Category: Σαν σήμερα


Την 9η Μάη του 1945, ενώπιον του στρατάρχη Γκιόργκι Κονσταντίνοβιτς Ζούκοφ, η ναζιστική Γερμανία υπέγραφε την άνευ όρων συνθηκολόγησή της.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έφτανε στο τέρμα του, με την Κόκκινη Σημαία να κυματίζει ήδη στο Ράιχσταγκ, συμβολίζοντας τη νίκη του Ανθρώπου εναντίον του φασισμού.

Η Αντιφασιστική Νίκη ήταν ένα επίτευγμα που δεν θα μπορούσε να κατορθωθεί αν δεν ποτιζόταν με τις ανείπωτες θυσίες της ΕΣΣΔ και του Κόκκινου Στρατού.

*

Σ’ ένα μέτωπο, το μήκος του οποίου κυμαινόταν από 3.000 έως 6.200 χιλιόμετρα, ο λαός της ΕΣΣΔ έδωσε αδιάλειπτα μάχες για 1.418 μερόνυχτα!

Κάθε λεπτό του πολέμου η Σοβιετική Ενωση θρηνούσε κατά μέσο όρο 9 νεκρούς, κάθε ώρα 507 και κάθε μέρα 1.400 θύματα!

Σε έναν πόλεμο που η Βρετανία είχε 375.000 νεκρούς και οι ΗΠΑ περίπου 400.000, η ΕΣΣΔ προσέφερε πάνω από 20 εκατομμύρια παιδιά της!

Πάνω από 10 εκατομμύρια οι ανάπηροι και οι τραυματίες.

Ο ανθός των κομμουνιστών έφραξε με τα στήθια του το Στάλινγκραντ, το Λένινγκραντ, τη Μόσχα, το Κουρσκ, τη Σεβαστούπολη…

*

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στοίχισε στην ΕΣΣΔ σε υλικές ζημιές το κολοσσιαίο ποσό των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μεγαλύτερο απ’ αυτό που κόστισε ο πόλεμος σε ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία μαζί.

Ηταν πάνω από

1.700 πόλεις, πάνω από

70.000 χωριά, πάνω από

30.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις, πάνω από

100.000 οι συνεταιριστικές μονάδες,

αμέτρητες χιλιάδες νοσοκομεία, σχολεία, βιβλιοθήκες που έγιναν στάχτη από τους ναζί στο έδαφος της ΕΣΣΔ.

(«Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ – «Για τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών» – 9 Μάη 1945»).

***

Αυτά πρόσφερε η ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά του φασισμού.

Αυτή είναι η σχέση του σοσιαλισμού και των κομμουνιστών με το φασισμό: Σχέσεις που τις χωρίζει αίμα! Το περισσότερο αίμα που χύθηκε ποτέ στην ανθρωπότητα!

Αυτή είναι η αμείλικτη ιστορική αλήθεια.

Οσοι μιλούν για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη σκοπιά του παραχαράκτη και του πλαστογράφου, είναι καταδικασμένοι να κουβαλάνε το «μπόι» που έχει το ψέμα τους.

Η Ιστορία γράφτηκε:

Την πιο σκληρή, την πιο ανιδιοτελή, την πιο καθοριστική μάχη για τη νίκη κατά του φασισμού και του ναζισμού την έδωσε στην ανθρωπότητα το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Πόσο γελοίοι είναι οι πλαστογράφοι, αν νομίζουν ότι αυτή η εποποιία μπορεί να λασπολογηθεί ή να λησμονηθεί…

Γράφει:
ο Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
Σύγκρουση απεργών και αστυνομίας στο Σικάγο
Εργατική διαδήλωση στην Πετρούπολη τις μέρες της Επανάστασης του Φλεβάρη του 1917. Το πανό γράφει «8ωρη εργατική μέρα»

 
Πρωτομαγιά 1954 στην Καβάλα
1 Μαιου 1930. Τα σωματεία της ΓΣΕΕ και του ΕΚ Πειραιά στον Αγιο Γεωργιο Κερατσινίου
Αυστριακή αφίσα για την 1η Μάη 1891

Την 1η Μαΐου του 1890, ο Φρ. Ενγκελς σημείωνε στο πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: «Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, το προλεταριάτο της Ευρώπης και της Αμερικής επιθεωρεί τις δυνάμεις του, που για πρώτη φορά κινητοποιούνται σε μια στρατιά, κάτω από μια σημαία και για έναν άμεσο σκοπό: για το νομοθετικό καθορισμό της κανονικής οχτάωρης εργάσιμης ημέρας, που διακηρύχτηκε ακόμα από το 1866, από το Συνέδριο της Διεθνούς στη Γενεύη και ξανά ύστερα από το ΕργατικόΣυνέδριο του Παρισιού στα 1899. Και το θέμα της σημερινής μέρας θα δείξει στους καπιταλιστές και στους γαιοκτήμονες όλων τω χωρών ότι οι προλετάριοι όλων των χωρών είναι σήμερα πραγματικά ενωμένοι. Ας ήταν ο Μαρξ πλάι μου να το ‘βλεπε αυτό με τα ίδια του τα μάτια!».Πώς όμως είχαμε φτάσει στο σημείο η 1η Μαΐου να γίνει η παγκόσμια ημέρα των εργατών;

Η προϊστορία της «Μέρας των εργατών»

Η «Μέρα των εργατών» δεν προέκυψε τυχαία και φυσικά δεν απασχόλησε το εργατικό κίνημα μόνο προς το τέλος του 19ου αιώνα. Στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα υπήρχαν, σε διάφορα μέρη του κόσμου, συγκεκριμένες ημέρες, κατά τις οποίες τιμούνταν η χειρωνακτική εργασία. Αργότερα, κατά τη Γαλλική Επανάσταση ορίστηκε μια ειδική μέρα του Σεπτέμβρη που θεωρούνταν εργατική αργία, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη δεκαετία του 1790 άρχισε να γιορτάζεται η 4η Ιουλίου κάθε έτους ως η μέρα που οι εργάτες και οι καταπιεσμένοι διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους. Η παράδοση αυτή, να γιορτάζεται δηλαδή η 4η Ιούλη ως μέρα των εργατών, κράτησε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη δεκαετία του 1880 και στη συνέχεια επισκιάστηκε από την «Ημέρα της Εργασίας» – που γιορταζόταν την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη κάθε έτους- και από την Πρωτομαγιά.

Η «Μέρα των Εργατών» γενικά, και ειδικότερα η Πρωτομαγιά έχει συνδεθεί πρωτίστως με τον αγώνα της εργατικής τάξης για πραγματική μείωση του χρόνου εργασίας, και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα άλλα αιτήματα που κατά καιρούς έβαζε και βάζει το εργατικό κίνημα αυτή τη μέρα δεν έχουν το δικό τους ειδικό βάρος στον ταξικό αγώνα που διεξάγει.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο χρόνος εργασίας στις βιομηχανίες του τότε ανεπτυγμένου κόσμου έφτανε τις 12 και 14 ώρες ημερησίως, ενώ κατά την περίοδο των Ναπολεόντειων Πολέμων ανέβηκε κατά 4 έως 6 ώρες επιπλέον. Ετσι στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη δεκαετία του 1790 άρχισαν οι πρώτοι εργατικοί αγώνες για την καθιέρωση της δεκάωρης εργασίας με πρόσθετη πληρωμή για τις υπερωρίες. Η πάλη για το θέμα αυτό υπήρξε αρκετά σκληρή κατά τα επόμενα χρόνια και μόνο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κατορθώθηκε να γίνει το δεκάωρο η κανονική εργάσιμη μέρα για τους περισσότερους ειδικευμένους Αμερικανούς τεχνίτες. Για την πλειοψηφία των εργατών, όμως, το πρόβλημα παρέμενε και γύρω στο 1860 οι ώρες εργασίας μειώθηκαν στις 11.

Το Οχτάωρο

Το αίτημα για οχτάωρη εργασία διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1829 από την «Εθνική Ενωση για την Προστασία της Εργασίας» και εφαρμόστηκε στην αποικία της Βικτωρίας την 21η Απριλίου του 1856. Οραματισμοί για το Οχτάωρο άρχισαν να εκφράζονται και στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1829, ενώ τα πρώτα σημαντικά μέτρα για την εξασφάλισή του το εργατικό κίνημα των ΗΠΑ άρχισε να τα παίρνει από το 1863. Μετά όμως από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο (1861- 1865) ο αγώνας για την οχτάωρη εργάσιμη μέρα πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Γράφει ο Μαρξ χαρακτηριστικά: «Ο πρώτος καρπός του εμφυλίου πολέμου ήταν η ζύμωση για το οκτάωρο που με ταχύτητα ατμομηχανής προχωρεί από τον ατλαντικό ως τον ειρηνικό Ωκεανό, από τη Νέα Αγγλία ως την Καλιφόρνια. Το πανεργατικό συνέδριο της Βαλτιμόρης (16 Αυγούστου 1866) διακηρύχνει: »Η πρώτη και μεγάλη απαίτηση της σημερινής εποχής για ν’ απελευθερωθεί η εργασία αυτής της χώρας από την καπιταλιστική σκλαβιά είναι η έκδοση ενός νόμου που θα καθορίζει ότι το 8ωρο θ’ αποτελεί την κανονική εργάσιμη ημέρα σ’ όλες τις Πολιτείες της αμερικανικής Ενωσης. Είμαστε αποφασισμένοι να καταβάλουμε όλες μας τις δυνάμεις ώσπου να πετύχουμε αυτό το ένδοξο αποτέλεσμα»» (Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος πρώτος, σελ. 314- 315).

Το αίτημα του οκταώρου- καθώς και άλλα εργατικά αιτήματα- αποδέχτηκε και η Διεθνής Ενωση Εργατών (Πρώτη Διεθνής), η οποία στο συνέδριό της στη Γενεύη, τον Σεπτέμβρη του 1866, πήρε την εξής απόφαση: «Η μείωσις των ωρών εργασίας οφείλει να είναι το πρώτον βήμα προς τη χειραφέτηση του εργάτη. Κατ’ αρχήν η οκτάωρος εργασία πρέπει να θεωρηθεί επαρκής και η νυκτερινή εργασία να επιτρέπεται μόνον εξαιρετικώς» («Κοινωνιολογικόν και Πολιτικόν Λεξικόν» της εφημερίδας «Ανεξάρτητος», λήμμα «Οκτάωρον» κ.ά.). Ετσι το αίτημα του οκταώρου έγινε αίτημα του παγκόσμιου προλεταριάτου. Ομως ο αγώνας για την κατάκτησή του στις Ηνωμένες Πολιτείες έμελλε να αποτελέσει την αιτία για την καθιέρωση της Πρωτομαγιάς ως παγκόσμιας ημέρας των εργατών.

Πώς και γιατί το εργατικό κίνημα καθιέρωσε την 1η Μάη ως παγκόσμια μέρα της εργατικής τάξης; Στις 20 Ιουλίου 1889, το ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς πήρε την εξής απόφαση: «Θα οργανωθεί μια μεγάλη διεθνής εκδήλωση για μια καθορισμένη ημερομηνία, με τέτοιο τρόπο, ώστε οι εργάτες σε όλες τις χώρες και σε όλες τις πόλεις ν’ απευθύνουν ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη μέρα, προς τις δημόσιες αρχές, ένα αίτημα για να καθοριστεί η εργάσιμη μέρα σε οκτώ ώρες και να τεθούν σε ισχύ οι άλλες αποφάσεις του Διεθνούς Συνεδρίου του Παρισιού.Ενόψει του ότι μια τέτοια εκδήλωση έχει ήδη αποφασιστεί από την Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας στο συνέδριό της, το Δεκέμβρη του 1888 στο Σεντ Λούις για την 1η του Μάη 1890, η μέρα αυτή γίνεται δεκτή σαν η μέρα για τη διεθνή εκδήλωση. Οι εργάτες των διαφόρων χωρών θα πρέπει να οργανώσουν την εκδήλωση με τρόπο ανάλογο προς τις συνθήκες της χώρας τους» (Ουίλιαμ Φόστερ: «Η Ιστορία των τριών Διεθνών», Αθήνα 1975, σελ. 175).

Γιατί όμως η 1η Μάη; Ηταν η μέρα της μεγάλης απεργίας στο Σικάγο των ΗΠΑ με αίτημα την καθιέρωση της 8ωρης εργάσιμης μέρας, αντί της 10ωρης, 11ωρης έως και 14ωρης που ήταν ως τότε. Απεργία η οποία συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες και που βάφτηκε στο αίμα των εργατών από το χτύπημα αστυνομίας με εντολή των καπιταλιστών, ενώ οι ηγέτες, πρωτεργάτες των τότε εργατικών κινητοποιήσεων για το 8ωρο καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

 

Ετσι η 1η Μάη του 1886 αποφασίστηκε να καθιερωθεί ως η Εργατική Πρωτομαγιά. Ας παρακολουθήσουμε τα ιστορικά γεγονότα του εργατικού κινήματος της τότε περιόδου. Πηγή το έργο των Ρίτσαρντ Ο. Μπόγιερ και Χέρμπερτ Μ. Μόρε, «Η άγνωστη Ιστορία του Εργατικού Κινήματος των ΗΠΑ», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Οι υπότιτλοι είναι του «Ρ».

Ηταν μια θαυμάσια μέρα

«Παντού βλέπει κανείς αναταραχή για το οχτάωρο», έγραφε ο Τζον Σουίντον στην εφημερίδα του, στις 18 του Απρίλη 1886. Οι εργάτες διαδήλωναν και τραγουδούσαν από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Σαν Φραντσίσκο. Οι εφημερίδες, ομόφωνα και με μικρές διαφοροποιήσεις, δήλωναν ότι το κίνημα ήταν «κομμουνιστικό, ανατριχιαστικό και αχαλίνωτο». Δήλωναν ότι θα έφερνε «μείωση μισθών, φτώχεια και κοινωνική υποβάθμιση του αμερικανικού εργάτη», ενώ θα έσπρωχνε τους εργάτες σε «αλητεία και χαρτοπαιξία, βία, κραιπάλη και αλκοολισμό». Η «Νιου Γιορκ Τάιμς», στις 25 του Απρίλη 1886, χαρακτήρισε το κίνημα «αντιαμερικανικό», προσθέτοντας ότι «οι εργατικές αναταραχές προκαλούνται από ξένους»…

Οι εφημερίδες και οι βιομήχανοι διέδιδαν ότι η 1η του Μάη ήταν η ημερομηνία που θα γινόταν μια κομμουνιστική εργατική εξέγερση, σύμφωνα με το μοντέλο της Παρισινής Κομμούνας. Ο Μέλβιλ Ε. Στόουν, διευθυντής της εφημερίδας «Σικάγκο Ντέιλι Νιους» – η οποία χαρακτηριζόταν «η πιο κερδοφόρα έκδοση δυτικά της Νέας Υόρκης» – έλεγε ότι «εύκολα προβλέπεται επανάληψη των ταραχών της Παρισινής Κομμούνας», για την 1η Μάη 1886. Στο φύλλο της μέρας εκείνης, η εφημερίδα του Σικάγου «Ιντερ Οσεαν» ανακοίνωνε: «Οι σοσιαλιστές ταραχοποιοί δήλωσαν με καμάρι ότι θα χρησιμοποιήσουν τη διαδήλωση για το οχτάωρο προς όφελός τους… Εγινε γνωστό ότι φτάνουν σήμερα στο Σικάγο μερικοί από τους πιο ικανούς καθοδηγητές του σοσιαλιστικού κινήματος»…

Σικάγο 1886 (γκραβούρα)

Η 1η του Μάη ήταν μια θαυμάσια μέρα. Ο παγωμένος άνεμος της λίμνης, που συχνά ήταν πολύ διαπεραστικός την άνοιξη, ξαφνικά έπεσε και είχε βγει ένας δυνατός ήλιος. Ολα ήταν ήσυχα, τα εργοστάσια άδεια, οι αποθήκες κλειστές, τα φορτηγά βαγόνια αχρησιμοποίητα, οι δρόμοι έρημοι, οι οικοδομές παρατημένες, δεν έβγαινε καπνός από τα φουγάρα των εργοστασίων και οι μάντρες των ζώων ήταν σιωπηλές.Ηταν Σάββατο, εργάσιμη μέρα. Ομως οι εργάτες γελώντας, κουβεντιάζοντας και ντυμένοι με τα καλά τους, κατευθύνονταν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, στη λεωφόρο Μίτσιγκαν. Ο δρόμος είχε αποκτήσει ατμόσφαιρα γιορτής…

Εξω από τον κύριο όγκο της διαδήλωσης και στους γειτονικούς δρόμους ήταν παραταγμένοι λόχοι αστυνομικών και ειδικών δυνάμεων, έτοιμοι να επιβάλουν «το νόμο και την τάξη». Σε στρατηγικά σημεία, στις στέγες, ήταν μαζεμένοι αστυνομικοί, Πίνκερτον και αξιωματικοί της εθνοφρουράς, κρατώντας όπλα και άλλα σύνεργα πολέμου. Στους στρατώνες, 1.350 εθνοφρουροί με στολή, οπλισμό και πολυβόλα περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν. Σε ένα κεντρικό κτίριο γραφείων μαζεύτηκαν ηγετικά στελέχη της Επιτροπής Πολιτών. Συνεδρίαζαν όλη την ημέρα και έπαιρναν αναφορές από έξω για την επικείμενη σύγκρουση. Αυτοί ήταν το γενικό επιτελείο που συντόνιζε τη μάχη για τη διάσωση του Σικάγου από το κομμουνιστικό οχτάωρο…

Η διαδήλωση
Στην πλατεία Χεϊμάρκετ (γκραβούρα)

Γύρω στους 340.000 εργάτες διαδήλωναν σε όλη τη χώρα. Περίπου 190.000 είχαν κατέβει σε απεργία. Στο Σικάγο 80.000 απεργούσαν για το οχτάωρο και οι περισσότεροι, είπε ο Σπάις δείχνοντας με συγκίνηση, βρίσκονταν εδώ και περίμεναν να αρχίσει η διαδήλωση. Μια δεύτερη σκέψη πέρασε από το μυαλό του και είπε στον Πάρσονς να διαβάσει το κύριο άρθρο της «Μέιλ»:«Στην πόλη μας υπάρχουν δύο επικίνδυνοι κακοποιοί, δύο ακαμάτηδες δειλοί που πάνε να δημιουργήσουν φασαρίες. Ο ένας λέγεται Πάρσονς, ο άλλος Σπάις…

»Θυμηθείτε τα ονόματα τους σήμερα. Παρακολουθήστε τους. Θεωρήστε τους προσωπικά υπεύθυνους για όποια φασαρία δημιουργηθεί. Τιμωρήστε τους παραδειγματικά αν σημειωθούν ταραχές!».

Η διαδήλωση άρχιζε, οι χιλιάδες ξεκινούσαν την πορεία και ο καθένας ένιωθε μέσα του τη δύναμη, την τεράστια δύναμη της αλληλεγγύης… όλοι αποφασισμένοι στη διεκδίκηση του οχτάωρου.

Ο Πάρσονς βάδιζε κοντά στην κεφαλή της πορείας… Η πορεία κατευθύνθηκε προς τη λίμνη Φροντ, όπου θα γίνονταν ομιλίες στα αγγλικά, τα τσέχικα, τα γερμανικά και τα πολωνικά. Ο Πάρσονς μίλησε για την ακατανίκητη δύναμη της ενωμένης εργατικής τάξης. Ο Σπάις, τριάντα ενός χρόνων, εκδότης της γερμανόφωνης εργατικής εφημερίδας «Αρμπάιτερ – Τσάιτουνγκ» και εξίσου εύγλωττος στη μητρική του γλώσσα και στα αγγλικά, ήταν πολύ αγαπητός στους συγκεντρωμένους… Καθώς τα χειροκροτήματα για τον Σπάις έσβηναν, η Πρωτομαγιά ανήκε πια στο παρελθόν.

Δεν έγινε αιματοχυσία, ούτε επαναλήφθηκε η Παρισινή Κομμούνα… Ο Τύπος με απολογητικό ύφος άρχισε να μετριάζει τις βίαιες προβλέψεις του… το Σικάγο τώρα ένιωθε κάπως εξαπατημένο με την ειρηνική διαδήλωση. Η επόμενη μέρα ήταν Κυριακή και ο Πάρσονς πήγε στο Σινσινάτι για να μιλήσει σε μια συγκέντρωση. Τη Δευτέρα η απεργία απλώθηκε και πολλές χιλιάδες εργατών του Σικάγου κατάκτησαν το οχτάωρο, ενώ η Επιτροπή Πολιτών εξακολουθούσε να υποστηρίζει ότι κάτι έπρεπε να γίνει.

Η συγκέντρωση στη Χεϊμάρκετ

Η αστυνομία, εξοργισμένη από τη διάψευση των υψηλών προσδοκιών της για την Πρωτομαγιά, παρηγορήθηκε κάπως χτυπώντας τους εργαζόμενους στο λοκάουτ του εργοστασίου θεριστικών μηχανών του Μακ Κόρμικ και βάζοντας μέσα 300 απεργοσπάστες. Την ώρα που έκλεινε το εργοστάσιο, ένα μεγάλο πλήθος εργατών περίμενε να βγουν οι απεργοσπάστες. Τότε, ξαφνικά, τα όπλα των αστυνομικών στράφηκαν κατά πάνω τους. Εκείνοι υποχώρησαν και έκαναν να φύγουν, όταν η αστυνομία, σύμφωνα με έναν αυτόπτη μάρτυρα, «άρχισε να πυροβολεί τους εργάτες πισώπλατα. Μερικοί άντρες και αγόρια σκοτώθηκαν καθώς έτρεχαν να φύγουν». Οι νεκροί ήταν έξι. Ο Σπάις, που μιλούσε εκεί κοντά σε συγκέντρωση απεργών εργατών ξυλουργείων, είδε τη σφαγή και το ανέφερε στους συντρόφους του. Αποφασίστηκε να οργανωθεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την αστυνομική βία, το επόμενο βράδυ στην πλατεία Χεϊμάρκετ…

Ο Πάρσονς είχε γυρίσει από το Σινσινάτι με ακμαίο ηθικό και ενθουσιασμένος από τα νέα ότι χιλιάδες εργάτες σε όλη τη χώρα κατακτούσαν το οχτάωρο. Αφού ετοίμασε λεπτομερειακή αναφορά για το ταξίδι του, το μεσημέρι και ενώ έτρωγαν στο σπίτι τους της οδού Ιντιάνα, η Λούσι του είπε για τη συγκέντρωση στη Χεϊμάρκετ, αλλά πρόσθεσε ότι την Κυριακή, όσο έλειπε, εκείνη συναντήθηκε με γυναίκες ράφτρες που ήθελαν να οργανωθούν. Ο Πάρσονς, ενθουσιασμένος από αυτή την προοπτική, αποφάσισε να μην πάει στη Χεϊμάρκετ, αλλά να συναντηθεί με τον Σαμ Φίλντεν και άλλα στελέχη του Συνδέσμου Εργαζομένων, στο γραφείο της Αλάρμ, στην Πέμπτη Λεωφόρο 107, για να ασχοληθούν με την οργάνωση των γυναικών…

Συζητούσαν ορισμένες προτάσεις πάνω στην οργανωτική καμπάνια, όταν μπήκε λαχανιασμένος ένας απεσταλμένος. «Η συγκέντρωση είναι μεγάλη στη Χεϊμάρκετ», είπε, «και ο Σπάις είναι ο μόνος ομιλητής. Θέλει να πας», είπε στον Πάρσονς, «και συ, επίσης, Φίλντεν».

Το πλήθος δεν έφτανε να γεμίσει την πλατεία, γι’ αυτό ο Σπάις, που είχε πάει πρώτος, έσπρωξε ένα άδειο βαγόνι στη γωνία του λιθόστρωτου δρόμου, μισό τετράγωνο πιο πέρα, για να το χρησιμοποιήσουν σαν εξέδρα οι ομιλητές. Εκεί κοντά βρισκόταν το αστυνομικό τμήμα της οδού Ντεπλέν, με διευθυντή τον αστυνόμο Τζον Μπόνφιλντ, που είχε παρατσούκλι «Γκλόμπερ», όπου 180 αστυφύλακες ήταν σε ετοιμότητα για να κάνουν επίθεση στους συγκεντρωμένους αν το καλούσε η περίσταση. Αυτό δεν το ήξερε ο Σπάις, όπως δεν ήξερε και ότι μέσα στο πλήθος ήταν ο δήμαρχος Κάρτερ Χάρισον.

Ο Σπάις μιλούσε από το βαγόνι, όταν είδε τον Πάρσονς να φτάνει μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Τον είδε και ο κόσμος και ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ο Πάρσονς έβαλε την οικογένειά του σε ένα άλλο άδειο βαγόνι, πήγε στην αυτοσχέδια εξέδρα, σκαρφάλωσε και άρχισε την ομιλία του. «Δε βρίσκομαι εδώ για να ξεσηκώσω κανέναν», είπε, «αλλά για να πω τα πράγματα έτσι όπως έχουν». Ο δήμαρχος του Σικάγου απομακρύνθηκε από το ακροατήριο, πήγε στο αστυνομικό τμήμα και είπε στον αστυνόμο Μπόνφιλντ ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική, γι’ αυτό, είπε, δε χρειάζονταν οι αστυφύλακες της επιφυλακής και μπορούσαν να επιστρέψουν στα κανονικά καθήκοντά τους.

Η προβοκάτσια

Η ομιλία του Πάρσονς τέλειωσε στις δέκα. Φυσούσε κιόλας ένας παγωμένος άνεμος από τη μεριά της λίμνης και έπεφταν λίγες σταγόνες βροχής. Ερχόταν καταιγίδα. Πολλοί είχαν φύγει. Τώρα μιλούσε ο Σαμ Φίλντεν, αλλά ο Πάρσονς πήρε τη γυναίκα του και τα παιδιά του από το βαγόνι, όπου τους είχε αφήσει, και με μερικούς άλλους μπήκαν σ’ ένα μπαρ, στου Ζεπφ, στη γωνία. Μετά από λίγο η παρέα γελούσε και έλεγε ιστορίες με ένα ποτήρι μπίρα στο χέρι, ενώ έξω ο Φίλντεν συνέχιζε την ομιλία του μπροστά στο πλήθος, που ολοένα μίκραινε.

«Είναι αλήθεια ή όχι», έλεγε, «ότι δεν εξουσιάζουμε την ίδια μας τη ζωή, ότι άλλοι διαμορφώνουν τις συνθήκες ύπαρξής μας, ότι…». Ξαφνικά φωνές ακούστηκαν: «Προσοχή! Η αστυνομία!». Από το τέρμα του δρόμου φάνηκαν οι 180 αστυφύλακες σε στρατιωτικό σχηματισμό, με τα γκλομπ στα χέρια. Επικεφαλής ήταν ο αστυνόμος Μπόνφιλντ και ο αστυνόμος Γουόρντ. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει. Ο Γουόρντ σταμάτησε μπρος στο βαγόνι και είπε στον κατάπληκτο Φίλντεν: «Εν ονόματι του λαού της πολιτείας του Ιλινόις, διατάζω να διαλυθεί αμέσως και ειρηνικά αυτή η συγκέντρωση».

«Μα, Αστυνόμε», είπε ο Φίλντεν με σβησμένη φωνή, «είμαστε ειρηνικοί».

Για μια στιγμή έγινε σιωπή. Μέσα στη νύχτα ακουγόταν ο θόρυβος των ποδιών που έτρεχαν. Ξαφνικά ένα κόκκινο φως έλαμψε και ακούστηκε μια τρομερή έκρηξη. Κάποιος είχε ρίξει μια βόμβα. Ακολούθησε φοβερή σύγχυση. Η αστυνομία πυροβολούσε άγρια προς όλες τις κατευθύνσεις, άνθρωποι έπεφταν στη γη, πολλοί είχαν τραυματιστεί, άλλοι έτρεχαν, έβριζαν, βογκούσαν καθώς τους ποδοπατούσαν ή τους χτυπούσαν με τα γκλομπ οι μανιασμένοι αστυνομικοί, ένας από τους οποίους είχε σκοτωθεί και εφτά ήταν βαριά τραυματισμένοι.

Την άλλη μέρα το Σικάγο και όλη η χώρα είχαν μεταμορφωθεί σε ένα τέρας που διψούσε για εκδίκηση. «Με την έκρηξη της βόμβας», γράφει ο Ντέιβιντ στην αναφορά του στα γεγονότα της Χεϊμάρκετ, «ο Τύπος έχασε και το τελευταίο ίχνος αντικειμενικότητας… Ενας χαρακτηριστικός τίτλος ούρλιαζε: «ΤΩΡΑ ΑΙΜΑ!..» Μια βόμβα που ρίχτηκε στις γραμμές της αστυνομίας εγκαινιάζει το έργο του θανάτου».

Η «Νιου Γιορκ Τρίμπιουν» έγραφε:

«… ο όχλος έμοιαζε να έχει χάσει τα λογικά του, διψούσε για αίμα. Μένοντας σταθερά στη θέση, έριξε καταιγισμούς πυρών στους αστυνομικούς».

Από την αρχή κιόλας, πολλοί σκέφτηκαν ότι η βόμβα ήταν έργο προβοκατόρων και αργότερα αυτή η υπόθεση υποστηρίχτηκε εν μέρει και από την αστυνομία. Το πρωί όμως της 5ης του Μάη, αλλά και πολλές μέρες αργότερα, δεν ήταν φρόνιμο να εκφράζονται τέτοιες σκέψεις. «Συνάντησα πολλές παρέες και άκουσα τις συζητήσεις τους γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας», γράφει ένας κάτοικος του Σικάγο εκείνης της εποχής. «Ολοι ήταν σίγουροι ότι δράστες του φοβερού εγκλήματος ήταν οι ομιλητές της συγκέντρωσης και άλλοι υποκινητές των εργατών. «Κρεμάστε τους πρώτα και μετά τους δικάζετε», ήταν μια φράση που άκουγα συνέχεια… Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη από θυμό, φόβο και μίσος».

Οι εφημερίδες της χώρας δήλωναν με ένα στόμα ότι δεν είχε σημασία αν ο Πάρσονς, ο Σπάις και ο Φίλντεν είχαν βάλει τη βόμβα ή όχι. Επρεπε να κρεμαστούν για τις πολιτικές απόψεις τους, για τα λόγια τους και τη γενική δραστηριότητά τους. Οσο περισσότεροι ταραχοποιοί παραδίνονταν στο δήμιο, τόσο το καλύτερο. «Το αίσθημα δικαιοσύνης του λαού», έλεγε η «Σικάγκο Τρίμπιουν», «απαιτεί οι ευρωπαίοι δολοφόνοι Ογκαστ Σπάις, Μάικλ Σβαμπ (ένα άλλο μέλος του Διεθνούς Συνδέσμου Εργαζομένων) και Σάμιουελ Φίλντεν να συλληφθούν, να δικαστούν και να απαγχονιστούν για φόνο… Απαιτεί ακόμα να συλληφθεί ο εγκληματίας Α. Ρ. Πάρσονς, που ντρόπιασε τη χώρα με τη γέννησή του σ’ αυτήν, να δικαστεί και να απαγχονιστεί για φόνο»…

Υπερασπίστηκαν την εργατική τάξη με επιβλητικό και θαυμαστό τρόπο

Η διαδικασία της δίκης άρχισε στις 21 του Ιούνη με δικαστή τον Τζόζεφ Ε. Γκάρι…

…οι μάρτυρες, όλοι τρομοκρατημένοι και μερικοί πληρωμένοι, κατέθεσαν ότι οι κατηγορούμενοι συνωμοτούσαν να ανατρέψουν βίαια την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η βόμβα στη Χεϊμάρκετ και ο φόνος του Ντίγκαν ήταν το πρώτο χτύπημα μιας γενικότερης επίθεσης ενάντια στην έννομη τάξη. Ομως οι καταθέσεις τους είχαν τόσα αντικρουόμενα στοιχεία, ώστε ανάγκασαν την πολιτική αγωγή να αλλάξει την κατηγορία στη μέση της δίκης. Τώρα ισχυριζόταν ότι ο άγνωστος βομβιστής εμπνεύστηκε την ιδέα να ρίξει τη βόμβα από τα λόγια και τις ιδέες των κατηγορουμένων.

Ετσι, δε δικάζονταν πια οι άνθρωποι, αλλά τα βιβλία και οι γραπτές ιδέες. Το φαινόμενο αυτό επρόκειτο να επαναληφθεί πολλές φορές αργότερα στις ΗΠΑ. Διαβάστηκαν αμέτρητα άρθρα του Πάρσονς και του Σπάις. Εκτέθηκαν στο δικαστήριο όλοι σχεδόν οι λόγοι των κατηγορουμένων. Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα βιβλίων πάνω στο χαρακτήρα και τη φιλοσοφία της πολιτικής, σαν ενοχοποιητικά στοιχεία. Το πολιτικό πρόγραμμα του Συνδέσμου Εργαζομένων, οι αποφάσεις και οι δηλώσεις του θεωρήθηκαν αποδείξεις που ενέπλεκαν τους κατηγορουμένους στο φόνο του Ντίγκαν.

Η ετυμηγορία ήταν δεδομένη. Η μεγάλη μέρα της δίκης έφτασε. Οι κατηγορούμενοι απευθύνθηκαν στο δικαστήριο και κατηγόρησαν τους κατηγόρους τους. Εξήγησαν γιατί δεν έπρεπε να καταδικαστούν σε θάνατο και γιατί οι ένοχοι δεν ήταν αυτοί, αλλά η κοινωνία. Η φωνή τους κυριάρχησε μέσα στην αίθουσα και ακούστηκε το ίδιο δυνατά σε όλη τη χώρα. Καμιά εφημερίδα, όσο συντηρητική κι αν ήταν, δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αψήφησαν το θάνατο και υπερασπίστηκαν την εργατική τάξη με επιβλητικό και θαυμαστό τρόπο…

Η πρωτομαγιάτικη, όμως, απεργία του 1886 δεν πήγε χαμένη. Είχε ως αποτέλεσμα 185.000 εργάτες να κερδίσουν το 8ωρο και τουλάχιστον 200.000 εργάτες να μειώσουν το χρόνο εργασία τους από τις 12 στις 10 και 9 ώρες. Σε πολλές, επίσης, περιοχές κερδήθηκε η ημιαργία του Σαββάτου, ενώ αρκετές βιομηχανίες σταμάτησαν την κυριακάτικη εργασία. Ηταν, επομένως, κάτι παραπάνω από φυσιολογική εξέλιξη, να ανακηρυχτεί η Πρωτομαγιά ως η Παγκόσμια Μέρα της εργατικής τάξης.-

H σφαγή των εργατών του Σικάγο στην πλατεία Χέιμάρκετ

Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ομάδα συντακτών του «Ρ»
Γιώργος  ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
 

«Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή – πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι’ αυτό έκφραση – με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή, στους οικονομικούς όρους της παραγωγής, που μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις ιδεολογικές μορφές μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της» (Καρλ Μαρξ, «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», πρόλογος).

Η 25η Μάρτη θεωρείται ως ημερομηνία έναρξης της ελληνικής εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης των Ελλήνων στα 1821, αν και στις 23 Μάρτη ο Κολοκοτρώνης απελευθέρωνε την Καλαμάτα. Βεβαίως, τα χρονικά όρια έναρξης κοινωνικοϊστορικών γεγονότων είναι συμβατικά πολύ περισσότερο γεγονότων που πιστοποιούν τις κοινωνικές επαναστάσεις. Αλλά η συγκεκριμένη ημερομηνία, δοσμένη από την αστική ιστοριογραφία, δεν έχει σχέση τόσο με αυτό που η ιστοριογραφία γενικά καταγράφει ως επέτειο των ιστορικών γεγονότων. Θα μπορούσε π.χ. να είναι ένα άλλο γεγονός που προηγήθηκε ή διαδραματίστηκε αργότερα από την 25η Μάρτη, στα πολλά γεγονότα κρίκους της ελληνικής επανάστασης. Η συγκεκριμένη ημερομηνία σηματοδοτεί αυτό που η άποψη της «επίσημης» από το κράτος ιστορίας, θεμελιώνει ως γεγονός έναρξής της. Δηλαδή, την ημερομηνία που, σύμφωνα με την αστική ιστοριογραφία, η «σημαία της επανάστασης υψώθηκε από το δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό». Και φαίνεται να επιλέχτηκε, από την κυρίαρχη, μετά τη νίκη της Επανάστασης, τάξη, για το συμβολισμό της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης και της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, θέλοντας να επιβάλει σ’ αυτό το συμβολισμό και τη συμμετοχή της επίσημης εκκλησίας στην επανάσταση. Χρειαζόταν και την ορθόδοξη εκκλησία ως ένα στοιχείο του δικού της εποικοδομήματος που θα επιδρούσε στη δημιουργία υποταγμένης σ’ αυτήν συνείδηση στις λαϊκές μάζες. Γιατί το γεγονός της «σημαίας στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό» είναι ανύπαρκτο. Είναι και η πιο αντικειμενική.

Οι αντίπαλοι της Επανάστασης

 

 

Η ηγεσία της επίσημης εκκλησίας και στον ελλαδικό χώρο, όπως και το Φανάρι, ήταν εχθρός της Επανάστασης. Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» «Ανώνυμος Ελλην», «ξεσκεπάζει και μαστιγώνει αλύπητα τους εχθρούς της Επανάστασης, τους εκμεταλλευτές του λαού, τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους κοτζαμπάσηδες», (Νίκου Μπελογιάννη, «Κείμενα από την απομόνωση»). Είναι επίσης χαρακτηριστικοί οι διάλογοι του Παπαφλέσα με τους κοτζαμπάσηδες και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο Αίγιο, (τότε Βοστίτσα), στις 26 Γενάρη 1821, όταν ως πληρεξούσιος του Αλέξανδρου Υψηλάντη τους συνάντησε στο σπίτι τού Αντρέα Λόντου, προκειμένου να τους πείσει να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός αρνιόταν την επανάσταση ρωτώντας: «Πού πολεμοφόδια; Πού όπλα; Πού χρήματα πολυάριθμα; Πού στρατός πεπαιδευμένος; Πού στόλος εφοδιασμένος;». Για να καταλήξει: «… Αλλ’ εις την εποχήν ταύτην οποία δείγματα θετικότητας έχομεν, διά να πιστεύσωμεν όσα λέει ο Δικαίος και όσα γράφει ο Υψηλάντης;». Ενώ ο Σωτήρης Χαραλάμπης είπε: «… πιστεύω πως η Ρωσία, όπου έχει την ίδια θρησκεία μ’ εμάς, θα συντροφέψει τον Υψηλάντη με στρατεύματα… Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, σε ποιον θα παραδοθούμε; Ποιον θα ‘χουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, αφού πάρει τα όπλα δε θα μας ακούει πια και δε θα μας σέβεται και θα πέσουμε στα χέρια εκείνου, που δεν μπορεί να κρατήσει το πιρούνι να φάει! (σ.σ. αυτός ήταν ο Νικήτας Φλέσας, αδελφός του Παπαφλέσα). Κάλλιο οι Τούρκοι κι ο ραγιάς υπόδουλος, παρά λεύτερο έθνος με το λαό να ‘χει δικαιώματα»! Αυτό ήταν το πραγματικό τους πρόβλημα. Ο επαναστατημένος λαός, με τα όπλα, θα αφαιρούσε τα προνόμια των κοτζαμπάσηδων, θα αποκτούσε ο ίδιος δικαιώματα.

Αλλά ο Παπαφλέσας τούς δίνει την πρέπουσα απάντηση: «Η επανάσταση είτε θέτε είτε όχι θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να την εμποδίσετε, εγώ πήρα προσταγή από την Αρχή να ξεσηκώσω το λαό και να την κάνω. Και τότες όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι, ας τον κόψουν…». Για να του ανταπαντήσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός: «Είσαι απατεώνας, άρπαγας, εξωλέστατος!» (Αμβρόσιος Φραντζής «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδας, τ.α΄ σελ. 98).

Οι εσωτερικές αντιθέσεις

Η άρχουσα τάξη, μετά την επανάσταση και τη δημιουργία του ελληνικού αστικού κράτους, δεν ήταν ενιαία. Αυτό ως φαινόμενο είναι αντικειμενικό, υπάρχουν διαφορετικά τμήματα στο εσωτερικό κάθε κοινωνικής τάξης, αλλά δεν είναι μόνο αυτό ή κυρίως αυτό. Οι κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης, (έμποροι, καραβοκυραίοι, μικροβιοτέχνες, αγροτιά με μικρό ελεύθερο κλήρο, και ο λαός, οι στρατιωτικοί, (κλέφτες) που προέρχονταν από την αγροτιά), είχαν κοινό συμφέρον την εθνική απελευθέρωση και συγκρότηση του ελληνικού έθνους – κράτους, κόντρα στους αντιδραστικούς κοτζαμπάσηδες και την επίσημη εκκλησία, που αρχικά ήταν εχθροί της επανάστασης, ταυτιζόμενοι με την οθωμανική εξουσία. Οι οποίοι όμως φαίνεται ήρθαν σε συμβιβασμό με τις προοδευτικές, από τη σκοπιά των κοινωνικών μετασχηματισμών αστικών τμημάτων της μετέπειτα άρχουσας τάξης, προκειμένου να συμμετέχουν στην εξουσία, ή και να την καταλάβουν εξ ολοκλήρου. Και που σε τελευταία ανάλυση, με την έναρξη και εξέλιξή της, αυτός ο συμβιβασμός δεν ολοκληρώθηκε με «ειρηνικό τρόπο», λόγω των οξύτατων μεταξύ τους αντιθέσεων. Οι εμφύλιες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της επανάστασης, έκφραση διαφορετικών ταξικών συμφερόντων και συμμαχιών, αλλά και των σχέσεων διαφόρων μερίδων της μετέπειτα άρχουσας τάξης με τα διαφορετικά συμφέροντα ξένων κρατών, (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της επανάστασης των Ελλήνων. Ετσι, οι εμφύλιες συγκρούσεις αντανακλούσαν τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό τής υπό διαμόρφωση αστικής ελληνικής κοινωνίας και μάλιστα στην ιστορική στιγμή της πορείας για τη δημιουργία του εθνικού κράτους. Αντιθέσεις που βεβαίως προϋπήρχαν στους κόλπους της παλιάς φεουδαρχικής κοινωνίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Για παράδειγμα, σοβαρές αντιθέσεις εμφανίστηκαν ανάμεσα στους προκρίτους (Ζαΐμηδες, Λόντοι, Δεληγιανναίοι) και τους στρατιωτικούς (Κολοκοτρώνης), της Πελοποννήσου. Οι πρόκριτοι βλέπουν ότι τα προνόμιά τους απειλούνται από ανερχόμενες δυνάμεις και δεν το ανέχονται. Επίσης, το 1824, είχαν διαμορφωθεί δυο παρατάξεις, (έμποροι και πρόκριτοι, η μία και μεγαλοκαπεταναίοι, κυρίως Πελοποννήσιοι, η άλλη). Τις αντιθέσεις τους θα τις λύσουν με τα όπλα. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους ξεκινούν τον Οκτώβρη του 1824, με την άρνηση των κατοίκων της Αρκαδίας να πληρώσουν φόρους, γεγονός που η τότε κυβέρνηση το αντιμετώπισε στέλνοντας εκεί 500 οπλισμένους Ρουμελιώτες.

Το κοινωνικό περιεχόμενο

Η Επανάσταση του 1821 έχει καταγραφεί από την αστική ιστοριογραφία μονόπλευρα ως αυτή που απελευθέρωσε το ελληνικό έθνος μετά από τα 400 χρόνια σκλαβιάς από τον τουρκικό ζυγό. Αλλά δεν είναι αυτή ολόκληρη η αλήθεια. Ηταν, βεβαίως, επανάσταση εθνικοαπελευθερωτική. Εναντιώθηκε στην οθωμανική αυτοκρατορία και την εξουσία της. Γι’ αυτό και είχε βαθιά προοδευτικό κοινωνικό περιεχόμενο. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί ολοκληρωμένα από την άποψη των σκοπών της, απαιτείται προσέγγιση και έρευνα στο κοινωνικοοικονομικό καθεστώς, ενάντια στο οποίο στράφηκε η επανάσταση, και το χαρακτήρα του, δηλαδή ποιες ήταν οι σχέσεις παραγωγής στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν καθεστώς φεουδαρχικό και ιστορικά ξεπερασμένο. Υπήρχε ανάγκη αντικατάστασής του από την ανώτερη κοινωνική βαθμίδα, τον καπιταλισμό. Το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη ανατραπεί, αποτελούσε και το βασικό εμπόδιο στην ανάπτυξη των νέων αστικών κοινωνικών δυνάμεων, που αναπτύσσονταν στους κόλπους της, της δικής τους εξουσίας και των δικών τους σχέσεων παραγωγής.

Αυτές οι νέες ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις είχαν να αντιμετωπίσουν το φρενάρισμα της ανάπτυξής τους στα πλαίσια της οθωμανικής εξουσίας. Αλλωστε, τα συμφέροντά τους απαιτούσαν διαμόρφωση εσωτερικής αγοράς, ενώ ήδη είχαν αναπτύξει οικονομικούς δεσμούς με την καπιταλιστική Δύση, λόγω εμπορίου.

Είναι, επίσης, γνωστό ότι το συνειδησιακό υπόβαθρο που διαμορφώθηκε και ώθησε στην Επανάσταση έχει ρίζες στη γαλλική αστική Επανάσταση του 1789, και το μεταλαμπάδιασμα των ιδεών της (ελευθερία – ισότητα – αδελφότητα), από τον «Ανώνυμο Ελληνα με την Ελληνική Νομαρχία», από τον Κοραή και κυρίως τον Ρήγα. Ο Ρήγας, μάλιστα, είχε συλλάβει την ιδέα της επανάστασης σ’ όλα τα Βαλκάνια, γιατί ήταν πεπεισμένος ότι η απελευθερωτική δύναμη όλων των Βαλκάνιων, μαζί, ήταν πολλαπλάσια μεγαλύτερη, ενάντια στη φεουδαρχία των οθωμανών, από τον ξεσηκωμό ενός – ενός έθνους ξεχωριστά.

Ανεξάρτητα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην προετοιμασία της και στην υλοποίηση της ιδέας του Ρήγα, η Επανάσταση ξεκίνησε, έγινε με χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικό και κοινωνικό, ταυτόχρονα.

Η σύγχρονη σημασία

Το κύριο, που σαν αποτέλεσμα του ένοπλου ξεσηκωμού κατακτήθηκε στην Ελλάδα με την Επανάσταση, είναι η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους. Ηταν ένα άλμα μπροστά στην ιστορική εξέλιξη, που συνέβαλε επίσης στην αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αυτό το συμπέρασμα έχει διπλή σημασία για τις σύγχρονες συνθήκες. Η μία είναι η ίδια η επανάσταση σαν πράξη, το αναπόφευκτό της, όταν οι παλιές σχέσεις φρενάρουν τις νέες δυνάμεις. Η δράση των καταπιεσμένων λαϊκών μαζών ενάντια στην παλιά εξουσία και την ξεπερασμένη ιστορικά κοινωνία, για την ανατροπή της και την εγκαθίδρυση της νέας εξουσίας και την οργάνωση της νέας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Οταν οι λαοί συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα της δικής τους απελευθέρωσης, τότε η δύναμη της δράσης τους γίνεται ακατανίκητη και καμιά εξουσία δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επαναστατική τους πάλη. Η Επανάσταση του 1821 ήταν επανάσταση που σαν αποτέλεσμα, μαζί με την απελευθέρωση του έθνους, άνοιξε την πρώτη σελίδα της νέας κοινωνίας, του καπιταλισμού. Αυτή είναι η μεγάλη σημασία της, το γεγονός δηλαδή ότι ως αποτέλεσμα της νικηφόρας επανάστασης είναι το πέρασμα από μια κατώτερη κοινωνική βαθμίδα στην ανώτερη.

Η συγκεκριμένη ιστορική επέτειος, όπως κάθε ιστορική επέτειος, έχει ένα συμβολισμό. Αυτόν που αναδεικνύεται από το αποτέλεσμα και κατέγραψε η ιστορία μέσα από τα πραγματικά γεγονότα. Αποκτά δε συγκεκριμένο περιεχόμενο σε κάθε ιστορική περίοδο κατά την οποία γιορτάζεται.

Στις σημερινές συνθήκες, το μήνυμα και το νόημά της έχουν το δικό τους περιεχόμενο. Μόνο που αυτό έχει σχέση με τη σκοπιά που κάθε κοινωνική δύναμη προσεγγίζει και τα τότε ιστορικά γεγονότα και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σήμερα, ο καπιταλισμός ιστορικά είναι ξεπερασμένος. Είναι καπιταλισμός που σαπίζει και παρασάπισε και ως τέτοιος πρέπει να αντικατασταθεί από την επόμενη κοινωνική βαθμίδα.

Ταξική πάλη σε συνθήκες κρίσης

Σήμερα, η επίθεση που έχουν εξαπολύσει οι δυνάμεις του κεφαλαίου, τα κόμματά του, ολόκληρο το αστικό πολιτικό σύστημα συνεπικουρούμενο από τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της πλουτοκρατίας της Ελλάδας, γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνη για τη ζωή και το μέλλον της εργατικής τάξης και των συμμάχων της των αυτοαπασχολουμένων, της φτωχής αγροτιάς. Χτυπά με λύσσα κάθε δικαίωμα, κάθε κατάκτηση που παραχώρησε η αστική τάξη και βελτίωνε στοιχειωδώς τη θέση, τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, μετά από αιματηρούς αγώνες χρόνων, όπως και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Η οικονομική κρίση του καπιταλισμού, που εκδηλώθηκε και διαρκεί, αποκάλυψε την αδυναμία του συστήματος να αναπτύσσεται χωρίς διακοπή της αναπαραγωγής του, δηλαδή να δρα το κεφάλαιο εκμεταλλευόμενο τη μισθωτή εργασία χωρίς κραδασμούς στα θεμέλιά του, που γεννούν οι ίδιες οι αντιφάσεις του, ενώ η ένταση της εκμετάλλευσης σε συνθήκες ανόδου της καπιταλιστικής οικονομίας συσσώρευε, και συνεχίζει έστω και με μειωμένους ρυθμούς να συσσωρεύει, αμύθητο πλούτο στα θησαυροφυλάκια των αστών. Μόνο στο πρώτο 9μηνο του 2009 – σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης – τα κέρδη των εισηγμένων στο χρηματιστήριο επιχειρήσεων έφτασαν στο ποσό των 11,8 δισ. ευρώ.

Τι σημαίνει οικονομική κρίση; Η ανάπτυξη του καπιταλισμού γίνεται με κίνητρο και στόχο το κέρδος. Παράγονται εμπορεύματα, είτε μέσα παραγωγής είτε προϊόντα κατανάλωσης. Που πρέπει να πουληθούν στην αγορά για να πραγματοποιηθεί το μέγιστο κέρδος το οποίο πρέπει συνεχώς να αυξάνεται. Οι καπιταλιστές επενδύουν εκεί που βγάζουν το μεγαλύτερο κέρδος. Ετσι δημιουργείται πλεόνασμα χρήματος.

Οι καπιταλιστές από τότε που δημιουργήθηκαν οι μετοχικές εταιρείες, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, επειδή βγάζουν τεράστια κέρδη, δεν μπορούν όλα να τα επενδύουν στην παραγωγή, γιατί απ’ αυτήν δεν υπάρχει πάντα δυνατότητα κερδοφορίας, αφού όλα τα παραγόμενα εμπορεύματα στην αγορά αυξάνονται ως ποσότητα και αξία και πέφτει το ποσοστό κέρδους. Ετσι τοποθετούν κεφάλαια, αγοράζοντας μετοχές, άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως ομόλογα κ.λπ., με πρόβλεψη ότι θα κερδίσουν. Είναι ο παρασιτισμός του κεφαλαίου, η αγυρτεία των καπιταλιστών, έτσι τα ονόμασε ο Μαρξ.

Ο καπιταλισμός αναπτύσσεται άναρχα. Κάποιοι κλάδοι αναπτύσσονται εκεί που βγαίνει το μέγιστο κέρδος και κάποιοι δεν αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, η αύξηση της εκμετάλλευσης δηλαδή το φτήνεμα του εργάτη υπονομεύει την αγοραστική ικανότητα των εργαζομένων. Ενώ ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός οδηγεί και στο κλείσιμο επιχειρήσεων, αυξάνει την ανεργία, διακόπτεται η παραγωγή σε ορισμένους κλάδους. Επομένως, μένουν απούλητα, όχι μόνο τα καταναλωτικά προϊόντα, αλλά μέσα παραγωγής. Οι τράπεζες δανείζουν χρήματα αφού έχουν γιατί διαχειρίζονται αναπασχόλητα κεφάλαια με σκοπό επίσης το κέρδος. Δανείζουν και επιχειρήσεις και κράτη. Αλλά η υπερπαραγωγή, που σημαίνει αδυναμία να πουληθούν τα εμπορεύματα, οδηγεί στη δυσκολία πραγματοποίησης κερδών, άρα στη δυσκολία ή και το σταμάτημα της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, επομένως μένουν και αδιάθετα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια. Ετσι, φτάνει ο καπιταλισμός στην κρίση. Η κρίση είναι σύμφυτη του καπιταλισμού λόγω αναρχίας της παραγωγής, επειδή η παραγωγή είναι κοινωνική αλλά το αποτέλεσμά της, το κέρδος, το καρπώνεται ο καπιταλιστής, δεν κερδίζει η κοινωνία, και ξεπερνιέται με την υποτίμηση ή και απαξίωση μέρους του κεφαλαίου, με κλείσιμο, καταστροφή κάποιων επιχειρήσεων.

Ετσι πλούτος βγαλμένος από τη δουλειά των ανθρώπων του μόχθου, κεφάλαιο δηλαδή, αδυνατεί να ξαναλειτουργήσει ως τέτοιο, να συνδεθεί δηλαδή με την εργατική δύναμη για να αυξάνεται η κοινωνική παραγωγή. Ακριβώς γιατί εμποδίζεται από την ίδια τη λειτουργία του κεφαλαίου. Που αν δεν μπορεί να αξιοποιείται παράγοντας εμπορεύματα, γίνεται άχρηστο. Αλλά αυτό το κεφάλαιο που συσσωρεύθηκε, ο πλούτος είναι αποτέλεσμα της εργασίας. Να γιατί η κρίση καταδεικνύει τα ιστορικά όρια του συστήματος και την ανάγκη να φύγουν από τη μέση οι καπιταλιστές, για να μπορεί η παραγωγή να συνεχίζεται αυξανόμενη αδιάκοπα για την ικανοποίηση όλης της κοινωνίας. Αλλωστε, οι συνθήκες οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού δείχνουν όχι μόνο τη συσσώρευση του πλούτου στον έναν πόλο της κοινωνίας, στους αστούς, αλλά και τη συσσώρευση φτώχειας, ανεργίας, στον άλλο πόλο της κοινωνίας, στην εργατική τάξη, στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Συσσώρευση και καταστροφή μαζί. Το πραγματικό ζήτημα για την εργατική τάξη, το λαό, είναι η παραγωγή, ο πλούτος που παράγεται, ποιον έχει ιδιοκτήτη, το κεφάλαιο ή το λαό. Η κρίση αναδεικνύει ότι ο καπιταλισμός είναι ξεπερασμένος, επομένως αναδεικνύει το ζήτημα «αστική εξουσία ή εργατική λαϊκή εξουσία».

Τα κυβερνητικά μέτρα όπως η μείωση των μισθών και των συντάξεων, η αύξηση του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων, τσακίζουν το εργατικό, το λαϊκό εισόδημα. Η κυβέρνηση τα εντάσσει στη στρατηγική για την έξοδο της καπιταλιστικής οικονομίας από την κρίση. Δηλαδή, στη δημιουργία συνθηκών για νέες επενδύσεις και νέα αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Είναι συνδυασμένα με τις αντεργατικές αναδιαρθρώσεις σε Ασφαλιστικό (μείωση συντάξεων, αύξηση ορίων συνταξιοδότησης), ελαστικές εργασιακές σχέσεις, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, απελευθέρωση απολύσεων, αφαίρεση παροχών σε υπηρεσίες Υγείας – Πρόνοιας, άρα εμπορευματοποίησή τους, παράδοση της Παιδείας στους επιχειρηματίες.

Κάνουν πιο φτηνό τον εργάτη. Αυτή είναι η στρατηγική τους. Γι’ αυτό είναι μόνιμα τα άγρια μέτρα, ενώ θα έρθουν κι άλλα. Την ίδια ώρα, η ανεργία καλπάζει. Σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή του ΟΑΕΔ, το ποσοστό ανεργίας εκτινάχθηκε στο 14,6% το Φλεβάρη του 2010 και οι άνεργοι έφτασαν τους 766.159! Υπάρχουν προβλέψεις για αύξηση της ανεργίας στο 20%. Η ανεργία θα λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, ακόμα και όταν η οικονομία μπει σε φάση ανάπτυξης.

Η διέξοδος

Γίνεται φανερό ότι και σε πολιτικό επίπεδο γίνονται ολοφάνεροι οι δύο αντίθετοι πόλοι που σχετίζονται οργανικά με τους δύο δρόμους ανάπτυξης. Αυτόν που υπηρετεί τα μονοπώλια και αυτόν που υπηρετεί την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Από τη μια μεριά είναι η πλουτοκρατία, η κυβέρνηση, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, η ΝΔ και ο ΛΑ.Ο.Σ., ο εργοδοτικός – κυβερνητικός συνδικαλισμός. Από την άλλη, η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα της πόλης και του χωριού, οι ταξικές δυνάμεις στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, οι ριζοσπαστικές δυνάμεις σε αυτοαπασχολούμενους, φτωχή αγροτιά. Και το ΚΚΕ που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης. Υπάρχουν και κάποιες δυνάμεις (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ), που κάνουν κριτική στην κυβέρνηση και την πολιτική της, προτείνοντας ταυτόχρονα ως διέξοδο έναν ηθικό καπιταλισμό, χωρίς την κερδοσκοπία των χρηματιστηριακών συναλλαγών, λες και δεν είναι σύμφυτες με τη λειτουργία του καπιταλισμού. Που μιλούν για παραγωγική ανάπτυξη σε αντίθεση με την κερδοφορία των τραπεζών και των χρηματιστηρίων λες και μπορεί να υπάρξει τέτοιος καπιταλισμός. Που περιορίζουν τις λαϊκές διεκδικήσεις στην αναδιανομή, όταν στρατηγική του κεφαλαίου είναι η μεγαλύτερη λαϊκή αφαίμαξη. Παραπλανούν το λαό, υπονομεύουν την ταξική πάλη.

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, για τους εργάτες και τα άλλα λαϊκά στρώματα, δεν είναι απλά και μόνο η απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο, αλλά αυτός ο αγώνας να αναπτύσσεται σε σύνδεση με τη διεκδίκηση ικανοποίησης όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και των όρων που αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν. Πολιτική πάλη δηλαδή, για ρήξη και ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων για κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας. Για να γίνει η ιδιοκτησία στα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και τη γη, κοινωνική, λαϊκή περιουσία, για να υπάρχει ανάπτυξη υπέρ των εργαζομένων, του λαού. Τότε η οικονομία συνολικά θα είναι σε όφελός του γιατί θα είναι σοσιαλιστική. Με κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο θα αναπτύσσεται συνεχώς η παραγωγή για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών. Η ανεργία θα εξαλειφθεί.

Αυτός ο άλλος δρόμος ανάπτυξης που παλεύει το ΚΚΕ, ιδιαίτερα σήμερα, πρέπει να γίνει αντικείμενο συζήτησης, προβληματισμού και ζύμωσης μέσα στους ίδιους τους εργαζόμενους, στους χώρους δουλειάς, στα σωματεία, στο μαζικό κίνημα, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση. Να συνδυάζεται με την ανάπτυξη της πάλης για την ικανοποίηση όλων των αναγκών τους. Να συνδυάζεται με την πάλη που οργανώνεται σήμερα ενάντια στα αντεργατικά – αντιλαϊκά μέτρα. Να ανοίξει η συζήτηση ότι χωρίς καπιταλιστές η κοινωνία, η παραγωγή μπορούν να αναπτύσσονται. Χωρίς εργάτες, χωρίς το λαό, τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Να ανοίξει η συζήτηση ότι το κέρδος των καπιταλιστών, αν τους πάρουμε την ιδιοκτησία, θα πηγαίνει σε όφελος όλης της κοινωνίας, όλου του λαού.

Αυτό είναι και το πραγματικό νόημα της επετείου της Επανάστασης σήμερα. Χωρίς τον επαναστατικό ξεσηκωμό στα 1821 όλων των τότε καταπιεσμένων, δε θα υπήρχε αυτό το ιστορικό γεγονός και το αποτέλεσμά του, η ανατροπή της παλιάς εξουσίας και η εγκαθίδρυση της νέας. Ετσι και τώρα η εργατική τάξη και τα πιο καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα μπορούν να οργανώσουν τη δική τους αντεπίθεση, με το δικό τους μέτωπο για τη δική τους λαϊκή εξουσία. Και τότε, ο λαός, θα ‘ναι υπερήφανος, γιατί ως συνεχιστής της Ιστορίας, θα δημιουργεί το δικό του σοσιαλιστικό – κομμουνιστικό μέλλον. Αυτό είναι το σύγχρονο πατριωτικό και διεθνιστικό μαζί καθήκον της εργατικής τάξης, του λαού σήμερα.

 

Σ.Κ.

Η Αντιφασιστική Νίκη των Λαών αποτελεί ένα τεράστιο ιστορικό γεγονός στον 20ό αιώνα. Οχι μόνο γιατί έβαλε τέρμα σε έναν ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο, το έγκλημα των εγκλημάτων του καπιταλισμού, αλλά και γιατί η λήξη του πολέμου συνοδεύτηκε από το άνοιγμα του δρόμου για το πέρασμα στο σοσιαλισμό μιας σειράς χωρών της Ευρώπης και της Ασίας.

Όλοι στη συγκέντρωση.Επίσης 6 του μήνα στις 19:30 συναυλία για την εργατιά στον Περισσό.Θα υπάρχει μπόλικη ποίηση.Είσοδος ελεύθερη


Χωρίς Τίτλο

Θα πάμε στο φεγγάρι

κ’ ακόμα πιο πέρα

σε τόπους και με τα τηλεσκόπια αόρατους

‘Oμως στον κόσμο το δικό μας πότε ο άνθρωπος θα πάψει

να μένει νηστικός

να μη φοβάται ο ένας τον άλλον

ο ένας τον άλλο να μην προστάζει

να μην κατηγορεί ο ένας τον άλλον

την ελπίδα να μην κλέβει ο ένας τ’αλλουνού

Ναι, είμαι κομμουνιστής γιατί δίνω απάντηση

σ’ αυτά τα ερωτήματα

(1959)

Ναζίμ Χικμέτ