Category: Σοβιετική Τέχνη


Τέλος, κοντά στο εξοργισμένο, το σαρκαστικό γέλιο που δεν συγχωράει, υπάρχει επίσης και το χαρούμενο γέλιο, το γέλιο της φιλικής καλής προαίρεσης, της ευθυμίας και της αθώας κατεργαριάς. Η ανάγκη για τέτοιο γέλιο δεν παύει να είναι αισθητή σ’ ένα λαό που ακολουθεί το δρόμο προς την ευτυχία. Αντίθετα, γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. «Ανοίχτε δρόμο στο γέλιο!» θα ήθελα να φωνάξω, αν τα λόγια αυτά δεν αντηχούσαν στ’ αυτιά μου υπερβολικά σοβαρά.
Σύντροφοι, η αστική τάξη χρησιμοποιεί όλα τα μέσα, συμπεριλαμβανομένων και των λογοτεχνικών, για να φτιάχνει καρικατούρες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, για να τους απεικονίζει σαν το βασίλειο της ισοπέδωσης, της μονοτονίας, των αποπνικτικών κανονισμών και της τελματικής πλήξης.
Η σοβιετική λογοτεχνία, καθρεφτίζοντας τον πλούτο και την ποικιλομορφία της σοσιαλιστικής πραγματικότητας φέρνει σ’ όλο τον κόσμο τον αληθινό και θριαμβικό λόγο ενός καινούργιου τρόπου ζωής, ξεσκεπάζει κάθε συκοφαντία και κερδίζει τις καρδιές των ανθρώπων για το σοσιαλισμό.
Από το λογοτεχνικό μας έργο πρέπει να έχουμε τις μεγαλύτερες δυνατές απαιτήσεις. Πρέπει να μιλάμε για τα ελαττώματα και τις αδυναμίες του, πρέπει να βάλουμε μπροστά μας τα υψηλότερα καθήκοντα.
Σε μια εποχή, όπου η κοινωνία μας γνωρίζει ένα νέο ξέσπασμα πνευματικού ενθουσιασμού, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε οι κατευθείαν κληρονόμοι της μεγάλης ρωσικής κλασικής λογοτεχνίας που άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί πανίσχυρη επίδραση πάνω σε πολλές από τις πιο ανεπτυγμένες λογοτεχνίες του κόσμου. Τότε μόνο μπορούμε να είμαστε άξιοι του μεγάλου καιρού μας, όταν επάξια συνεχίζουμε τις παραδόσεις της υψηλής τέχνης και της ηθικής δύναμης που αποτελούν τυπικά γνωρίσματα των μεγάλων προδρόμων της σοβιετικής λογοτεχνίας. Πρέπει αποφασιστικά ν’ απορρίψουμε εκείνη την αντίληψη που δυστυχώς από καιρό σε καιρό προβάλλει ανάμεσά μας, την αντίληψη πως το «μέσο επίπεδο» είναι η κανονική κατάσταση για τη λογοτεχνία και πως η τέχνη στο γράψιμο είναι «ζήτημα χρόνου» και συνεπώς δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο που αξίζει να στενοχωριέται κανείς γι’ αυτό. Τέτοιες κουβέντες μονάχα κακό μπορούν να κάνουν τόσο στους νεότερους όσο και στους παλαιότερους συγγραφείς. Οδηγούν στο σμπαράλιασμα της λογοτεχνίας μας, σε μια υποτίμηση των δυνατοτήτων της και, το σημαντικότερο απ’ όλα, σε παραμέληση των ενδιαφερόντων του αναγνώστη.
Η σοβιετική λογοτεχνία είναι μια τρομερή δύναμη. Διαθέτει ένα στρατό αναγνωστών που αριθμεί πολλά εκατομμύρια και που αποτελείται τόσο από τους συμπατριώτες μας όσο κι από τους φίλους μας στο εξωτερικό. Η σημερινή αστική Δύση δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί καν μια τέτοια στρατιά αναγνωστών.
Με τέτοιους αναγνώστες – και αυτοί πραγματικά εκπροσωπούν τις προηγμένες δυνάμεις του λαού – μπορούμε να μετακινήσουμε βουνά, όπως μας είπε κι ο σύντροφος Χρουστσώφ.
Για μας τους σοβιετικούς συγγραφείς δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή κι ανταμοιβή από την επίγνωση ότι σ’ αυτά τα ιστορικά, τα μεγαλειώδη χρόνια, βρισκόμαστε μαζί με το λαό μας και το κόμμα μας, ότι ο αληθινός μας λόγος είναι αναγκαίος στους ανθρώπους, και είναι αγαπητός στους ανθρώπους που αγωνίζονται για την ανθρώπινη ευτυχία, για την ειρήνη, για τον κομμουνισμό!
Advertisements

Αυτός ο καταπληκτικός πλούτος ανθρώπινων τύπων και χαρακτήρων βρίσκεται στη διάθεση των συγγραφέων μας, των καλλιτεχνών και των κινηματογραφιστών μας. Οι καλύτεροι και πιο προικισμένοι συνάδελφοί μας του αστικού κόσμου δεν μπορούν ούτε καν να ονειρευτούν τέτοιες δυνατότητες μέσα στην αστική πραγματικότητα, τέτοιο πλούτο απ’ τον οποίο να μπορούν να αντλήσουν. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, μερικούς ξεχωριστούς καλλιτέχνες, που ο καθένας τους είναι σημαντικός από πολλές απόψεις, σαν τον Τόμας Μανν, (ένα λαμπρό αριστοτέχνη του πεζού λόγου, έναν εραστή της ομορφιάς και ανθρωπιστή φιλόσοφο, τον τελευταίο ίσως απ’ τους μεγάλους συγγραφείς του αστικού κόσμου) ή σαν τον Έρνεστ Χέμινγουαίη (ο οποίος μόλις πριν λίγο πέθανε) που τα έργα τους είναι ευρύτατα γνωστά στη χώρα μας. Πόσο πολύ επιθυμούσαν, αφού διέρρηξαν κάθε πνευματικό δεσμό με τον μισανθρωπικό κόσμο του καπιταλισμού, να βρίσκαν στήριγμα σ’ έναν ήρωα που θα ήταν γερός ηθικά, θα είχε εμπιστοσύνη στη ζωή και δυνατότητα να βρει την ευτυχία στη γη. Απομακρυσμένοι από το επαναστατικό στρατόπεδο, από τους ανθρώπους του μέλλοντος, οι συγγραφείς αυτοί ήταν, φυσικά, ανίκανοι να βρουν τέτοιο ήρωα μέσα στην πραγματικότητα που τους περιέβαλλε και τα γραφτά τους είναι γεμάτα βαθιά και πικρή απόγνωση.

Εμείς, ευτυχώς, μπορούμε να βρούμε τον ήρωά μας δίπλα μας, μέσα στη ζωή που μας περιβάλλει και το να τον απεικονίσουμε στην τέχνη είναι μονάχα ζήτημα διεξοσύνης και εκλογής τρόπου εργασίας.
Έτσι έχουν περίπου τα πράγματα, σχετικά με το ζήτημα της λογοτεχνικής απεικόνισης του ήρωα της εποχής μας. Η λογοτεχνία, όμως, πρέπει αναπόφευκτα να καταπιαστεί και με τις αρνητικές εκδηλώσεις και με τους αρνητικούς χαρακτήρες, επίσης.
Η ανθρωπότητα χαρούμενη λέει αντίο στο παρελθόν της, είχε πει ο Μαρξ. Εμείς αποχαιρετήσαμε το παρελθόν μας, εδώ και πολύ καιρό, τον Οκτώβρη του 1917 και δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν αυτό.
Ωστόσο, στη σοβιετική μας ζωή υπάρχουν ακόμη πράγματα που στέκουν εμπόδιο στην πρόοδό μας και, σύμφωνα μ’ αυτά που λέει το Πρόγραμμα, η λογοτεχνία μας οφείλει να τα καταγγέλλει. Τούτο, βέβαια, είναι ένα χρέος κοινό για όλα τα είδη και τις μορφές της λογοτεχνίας, αλλά πρώτα και κύρια πρέπει να μην καταφρονάμε το πανίσχυρο όπλο του γέλιου. Κι εδώ πάλι πρέπει ν’ αναφέρω εκείνη τη σφραγίδα της συνοφρύωσης, εκείνο το αγέλαστο φέρσιμο που μας έμεινε από την εποχή που σπάνια είχαμε διάθεση να γελάσουμε. Και στον τομέα τούτο, πάλι, έχουμε πίσω μας μια πλούσια παράδοση κλασικής λογοτεχνίας – το Γκριμπογιέντωφ, το Γκόγκολ, το Χέρτσεν, το Νεκράσωφ, το Σαλτυκώφ-Στσέντριν, τον Τσέχωφ.
Μπορούμε, βέβαια, να πούμε πως η σάτιρά τους βρήκε τα πρόσωπά της και την καταγγελτική της δύναμη στη θάλασσα της κοινωνικής ασχήμιας και των αντιθέσεων που συνιστούσαν το φεουδαρχικό και αστικό τρόπο ζωής στην παλιά Ρωσία. Όμως, δεν πρέπει να νομίζουμε πως η εξάλειψη των κοινωνικών αντιθέσεων οδηγεί αυτόματα και στην εξάλειψη της ανθρώπινης ηλιθιότητας, του εγωισμού, της μικροπρέπειας, της ψωροκαυχησιάς κι εκείνης της κατευθείαν από το παρελθόν κληρονομιάς – της γραφειοκρατίας μ’ όλες τις μορφές και τις εξαλλαγές της.

 

Θυμάμαι μια φράση που με σάστισε στο βιβλίο της Ναντιέζνα Κρουπσκάγια «Αναμνήσεις απ΄το Λένιν». Απαντώντας, κατά ένα τρόπο, στο ερώτημα, τι ήταν εκείνο που έκανε τον Λένιν να ακολουθήσει το δρόμο του επαναστατικού αγώνα, η Κρουπσκάγια λέει απλά: «Αγαπούσε πολύ τους εργαζόμενους». Αυτό θα πει πως μονάχα όταν νιώθει κανείς μεγάλη κι ανθρώπινη αγάπη για κείνους που μοχθούν, μπορεί να συλλάβει σ’ όλη τους την έκταση τα βάσανά τους και τις ταπεινώσεις τους κάτω απ’ το ζυγό των εκμεταλλευτών. Μονάχα τότε δεν αρκείται στη συμπάθεια, όπως είχαν αρκεστεί πολλοί άξιοι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, αλλά μεταβάλλει αυτή τη συμπάθεια σε πράξη και διαλέγει το γεμάτο αγκάθια μονοπάτι του επαγγελματία επαναστάτη. Η αγάπη για το λαό!
Όχι εκείνη η χριστιανική, η ευαγγελική αγάπη που καλεί σε ταπεινοσύνη και υπακοή, αλλά η κομμουνιστική αγάπη που ξυπνάει στους ανθρώπους το συναίσθημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συναίσθημα που τους το έχουν αφαιρέσει οι εκμεταλλευτές, συναίσθημα που τους κάνει να έχουν εμπιστοσύνη στη δύναμή τους και τους οπλίζει με την προθυμία ν’ αγωνιστούν για τη δικαιοσύνη. Αυτό που δίνει στην επανάσταση τους ηγέτες και τους ήρωές της δεν είναι το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα.
Πόσο αξιοσημείωτο είναι το ότι στο καινούργιο μας Πρόγραμμα, ένα πρόγραμμα διαποτισμένο από το πνεύμα του ανθρωπισμού, έχουν περιληφθεί αυτές οι απλές και μεγαλειώδεις λέξεις: «τα πάντα για τον άνθρωπο!»
Κι έτσι, ενώ συνεχίζεται η διαμάχη σχετικά με το πώς πρέπει να είναι ο σύγχρονος ήρωας στη λογοτεχνία, ο ήρωας αυτός ζει και δρα όπως πραγματικά είναι, χωρίς μήτε για μια στιγμή ν’ απασχολείται με το πώς θα’ πρεπε να’ ναι για να συμφωνήσει με τις έτοιμες συνταγές και τις αντιλήψεις μερικών κριτικών μας και συγγραφέων μας. Ο ήρωας αυτός καλλιεργεί δημητριακά, βόσκει αγελάδες, κατεργάζεται μέταλλα, κατασκευάζει γιγάντια φράγματα, διδάσκει παιδιά, γιατρεύει αρρώστους, εξερευνά το διάστημα – με λίγα λόγια είναι απασχολημένος με τις πραγματικές δουλειές του σήμερα και βάζει τα θεμέλια για το μέλλον.
Τι λογής άνθρωπος είναι αυτός; Με τι μοιάζει; Πόσων χρονών είναι; Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να βρούμε τις απαντήσεις. Φτάνει να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας στην αίθουσα του Συνεδρίου μας. Εδώ βρίσκονται οι ήρωες της εποχής μας, άνθρωποι όλων των επαγγελμάτων, εργασιών και λειτουργημάτων, από υπουργούς και στρατηγούς ως ανθρακωρύχους και γελαδάρισσες, από χτίστες και μηχανικούς ως ακαδημαϊκούς και κοσμοναύτες. Καθένας τους είναι μονάχος του κι ένα βιβλίο. Και τι βιβλίο!
Αλλά μήπως όλοι οι ήρωες της χώρας μας βρίσκονται εδώ μέσα, έστω κι αν ο αριθμός σας φτάνει τις πέντε χιλιάδες; Σ’ αυτό το ερώτημα, μπορούμε σίγουρα ν’ απαντήσουμε: όχι. Γιατί, αν υπάρχουν εδώ μέσα χιλιάδες, έξω απ’ τους τοίχους αυτής της πελώριας αίθουσας υπάρχουν δεκάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι ήρωες.

Πρέπει ν’ αναφέρω εδώ πως ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει ο κίνδυνος ν’ αρπάξει κάποιος ευκολογράφος συγγραφέας τα πιο πρόσφατα ζητήματα και γεγονότα της ζωής μας και να τα ρίχνει όπως-όπως στο χαρτί προτού να’ χουν πραγματικά ωριμάσει στη στόχασή του και προτού νιώσει την εσώτερη ανάγκη ν’ απευθυνθεί στον αναγνώστη.

Όταν ένας συγγραφέας, που δεν πάσχει απ’ αυτό το είδος της ευκολογραφίας, που νιώθει αβέβαιος κι αμφιβάλλει για τις δυνάμεις του –κι όσο πιο σημαντικός και σοβαρός είναι ένας συγγραφέας, τόσο λιγότερο σίγουρος αισθάνεται για το αλάθητό του- καταφέρνει να υπερνικήσει τις αμφιβολίες του κι αποτείνεται στον αναγνώστη επειδή μια εσωτερική ανάγκη τον παρακινεί να πει κάτι, επειδή δεν μπορεί πια να μένει σιωπηλός, τότε μόνο βγαίνει στο φως βιβλίο που συγκινεί, τότε μόνο βγαίνει στο φως ένα βιβλίο που συγκινεί εμένα, τον αναγνώστη, ως τα βάθη της καρδιάς μου, ένα βιβλίο που γίνεται πια τμήμα του πνευματικού μου εξοπλισμού, που με κάνει ανώτερο και ευτυχέστερο.
Αν ο καλλιτέχνης δεν έχει βαθιά συγκινηθεί από τις ιδέες, τις παραστάσεις, τις εικόνες ζωής, με τις οποίες γεμίζει το έργο του, τότε δεν πρόκειται να συμβεί κανένα θαύμα. Ο αναγνώστης, ο θεατής, ο ακροατής, θα υποδεχτεί το έργο ψυχρά. Το έργο δεν θα τον αγγίξει ως τα μύχια της ψυχής του. Είναι τούτο μια από τις καταπληκτικότερες ιδιομορφίες της τέχνης.
Το να λες ψέμματα, το να υπεκφεύγεις ή να προσποιείσαι είναι τόσο δύσκολο στην τέχνη όσο είναι και στον έρωτα. Τίποτα δεν βγαίνει από μια τέτοια στάση. Υπάρχουν, βέβαια, άνθρωποι που λένε ψέμματα και υποκρίνονται στον έρωτα, αλλά αργά ή γρήγορα ξεσκεπάζονται.
Λίγα λόγια για το σύγχρονο ήρωα στη λογοτεχνία μας. Νομίζω πως ένα μεγάλο ελάττωμα στις απεικονίσεις της σύγχρονης λογοτεχνίας μας είναι τούτο: Ο ήρωας δρα και σκέφτεται λίγο-πολύ ορθά, αλλά μ’ όλο που υποτίθεται πως έχει όλες τις αρετές, του λείπει ένα απλό μα αναντικατάστατο προτέρημα: η γοητεία του ανθρώπινου όντος, η γοητεία της μεγαλοκαρδίας, της καλωσύνης, της ψυχικής ευγένειας, της αγάπης για το λαό, καθετί που κάνει να μας αρέσουν οι αγαπημένοι μας ήρωες των μυθιστορημάτων.
1. Στα επί μέρους και στο σύνολό του.
Συμβαίνει μερικές φορές να διαβάζεις ένα βιβλίο. Αρχίζει να γνωρίζεις το κύριο πρόσωπο που ο συγγραφέας μόχθησε πολύ να το απεικονίσει σαν πρότυπο, και πραγματικά είναι πρότυπο απ’ όλες τις πλευρές: ξέρει τη δουλειά του, ξεπερνάει το πλάνο του, ξέρει να οργανώνει ανθρώπους και να τοποθετεί τον καθένα εκεί που μπορεί να αποδώσει κλπ. Αλλά δεν θα ήθελες να ταξιδέψεις ως το Βλαδιβοστόκ έχοντας αυτό τον άνθρωπο δίπλα σου, στο ίδιο βαγόνι. Δεν σ’ ενδιαφέρει ούτε σε έλκει. Παίρνουμε τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα από τις σελίδες των βιβλίων ή από τις σκηνές των θεάτρων και τα φέρνουμε στον κύκλο των φίλων μας, νιώθουμε την παρουσία τους, είμαστε πρόθυμοι όχι μόνο να ταξιδέψουμε μαζί τους στο ίδιο βαγόνι, αλλά και, εάν χρειαστεί, να βρεθούμε μαζί τους στο ίδιο λαγούμι στο μέτωπο κάτω απ’ τα πυρά του εχθρού, ή να σταθούμε κοντά τους σε μια εποχή σκληρότατων πνευματικών δοκιμασιών.
Ανάμεσα στους αντιπροσώπους που παίρνουν μέρος στο Συνέδριό μας, υπάρχουν άνθρωποι που είχαν την καλή τύχη να γνωρίζονται προσωπικά με τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Λένιν. Μπορούν να επιβεβαιώσουν αυτό που γνωρίζουμε από πολλά απομνημονεύματα: ο Λένιν είχε σε πολύ υψηλό επίπεδο αυτό που το αποκαλούμε προσωπική γοητεία. Οι άνθρωποι που τον γνώριζαν καλά μας λένε πως τους φαινόταν ότι ακτινοβολούσε συντροφική στοργή, ευγένεια, αβρότητα, πράγματα που προσέλκυαν τον κόσμο προς αυτόν αν και ξέρουμε πως μπορούσε να είναι άκαμπτος, ακόμα και αδυσώπητος όταν το απαιτούσε η υπόθεση της επανάστασης. Από πού προερχόταν αυτή η γοητεία; Ποια είναι η φύση της;

 

Εγώ γεννήθηκα και ανατράφηκα σε χωριό. Έζησα στην ύπαιθρο πολλά χρόνια και δεν μπορώ να γράψω αν από καιρό σε καιρό δεν πάω «να ζήσω επί τόπου». Ωστόσο έχω τη γνώμη πως δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί σωστή η αντίληψη ότι η Μόσχα είναι ένα είδος Βαβυλώνας γεμάτης πειρασμούς, ματαιοδοξίες και αντίθετη, τάχα, στον ενάρετο τρόπο ζωής.

Λες και η Μόσχα δεν είναι το πολιτικό και πνευματικό κέντρο της χώρας μας, δεν είναι μια απ΄τις σπουδαιότατες περιοχές οικοδόμησης και δεν αποτελεί αυτή η ίδια πλουσιώτατη πηγή όπου μπορεί να μελετήσει κανείς τη ζωή σ’ όλες τις ποικιλόμορφες εκδηλώσεις της. Έχουμε λ.χ. τρομερή ανάγκη από ένα μυθιστόρημα ή από μια σειρά μυθιστορήματα που θα έκαναν για τη Μόσχα ό,τι έκαναν τα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ για το Παρίσι, την εποχή που η αστική τάξη ήταν η ανερχόμενη δύναμη.
Μυθιστορήματα που να δείχνουν όλα τα στρώματα και τις διασταυρώσεις της ζωής στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική Μόσχα. Υπάρχει ακόμα μια κάποια σύγχιση στο ζήτημα του μοντέρνου θέματος στη λογοτεχνία, για το οποίο γίνεται πολύς λόγος. Ποιος από μας είναι αντίθετος στα μοντέρνα θέματα; Κανείς. Αλλά οι γνώμες σχετικά με το τι είναι μοντέρνο διαφέρουν. Μερικοί σύντροφοι έχουν την τάση να περιορίζουν την έννοια του μοντέρνου στα γεγονότα της τελευταίας χρονιάς ή του τελευταίου εξαμήνου. Ό,τι έγινε μετά την Ολομέλεια του Γενάρη είναι μοντέρνο, ό,τι έγινε πριν απ’ αυτήν αποτελεί μακρινό παρελθόν. Κι αν ένας καλλιτέχνης μετουσιώσει ζωντανά μερικά χαρακτηριστικά της περασμένης χρονιάς θεωρείται πως «δεν συμβαδίζει με τη ζωή». Βέβαια αυτό δεν λέγεται έτσι ωμά, αλλά πάντως με τέτοιο ακριβώς τρόπο τείνουν μερικοί ν’ αντιλαμβάνονται το επίκαιρο θέμα. Και στην προσπάθειά τους να συμβαδίζουν με τον ημεροδείκτη γίνονται λιγότερο απαιτητικοί στα ζητήματα της ιδεολογικής και καλλιτεχνικής τελειότητας, στο ζήτημα της ποιότητας της παραγωγής τους. Αυτό μερικές φορές μάλιστα οδηγεί και σε πλήρη περιφρόνηση των ενδιαφερόντων του αναγνώστη. Κι έτσι παρουσιάζονται στην αγορά
βιβλία γραμμένα στο γόνατο, βιβλία που δεν αφήνουν κανένα ίχνος στη σκέψη του αναγνώστη και μάλιστα εξευτελίζουν και το ζήτημα της επικαιρότητας.
Αυτό που έχω να πω σ’ όλα αυτά είναι πως κάθε μέρα, κάθε χρόνος, κάθε περίοδος της πενηντάχρονης σχεδόν ανάπτυξής μας έχει μια αξία που κλείνει μέσα της τη διάρκεια, παρουσιάζει ενδιαφέρον σε παγκόσμια κλίμακα και μπορεί μ’ επιτυχία να χρησιμεύσει σαν θέμα καλλιτεχνικής απεικόνισης.
Τους συγγραφείς που επείγοντα ν’ ανταποκριθούν στα αιτήματα της ημέρας, που θέλουν να διακριθούν μέσω της επικαιρότητας ενός θέματος που δεν το έχουν μελετήσει βαθιά, θα ήθελα να τους χαρακτηρίσω μ’ ένα όνομα δανεισμένο από τον Σαλτυκώφ-Στσέντριν: Είναι «ξαφριστές». Για έναν «ξαφριστή» το υλικό που παίρνεται από την κατασκευή λ.χ. της διώρυγας του Βόλγα-Δον ή τη μετακίνηση των μεγάλων Κοζάκικων χωριών από την περιοχή που σήμερα αποτελεί το βυθό της τεχνητής λίμνης Τσιμλιάνσκογιε σε καινούργιους τόπους της ανοιχτής στέππας – για έναν «ξαφριστή» λοιπόν, αυτά τα πράγματα παρουσιάζουν τόσο ενδιαφέρον όσο και τα χιόνια της περασμένης χρονιάς. Τον καιρό που συνέβαιναν αυτά τα γεγονότα, ο «ξαφριστής» τους αφιέρωσε ένα-δυο λόγια, τα απεικόνισε επιφανειακά και αυτό ήταν όλο.
Έναν σοβαρό συγγραφέα, όμως, σαν τον Βλαντίμιρ Φομιένκο από το Ροστώβ, το θέμα αυτό τον απασχόλησε δέκα ολόκληρα χρόνια κι όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο του «Μνήμη της γης», θα συμφωνήσει πως είναι ένα βαθύ κι ενδιαφέρον έργο που ανήκει «in parte» και «in toto» στο σήμερα, ακριβώς όπως αν συγγραφέας μιλούσε για πράγματα του 1960 ή του 1961.

 

Όμως το κόμμα και ολόκληρη η κοινωνία μας περιμένουν απ’ τη λογοτεχνία μας κάτι περισσότερο από τέτοιες άμεσα πρακτικές μαρτυρίες για την οικονομική μας ζωή και τους αριθμούς παραγωγής. Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες είναι πολύ ευρύτερες. Αφορούν στην πνευματική ζωή των ανθρώπων μας, με όλες τους τις χαρές και τις λύπες, τις έγνοιες και τις επιθυμίες τους, όχι μόνο στην καθημερινή τους δουλειά, αλλά και στο σπίτι τους, στις οικογενειακές τους σχέσεις, στον έρωτα, στα πατρικά και μητρικά τους αισθήματα – κοντολογής σ’ όλες τις εκφάνσεις της πραγματικής ζωής.
Αυτό εννοείται στον όρο βοηθός του κόμματος κι όχι τα «λογοτεχνικά λουστραρίσματα» διατυπωμένων ήδη και πασίγνωστων αποφάσεων. Κάποιος σύντροφός μας είπε πολύ εύστοχα πως αν ένας συγγραφέας παίρνει μια έτοιμη ιδέα από το άρθρο μιας εφημερίδας ή κι από ένα κομματικό ντοκουμέντο και περιορίζεται απλώς να τη φωτίσει με το «λογοτεχνικό του όργανο», τότε ο συγγραφέας αυτός δεν προσφέρει πραγματικά τίποτα που νά’ χει αληθινή αξία – είναι σχεδόν το ίδιο, σαν να εκπληρώνει το πλάνο γαλακτοκομικών προϊόντων παραδίνοντας βούτυρο που τό’χει αγοράσει σ’ ένα μαγαζί.
Όταν στον τύπο, στις ομιλίες κι ακόμα κι εδώ στο Συνέδριο γίνεται λόγος για την ανάγκη ύπαρξης δεσμών με τη ζωή, διατυπώνεται η παρατήρηση πως όλοι οι συγγραφείς κολλάνε στη Μόσχα κι έτσι εξηγείται το ότι μένουν πίσω απ’ την πραγματική ζωή. Συμφωνώ απόλυτα με τη συντρόφισσα Φούρτσεβα πως θα ήταν χρήσιμο να συστήσουμε σε μερικούς συγγραφείς, προπάντων στους νεότερους, να «βγουν έξω στον κόσμο» όπου ίσως θα μάθουν ότι το ψωμί δεν φυτρώνει στα μαγαζιά της οδού Γκόρκυ, αλλά κάτω από κάπως διαφορετικές συνθήκες.
Όλα αυτά είναι πολύ καλά, αλλά η απλή γεωγραφική θέση του σπιτιού ενός συγγραφέα δεν αποτελεί λύση. Θα μπορούσε να μένει στο Σταθμό Γιεροφέι Παύλοβιτς –υπάρχει ένα τέτοιο μέρος στην Άπω Ανατολή- ή ακόμα και σε μια Γιαράνγκα κάπου στην Τσουκόνκα, και πάλι νά’ ναι συγγραφέας της κατηγορίας του ελεφάντινου πύργου.
Θα ήθελα να αναφέρω το όνομα ενός σεμνού συγγραφέα και δημοσιογράφου, του Γιεφίμ Ντορός. Είναι ένας Μοσχοβίτης που περνάει κάμποσους μήνες το χρόνο σε κάποιο μέρος της περιοχής του Γιαροσλάβ. Ξέρει όλο τον κόσμο εκεί και τον ξέρουν όλοι. Μ’ άλλα λόγια είναι αυτού σα στο σπίτι του. Ύστερα από τη μακρόχρονη και προσεκτική μελέτη της ζωής που έκανε εκεί πέρα, έγραψε ένα βιβλίο, το «Αγροτικό Ημερολόγιο», έξοχο από κάθε πλευρά. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα βιβλίο με σκιαγραφίες, αλλά, κατά τη γνώμη μου, δίνει στον αναγνώστη πολύ περισσότερα απ’ όσα του δίνουν ένα σωρό ογκώδη μυθιστορήματα της αράδας. Θά’ λεγε κανείς ότι αν ένας συγγραφέας ενδιαφέρεται για τη ζωή στα Κολχόζ θα έπρεπε να πάει σε μια από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές, στις παρθένες εκτάσεις, στα Αλτάια ή στην Ουκρανία. Αλλά το θέμα που προτιμάει ο Ντορός βρίσκεται στα περίχωρα της Μόσχας και παρά το γεγονός αυτό, οι παρατηρήσεις του και τα συμπεράσματά του, που προέκυψαν από τη ζωή σ’ αυτή την περιφέρεια, η οποία δεν παρουσιάζει τίποτα το σπουδαίο ή έστω και αξιοσημείωτο, έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και σημασία. Συνεπώς, δεν υπάρχουν σιδερένιοι κανόνες για το ζήτημα αυτό. Συνεπώς, πρόκειται για ζήτημα αγάπης του συγγραφέα για το έργο του, στοργής για το θέμα που διάλεξε και που γίνεται πια το κύριο ενδιαφέρον του στη ζωή.
Η προσωπολατρεία έφυγε, αλλά η αδράνειά της και οι επιβιώσεις της επίδρασής της υπάρχουν, δυστυχώς, ακόμα στη λογοτεχνία μας και γενικότερα στον τύπο μας. Σ’ αυτά τα στοιχεία που επιβιώνουν ακόμα, πρέπει να περιλάβουμε, λ.χ. εκείνο τον τόνο της αμετροεπούς καυχησιολογίας που συχνά βλέπει το φως της δημοσιότητας στον τύπο μας, τη διάθεση να μη βλέπουμε στη ζωή μας τίποτ’ άλλο από Κυριακές και γιορτές και ν’ αγνοούμε όλες τις άλλες εργάσιμες ημέρες με το μόχθο τους, τις έγνοιες τους, τις ανάγκες τους. Ο Λένιν είπε κάποτε: «Δεν πρέπει να ξεγελάει κανείς τον εαυτό του με ψευτιές. Είναι βλαβερό. Αυτού βρίσκεται η κύρια πηγή της γραφειοκρατικής στάσης ανάμεσά μας».
Μερικοί από τους συγγραφείς και κριτικούς μας μιλούν για την ανάγκη να «εξάρουμε» την πραγματικότητα με σκοπό να της προσδώσουμε, λέει, περισσότερη μεγαλοπρέπεια και ομορφιά. Ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που πιστεύουν ότι τα πράγματα στη χώρα μας θά’πρεπε να πηγαίνουν πολύ κακά αν τυχόν η πραγματικότητά μας χρειαζόταν στ’ αλήθεια «έξαρση». Δεν τη χρειάζεται όμως. Είναι αρκετά εξηρμένη και μεγαλόπρεπη, μ’ όλες της τις δυσκολίες και τις ατέλειες. Και το ζήτημα που μπαίνει πραγματικά είναι να εξαρθεί ο συγγραφέας ως το ύψος της πραγματικότητας.
Οι συγγραφείς αποκαλούνται οι στενότεροι βοηθοί του κόμματος. Τούτο είναι ένας υψηλός τίτλος που φέρνει μαζί του πολλά καθήκοντα, αλλά μπορεί να κατανοηθεί με διάφορους τρόπους. Υπάρχουν μερικοί που νομίζουν ότι το να είσαι «βοηθός του κόμματος» σημαίνει απλώς να συνοδοιπορείς με το κόμμα, «χρησιμοποιώντας λογοτεχνικά μέσα» για να εικονογραφείς τις διάφορες προτάσεις του κόμματος, τα καθήκοντα που ορίζει στην οικονομία και την παραγωγή. Στην πράξη η αντίληψη αυτή καταλήγει σε κάτι σαν ετούτο δω:
«Οι λαμπερές ακτίνες του ήλιου που βασίλευε χρύσωναν ακόμα τις κορυφές των σημύδων γύρω απ’ τα σπίτια του Κολχόζ “Ο Δρόμος για τον Κομμουνισμό” και η Γκρούνυα, η γελαδάρισσα, αφού υπολόγισε όλους τους παράγοντες αποφάσισε να κάνει τις γελάδες της να βγάζουν τόσα λίτρα γάλα παραπάνω απ’ την ποσότητα που απαιτούσε το πλάνο της». Ίσως τα γραφτά να μην είναι πάντα τόσο πρωτόγονα, αλλά αυτή είναι στην ουσία η «λογοτεχνική μορφή» όπου καταλήγει η εικονογραφική μέθοδος. Η κουφότητά της είναι ολοφάνερη.
Τελείως διαφορετικό είναι το ζήτημα, όταν ένας συγγραφέας αντιλαμβάνεται με την οξεία και διεισδυτική του όραση κάτι που είναι καινούργιο και σημαντικό στη ζωή, κάτι που ίσως δεν έχει αναφερθεί στα κομματικά ντουκουμέντα ή στα άρθρα της «Πράβντα» και τολμηρά κι έντιμα κι από την κομματική θέση γράφει τις παρατηρήσεις του και τις γνώμες του κι ακόμα συνάγει και τα δικά του συμπεράσματα. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι ένας πραγματικός βοηθός του κόμματος.
Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το μεγάλο ενδιαφέρον που προκάλεσε στο αναγνωστικό κοινό το βιβλίο του Βαλεντίν Οβέτσκιν «Ο καθημερινός κύκλος σε μια γεωργική περιοχή» όταν δημοσιεύτηκε την παραμονή της συνόδου της Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. το Σεπτέμβρη του 1953. Ο συγγραφέας έβαζε το ζήτημα της όχι σωστής ηγεσίας στα Κολχόζ εκείνα τα χρόνια. Και το έκανε με βαθιά γνώση του θέματός του. Αυτό ήταν σοβαρό γράψιμο. Και χρήσιμο. Και οι αναγνώστες το τίμησαν όπως του έπρεπε.
Στις δύο του εισηγήσεις ο σύντροφος Χρουστσώφ είπε πως η οικοδόμηση του Κομμουνισμού, ακόμα και κάτω απ’ τις σημερινές συνθήκες, δεν είναι εύκολη υπόθεση και θα απαιτήσει όχι λίγη συγκέντρωση δυνάμεων, όχι λίγο επίμονο και με σωστές κατευθύνσεις μόχθο. Μ’ όλο που το οικονομικό καθήκον – η δημιουργία της υλικής και τεχνικής βάσης του Κομμουνισμού – είναι το κύριο, υπάρχει κι ένα άλλο, ένα όχι λιγότερο και ίσως ακόμα πιο περίπλοκο καθήκον, που συνδέεται στενά με το πρώτο: το καθήκον να εξασφαλίσουμε ηθικά εφόδια, – ας πούμε έτσι – στον Κομμουνισμό, να εκπαιδεύσουμε το ανθρώπινο πνεύμα, να διαπλάσουμε τη συνείδηση, την ψυχολογία του καινούργιου ανθρώπου. Σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα ο ρόλος της λογοτεχνίας και της τέχνης γίνεται εξαιρετικά περίπλοκος και υπεύθυνος.
Ο αναγνώστης έχει μεγάλη ανάγκη από ακέρια την αλήθεια της ζωής. Αποδράσεις και υπεκφυγές από μέρους του καλλιτέχνη τον ενοχλούν. Ο σύντροφος Χρουστσώφ είπε ευθέως ότι το κύπελλο της αφθονίας, που χωρίς αυτό ο Κομμουνισμός είναι αδιανόητος, δεν είναι ακόμα γεμάτο, αλλά θα γεμίσει, είμαστε πεπεισμένοι γι΄αυτό. Όταν όμως ένας συγγραφέας βεβαιώνει σήμερα ότι το κύπελλο είναι γεμάτο ως τα χείλια ή ότι ακόμα ξεχειλίζει, δεν κερδίζει τίποτε άλλο εκτός απ’ τη γελοιοποίηση στα μάτια του ενοχλημένου αναγνώστη του. Διακόπτεται έτσι η απαραίτητη επαφή ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη κι αυτό είναι κάτι που δεν παίρνει γιατρειά. Τέτοια πράγματα δεν πρέπει να τα επιτρέπουμε. Δεν πρέπει να παραλείπουμε να δείχνουμε τις δυσκολίες.
Τούτο είναι ουσιώδες όχι μόνο για το συμφέρον του μεγάλου πρακτικού έργου μας, της οικοδόμησης. Είναι επίσης ουσιώδες επειδή έχει να κάνει με την πνευματική, την ψυχολογική πλευρά του σοβιετικού εργαζόμενου ανθρώπου, του οικοδόμου ενός καινούργιου τρόπου ζωής.
Ο Σουβόρωφ, αν δεν κάνω λάθος, ήταν που είπε πως ένας στρατιώτης δεν είναι περήφανος μόνο για τα κατορθώματά του στη μάχη, αλλά και για τις στερήσεις που υπόφερε στην εκστρατεία. Στα γραφτά μας, οι αφηγήσεις μας για τα κατορθώματα του λαμπρού στρατιώτη μας, του σοβιετικού λαού στη μάχη της δουλειάς, αγνοούν συχνά τις στερήσεις και τις δυσχέρειες που αυτός υποφέρει κατά τη μεγάλη εκστρατεία του.
Τραυματίζουμε τη θεμιτή περηφάνεια ενός ανθρώπου, ο οποίος ξεπερνώντας κάθε δυσκολία προχωρεί ασταμάτητα προς τον υψηλό στόχο που διάλεξε. Πρέπει να βοηθάμε να κρατιέται ψηλά αυτή η δίκαιη περηφάνεια, πρέπει να αποτίουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στο κουράγιο του, στην αντοχή και την υπομονετικότητά του, στην ευγενική ανιδιοτέλειά του, στην προθυμία του να μπορεί να γίνει μόνο με την αληθινή απεικόνιση της ζωής και των εργασιακών κατορθωμάτων των δουλευτών μας, με μια απεικόνιση που λέει ολόκληρη την αλήθεια, χωρίς εξωραϊσμούς και χωρίς κατεργάρικες εξομαλύνσεις των αντιφάσεων.
Πιστεύω πως οι γραμμές του Προγράμματος που κάνουμε λόγο για την ανάγκη αληθινής και υψηλά καλλιτεχνικής απεικόνισης της απέραντα ποικιλόμορφης πραγματικότητάς μας, μας το επιβάλλουν αυτό σαν
καθήκον.
Ποιο είναι το ουσιαστικό ελάττωμα της λογοτεχνίας μας που γίνεται ιδιαίτερα φανερό σήμερα, στο φως όλων εκείνων των πραγμάτων που συνιστούν το περιεχόμενο και την πηγή έμπνευσης του Εικοστού Δεύτερου Συνεδρίου μας; Το ελάττωμα αυτό είναι η λειψή περιγραφή των διαφόρων προτσές που λαβαίνουν χώρα μέσα στη ζωή, των πολλών πλευρών αυτής της ζωής και των προβλημάτων που ανακύπτουν απ’ αυτήν. Ή, για να το πούμε σταράτα, το ελάττωμα αυτό είναι η λειψή εμβάθυνση και αλήθεια κατά την απεικόνιση της ζωής.
Ο νέος Λέων Τολστόι έγραψε για ένα από τα «Διηγήματα της Σεβαστούπολης» αυτά τα λόγια: «Ο ήρωας του διηγήματός μου, που τον αγαπώ μ’ όλη την καρδιά, που πάσκισα να τον περιγράψω σ’ όλη του την ομορφιά, ο ήρωας αυτός είναι η Αλήθεια».
Πόσο συχνά συμβαίνει σε μας, ο απαιτητικός αναγνώστης, όταν εμβαθύνει διαβάζοντας ένα βιβλίο ασχολούμενο με κάποια πλευρά της πραγματικότητάς μας που σχετίζεται άμεσα με την πρακτική του δουλειά – πόσο συχνά συμβαίνει ο απαιτητικός αναγνώστης να απευθύνει με τη σκέψη του μομφές και συλληπητήρια στο συγγραφέα: «Τι είναι τούτα δω που πας να μου σερβίρεις; Εγώ ξέρω κάτι παραπάνω από σένα και του λόγου σου είτε δεν ξέρεις τι σου γίνεται, είτε – αν ξέρεις – κρατιέσαι μακριά, αποφεύγεις να καταπιαστείς, φοβάσαι!» Κάτι τέτοιο είναι φοβερή καταδίκη για ένα βιβλίο. Και τέτοιες καταδικαστικές αποφάσεις δεν αρθρώνονται μοναχά στη σκέψη του αναγνώστη αλλά και καταγράφονται σ’ επιστολές προς το συγγραφέα και λέγονται και στις συζητήσεις όπου ο συγγραφέας μιλάει για το έργο του ή σε όποια άλλη ευκαιρία.
Οι προηγούμενοι αναγνώστες μας δεν ψάχνουν ντε και καλά να βρουν ελαττώματα στα βιβλία. Είναι πρόθυμοι να συγχωρήσουν σ’ ένα συγγραφέα μια τεχνική ή πραγματική ανακρίβεια στις λεπτομέρειες του πίνακά του (αν βέβαια δεν είναι πολύ χτυπητή). Αλλά δεν έχουν καμιά διάθεση να καταπίνουν παγαποντιές στα κύρια ζητήματα, σ’ αυτά που μαρτυρούν την ουσία του βιβλίου. Αυτό μαρτυράει την πελώρια ανάπτυξη της αυτεπίγνωσης του λαού μας, το υψηλό του πολιτιστικό επίπεδο και την ελευθερία του να κρίνει, ελευθερία που χαρακτηρίζει εκείνους που
είναι αφέντες της ζωής. Ένας τέτοιος αναγνώστης δεν πρόκειται να μεταβάλει γνώμη όσο κι αν του παινέψεις το βιβλίο, όσο κι αν πασκίσεις να του αποδείξεις πως του είναι αναγκαίο και χρήσιμο αρκεί να «παραβλέψει τα ελαττώματα». Ο τέτοιος αναγνώστης προτιμάει να κρίνει το βιβλίο παίρνοντας πλήρως υπόψη του τόσο τα καλά όσο και τα κακά του σημεία.
Το ελάττωμα πολλών βιβλίων μας είναι πρώτα απ’ όλα η απουσία της αλήθειας ζωής, οι φοβισμένες αμφιταλαντεύσεις του συγγραφέα, η απορία του για το τι είναι επιτρεπτό και τι δεν είναι, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον αναγνώστη.
«Εμένα μου κόβει», σκέφτεται ο συγγραφέας, «τα ξέρω όλα. Αλλά αν τύχει κι ο αναγνώστης δεν αντιληφθεί κάτι με τον τρόπο που πρέπει, και πάψει να εκπληρώνει το πλάνο του στη δουλειά;»
Τούτο δεν είναι τίποτα άλλο από μια παραχώρηση στις μεθόδους και τις συνήθειες που ανήκουν σ’ εκείνα τα χρόνια της ανάπτυξής μας που χαρακτηρίζονταν από ένα πνεύμα δυσπιστίας και καχυποψίας, παραχώρηση καταστρεπτική ιδιαίτερα για την τέχνη. Η δυσπιστία απέναντι στον αναγνώστη είναι βαρύ αμάρτημα, αμάρτημα που αναπόφευκτα επηρεάζει την ποιότητα του βιβλίου και του αφαιρεί τη δύναμη να επιδράσει πάνω στο ανθρώπινο πνεύμα. Ο Μαξίμ Γκόρκυ έλεγε πως στον αναγνώστη πρέπει να φέρεσαι όπως σ’ έναν ευγενικό και μυαλωμένο φίλο στον οποίο μπορείς να εμπιστευτείς τις μύχιες σκέψεις σου. Δεν μπορείς να είσαι παγαπόντης απέναντι σ’ ένα φίλο και να του κρύβεις πράγματα. Τι σόι φιλία θα ήταν αυτή;
Του ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΤΒΑΡΝΤΟΦΣΚΥ
Μεταφράζει ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ
Ο Αλεξάντρ Τβαρντόφσκυ, διευθυντής ενός από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της ΕΣΣΔ, θεωρείται ο μεγαλύτερος από τους σημερινούς ποιητές της Ρωσίας και ένα από τα πιο φωτεινά πνεύματα της χώρας του. Η ενεργητική συμμετοχή του στην πολιτιστική ζωή, αλλά και γενικότερα στον καθόλου βίο της πατρίδας του, χαρακτηρίζεται από έναν βαθύτατο προβληματισμό. Η ευθύτητα και η ειλικρίνειά του στην αντιμετώπιση των ζητημάτων που φέρνει στην ημερήσια διάταξη η σοβιετική πραγματικότητα, προσδίνουν ξεχωριστό ενδιαφέρον στις δημόσιες εκδηλώσεις του. Ο λόγος που εξεφώνησε πρόσφατα στο 22ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε., και που τον δημοσιεύουμε εδώ, προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση.
Στην αρχή της ομιλίας του ο Τβαρντόφσκυ αφού αναφέρθηκε στη σημασία του 22ου Συνεδρίου και του προγράμματος που υιοθετήθηκε απ’ αυτό για την ειρήνη στον κόσμο, συνέχισε ως εξής: Η λογοτεχνία και η τέχνη είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες απέναντι σε καθετί σημαντικό που συμβαίνει στη ζωή της κοινωνίας. Τα χρόνια που κύλησαν από το Εικοστό Συνέδριο του Κόμματός μας στάθηκαν χρόνια γεμάτα από δημιουργικό ενθουσιασμό των μαζών, χρόνια καρποφόρου μόχθου. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο σημειώθηκε ένα είδος πνευματικής έξαρσης στη
σοβιετική λογοτεχνία. Μέσα στην περίοδο αυτή η λογοτεχνία μας απαλλάχτηκε από κάποια αίσθηση καταναγκασμού και περιορισμού που την χαρακτήριζε και που ήταν αποτέλεσμα των αντιανθρωπιστικών εκδηλώσεων οι οποίες προέκυψαν από την προσωπολατρεία. Αρκεί να πούμε πως ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους τους οποίους το κόμμα μας, καταγγέλλοντας την προσωπολατρεία, αποκατάστησε τιμητικά και τους ξανάφερε στη ζωή, βρίσκονται και πολλοί συνάδελφοί μας συγγραφείς, που ξανακέρδισαν το όνομά τους σαν λογοτέχνες και τη θέση τους στην ιστορία της σοβιετικής λογοτεχνίας.
Όλα όσα έγιναν σ’ αυτά τα πρόσφατα, τα πολύ καρποφόρα χρόνια, δεν μπορούσε παρά να έχουν επίδραση πάνω στη διάθεση και τη δημιουργική προσπάθεια των συγγραφέων μας και άλλων καλλιτεχνών. Δεν μπορείς να αφαιρέσεις λέξεις από ένα τραγούδι, λέει ο λόγος. Η πολύπλοκη και σοβαρή ιδεολογική αλλαγή που έγινε μέσα στην μετά το Εικοστό Συνέδριο περίοδο δεν στάθηκε μήτε εύκολη μήτε απλή για πολλούς από εμάς. Δεν ήταν τα πάντα αμέσως κατανοητά σ’ όλους. Υπήρχαν δυσκολίες για το ξεπέρασμα των συνηθισμένων αντιλήψεων, της ψυχολογικής αδράνειας. Αλλά το να μένει κανείς τέλεια άτρωτος σε τέτοιες περιπτώσεις, το να απαλλάσσεται ανέμελα και μ’ αλαφριά καρδιά από καθετί, όπως η ράχη της πάπιας απαλλάσσεται απ’ το νερό, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ιδεώδης πνευματική προσαρμογή.
Αυτές οι αναπότρεπτες δυσκολίες της αλλαγής στη νοοτροπία και τη διάθεση των λογοτεχνών μας ξεπεράστηκαν. Πρέπει όμως ακόμη να αντιμετωπίσουμε κάποιες επιβιώσεις του τρόπου σκέψης που χρονολογείται από την περίοδο της προσωπολατρείας, κάποιες συνήθειες στη λογοτεχνική πρακτική, στο γράψιμο και στις μεθόδους απεικόνισης της πραγματικότητάς μας. Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτά τα πράγματα με ειλικρίνεια και ευθύτητα.
Παρ’ όλα τα πασίδηλα επιτεύγματα της λογοτεχνίας μας στα τελευταία χρόνια, δεν στάθηκε, κατά τη γνώμη μου, δυνατό ακόμη να επωφεληθούμε ολοκληρωτικά – και επιθυμώ να το πω αυτό απ’ το βήμα του Συνεδρίου από τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργήθηκαν με το Εικοστό Συνέδριο του Κόμματος. Το παράδειγμα τόλμης, ευθύτητας και φιλαλήθειας που έδωσε το Κόμμα δεν ακολουθείται πάντα.