Το μυθικό αυτό μυθιστόρημα μεταφράζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και συνοδεύεται από εκτενές επίμετρο του επιμελητή της έκδοσης με πληροφορίες για την ιστορία του Τι να κάνουμε.

*Ο Νικολάι Γαβρίλοβιτς Τσερνισέφσκι (Николай Гаврилович Чернышевский,  12.07.1828-17.10.1889) ήταν Ρώσος στοχαστής, κριτικός, συγγραφέας, ακτιβιστής.  Eμψυχωτής του δημοκρατικού επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία με άξονα το περιοδικό Sovremennik (Современник) –το οποίο διεύθυνε μετά τον θάνατο του προκατόχου του, του κριτικού Βησσαρίωνα Μπιελίνσκι (1811-1848)– ενέπνευσε με το έργο του τους μηδενιστές, τους σοσιαλδημοκράτες και τους μπολσεβίκους, χωρίς ο ίδιος να ανήκει σε συγκεκριμένη πολιτική ομάδα. Σήμερα θα μπορούσε να οριστεί περισσότερο ως ελευθεριακός διανοούμενος. Ήταν ένας Raznochintsy, δηλαδή ανήκε σ’ εκείνο το κοινωνικό στρώμα των διανοουμένων που δεν διέθετε την οικονομική και κοινωνική υποδομή της προηγούμενης γενιάς. Οι αγώνες του κατά της τσαρικής απολυταρχίας είχαν ως συνέπεια να εξοριστεί το 1864 στη Σιβηρία, όπου έμεινε μέχρι το 1883. Ασκούσε κριτική στον ιδεαλισμό του Καντ και του Χέγκελ, επηρεασμένος από τους αριστερούς χεγκελιανούς (Λουδοβίκος Φόιερμπαχ) και τους ουτοπιστές σοσιαλιστές (Ρόμπερτ Όουεν, Αλεξάντερ Χέρτζεν). Από τα φιλοσοφικά του έργα ξεχωρίζουν Οι αισθητικές σχέσεις της Τέχνης με την Πραγματικότητα (1855), η Κριτική των φιλοσοφικών προκαταλήψεων ενάντια στην ιδιοκτησία των κοινοτήτων (1858), και Η ανθρωπολογική αρχή στην φιλοσοφία (1860).

Το Τι να κάνουμε; άσκησε τεράστια επίδραση στην εποχή του και διαβάζεται πάντα με ενδιαφέρον, λόγω της πρωτοτυπίας με την οποία χειρίζεται το θέμα του, δηλαδή την κοινοβιακή κοινωνία, που βασίζεται στην άνευ όρων ισότητα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα.

πηγή http://www.toposbooks.gr

…ή αλλιώς, o Σολζενίτσιν αυτο-αποκαλύπτεται. Το άρθρο αυτό γράφτηκε τον Αύγουστο του 2008 με αφορμή του θάνατο του ρώσου συγγραφέα.  πηγή  http://parekklisi.wordpress.com

Ο ρώσος συγγραφέας Αλεξάντρ Σολζενίτσιν έγινε γνωστός στη Δύση για τα αντικομμουνιστικά μυθιστορήματα που έγραψε, για τα οποία έφτασε να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Απ’ τους πιο πολυδιαφημισμένους συγγραφείς, κυρίως στις ΗΠΑ, όπου παρουσιάζονταν ως “δημοκράτης” ο οποίος διώκονταν άδικα στην ΕΣΣΔ επειδή πάλευε για την ελευθερία. Αποτέλεσε με βάση αυτά κέντρο της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας τις δεκαετίες του ’60 και ’70.Με το θάνατό του στις αρχές Αυγούστου τα μεγάλα ΜΜΕ αλλά και ισχυροί ηγέτες όπως ο πρόεδρος της Γαλλίας Ν. Σαρκοζί, ο πρωθυπουργός της Ρωσίας Β. Πούτιν αλλά και ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Χαβιέ Σολάνα, δεν παρέλειψαν να μας υπενθυμίσουν τους… «αγώνες του για τη δημοκρατία και την ελευθερία».Δε θα επικεντρώσουμε στα τερατώδη ψεύδη του Σολζενίτσιν σχετικά με τα «θύματα του κομμουνισμού» στην ΕΣΣΔ. Το ότι έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει στα σοβαρά ότι ο αριθμός τους είναι 110 εκατομμύρια (!) αρκεί. Σύγχρονες ιστορικές έρευνες με βάση τα αρχεία που άνοιξαν μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ έχουν δώσει πραγματικά στοιχεία και όχι φαντασιοπληξίες. Αντίθετα, σε αυτό το κείμενο θα επικεντρώσουμε σε απόψεις που ο ίδιος εξέφρασε κατά καιρούς για τα επίκαιρα ζητήματα της εποχής, στα οποία δε χωρούν πολλές υποκειμενικές κρίσεις.

Ο Σολζενίτσιν και η Ισπανία

Αφότου πέθανε ο Φράνκο το 1975, το ισπανικό φασιστικό καθεστώς άρχισε να χάνει τον έλεγχο της πολιτικής κατάστασης και στην αρχή του 1976, το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης στράφηκε στα γεγονότα της Ισπανίας. Απεργίες και διαδηλώσεις υπέρ της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας υποχρέωσαν τον κληρονόμο του Φράνκο, το βασιλιά Χουάν Κάρλος, να εισαγάγει πολύ προσεκτικά κάποια φιλελευθεροποίηση προκειμένου να καταλαγιάσει η κοινωνική αναταραχή.

Σε αυτήν την σημαντικότερη στιγμή στην ισπανική πολιτική ιστορία, ο Σολζενίτσιν εμφανίζεται στη Μαδρίτη και δίνει μια συνέντευξη στην εκπομπή Directisimo ένα Σάββατο βράδυ, 20 Μαρτίου 1976, σε prime time ζώνη προγράμματος (βλ. τις ισπανικές εφημερίδες, το ABC και το Ya της 21ης Μαρτίου 1976). Πρόθεσή του δεν ήταν να υποστηρίξει τα αποκαλούμενα μέτρα φιλελευθεροποίησης του βασιλιά. Αντίθετα, ο Σολζενίτσιν προειδοποιούσε για αυτές τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις!


Στην τηλεοπτική συνέντευξή του δήλωσε ότι 110 εκατομμύρια (!) Ρώσοι είχαν πεθάνει όντας θύματα του σοσιαλισμού, και σύγκρινε “τη σκλαβιά στην οποία οι σοβιετικοί άνθρωποι υποβλήθηκαν με την ελευθερία που απόλαυσαν στην Ισπανία”.

Ο Σολζενίτσιν κατηγόρησε επίσης τους “προοδευτικούς κύκλους” ως «ουτοπιστές», επειδή θεωρούσαν την Ισπανία μια δικτατορία. Ως “προοδευτικό”, εννοούσε κάθε αντιπολιτευόμενο, τους φιλελεύθερους, τους σοσιαλδημοκράτες και τους κομμουνιστές. ”Το περασμένο φθινόπωρο,” έλεγε ο Σολζενίτσιν, “η παγκόσμια κοινή γνώμη ανησυχούσε για την τύχη των ισπανών τρομοκρατών (εννοώντας ως τρομοκράτες τους Ισπανούς αντι-φασίστες που καταδικάζονταν σε θάνατο από το καθεστώς Φράνκο). Όλη την ώρα η προοδευτική κοινή γνώμη απαιτεί δημοκρατική πολιτική μεταρρύθμιση υποστηρίζοντας παράλληλα πράξεις τρομοκρατίας”. ”Εκείνοι που επιδιώκουν τη γρήγορη δημοκρατική μεταρρύθμιση, συνειδητοποιούν τι θα συμβεί αύριο ή μεθαύριο; Στην Ισπανία μπορεί να υπάρξει δημοκρατία αύριο, αλλά αργότερα πώς θα αποφευχθεί η πορεία προς τον ολοκληρωτισμό;”… (όπως πάντα έγκυρες προβλέψεις).

Ο Σολζενίτσιν και η Πορτογαλία

Στις ΗΠΑ, ο Σολζενίτσιν κλήθηκε συχνά να μιλήσει σε σημαντικές συνεδριάσεις. Ήταν, παραδείγματος χάριν, ο κύριος ομιλητής στο συνέδριο του AFL-CIO (μεγάλο αμερικανικό συνδικάτο) το 1975, και στις 15 Ιουλίου 1975 κλήθηκε για να δώσει μια διάλεξη σχετικά με την παγκόσμια κατάσταση στο αμερικανικό Κογκρέσο! Οι διαλέξεις του ήταν προκλητικές, καθώς υποστήριζε τις πλέον αντιδραστικές θέσεις.

Μετά από 40 έτη φασισμού στην Πορτογαλία, όταν πήραν οι αριστεροί ανώτεροι υπάλληλοι στρατού την εξουσία στη λαϊκή επανάσταση του 1974, ο Σολζενίτσιν ήταν υπέρμαχος της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στην Πορτογαλία που, σύμφωνα με αυτόν, θα προσχωρούσε στο σύμφωνο της Βαρσοβίας εάν οι ΗΠΑ δεν επενέβαιναν!
Τα λόγια του έχουν ως εξής:

«Είναι τραγικό για μας τους άλλους Ρώσους, με την πείρα που έχουμε τώρα, να βλέπουμε αυτά που συμβαίνουν στην Πορτογαλία. Ανησυχούμε. […] Κι όμως τι βλέπουμε; Ένα είδος κακότεχνης αντιγραφής, αυτό βλέπουμε. Όσα έγιναν τότε στη Ρωσία αντιγράφονται στην Πορτογαλία με πολύ λίγες διαφορές. Για μας όλα μοιάζουν με επανάληψη. […] Παρ’ όλα αυτά ο δυτικός τύπος μιλάει όσο πιο σοβαρά μπορεί για τις πρώτες ελεύθερες εκλογές. Οι πανουργίες και οι ανομίες τους είναι ολοφάνερο ότι ποικίλλουν ανάλογα με τις περιστάσεις. Αλλ’ όμως σ’ όλα αυτά αναγνωρίζουμε τον κομμουνιστικό χαρακτήρα, το κομμουνιστικό καλούπι. […] Η Πορτογαλία σήμερα στην πραγματικότητα έχει εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ. Φοβάμαι ότι θα βγει αληθινή η πιο κάτω προφητεία μου, εάν προβλέψω ότι τα γεγονότα απ’ αυτή τη στιγμή και πέρα δεν θα είναι αντιστρεπτά. Η Πορτογαλία πρέπει να θεωρείται μελλοντικό μέλος του συμφώνου της Βαρσοβίας. Αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο. Δεν μπορούμε να κοιτάμε αδιάφορα αυτή την τραγική και ταυτόχρονα ειρηνική επανάληψη των κομμουνιστικών μεθόδων. Σε δυο άκρες της Ευρώπης και με χρονική διαφορά εξήντα ετών καταπνίγεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και μέσα σε χρονικό διάστημα μερικών μηνών η δημοκρατία που μόλις γεννιόταν»…

Φυσικά η κινδυνολογία του Σολζενίτσιν για τον εκδημοκρατισμό της Πορτογαλίας μόνο ως παραλήρημα μπορεί να χαρακτηριστεί και ουδεμία σχέση δεν είχε με την εξέλιξη των πραγμάτων. Πράγμα που αναγκάσει τον έλληνα εκδότη του βιβλίο να προσθέσει τη σημείωση«Ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε πριν τα γεγονότα λάβουν την τροπή που παρουσιάζουν σήμερα»!

Στις ομιλίες που προαναφέρθηκαν παραπάνω ο Σολζενίτσιν ήταν επίσης εξόχως αποκαλυπτικός όσον αφορά τις απόψεις του για μια σειρά ζητήματα που αναλύονται παρακάτω (στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν με τον τίτλο «Ανατολή και δύση», εκδόσεις Ι. Σιδέρης).

Ο Σολζενίτσιν και ο… Βλασόφ

Ως γνωστόν ο στρατηγός Βλασόφ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πρόδωσε τη Σοβιετική Ένωση και συνεργάστηκε με τους Γερμανούς όταν αιχμαλωτίστηκε απ’ αυτούς. Ο Σολζενίτσιν πασχίζει να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την προδοσία του πρώην διοικητή της 2ης Στρατιάς. Γράφει:

«Η 2η Στρατιά κρούσης βρίσκεται σε βάθος 75 χιλιομέτρων μέσα στις γραμμές του γερμανικού στρατού. Και εκείνη τη στιγμή είναι που οι τυχοδιώκτες του Γενικού Επιτελείου βρέθηκαν να μη διαθέτουν καθόλου αποθέματα σε άντρες και εφόδια. Ο στρατός έμεινε χωρίς ανεφοδιασμό και, παρ’ όλα αυτά δε δόθηκε στον Βλασόφ η έγκριση να υποχωρήσει. […]Ασφαλώς, υπήρξε προδοσία απέναντι στην πατρίδα! Ασφαλώς, υπήρξε εγωιστική και δόλια εγκατάλειψη. Όμως από την πλευρά του Στάλιν»!

Για την προδοσία του Βλασόφ ευθύνεται ο Στάλιν που τον ώθησε σε αυτήν. Δεν πρόκειται για καινοτομία. Το επιχείρημα αυτό είναι το ίδιο που επιστρατεύεται σε όλες τις χώρες από όσους ιστορικούς θέλουν να δικαιολογήσουν και να δικαιώσουν ιστορικά τη συνεργασία με τον κατακτητή. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή στην Ελλάδα τα τάγματα ασφαλείας «ωθήθηκαν» στη συνεργασία με τον κατακτητή λόγω των διωγμών που υπέστησαν απ’ το ΕΑΜ…

Πόλεμος στο Βιετνάμ

Τα χρόνια που ακολούθησαν την ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ ο Σολζενίτσιν δε δίστασε να ευθυγραμμιστεί με τις πιο ακραίες αντιδραστικές φωνές, κατηγορώντας τις ΗΠΑ για την αποχώρησή τους και το τέλος του πολέμου!

«Παρακολουθώντας από μακριά αυτή τη φοβερή τραγωδία του Βιετνάμ, σας λέω ότι μισό εκατομμύριο άνθρωποι θα εξολοθρευτούν, ενώ άλλα 4-5 εκατομμύρια (σε αναλογία με την κλίμακα του Βιετνάμ) θα βρεθούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και θα ανοικοδομήσουν το Βιετνάμ».

(Οι αναφορές σε υποτιθέμενα εκατομμύρια θύματα δεν είναι τυχαίες. Ακριβώς ίδιες αναφορές χρησιμοποιήθηκαν από κυβερνητικούς κύκλους για να αιτιολογηθεί και να νομιμοποιηθεί στα μάτια της κοινής γνώμης των ΗΠΑ η αποστολή στρατευμάτων στο Βιετνάμ. Περισσότερα γι’ αυτό το θέμα μπορεί να αναζητήσει ο αναγνώστης στο αποκαλυπτικό βιβλίο των Νόαμ Τσόμσκι – Έντουαρντ Χέρμαν «Αντεπαναστατική βία: Λουτρά αίματος στα γεγονότα και στην προπαγάνδα», εκδόσεις Ηριδανός).

«…Έτσι κοίταζαν το μέλλον πριν από δυο χρόνια όταν μια παράλογη, ακατανόητη, χωρίς εγγύηση ανακωχή σκαρώθηκε στο Βιετνάμ. Ήταν και αυτή κοντόφθαλμη θεώρηση. Υπήρχε τόση βιασύνη να υπογραφεί η ανακωχή αυτή, που ξέχασαν να απελευθερώσουν ακόμα και τους δικούς σας αμερικανούς από την αιχμαλωσία.»

Ο Σολζενίτσιν και οι ΗΠΑ

Ο απεριόριστος θαυμασμός του Σολζενίτσιν για τις ΗΠΑ, «ηγέτιδα του δημοκρατικού κόσμου» δεν κρύβεται. Είναι η πιο επιθετική εποχή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που στήνει πολέμους και χούντες σε κάθε γωνιά του κόσμου. Η χούντα στην Ελλάδα μόλις είχε πέσει… Μετά απ’ αυτό πώς να μην κατηγορεί… όχι τις ΗΠΑ αλλά όσους τις κατηγορούν!

«Στη Δύση τώρα όλοι στρέφονται ενάντια στης Ηνωμένες Πολιτείες και τις κατηγορούν. Συχνά ακούμε στη Δύση να λένε: “Εσύ φταις Αμερική”. Και σ’ αυτό πρέπει αποφασιστικά να υπερασπιστώ τις ΗΠΑ από τις κατηγορίες αυτές».

Μια άλλη κατηγορία που εξαπολύει είναι επειδή η Δύση συνεργάστηκε με τη Σοβιετική Ένωση ενάντια στο ναζισμό! Μια επίθεση πρώτα στη Γερμανία και μετά στην ΕΣΣΔ θα ήταν καλύτερη λύση… Δε σταματάει να προπαγανδίζει την αμερικάνικη επιθετικότητα ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες και γενικότερα να υπερασπίζεται τις πιο επιθετικές ενέργειες των ΗΠΑ:

«Με την πρώτη απειλή του Χιτλερισμού δώσατε το χέρι σας στον Στάλιν! Το λέτε αυτό προάσπιση της δημοκρατίας; Όχι, βέβαια!» «Ο δημοκρατικός κόσμος θα μπορούσε να έχει νικήσει το ένα ολοκληρωτικό καθεστώς μετά το άλλο, το Γερμανικό πρώτα και μετά το Σοβιετικό.» «Εσείς το 1948 σώσατε το Βερολίνο μόνο με την αποφασιστική σας θέληση και δεν έγινε καμιά παγκόσμια σύγκρουση. Στην Κορέα το 1950 αντισταθήκατε ενάντια στους κομμουνιστές και μόνο χάρη στην αποφασιστικότητά σας και παγκόσμια σύγκρουση δεν έγινε. Το 1962 απαιτήσατε να αποσυρθούν οι πύραυλοι από την Κούβα».

Ο Σολζενίτσιν ήταν επίσης υπέρ της αύξησης της αμερικανικής στρατιωτικής ικανότητας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία ήταν ισχυρότερη “στα τανκς και τα αεροπλάνα, από πέντε έως επτά φορές” καθώς επίσης και στα ατομικά όπλα που ισχυρίστηκε ότι ήταν “τουλάχιστον δύο, τρεις ή ακόμα και πέντε φορές” ισχυρότερη.

Ο τρίτος κόσμος

Την ίδια στιγμή που όπως προαναφέρθηκε οι ΗΠΑ στήριζαν τα πιο αντιδραστικά καθεστώτα σε ολόκληρο τον κόσμο ο Σολζενίτσιν έρχεται να κατηγορήσει τις χώρες του τρίτου κόσμου, οι οποίες αντί να πουν ευχαριστώ στις ΗΠΑ για τις… χούντες που του προσφέρει αντιδρούν και από πάνω!

«Οι ΗΠΑ δείχτηκαν από καιρό ότι είναι η πιο γενναιόδωρη χώρα του κόσμου. Όπου γίνονται πλημμύρες, σεισμοί, πυρκαγιές, θεομηνίες, επιδημίες, ποιος τρέχει πρώτος σε βοήθεια; Οι ΗΠΑ. Ποιος δίνει τη μεγαλύτερη βοήθεια με αφιλοκέρδια; Οι ΗΠΑ. Και τι ακούν γι’ ανταπόδοση; Επικρίσεις – κατάρες, «Γιάνκηδες πηγαίνετε σπίτια σας». Αμερικανικά πολιτιστικά κέντρα καίγονται και οι αντιπρόσωποι του τρίτου κόσμου σκαρφαλώνουν στα τραπέζια για να ψηφίσουν ενάντια στις ΗΠΑ».

Αντι-σημιτισμός

Τέλος είναι αρκετά γνωστές οι αντισημιτικές θέσεις που έχει εκφράσει. Σε ένα δίτομο έργο για την ιστορία των ρωσο-εβραϊκών σχέσεων (Two Hundred Years Together 2001, 2002)κατηγορεί με έμφαση τους Εβραίους για τις δύο ρώσικες επαναστάσεις του 1905 και του 1917. Επισημαίνει την «κυριαρχία των εβραίων» στην μπολσεβίκικη ηγεσία παρουσιάζοντάς τους σαν αναξιόπιστους και δολοπλόκους. Επίσης κατηγορεί τους εβραίους για δειλία στον πόλεμο και παράβαση των καθηκόντων τους.

Και ένας… συμβολισμός

«Είδα έναν άντρα πεζό, ντυμένο μ’ ένα γερμανικό παντελόνι, γυμνό από τη μέση και πάνω, όλο αίματα στο πρόσωπο, στο στήθος, στους ώμους και στην πλάτη. Μιλώντας με άψογη ρωσική προφορά, μου φώναξε να τον βοηθήσω. Ένας λοχίας τον ανάγκασε να προχωράει μαστιγώνοντάς τον. Ε, λοιπόν, φοβήθηκα να τον υπερασπίσω αυτόν τον βλασοφικό απέναντι στο λοχία των Ειδικών Δυνάμεων. […] Η εικόνα αυτή έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό μου. Γιατί είναι σχεδόν το σύμβολο του Αρχιπελάγους Γκούλαγκ, θα μπορούσε να κοσμήσει το εξώφυλλο αυτού του βιβλίου».

Το σύμβολο των «εκατομμυρίων θυμάτων του κομμουνισμού» είναι ένας συνεργάτης των ναζί…

Οι θέσεις του αυτές δεν ταίριαζαν με το ψεύτικο προφίλ που καλλιεργούσαν εντέχνως μέχρι τότε οι ΗΠΑ, με αποτέλεσμα αφού τον χρησιμοποίησαν να τον πετάξουν σα στυμμένη λεμονόκουπα και να περάσει σε κάποια σχετική αφάνεια για μεγάλο διάστημα… (Σήμερα τα βιβλία του στην Ελλάδα κυκλοφορούν μόνο σε κάτι φτηνές εκδόσεις βιβλίων τσέπης. Περίεργο πράμα για έναν μεγάλο νομπελίστα συγγραφέα που γνώρισε τόσες δόξες).

Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν σε όλη τη δημόσια πορεία του υπήρξε ένα προπαγανδιστικό όχημα της δύσης απέναντι στο σοσιαλισμό, στους κομμουνιστές και στην μαρξιστική ιδεολογία. Όλες οι δημόσιες τοποθετήσεις του βρίθουν από λάσπη, τερατώδεις ανακρίβειες, υποστήριξη των πιο αντιδραστικών θέσεων κάθε φορά.

Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν όσους τίτλους μαχητή της ελευθερίας και της δημοκρατίας κι αν του αποδώσουν δεν ανήκει στους λαούς που αγωνίζονται για τη λευτεριά τους, ανήκει στο στρατόπεδο της βαρβαρότητας, στο στρατόπεδο του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και του ιμπεριαλισμού. Να τον χαίρονται.

1. Η ΠΡΩΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
2. ΠΟΤΕ Η ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ
3. Η ΔΡΑΣΗ
4. Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ
5. Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ
6. Η ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΤΩΝ ΜΥΩΝ
7. ΟΙ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ ΣΚΟΠΟΙ
8. Η ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
9. Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΩΝ
10. Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
11. Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
12. ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΙΝΗΤΗΡΙΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
13. Η ΑΔΙΑΣΠΑΣΤΗ ΓΡΑΜΜΗ
14. Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
15. Ο ΑΠΩΤΕΡΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ
16. ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ
Φωνή επαναστατική, πνεύμα ανήσυχο

Ο «Θείος Βάνιας» από το θέατρο «Βαχτάγκοφ» της Μόσχας στην Αθήνα

 

Το αριστουργηματικό έργο του Τσέχωφ «Θείος Βάνιας», σε σκηνοθεσία Ρίμας Τουμίνας, πρόκειται να παρουσιαστεί, στην Αθήνα, στο «Μπάντμιντον», για 3 παραστάσεις (3, 4, 5 Φλεβάρη), από το ιστορικό θέατρο «Βαχτάγκοφ» της Μόσχας, ένα από τα σημαντικότερα θέατρα της Ευρώπης, δημιούργημα του Ευγένιου Βαχτάγκοφ.

 

Μία νέα ανατρεπτική ματιά σε ένα κλασικό αριστούργημα της ρωσικής δραματουργίας κι ένα θέατρο ανατρεπτικό, ιστορικό, μυθικό, που κουβαλά στις περγαμηνές του τη δόξα και το άρωμα όλου του ρωσικού θεάτρου. Μια υπέροχη, σχεδόν μυστικιστική, συνάντηση που θα έχουμε τη μοναδική ευκαιρία να απολαύσουμε στο «Μπάντμιντον», ακριβώς όπως παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ίδιο το θέατρο Eugene Vakhtangov, στις 2 Σεπτέμβρη του 2009. Τότε που η δραστήρια αντίδραση του κοινού, καθώς και των Ρώσων, αλλά και ξένων κριτικών οδήγησε ακόμη και τον υπουργό Πολιτισμού A. Avdeev να πει χαρακτηριστικά πως «η παραγωγή αυτή αποτελεί μια καταπληκτική επανεξέταση του Τσέχωφ», εκφράζοντας παράλληλα και τη βεβαιότητα για την παγκόσμια μεγάλη της επιτυχία.

Ανατρεπτικό βλέμμα

Το όραμα μιας θεατρικής ομάδας που θα μπορούσε να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του θεατρικού κατεστημένου της Μόσχας, γεννήθηκε το 1911 μέσα από το βλέμμα και τη σκέψη ενός σκηνοθέτη και ηθοποιού, του Eugene Vakhtangov. Κατά τη διάρκεια της θητείας του το πολλά υποσχόμενο νέο θέατρο είδε τον εαυτό του να κλέβει τις εντυπώσεις με δύο μόλις παραγωγές (Maeterlinkck: Le Miracle de Saint Antoine 1921 και Gozzi: Turandor -1922). Ετσι, το 1926, όπως ήταν αναμενόμενο, το θέατρο βαπτίστηκε οριστικά με το όνομα του δημιουργού του και οι σημαντικότεροι Ρώσοι σκηνοθέτες σπεύδουν για να γίνουν μέρος του οράματός του (Meyerhold, Popov, Zavadsky και Akimov). Ειδικά, η ανορθόδοξη μετάφραση του Αμλετ από τον Akimov με τη μουσική του Shostakovich, το 1932, ήταν αυτή που σύστησε σε όλο τον κόσμο το θεατρικό αυτό μικρόκοσμο και προκάλεσε τα πρώτα κύματα θαυμασμού εντός και εκτός Ρωσίας. Ανάμεσα στους σημαντικούς επίσης σκηνοθέτες, που τρέχουν να συμβάλουν στο μύθο, ανακαλύπτουμε και τους Okhlopkov και Pogodin όπως και μια ολόκληρη σειρά από ευφυείς νέους δημιουργούς που οδηγούν δεκαετία με τη δεκαετία το Θέατρο Vakhtangov στον 21ο αιώνα. Τα υψηλά καλλιτεχνικά στάνταρ και το ανατρεπτικό βλέμμα που εισάγουν με κάθε τους παράσταση καταφέρνουν ως και τις μέρες μας και διατηρούν στη θέση του το μεγαλύτερο ίσως θεατρικό μύθο της Ρωσίας.

 

 

Ενας από αυτούς τους ευφυείς νέους δημιουργούς, είναι και ο Rimas Tuminas και δεν είναι η πρώτη φορά που πραγματοποιεί την παραγωγή ενός έργου του Τσέχωφ. Οι «Τρεις Αδελφές» και «Ο Βυσσινόκηπός» του κέρδισαν την αναγνώριση του κοινού και των κριτικών. Τα έργα του Τσέχωφ προσφέρουν έδαφος για εξερεύνηση, διαλεύκανση της ουσίας, αιτιολόγηση του είδους. Κάθε παραγωγή του Tuminas αποτελεί ένα νέο βήμα προς την έννοια αυτής της μυστηριώδους λέξης «κωμωδία», που τόσο διαψεύδει το πλαίσιο της πλοκής. Η παραγωγή του Θείου Βάνια έχει ήδη αναγνωριστεί ως μία από τις καλύτερες εκδηλώσεις των τελευταίων σεζόν στη Μόσχα, ενώ η δουλειά των S. Makovetsky και V. Simonov αξίζει να αναφέρεται στην παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια του θεάτρου.

 

Ετη μπροστά από την εποχή του

Εκατόν πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν (2010) από τη γέννηση του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα Αντον Τσέχοφ, ο οποίος αποθεώθηκε ως ένας αυτάρκης δραματουργός, στην εργογραφία του οποίου ξεδιπλώνεται το πανόραμα της προεπαναστατικής ρωσικής κοινωνίας, αντανακλώντας ταυτόχρονα τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα. Γεγονός που τον έκανε να είναι αναμφισβήτητα επίκαιρος τόσο στη Ρωσία, όσο και στο σύνολο του δυτικού κόσμου και που οδήγησε στο να θεωρείται το σύνολο του έργου του απαραίτητο βοήθημα – πρότυπο – για την προσέγγιση του μετατσεχοφικού δυτικού θεάτρου.

 

 

Η υπόθεση στα έργα του είναι απλή. Ο ίδιος έλεγε ότι στη σκηνή όλα πρέπει να είναι τόσο απλά και τόσο σύνθετα όπως και στη ζωή. Εκ πρώτης όψεως, οι ήρωες των τσεχοφικών έργων συμπεριφέρονται με απλότητα, μιλώντας συχνά με ευκολονόητες και συνηθισμένες λέξεις. Πίσω όμως από τις λέξεις αυτές κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος από αισθήματα, σκέψεις και ανησυχίες.

 

Τα έργα του για την καθημερινή ζωή της συμβιβασμένης ανώτερης τάξης πέτυχαν ένα λεπτό ποιητικό ρεαλισμό που ήταν έτη μπροστά από την εποχή του. Ανήγαγε σε τέχνη μοναδική το σύντομο διήγημα. Αν και πέτυχε την αναγνώριση από το ρωσικό κοινό πριν πεθάνει, στην Ευρώπη έγινε διάσημος μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι μεταφράσεις της Constance Garnett (στην αγγλική γλώσσα) είδανε το φως της δημοσιότητας. Ηταν πάρα πολύ δημοφιλής στην Αγγλία στη δεκαετία του ’20. Στις ΗΠΑ, η φήμη του ήρθε κάπως αργότερα, μέσω της επιρροής του Στανισλάβσκι.

Οι χαρακτήρες του Τσέχωφ, όπως τους είδε ο Tuminas και όπως ενσαρκώνονται από τους ηθοποιούς, θυμίζουν έντονα κομμάτι του εαυτού μας. Ζουν σε συνθήκες συγκρουόμενων φιλοδοξιών, φιλοσοφούν, δουλεύουν σκληρά ή τεμπελιάζουν, υπηρετούν και καταναλώνουν. Είναι πολύ διαφορετικοί, αλλά και παρόμοιοι – η ζωή του καθενός πήγε στραβά. Γιατί; Αυτό το ανακαλύπτουμε από σκηνή σε σκηνή, από τους διαλόγους, τους τσακωμούς, τις αποκαλύψεις και το σαρκασμό. Ο κόσμος ανακαλύπτει τις αρχές του θεάτρου του παραλόγου στα έργα του Τσέχωφ. Οι χαρακτήρες του λένε κάτι και μετά κάνουν κάτι άλλο, ενώ σκέφτονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ο Θείος Βάνιας του Tuminas ασχολείται με το τι σκέφτονται οι χαρακτήρες και με το τι εξομολογούνται σε περιόδους πνευματικής αναταραχής. Κάποιες φορές είναι ασυνάρτητοι, σαν τον θείο Βάνια ή πολύ βίαιοι, όπως ο Astrov. Ομως οι εξομολογήσεις τους ξεσπούν από τις ψυχές τους τόσο ορμητικά, σαν να βγαίνει κάποιος από ένα αποπνικτικό δωμάτιο στον καθαρό αέρα.

«Ο Θείος Βάνιας μας είναι απαραίτητος σήμερα για να μας στηρίξει, να μην γίνουμε κυνικοί, αγενείς, ασυνείδητοι άνθρωποι», λέει ο Rimas Tuminas. «Με όλα όσα αντιμετώπισε στη ζωή του, δεν έχασε την αρετή της εντιμότητας και συνέχισε να εργάζεται. Κοντά στο θέατρό μας, υπάρχει ένα μνημείο της Πριγκίπισσας Turandot. Ισως θα έπρεπε να χτίσουμε ένα μνημείο στον Θείο Βάνια».

Στην καλύτερη παράσταση για τα 150 χρόνια του Τσέχωφ, από το σπουδαίο Θέατρο Βαγκτάγκοφ με τα 100 χρόνια θεατρικής ιστορίας πρωταγωνιστούν, μεταξύ άλλων, οι βραβευμένοι «Καλλιτέχνες του Λαού» Sergey Macovetsky, Ludmila Maksakova, Vladimir Simonov, Anna Dubrovskaya, Yury Kraskov και Galina Konovalova. Σκηνογραφία & κοστούμια: Adomas Atsovskis. Σύνθεση: Faustas Latenas. Στην παράσταση ακούγεται ένα απόσπασμα του Kol Nidrei του M. Bruch που ερμηνεύει ο T. Dockschitzer. Τιμές Εισιτηρίων: Α Ζώνη: 45 ευρώ. Β Ζώνη: 38 ευρώ. Γ Ζώνη: 30 ευρώ. Δ Ζώνη: 22 ευρώ. Φοιτητικό Δ Ζώνη: 15 ευρώ.

 

Σ. Α.
Ο «μοναχός» της Γιάσναγια Πολιάνα

Στις 28 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 173 χρόνια από τη γέννηση του Λ. Τολστόι. Αν και η επέτειος δεν είναι «στρογγυλή» μάς δίνει, ωστόσο, την ευκαιρία να αναδείξουμε ορισμένα σημεία της ζωής και της σκέψης του

Ο Τολστόι την εποχή που έγραφε το «Πόλεμος και Ειρήνη»

Ο Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόιθεωρείται -και δικαίως- ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς όλων των εποχών, ο άνθρωπος που επέδρασε καταλυτικά στον ευρωπαϊκό, αλλά και αμερικάνικο λογοτεχνικό ρεαλισμό, ο ουμανιστής, ο οποίος αποτέλεσε το πνευματικό σημείο αναφοράς της «αφρόκρεμας» της παγκόσμιας διανόησης του καιρού του, από τη μια, αλλά και του λαού του, από την άλλη.

Ο Ρομέν Ρολάν, ο Ερνεστ Χέμινγουέι, ο Μπέρναρντ Σω, ο Ρίλκε, ο Στρίνμπεργκ, ακόμη και ο Γκάντι, είναι μερικά από τα μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και πολιτικής, τα οποία δέχτηκαν την επίδραση του Ρώσου διανοητή. Τα έργα του διασκευάστηκαν πάμπολλες φορές για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ενώ τα θεατρικά του ανεβάστηκαν και ανεβάζονται σε όλα τα θέατρα του κόσμου. Οσο για τα βιβλία του, μπορούμε να πούμε πως αποτελούν από τις λίγες, δυστυχώς, περιπτώσεις, όπου το επιχείρημα, ότι η επικής έκτασης και περιεχομένου λογοτεχνία δεν «ταιριάζει» στους σύγχρονους ρυθμούς, καταρρίπτεται. Η δε λογοτεχνική κριτική, ασχολήθηκε μαζί του ενώ ακόμη ζούσε, με σημαντικούς σταθμούς για την ανάλυση του έργου του, τα γραπτά του Γ. Β. Πλεχάνοφ και τη μελέτη του Γκόρκι του 1919.

Μεγάλος εκφραστής της εποχής του

Ο ίδιος ο Λένιν ασχολήθηκε με τον Τολστόι ήδη από το 1908, προσδίδοντάς του την πραγματική, όσο και σημαντική διάσταση του έργου του: «… οι αντιφάσεις στις απόψεις και στις θεωρίες του Τολστόι δεν είναι τυχαίες, αλλά είναι έκφραση των αντιφατικών συνθηκών που επικρατούσαν στη ρωσική ζωή το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα… Ο Τολστόι είναι μεγάλος ως εκφραστής εκείνων των ιδεών και εκείνων των διαθέσεων που διαμορφώθηκαν στα εκατομμύρια της ρώσικης αγροτιάς τον καιρό του ερχομού της αστικής επανάστασης στη Ρωσία».

Με τον Τσέχωφ

Πράγματι, η αντιφατικότητα της ιδεολογίας του μεγάλου συγγραφέα ήταν η αιτία να δεχτεί από τη μια, τη μαρξιστική κριτική και από την άλλη να αφορίζεται από την εκκλησία, ενώ, ακόμη και σήμερα, τον διεκδικούν ως πνευματικό τους πρόγονο, ένα ευρύ, όσο και ανομοιογενές φάσμα διαφόρων ιδεολογιών, από τους μεταφυσικούς έως τους αναρχικούς. Οπως και να έχουν όμως τα πράγματα, για τους Ρώσους θα μείνει για πάντα κάτι σαν τον συλλογικό «παππού» τους, η ασκητική μορφή του οποίου ρίχνει ακόμη τη βαριά της σκιά – ως μέτρο σύγκρισης – στη λογοτεχνική περιπέτεια του καιρού μας.

Ο Τολστόι γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου (9 Σεπτέμβρη με το νέο ημερολόγιο) του 1828 στη Γιάσναγια Πολιάνα, περιοχή Τούλας, δυτικά της Μόσχας, στο κτήμα της αριστοκρατικής του οικογένειας, η οποία του κληρονόμησε και τον τίτλο του κόμη. Τίτλο, που μαζί και με την άλλη κληρονομιά, ο συγγραφέας θα αρνούνταν στην πράξη. Ο πατέρας του είχε πάρει μέρος στον πόλεμο κατά του Ναπολέοντα το 1812, όταν ο τελευταίος είχε επιχειρήσει την, αποτυχημένη τελικά, εισβολή στη Ρωσία.

Φοίτησε για τρία χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, χωρίς να το τελειώσει και το 1851 ταξιδεύει στον Καύκασο, όπου υπηρετούσε στο στρατό ο αδερφός του. Στο ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς εμφανίζονται τα πρώτα λογοτεχνικά του στοιχεία («Ιστορίες της χτεσινής μέρας» κ.ά.), ενώ συμμετέχει (αρχικά ως εθελοντής και αργότερα ως αξιωματικός) σε πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Το 1854 στέλνεται στη στρατιά του Δούναβη και στον Κριμαϊκό πόλεμο υπερασπίζεται την πολιορκημένη Σεβαστούπολη. Εμπειρίες οι οποίες θα μετατραπούν σε διηγήματα.

Πνευματική αναζήτηση

Το 1855 πηγαίνει στην Πετρούπολη, όπου συνεργάζεται με το περιοδικό «Σύγχρονη Επιθεώρηση» και γνωρίζεται με τον Νεκράσοφ, τον Τουργκένιεφ, τον Τσερνισέφσκι κ.ά. Είναι μια περίοδος λογοτεχνικών πειραμάτων και ιδεολογικών αναζητήσεων, ενώ ήδη, στα διηγήματά του εκείνης της περιόδου, εμφανίζεται η απέχθειά του προς την κοινωνική αδικία και την αστική υποκρισία. Το 1860, θεωρώντας μάλλον ότι οι κοσμικοί κύκλοι της μεγαλούπολης δεν είναι γι’ αυτόν και τις πνευματικές ανάγκες του, επιστρέφει στη γενέτειρά του, στη Γιάσναγια Πολιάνα, όπου επιδίδεται σε έντονη κοινωνική δραστηριότητα. Ανάμεσα σε άλλα θα ιδρύσει ένα σχολείο για τα παιδιά των χωρικών, θα εκδώσει ένα παιδαγωγικό περιοδικό και, εμπνευσμένος από τον Ρουσώ, θα εφαρμόσει ένα σύστημα μόρφωσης απαλλαγμένο από τη στείρα πειθαρχία και τον εκπαιδευτικό καταναγκασμό. Το 1862 παντρεύτηκε τη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς και αρχίζει το αριθμητικό μεγάλωμα της οικογένειάς του.

Οι ιδεολογικές του αναζητήσεις, η αριστοκρατική, πατριαρχική διαπαιδαγώγησή του και η επαφή με το λαό και τις ανάγκες του, δημιούργησαν ένα αντιφατικό ιδεολογικό κράμα, το οποίο όμως ενισχύθηκε σημαντικά προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη, ώριμη εγκατάστασή του στη Γιάσναγια Πολιάνα. Παράλληλα, αυτές οι αναζητήσεις, σε λογοτεχνικό επίπεδο, θα οδηγούσαν σε ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, του επικού μυθιστορήματος, «Πόλεμος και Ειρήνη». Το έργο άρχισε να γράφεται το 1863, ολοκληρώθηκε το 1869 και άρχισε να δημοσιεύεται από το 1865.

Αξεπέραστα έργα

Με επίκεντρο την εποποιία του 1812, οπότε και αναδεικνύεται η ιστορική δύναμη του ενωμένου και αποφασισμένου λαού, ξεδιπλώνεται μια πολύπτυχη λογοτεχνική προβληματική με ψυχολογικό βάθος, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παράλληλα, το μυθιστόρημα, αποτελεί και μια ψυχογραφία πιο ειδικά του ρώσικου λαού, ο οποίος εν τέλει αναδεικνύεται στον πραγματικό ήρωα του πολέμου, τον οποίο ο Τολστόι χαρακτηρίζει ως «λαϊκό πόλεμο».

Η δεκαετία του 1870 είναι για τον Τολστόι η περίοδος της «αποκάλυψης» της αδυναμίας του να συγχρονίσει το ηθικό και φιλοσοφικό του οικοδόμημα (το οποίο κατέχει τη δική του θέση στη φιλοσοφική σκέψη με το όνομα «τολστοϊσμός») με το πέρασμα της Ρωσίας στην αστική ανάπτυξη. Το μυθιστόρημα «Αννα Καρένινα» (1873 -’77) αποτυπώνει αυτό το πέρασμα (ανησυχητικό για τον Τολστόι όπου βλέπει το πατριαρχικό τοπίο της παιδικής του ηλικίας να μετατρέπεται σε ανταλλάξιμη αξία), ενώ θα αποτελέσει και την καμπή της ιδεολογικής μετάβασης του συγγραφέα σε θέσεις κατά του κράτους και της εκκλησίας, ως γραφειοκρατικού θεσμού που καταπιέζει τα λαϊκά στρώματα. Ο Τολστόι θα επιχειρήσει να «καθαρίσει» τον χριστιανισμό από την εκκλησιαστική παραμόρφωση, να κηρύξει την ένωση των ανθρώπων με βάση την αγάπη, αλλά και την τακτική της «παθητικής αντίστασης» (η οποία θα μετατραπεί σε κύριο όπλο του Γκάντι κατά των Βρετανών ιμπεριαλιστών), ενώ θα συνεχίζει πάντα να ασκεί την έντονη κοινωνική του κριτική. Στη θέση του οργανωμένου πολιτικού αγώνα για την πρόοδο της ανθρωπότητας, έβαζε την προσωπική πνευματική και ηθική τελείωση.

Από το 1880 και μετά, ο Τολστόι θα αδιαφορήσει για τη λογοτεχνία, θα υποτιμήσει τα προηγούμενα έργα του και θα αρχίσει μια φυσική ζωή με δουλιά στα χωράφια, με φυσική διατροφή, με το να φτιάχνει τα ρούχα και τα παπούτσια του μόνος του. Δραστηριότητες οι οποίες επίσης επέδρασαν σημαντικά στον Γκάντι. Ωστόσο, φυσικά, επιστρέφει στη συγγραφή και μάλιστα δίνει τα πρώτα του δραματουργικά δείγματα. Τη δεκαετία του 1890 επιχειρεί να κωδικοποιήσει τις απόψεις του για την τέχνη, ενώ, κύριο λογοτεχνικό γεγονός αυτής της περιόδου είναι το μυθιστόρημα «Ανάσταση», που στηρίχτηκε σε μια πραγματική δικαστική υπόθεση. Στο μυθιστόρημα αυτό ο Τολστόι θα εκφράσει ό,τι σκέφτεται για την Εκκλησία και την εξουσία της, με αποτέλεσμα η τελευταία να απαντήσει αφορίζοντάς τον.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αν και είναι αναγνωρισμένος λογοτεχνικός και πνευματικός ηγέτης εντός και εκτός της Ρωσίας, σημαδεύονται από τις άθλιες σχέσεις με τη σύζυγό του. Προσπαθώντας να αποδράσει από αυτή τη ζωή και από την αδυναμία του να ζήσει όπως ήθελε, φεύγει από τη Γιάσναγια Πολιάνα στις 28 Οκτωβρίου 1910, κρυολογεί και αφήνει την τελευταία του πνοή στο σιδηροδρομικό σταθμό Αστάποβο, βυθίζοντας το λαό του σε απέραντη θλίψη.

Γ. Τ

Πνεύμα ανήσυχο, φωνή επαναστατική
Ο Τσέχοφ με τον Τολστόι

Εκατόν πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από τη γέννηση του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα Αντον Τσέχοφ, ο οποίος αποθεώθηκε ως ένας αυτάρκης δραματουργός, στην εργογραφία του οποίου ξεδιπλώνεται το πανόραμα της προεπαναστατικής ρωσικής κοινωνίας, αντανακλώντας ταυτόχρονα τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα. Γεγονός που τον έκανε να είναι αναμφισβήτητα επίκαιρος τόσο στη Ρωσία, όσο και στο σύνολο του δυτικού κόσμου και που οδήγησε στο να θεωρείται το σύνολο του έργου του απαραίτητο βοήθημα – πρότυπο – για την προσέγγιση του μετατσεχοφικού δυτικού θεάτρου.

Η υπόθεση στα έργα του είναι απλή. Ο ίδιος έλεγε ότι στη σκηνή όλα πρέπει να είναι τόσο απλά και τόσο σύνθετα όπως και στη ζωή. Εκ πρώτης όψεως οι ήρωες των τσεχοφικών έργων συμπεριφέρονται με απλότητα, μιλώντας συχνά με ευκολονόητες και συνηθισμένες λέξεις. Πίσω όμως από τις λέξεις αυτές κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος από αισθήματα, σκέψεις και ανησυχίες. Οπως έλεγε ο Δημήτρης Χορν, «στον αέρα που αναπνέουν οι άνθρωποι και ασφυκτιούν, ο Τσέχοφ δίνει το λυτρωτικό οξυγόνο της ελπίδας».

Φέτος η Ρωσία και το Θέατρο σε όλο τον κόσμο γιορτάζουν πανηγυρικά τα 150 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα Αντον Τσέχοφ και το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας συμμετέχει σε αυτήν την επέτειο με ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά του έργα, τον «Βυσσινόκηπο». Πρόκειται για μία ιδιαίτερη παραγωγή (τελευταία παράσταση σήμερα στο Θέατρο Badminton), με την επίβλεψη του καλλιτεχνικού διευθυντή Oleg Tabakov, σε σκηνοθεσία του καταξιωμένου εδώ και 30 χρόνια Adolf Shapiro. Στο εντυπωσιακό καστ 25 ηθοποιών και μουσικών πρωταγωνιστούν οι πολυβραβευμένοι ηθοποιοί Renata Litvinova, Sergey Dreiden, Andrey Smolyakov, Nikolay Chindyaykin και Evdokiva Germanova.

Οι αλλαγές που έμελλαν να ‘ρθουν
«Ο Βυσσινόκηπος» από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Ο «Βυσσινόκηπος», το κύκνειο θεατρικό άσμα του Αντον Τσέχοφ, αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα έργα της παγκόσμιας θεατρικής σκηνής. Το στοιχείο που το κάνει να ξεχωρίζει και να αγγίζει το θεατρόφιλο κοινό όλου του πλανήτη, είναι ότι σε αυτό, περισσότερο από κάθε άλλο έργο του δημιουργού, φαίνεται η δυσκολία, η αδυναμία πολλές φορές των ανθρώπων να συνειδητοποιήσουν τις αλλαγές στο κοινωνικό περιβάλλον και τον καταλυτικό ρόλο που παίζουν στην προσωπική τους ζωή. Το ότι αυτή η παράσταση ανεβάζεται από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας δεν είναι τυχαίο.

Η γέννηση του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το έργο του Αντον Τσέχοφ. Το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας ιδρύθηκε το 1898 από τους Στανισλάφκι και Ντεμίροβιτς. Η γέννηση του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το έργο του Αντον Τσέχοφ, αλλά και του Μαξίμ Γκόρκι. Το 1898, τη σκηνή του νεοσύστατου θεάτρου εγκαινίασε ο «Γλάρος», ενώ στη συνέχεια έπαιξαν και τα «Θείος Βάνιας» (1899), «Οι Τρεις Αδελφές» (1901) και «Ο Βυσσινόκηπος» (1904). Κατά τη διάρκεια αυτών των πρώτων παραστάσεων, γεννήθηκε ένα νέο είδος υποκριτικής και σκηνοθεσίας, η μέθοδος Στανισλάφσκι, που σημάδεψε την ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου. Από το 1987 το Θέατρο Τέχνης έχει σκηνές: Τσέχοφ και Γκόρκι με αντίστοιχους Καλλιτεχνικούς Διευθυντές και Σχήματα. Τα τελευταία χρόνια η Σκηνή Γκόρκι υπολειτουργεί.

Ο «Βυσσινόκηπος» γράφτηκε το 1903 και ο Τσέχοφ το ήθελε κωμωδία, αλλά τελικά σκηνοθετήθηκε σαν δράμα από τον Στανισλάφσκι στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Και όντως τα πρόσωπα του έργου είναι κωμικά ή μάλλον θα ήταν αν δεν ήταν ταυτόχρονα και τόσο «τραγικά» μέσα από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις τους. Το στοιχείο της φάρσας και οι κωμικοί χαρακτήρες έρχονται σε αντιπαράθεση με τη δραματική αίσθηση της απώλειας και του ανικανοποίητου.

 

 

Ενα σπίτι στην εξοχή με τον ωραιότερο βυσσινόκηπο της περιοχής βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και της κατάρρευσης. Οι σχεδόν αδιάφοροι μικροαστοί ιδιοκτήτες του δεν κάνουν τίποτα για να το σώσουν από την πώληση. Χάνουν το αγαπημένο τους πατρικό σπίτι και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να το κοιτούν και να αναπολούν… Να αναβιώνουν τις παιδικές τους αναμνήσεις, να νοσταλγούν τις παλιές ευχάριστες στιγμές, να χορεύουν, να γελούν, να φλερτάρουν… Τίποτα δεν τους κάνει να μετανιώνουν για την απόφασή τους, ακόμα και όταν ακούν τα τσεκούρια να χτυπούν δυνατά και να κόβουν τις αγαπημένες τους βυσσινιές. Ο Αντον Τσέχοφμέσα από το έργο του απεικονίζει τη διαρκή φθορά της καθημερινής ζωής στη Ρωσία του 20ού αιώνα, δίνοντας όμως μια νότα ελπίδας για το μέλλον και κάνοντας μια ακριβή πρόβλεψή της.

Δύσκολα παιδικά χρόνια

Γεννήθηκε στο Ταγκανρόγκ, μικρό επαρχιακό λιμάνι της θάλασσας του Αzov στη Νότια Ρωσία, στις 17 ή 29 Γενάρη 1860. Γιος παντοπώλη, ήταν το 3ο από 6 παιδιά. Από μικρός ήταν ταλαντούχος μίμος, συμμετείχε στην εκκλησιαστική χορωδία και συχνά μετείχε σ’ ερασιτεχνικές παιδικές παραστάσεις. Ο πατέρας του, Pavel Egorovich, θρησκευόμενος φανατικός, ήταν αφιερωμένος στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και την οικογενειακή επιχείρηση. Ηθελε τα παιδιά του να ‘ναι μορφωμένα κι έτσι έστειλε το γιο του στο «Αριστοκρατικό», σχολείο της πλούσιας Ελληνικής Παροικίας. Το 1875, αντιμετωπίζοντας την πτώχευση – είτε λόγω ποτού, είτε για το άνοιγμα που επιχείρησε, φτιάχνοντας μεγάλο καινούριο σπίτι – αναγκάστηκε να δραπετεύσει από τους πιστωτές του, στη Μόσχα. Μόνος ο μικρός έμεινε πίσω για περισσότερο από 3 χρόνια για να τελειώσει το σχολείο. Τα κατάφερε κάνοντας είτε θελήματα κι ιδιαίτερα μαθήματα στο γιο ενός πιστωτή, πότε εκποιώντας οικιακά αγαθά και, προς το τέλος, εργαζόμενος σε μια αποθήκη εμπορευμάτων ιματισμού. Το 1879 πήγε να βρει την οικογένειά του, που ζούσε μέσα στη φτώχεια. Γράφεται στην Ιατρική Σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας. Γράφει κατά κόρο διηγήματα και τα πουλά, για να συντηρηθεί αυτός και η οικογένειά του. Εχουν χιουμοριστικό χαρακτήρα κι είναι πολύ σύντομα χρονογραφήματα της σύγχρονης ρωσικής ζωής, πολλά κάτω από τα ψευδώνυμα Antosha Chekhonte, Strekoza κλπ., το 1880. Δεν είναι γνωστό πόσα έγραψε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου – υπολογίζεται πάνω από 120! – αλλά η παραγωγή του ήταν βεβαίως καταπληκτική και κέρδισε γρήγορα φήμη ως σατιρικός χρονικογράφος της καθημερινής ρωσικής ζωής στους δρόμους.

Ο Αντον Τσέχοφ (δεξιά), σε ηλικία 22 ετών, μαζί με τον αδελφό του Νικολάι

Ο Leykin, ιδιοκτήτης ενός από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, στον οποίο παρουσίασε μερικά από τα πιο σύνθετα και σοβαρά έργα του, αναγνώρισε το ταλέντο του, αλλά επιχείρησε να κρατήσει το μήκος τους στις 2-3 σελίδες. Μερικοί θεωρούν ότι ήταν αυτός ο περιορισμός που ανέπτυξε το συνοπτικό, συνεπτυγμένο και συνεκτικό ύφος της μετέπειτα πορείας των αριστουργημάτων του. Αποφοίτησε και πήρε το δίπλωμα του γιατρού παθολόγου το 1884, αρχίζει ν’ ασκεί το επάγγελμα στο κρατικό νοσοκομείο της Μόσχας, αλλά δε σταματά να γράφει και μάλιστα για μεγάλα εβδομαδιαία περιοδικά. Δημοσιεύει τη πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο: «Τα Παραμύθια Της Μελπομένης».

Από το 1886 γίνεται γνωστός συγγραφέας, αλλά ακόμα θεωρεί το γράψιμο χόμπι. Ο Dmitrii Grigorovich, ένας από τους πολλούς συγγραφείς που τους άρεσαν τα έργα του, τον έπεισε ν’ αντιμετωπίσει το ταλέντο του σοβαρά. Σ’ ένα πάρα πολύ καρποφόρο έτος, έγραψε πάνω από 100(!) ιστορίες και δημοσίευσε την πρώτη συλλογή: «Χρωματιστές Ιστορίες» («Pestrye Rasskazy») με την υποστήριξη του Σουβόριν και το επόμενο έτος η νέα του συλλογή διηγημάτων «Σούρουπο» του αποφέρει το μεγάλο Βραβείο Πούσκιν. Αυτό χαρακτήρισε τις αρχές μιας ιδιαίτερα παραγωγικής σταδιοδρομίας για το συγγραφέα. Παράλληλα όμως έχει τα πρώτα συμπτώματα της φυματίωσης.

Το 1887, αναγκασμένος από υπερκόπωση και κακή υγεία, ταξιδεύει στην Ανατολική Ουκρανία. Στην επιστροφή, ετοιμάζει τη «Στέπα», που δημοσιεύτηκε τελικά σ’ ένα σοβαρό λογοτεχνικό περιοδικό, το «Severny Vestnik». Αυτή η σύντομη ιστορία προσέδωσε νέο ύφος και γόητρο στο συγγραφέα, δημοσιεύεται σε κύριο περιοδικό κι εμφανίζει την ωριμότητα που διέκρινε τη μετέπειτα μυθιστοριογραφία του. Η φιλία του με τον Σουβόριν δοκιμάζεται σκληρά και διαλύεται λίγο αργότερα, λόγω της φιλοτσαρικής γραμμής των «Νέων Καιρών».

«Να μη φοβάστε τη ζωή»…
Ο Τσέχοφ με την Ολγα Κνίπερ

Το 1888 δημοσιεύει τη μονόπρακτη κωμωδία, «Αίτηση Σε Γάμο», τη συλλογή «Διηγήματα» και συγχρόνως γράφει τη μονόπρακτη κωμωδία «Η Αρκούδα». Την επόμενη χρονιά γράφει τον «Θείο Βάνια», που όμως θα εκδοθεί πολύ αργότερα (1897) και χάνει τον αδερφό του Νικολάι – ταλαντούχο ζωγράφο κι ιδιαίτερα αγαπητό του – από φυματίωση. Αυτό το τραγικό γεγονός τον κλονίζει βαθιά. Τον Απρίλη του 1890 ταξιδεύει στη Σιβηρία και φτάνει μέχρι τη Σαχαλίνη, για να μελετήσει από κοντά τις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων και των εξορίστων. Συγκεντρώνει στοιχεία για την απάνθρωπη μεταχείρισή τους από τους δεσμοφύλακες κι αποτέλεσμα αυτού του ταξιδιού είναι «Η Νήσος Σαχαλίνη». Το 1892 αγοράζει κτήμα στο Μελίκοβο, 100 χλμ έξω από τη Μόσχα κι εγκαθίσταται με τους γονείς και την αδελφή του. Εργάζεται ακούραστα για την καταπολέμηση της χολέρας που μαστίζει την Κεντρική Ρωσία. Προσφέρει βοήθεια σαν γιατρός στους χωρικούς και στην ανέγερση ενός νοσοκομείου για άπορα παιδιά. Οι κάτοικοι της περιοχής τον λατρεύουν. Το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου κυκλοφορεί τη νουβέλα «Ο Θάλαμος 6», που μέλλεται να καθιερωθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σε βαθμό μάλιστα που αν έστω και μόνο αυτό είχε διασωθεί από το έργο του, πάλι θα του χάριζε εξέχουσα θέση στους κορυφαίους συγγραφείς του κόσμου.

Η Επανάσταση αρχίζει να προετοιμάζεται και η αναταραχή αυτή αποτυπώνεται στο έργο του Τσέχοφ. Το 1897 κι ενώ βρίσκεται στη Μόσχα, επιδεινώνεται η υγεία του και μπαίνει σε κλινική, που διαπιστώνεται πως οι δυο πνεύμονές του είναι πλέον μολυσμένοι κι οι γιατροί του απαγορεύουν να μείνει το χειμώνα εκεί. Στην κλινική τον επισκέπτεται ο Τολστόι. Με τον Σουβόριν ταξιδεύουν στη Δυτική Ευρώπη. Το 1898, από τη Νίκαια, παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Υπόθεση Ντρέιφους κι εκφράζει δημόσια την υποστήριξη και το θαυμασμό του στον Ζολά για τη στάση του. Πράγμα που όμως επιφέρει την οριστική διάλυση της φιλίας του με τον Σουβόριν. Την ίδια χρονιά ιδρύεται το Θέατρο Τέχνης στη Μόσχα και του ζητά άδεια ν’ ανεβάσει τον «Γλάρο», με σκηνοθέτες τον Στανισλάβσκι και τον Ντεμίροβιτς Ντάντσενκο και πρωταγωνίστρια την Ολγα Κνίπερ (στο ρόλο της Νίνα).

O γλάρος είναι το πλέον λυρικό και ποιητικό έργο του Tσέχοφ. H μορφή της Nίνας Zαρέτσναγια, η μορφή του γλάρου στη ρωσική λογοτεχνία, έγινε σύμβολο της νίκης του ανθρώπινου πνεύματος πάνω σε όλες τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες της ζωής. H έκκληση του Tσέχοφ «να μη φοβάστε τη ζωή» στρεφόταν κατά της αστικής τέχνης, η οποία πάντοτε απομάκρυνε από την αντικειμενική πραγματικότητα. O γλάρος έγινε έμβλημα του Θεάτρου Tέχνης της Mόσχας.

Παρακολουθώντας τις πρόβες του έργου του, γνωρίζεται με την Ολγα. Στο μεταξύ χτίζει εξοχικό στη Γιάλτα, όπου το κλίμα θεωρείται κατάλληλο για την υγεία του.

Κύκνειο άσμα

Το 1899 εκλέγεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας. Στις 11 Γενάρη 1901 πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης, με τις «Τρεις Αδελφές» και πρωταγωνίστρια (Μάσα) φυσικά την Ολγα. Στις 25 Μάρτη γίνεται σχεδόν κρυφά ο γάμος τους και θα ζήσουν σαν χωρισμένοι, γιατί εκείνη θέλει να συνεχίσει την καριέρα της κι εκείνος είναι καταδικασμένος να ζει στη Γιάλτα, τη «χλιαρή Σιβηρία», όπως τη λέει. Υποβάλλεται σε θεραπεία στο σανατόριο και τον Αύγουστο κάνει διαθήκη. Την επόμενη χρονιά παραιτείται από την Ακαδημία σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας, για την ακύρωση, με τσαρική διαταγή, της εκλογής του Γκόρκισαν ως επίτιμο μέλος της. Το 1903 επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του κι οι γιατροί συνιστούν το ξηρό κλίμα της Μόσχας. Τελειώνει το τελευταίο του διήγημα «Η Αρραβωνιαστικιά» και τον Οκτώβρη στέλνει τον «Βυσσινόκηπο» στο Θέατρο Τέχνης.

Στις 17 Γενάρη 1904 είναι η πρεμιέρα στον «Βυσσινόκηπο» και στο ρόλο της Ρεβενσκάγια η Ολγα. Στις 8 Φλεβάρη ξεσπά ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος. Η υγεία του κλονίζεται άσχημα και συνοδευμένος από την Ολγα πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου οι γιατροί διαπιστώνουν πως δεν μπορεί να γίνει τίποτε πλέον. Τον φορτώνουν φάρμακα που αρνείται να πάρει, ενώ προτιμά ένα μπουκάλι σαμπάνια. Τη νύχτα της 2ας Ιουλίου ξυπνά τη γυναίκα του, της ψιθυρίζει «πεθαίνω», αγγίζει με τα χείλη του μια κούπα σαμπάνια και γέρνει νεκρός. Ηταν μόλις 44 χρόνων. Η σορός του μεταφέρεται σ’ ένα βαγόνι με στρείδια κι από λάθος οι παριστάμενοι ακολουθούν έναν άλλο νεκρό στρατιωτικό με τη συνοδεία μπάντας. Θάφτηκε στο κοιμητήρι Νοβοντέβιτσι και πάνω από τον τάφο του γέρνουν τα κλαριά μιας κερασιάς. Ο πραγματικός τίτλος του «Βυσσινόκηπου» είναι «Ο Κήπος Με Τις Κερασιές».

Τα έργα του για την καθημερινή ζωή της συμβιβασμένης ανώτερης τάξης πέτυχαν ένα λεπτό ποιητικό ρεαλισμό που ήταν έτη μπροστά από την εποχή του. Ανήγαγε σε τέχνη μοναδική το σύντομο διήγημα. Αν και πέτυχε την αναγνώριση από το ρωσικό κοινό πριν πεθάνει, στην Ευρώπη έγινε διάσημος μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι μεταφράσεις της Constance Garnett (στην αγγλική γλώσσα) είδανε το φως της δημοσιότητας. Ηταν πάρα πολύ δημοφιλής στην Αγγλία στη δεκαετία του ’20. Στις ΗΠΑ η φήμη του ήρθε κάπως αργότερα, μέσω της επιρροής του Στανισλάβσκι.

 

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ