Category: Σοβιετική Τέχνη


sJb-caD-h8RauhaBCWKkAA-wide

αρχές της δεκαετίας του 90, το skate είναι ήδη μια υποκουλτούρα στις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας

Σήμερα στην Ρωσία αλλά και γενικά στις χώρες της πρώην Σοβιετικής ένωσης το skate είναι μια διαδεδομένη κουλτούρα. Η κουλτούρα άνθισε τόσο μέσω της διεθνοποίησης της από την τηλεόραση, τις επιρροές από το εξωτερικό και το internet αλλά και βρήκε πρόσφορο έδαφος στα ατέλειωτα αστικά ρωσικά και σοβιετικά πάρκα, τα οποία αντικειμενικά αποτελούσαν ιδανικό τοπίο.

Αυτή είναι η κυρίαρχη αφήγηση, η οποία προφανώς και έχει δόσεις αλήθειας, Όμως δεν τα λέει όλα και αυτό είναι μεγάλη έλλειψη. Η κουλτούρα του skate είχε έρθει στην περιοχή πολύ πριν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και είχε προωθηθεί από “επίσημα όργανα” δηλαδή από περιοδικά νέων της εποχής και φεστιβάλ. Αξίζει λοιπόν να γίνει μια μικρή ιστορική αναδρομή και αυτό γιατί αν κάτι μοιάζει με κομμουνισμό είναι ακριβώς αυτό: η ανανοηματοδότηση σημείων και μνημείων της πόλης, το πέρασμα από τα σημαίνοντα του κράτους και της ιστορίας του, στη μνήμη της κουλτούρας και του παιχνιδιού. Αυτή είναι-μια μορφή-της πραγματικής κίνησης που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Το skate πριν την περεστρόικα

Τα πρώτα skate εμφανίστηκαν στη Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του 70 ως δώρα από ταξίδια στο εξωτερικό. Όπως γίνεται κατανοητό ήταν σε μικρές ποσότητες. Παρόλα αυτά αρκετοί ενθουσιώδεις τύποι, δημοσιογράφοι, εκδότες κτλ, γρήγορα έπιασαν ότι κάτι τέτοιο έχει μέλλον και έτσι εμφανίστηκαν στα περιοδικά της εποχής οι πρώτες οδηγίες για diy skate. Η ονομασία που χρησιμοποιούταν τότε στη ΕΣΣΔ ήταν “σερφ ασφάλτου”(sic). Μετά από αυτό, τα εργοστάσια ποδηλάτων στη ΕΣΣΔ άρχισαν να παράγουν δειλά στην αρχή, μαζικά μετά, σανίδες skate. Η πρώτη σοβιετική σανίδα skate ήταν η εσθονική Rula που κατασκευάστηκε στο Ταλίν το 1979. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 σχεδόν κάθε μεγάλη σοβιετική πόλη είχε μαγαζιά με σανίδες skate: Ρίγα, Λένινγκραντ, Βίλνιους, Μόσχα, Ταλίν. Ακόμα και στις πόλεις της Μολδαβίας και του Καζακστάν υπήρχαν σανίδες. Τότε επίσης το skate γίνεται επίσημο άθλημα από τις σοβιετικές αρχές και προωθείται επίσημα. Έτσι ανοίγουν τοπικές λέσχες, περιοδικά, ιδρύεται η σοβετική ομοσπονδία “σερφ για άσφαλτο” και φεστιβάλ. Κέντρα φυσικά γίνονται οι μεγάλες πόλεις : Η Μόσχα, το Λένινγκραντ, το Χάρκοβο, η Ρίγα και κυρίως το Σαράτοβ. Στο Σαράτοβ κάθε χρόνο διοργαώνεται μέχρι το 1991 τοπικό επίσημο φεστιβάλ ενώ το 1991 μόλις έναν μήνα πριν την οριστική διάλυση της ΕΣΣΔ θα διοργανωθεί το πρώτο παν-σοβιετικό φεστιβάλ(όπου συμμετείχε και κόσμος από τις ήδη ανεξάρτητες δημοκρατίες). Επίσης εδώ θα εκδοθεί το πρώτο περιοδικό ειδικά για skate το οποίο θα χρησιμοποιήσει και πρώτο τη λέξη skate το “skejt-novosti-τα νέα του skate”

Το skate την εποχή της περεστρόικα

Την εποχή της περεστρόικα πολλοί νέοι ήδη έκαναν skate αλλά στα πλαίσια κυρίως αθλητικών διοργανώσεων, και φεστιβάλ. Το skate ως υποκουλτούρα και μορφή κοινότητας δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Επίσης πρόβλημα αποτελούσε το γεγονός ότι οι μέχρι τότε σοβιετικές σανίδες δεν ήταν κατάλληλες ούτε στο σχήμα ούτε στα υλικά για κόλπα. Οι περισσότεροι skates τότε έκαναν skate είτε με αγοραστές σοβιετικές σανίδες είτε-αυτοί που ήταν πιο underground- έφτιαχναν δικές τους σανίδες σε σπίτια. Στη Μόσχα δημιουργήθηκε μια μικρή αλλά δυναμική underground κοινότητα γύρω από τους δύο πρώτους skaters τον Andery Lavrov και τον Denis Marhasin που έφτιαχναν σανίδες στη κουζίνα του διαμερίσματος τους, από υλικά που έβρισκαν σε χαμηλό κόστος από εργοστάσια παραγωγής αεροναυπηγικών υλικών τα οποία κατά τη περίοδο της περεστρόικα είχαν απορυθμιστεί εντελώς και πουλούσαν υλικά στον οποιονδήποτε.

Το καλοκαίρι το πιο δημοφιλές μέρος στη Μόσχα ήταν το τεράστιο πάρκο Γκόρκι (τότε ονομαζόταν και πάρκο πολιτισμού) και το μνημείο του Μάρξ (!) μπροστά από το Θέατρο Μπολσόι. Το χειμώνα όλοι από όλη τη Μόσχα έκαναν skate στο υπόγειο του αθλητικού συμπλέγματος Olympiiskogo στο οποίο έμπαινες πρακτικά παράνομα αλλά λόγω της κατάστασης κανείς πρακτικά δεν νοιαζόταν να σε σταματήσει!

πηγές εδώ και εδώ

Περεστρόικα και δεκαετία του 90. Το skate ως κουλτούρα

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Ραμπελαι και ο κοσμος του

Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του είναι μια συναρπαστική ερμηνεία του ραμπελαισιανού μυθιστορήματος. Εδώ ο Μπαχτίν δείχνει την ουσιαστική σχέση του Γαργαντούα και του Πανταγκρυέλ με τη λαϊκή κουλτούρα, με τον γκροτέσκο ρεαλισμό, με το καρναβάλι. Ο Ραμπελαί δεν έγραψε τα βιβλία του απομονωμένος στο σπουδαστήριό του, αλλά τριγυρνώντας στα παζάρια και στα πανηγύρια των γαλλικών πόλεων, ακούγοντας τις φωνές των πραγματευτών και παρακολουθώντας παραστάσεις πλανόδιων θιάσων. Άλλωστε, ο Ραμπελαί ήταν ένας σπουδαίος εκπρόσωπος της γκροτέσκας λογοτεχνίας: δεν υπηρέτησε το κλασικό αισθητικό ιδεώδες, αλλά ανέδειξε το δύσμορφο, το παράδοξο και το υπερβολικό. Κυρίως όμως έγινε ο κατεξοχήν εκφραστής του καρναβαλικού πνεύματος, εκείνης της δύναμης που ανατρέπει και αναποδογυρίζει την κατεστημένη τάξη. Η μελέτη του Μπαχτίν, ωστόσο, δεν αρκείται στην ερμηνεία του Ραμπελαί· παρουσιάζει επίσης από μια εντελώς νέα οπτική την κοινωνία και τον πολιτισμό της Αναγέννησης. Αποδεικνύει ότι οι γιορτές, τα πανηγύρια και τα καρναβάλια, η κουλτούρα του γέλιου και της πλατείας, δεν ήταν τότε περιθωριακά αλλά κεντρικά στοιχεία στη ζωή των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, ο ομαλός εργασιακός βίος διακοπτόταν από πολυήμερες διασκεδάσεις, με οργανωμένες παρελάσεις, χορούς και γλέντια. Και αυτές οι λαϊκές γιορτές και διασκεδάσεις καθόριζαν τη σκέψη και τη ζωή όλων των κοινωνικών τάξεων. Πάνω απ’ όλα όμως, το βιβλίο του Μπαχτίν είναι ένα μανιφέστο που κηρύσσει την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος από το φόβο. Στόχος των επιθέσεων του Ραμπελαί, μας θυμίζει ο συγγραφέας, ήταν οι αγέλαστοι, όλοι εκείνοι που εκφοβίζουν και καταπιέζουν την ανθρωπότητα με τη σοβαρότητα και τη σκυθρωπότητά τους. Χάρη στο γέλιο, με την καταστροφική και ταυτόχρονα αναγεννητική δύναμή του, ο άνθρωπος απελευθερώνεται από το φόβο.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 Ο Μιχαήλ Μπαχτίν, Ρώσος θεωρητικός της λογοτεχνίας και φιλόσοφος, γεννήθηκε το 1895 στο Οριόλ. Τα πρώτα έργα του ήταν φιλοσοφικές μελέτες που δημοσιεύτηκαν κατά τη δεκαετία του 1920. Το 1929 δημοσιεύτηκε το βιβλίο του για τον Ντοστογιέφσκι, το πρώτο μείζον έργο του, που είλκυσε αμέσως την προσοχή. Την ίδια χρονιά όμως συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε δεκαετή απομάκρυνση από τη Μόσχα.

Για τριάντα περίπου χρόνια θα ζήσει στην αφάνεια, μακριά από το κέντρο της σοβιετικής πνευματικής ζωής. Το 1960 τον ανακαλύπτουν στο Σαράνσκ τρεις φοιτητές φιλολογίας, που είχαν διαβάσει το έργο του αλλά τον θεωρούσαν νεκρό. Τον πείθουν να επανεκδώσει το βιβλίο του για τον Ντοστογιέφσκι (Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, 1963) και την αδημοσίευτη διατριβή του για τον Ραμπελαί (Το έργο του Φρανσουά Ραμπελαί και ο λαϊκός πολιτισμός του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, 1965). Το 1969 επιστρέφει στη Μόσχα, όπου θα ζήσει μέχρι τον θάνατό του το 1975. Ο Μπαχτίν θεωρείται σήμερα ένας από τους κορυφαίους στοχαστές του 20ού αιώνα. Με το έργο του εισήγαγε στη μελέτη της λογοτεχνίας τις έννοιες της πολυφωνίας, της διαλογικότητας, του καρναβαλικού στοιχείου, του χρονότοπου. Επηρέασε όμως και πολλούς άλλους επιστημονικούς κλάδους: την επιστημολογία, την πολιτισμική θεωρία, τη φιλοσοφική ανθρωπολογία.

Αποτέλεσμα εικόνας για lyubov popova

Μετάφραση Παναγιώτης Μανιάτης //

unnamed2

 

Μετάφραση-Επιμέλεια: Παναγιώτης Μανιάτης //

Ο Σύνδεσμος Καλλιτεχνών Καβαλέτου δημιουργήθηκε τυπικά το 1925 και στους κόλπους του περιελάμβανε μεταξύ άλλων τους Yurii Annenkov, Alexandr Deineka, Yurii Pimenov και David Shterenberg. Πραγματοποίησε τέσσερις εκθέσεις στη Μόσχα από το 1925 ως το 1928, και η «Πλατφόρμα» διατυπώθηκε το 1929, βασισμένη πιθανότατα στη διάλεξη του Shterenberg στην Κομμουνιστική Ακαδημία της Μόσχας τον Μάιο του 1928, αλλά δημοσιεύτηκε το 1933 στη Συλλογή «Δεκαπέντε χρόνια Σοβιετικής Τέχνης».

 

Πλατφόρμα

Ο Σύνδεσμος Καλλιτεχνών Καβαλέτου σκοπεύει να ενώσει τους καλλιτέχνες που κάνουν πρακτική δουλειά στο πεδίο των εικαστικών τεχνών στη βάση του παρακάτω προγράμματος:

  1. Στην εποχή της Σοσιαλιστικής οικοδόμησης οι δραστήριες δυνάμεις της τέχνης πρέπει να συμμετέχουν σ’ αυτή  την οικοδόμηση ·  επιπλέον, πρέπει  να είναι ένας από τους παράγοντες της πολιτιστικής επανάστασης  επιδρώντας στην ανακατασκευή και στο ντιζάιν του νέου τρόπου ζωής μας και στη δημιουργία νέας Σοσιαλιστικής κουλτούρας.
  2. Πιστεύοντας ότι μόνο μια τέχνη υψηλής ποιότητας μπορεί να βάλει στον εαυτό της τέτοια καθήκοντα, θεωρούμε ουσιώδες, μέσα στις συνθήκες της σύγχρονης ανάπτυξης της τέχνης, να προβάλουμε τις βασικές γραμμές που πρέπει να ακολουθήσει η δουλειά μας στον τομέα των εικαστικών τεχνών. Αυτές είναι:

α) Η απόρριψη της αφαίρεσης και της μίμησης των περιπλανώμενων στο θέμα

β) Η απόρριψη του σκιαγραφήματος σα φαινόμενο καμουφλαρισμένου ερασιτεχνισμού

γ) Η απόρριψη του ψευτό-Σεζανισμού που αποσυνθέτει την πειθαρχία της μορφής, του σχεδίου, του χρώματος

δ) Επαναστατικό σύγχρονο πνεύμα και σαφήνεια στην επιλογή θέματος

ε) Φιλοδοξία για απόλυτη δεξιοτεχνία στον τομέα της θεματικής ζωγραφικής πινάκων, του σχεδίου, και της γλυπτικής  στην πορεία μιας παραπέρα ανάπτυξης των μορφικών επιτευγμάτων των τελευταίων χρόνων

στ) Φιλοδοξία να κάνουμε την εικόνα ολοκληρωμένο πίνακα

ζ) Προσανατολισμός προς νέους καλλιτέχνες

πηγή:  Russian Art of the Avant-Garde Theory and Criticism 1902-1934, Edited and Translated by John E. Bowlt, The Viking Press, New York, 1976, σελ. 281.

Григорьев Николай Михайлович (1880-1943) «Футбол» 1920

Дейнека Александр Александрович (1899-1969) «Футбол» 1924

Пименов Юрий Иванович (1903-1977) «Футбол» 1926г.

Советская афиша 1928

Богородский Федор Семенович (1895–1959) «Футбол» 1929

Загреков Николай Александрович (Россия, 1897-1992) «»Герта» нападает» 1930

Дейнека Александр Александрович (1899-1969) «Футболист» 1932

1934. А. Дейнека. Вратарь

Еремина Татьяна Алексеевна (Россия, 1912-1995) «Футбол» 1940

Кочергин Николай Михайлович (Россия, 1897-1974) «Молодежь! Занимайся спортом» 1945

Гурвич Иосиф Михайлович (1907-1992) «На стадионе» 1947

Тарасенко В.Ю. «Товарищи спартаковцы! Всемерно развивайте массовый футбол, упорно повышайте техническое и тактическое мастерство Советских футболистов!» 1949

1949. Сергей Григорьев. «Вратарь»

 

Скрябин Пётр Дмитриевич (Россия, 1923-2008) «Динамо принимает поздравления. В раздевалке» 1957

Муравлёв Николай Николаевич (Россия, 1926) «Футболисты» 1958

Прибыловский Виктор Александрович (1919-1973) «Вратарь» 1960-е

Козлов Александр Фёдорович (1916-2013) «Вратарь» 1962

Белов Юрий Владимирович (Россия, 1929) «Заводская футбольная команда» 1963

Ганкевич Анатолий Николаевич  «Вратарь»

Андрей Суровцев Пенальти

Молодцов Николай Николаевич (Россия, 1956) «Футбол»

Орлов Василий Сергеевич (1910-2010) «Футболисты» 1970

«Матч Динамо–Спартак» 1970-е

Ни Виктор Трофимович (1934-1979) «Футболисты» 1971

Лопатин Андрей Ростиславович «Тренировка вратаря» 1976

Андрей Суровцев Опасный момент 1978 г.

Солодовников Алексей Павлович «Футбол» 1979

Το ‘χα τσιμπήσει σε παλιότερη βόλτα

poiitika_09

Ο Σκλόφσκι, το 1914, δήλωνε: «Η παλιά τέχνη είναι πια νεκρή κι η νέα δεν έχει γεννηθεί ακόμη· τα ίδια τα πράγματα είναι νεκρά – έχουμε απολέσει την αίσθηση του κόσμου· μοιάζουμε με τον βιολονίστα που έπαψε να νιώθει το δοξάρι και τις χορδές του, έχουμε πάψει να είμαστε καλλιτέχνες μέσα στην καθημερινή ζωή, δεν αγαπάμε τα σπίτια και τα ρούχα μας και εύκολα απαρνιόμαστε τη ζωή, επειδή ακριβώς δεν τη νιώθουμε. Μόνο η δημιουργία νέων μορφών τέχνης μπορεί να ξαναδώσει στον άνθρωπο την αίσθηση του κόσμου, να αναστήσει τα πράγματα και να σκοτώσει τον πεσιμισμό». Μια περιγραφή που κάλλιστα εκφράζει την παρούσα συγκυρία και τα αδιέξοδά της. Εξού και η επικαιρότητα του ρωσικού φουτουρισμού, του πρωτοποριακού εκείνου κινήματος που ανέλαβε, σαν έτοιμο από καιρό στη Ρωσία, την ευθύνη να δημιουργήσει τις νέες αυτές μορφές και να ξαναδώσει πίσω στον άνθρωπο και στον καλλιτέχνη την αίσθηση της ζωής και τη ζωή την ίδια.
Στο παρόν τεύχος δημοσιεύουμε αμετάφραστα στα ελληνικά κείμενα των ρώσων φουτουριστών, προσπαθώντας να ανοίξουμε ένα διάλογο γύρω από την αισθητική ουτοπία, όπως την χαρακτηρίζει ο Michel Aucouturier, που αποτέλεσε ο ρωσικός φουτουρισμός. Η ιστορία του ρωσικού φουτουρισμού γράφεται και ξαναγράφεται διαρκώς, μετά τις πρώτες αναλύσεις του από τους ρώσους φορμαλιστές, με τους οποίους μέχρις ενός σημείου οι φουτουριστές συμπορεύτηκαν (βλ. ενδεικτικά Vladimir Markov, Krystyna Pomorska, Agnes Sola, Yevgenia Petrova) και εύκολα μπορεί κανείς να ανατρέξει στα σχετικά κείμενα. Το ζητούμενο θα ήταν να ανοίξει μια συζήτηση για την επικαιρότητα της αισθητικής αυτής ουτοπίας (και δεν είναι τυχαία η επανεμφάνιση του Μαγιακόφσκι στην ποίηση των νεοτέρων, την οποία υποστηρίζουν ωστόσο μεταφραστικά οι μεγαλύτεροι, Κεντρωτής, Τριανταφυλλίδης και άλλοι). Η επίδραση των ρώσων φουτουριστών, με εξαίρεση πάντα τον Μαγιακόφσκι, δεν ήταν ποτέ σημαντική, ειδικά καθώς συνδέθηκε με την Οκτωβριανή επανάσταση. Ο ρωσικός φουτουρισμός όμως είναι πρώτα και κύρια μια καθολική επανάσταση, μια αντίληψη για την τέχνη που καταλήγει κοσμοαντίληψη, όπως ακριβώς την ίδια περίοδο γίνεται στη Γαλλία με τους υπερρεαλιστές σε εντελώς διαφορετικά συμφραζόμενα: ξεκινώντας από την καταστροφή του παραδοσιακού έργου τέχνης καταλήγουν να ταυτίσουν την τέχνη με τη ζωή, σε μια ουτοπία την οποία γεννά η εποχή και η Ιστορία. Μεταιχμιακή και πρωτοποριακή αισθητική του τέλους ενός κόσμου, ο ρωσικός φουτουρισμός θα αποτελέσει μια ουτοπία που θα συντριβεί από την πραγμάτωση του προγράμματός της, την ίδια την επανάσταση που επέλεξε να υπηρετήσει. Οι θέσεις του ωστόσο μοιάζουν σήμερα, σε μια επίσης μεταιχμιακή εποχή, νέες και ολοζώντανες, και συναντούν τρέχουσες έγνοιες και ποικίλες πραγματώσεις τέχνης.
Η διερώτηση για τον χρόνο σε σχέση με το έργο τέχνης, η αντίληψη του ως δυναμικής που δεν ενδιαφέρει σε σχέση με το αποτέλεσμα, καίρια στοιχεία του Ζαούμ, μπορούν να εντοπιστούν στις σύγχρονες πρακτικές της κυβερνολογοτεχνίας. Το αίτημα της ταύτισης της τέχνης με τη ζωή, όπως εκφράζεται στο «Πρώτο διάταγμα για τον εκδημοκρατισμό της τέχνης» (1918), συντονίζεται με τα γκράφιτι αλλά και το χιπ-χοπ, τις περφόρμανς και τις κάθε λογής συμμετοχικές πρακτικές. Λέει το διάταγμα: «1. Καταργείται η παραμονή της τέχνης στις αποθήκες και τα ντουλάπια της ανθρώπινης ευφυΐας – παλάτια, αίθουσες τέχνης, σαλόνια, βιβλιοθήκες, θέατρα. 2. Στο όνομα της ισότητας όλων έναντι του πολιτισμού, που βαδίζει προς την πραγμάτωσή της με μεγάλα βήματα, ο ελεύθερος λόγος του δημιουργικού ατόμου ας εγγραφεί στις γωνιές στους τοίχους, στους φράχτες, στις στέγες, στους δρόμους στις πόλεις και τα χωριά μας, στα αυτοκίνητα, στις άμαξες, στα τραμ, και στα ρούχα όλων των πολιτών. 3. Οι πίνακες (τα χρώματα), πολύχρωμοι σαν το ουράνιο τόξο, ας εκτοξευτούν από σπίτι σε σπίτι για την απόλαυση και την εξύψωση του βλέμματος (του γούστου) του περαστικού Ας είναι οι δρόμοι μια γιορτή της τέχνης για όλον τον κόσμο».
Σήμερα οι δρόμοι δεν είναι δικοί μας, τη ζωή μας δεν τη νιώθουμε, οι λέξεις κακοποιούνται και συγκαλύπτουν, η νέα τέχνη ψάχνει τον βηματισμό της, θέτοντας το ζήτημα της εξύψωσης του βλέμματος σε έναν κοινωνικό ιστό που διαλύεται εξίσου στην πόλη όσο και στο διαδίκτυο. Οι φουτουριστές συντονίστηκαν με το κομμουνιστικό ιδεώδες του νέου ανθρώπου, αλλά του προσέδιδαν εντελώς διαφορετική σημασία: ο νέος άνθρωπος ως ένας άνθρωπος που θα επινοεί αδιαλείπτως δημιουργικά, καθημερινά, τη ζωή του. Την οποία ωστόσο πρώτα και κύρια πρέπει ποικιλοτρόπως να ορίζει. Για να είναι η κάθε ημέρα ημέρα ποίησης.

Το 1930 η ρώσικη αρχιτεκτονική ομάδα OSA, με αρχηγό της τον Ivan Leonidov, πήρε μέρος στον διαγωνισμό για τον αστικό σχεδιασμό των χημικών και μεταλλουργικών εγκαταστάσεων στο Magnitogorsk, μια νέα πόλη στο νότιο άκρο των Ουραλίων ορέων. Όταν ο Στάλιν έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια του για την βιομηχανοποίηση της ρωσικής υπαίθρου, σχεδίασε την ίδρυση αρκετών εγκαταστάσεων βασισμένων απλώς σε μία βιομηχανική δραστηριότητα σε ακατοίκητες περιοχές της χώρας. Το Magnitogorsk ήταν ένα από τα πιο σημαντικά και φιλόδοξα εγχειρήματα.

Magnitogorsk-05

Magnitogorsk-01

Το τελικό σχέδιο που προτάθηκε από την ομάδα OSA αποτελείται από μία γραμμική πόλη που επικεντρώνεται σε μια έκταση 15 μιλίων γύρω από μία κεντρική αρτηρία που ενώνει τα βιομηχανικά εργαστήρια με τις κρατικές φάρμες και απλώνεται σε ένα τετράγωνο πλέγμα. Η αστικοποίηση συμφιλιώνεται με το τοπίο, καθώς όλες τις λειτουργίες των κτιρίων διαμοιράζονται στο φυσικό περιβάλλον με μια χαμηλή πυκνότητα που παραπέμπει ευθέως στις θεωρίες από-αστικοποίησης.

magnigotorsk-08a

Magnitogorsk-03

Στην κεντρική λωρίδα της πόλης βρίσκονται οι κατοικίες, γυάλινοι πύργοι εναλλάσσονται με χαμηλές κτιριακές δομές σε μια «πράσινη ζώνη», όλες τους σε απόσταση η μία από την άλλη ώστε να παρέχεται μεγαλύτερη πρόσβαση σε αέρα και φως. Τα δημόσια κτίρια και οι χώροι αναψυχής έχουν διάφορες μορφές και βρίσκονται διάσπαρτα στην πόλη, τοποθετημένα στα οικοδομικά τετράγωνα της λωρίδας. Από την άλλη πλευρά, πέρα από την λωρίδα των κατοικιών, βρίσκονται τα εκπαιδευτικά κτίρια, οι παιδικές χαρές και τα αγροκτήματα.

magnigotorsk-10

magnigotorsk-11

Τα διώροφα σπίτια έχουν σχεδιαστεί για να φιλοξενούν 16 ανθρώπους το καθένα και παρουσιάζουν έναν κοινό χώρο με τη μορφή ενός κεντρικού σταυρού, ενώ τα προσωπικά δωμάτια βρίσκονται στις γωνίες του. Το τετράγωνο είναι η γεωμετρική αρχή που οργανώνει το όλο σχέδιο, από το περίγραμμα της πόλης μέχρι το περίγραμμα κάθε δωματίου. Επίσης καθοδηγεί τη λογική για μια πιθανή επέκταση της πόλης, που μπορεί να επιτευχθεί με την προσθήκη επιπλέον τετραγώνων, διατηρώντας την ανοιχτότητα του συστήματος.

magnigotorsk-09

(πηγή: Mariabruna Fabrizi)

http://www.hitandrun.gr

Επιμέλεια-μετάφραση: Παναγιώτης Μανιάτης //

(Με την πολύτιμη αρωγή του Αλέξανδρου Αναστασόπουλου)

sov2

Το πρώτο Πανενωσιακό Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1934. Κατά τη διάρκεια της συνόδου του συνεδρίου, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ολόκληρη η Σοβιετική Ένωση, με τα εκατομμύρια των εργατών της, επικέντρωσε την προσοχή της σε θέματα λογοτεχνίας.

Από όλες τις γωνιές της Ένωσης έφτασαν εκατοντάδες χιλιάδες επιστολές που απευθύνονταν στο συνέδριο και που περιείχαν συγχαρητήρια, θερμούς χαιρετισμούς, πρακτικές προτάσεις και συμβουλές. Αυτές οι επιστολές γράφτηκαν από εργάτες, κολχόζνικους, μαθητές σχολείων και κολεγίων, από νέους Πιονέρους, από ανθρώπους των γραμμάτων και επιστήμονες, από μηχανικούς, από καλλιτέχνες·  όλοι τους ομόφωνα εξέφρασαν τη μεγάλη τους αγάπη για τη σοβιετική λογοτεχνία και τους δημιουργούς της.

Πολυάριθμες αντιπροσωπείες, που εκπροσωπούσαν εκατομμύρια  αναγνωστών, εμφανίστηκαν και μίλησαν στο συνέδριο. Οι ομιλίες που εκφωνήθηκαν από το βήμα του συνεδρίου απηχούσαν ένα ισχυρό αίτημα προς τους Σοβιετικούς συγγραφείς – να βρουν μια μεγαλειώδη καλλιτεχνική έκφραση για το νέο τρόπο ζωής, για τους νέους ανθρώπους, για τις νέες κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ τους.

Η σημασία αυτού του συνεδρίου δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν ληφθεί υπόψη – το πιο αξιοπρόσεκτο και χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Ποιο είναι δηλαδή το νόημα αυτού του άρρηκτου δεσμού που ενώνει τη λογοτεχνία με τα εκατομμύρια των εργατών, οι οποίοι όχι μόνο στέλνουν χαιρετιστήρια  μηνύματα στο συνέδριο αλλά και λαμβάνουν ενεργό μέρος, συζητώντας για τα πιο ζωτικής σημασίας θέματα του; Αυτό σημαίνει ότι το λογοτεχνικό έργο στην Χώρα των Σοβιέτ γίνεται υπόθεση όλων των εργαζομένων.

Και αυτή η εκδήλωση – το Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων – ήταν ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός, που μαρτυρά την πρωτοφανή ανάπτυξη του πολιτισμού στην Ε.Σ.Σ.Δ.

Μια τεράστια πολιτιστική επανάσταση συντελείται στη Σοβιετική Ένωση. Η σοβιετική περίοδος είναι μερικές φορές συγκρίσιμη με την αρχαιότητα ή με την περίοδο της Αναγέννησης και η βάση αυτής της σύγκρισης αναφέρεται σε τέτοια γενικά χαρακτηριστικά όπως η λαμπρή προσωπικότητα, η γενναιότητα, τα μαζικά φεστιβάλ, η άνθηση της τέχνης, κλπ.

Αλλά, στην πραγματικότητα, πόσο πιο μεγαλειώδης είναι αυτή η Σοβιετική εποχή, πόσο πλουσιότερη όχι μόνο από την άποψη της ποσοτικής ανάπτυξης στον τομέα της τεχνικής, της βιομηχανίας, του πολιτισμού και ούτω καθεξής, αλλά και από εκείνη των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων!

Εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια του ενεργού πληθυσμού παίρνουν μέρος στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, εκατομμύρια απολαμβάνουν, σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού, κατακτώντας τα ύψη της γνώσης, της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Εδώ βρίσκεται το αποφασιστικό χαρακτηριστικό αυτής της εποχής, και από την άποψη αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ιστορικής εξέλιξης.

Στη Σοβιετική Ένωση, τα έργα σπουδαίων συγγραφέων, όπως των Gogol και Belinsky, Flaubert και Balzak, Pushkin και Chernyshevsky δημοσιεύονται σε εκδόσεις εκατοντάδων χιλιάδων αντιτύπων. Αυτά τα βιβλία εξαντλούνται τόσο γρήγορα που είναι δύσκολο να τα βρεις στην αγορά.

Μικροί τόμοι του Pushkin ή ογκώδεις των έργων του Belinsky είναι όλα τους “είδη μαζικής κατανάλωσης”. Και είναι ακριβώς αυτές οι βαθύτερες διεργασίες της πολιτιστικής επανάστασης που εξηγούν το τεράστιο ενδιαφέρον, επίκεντρο του οποίου έγινε το Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων.

Μέχρι τη στιγμή του πρώτου ιστορικού συνεδρίου της, η Σοβιετική λογοτεχνία διένυσε μια τεράστια διαδρομή. Ήταν στη φωτιά του εμφυλίου πολέμου, στις άγριες ταξικές συγκρούσεις της μεταπολεμικής περιόδου, στα ηρωικά χρόνια του Πρώτου Πενταετούς Πλάνου, που η Σοβιετική λογοτεχνία γεννήθηκε.

Η διαδικασία της δημιουργίας της Σοβιετικής λογοτεχνίας υπήρξε πολύμορφη·  καθε εθνική δημοκρατία, κάθε περιοχή της ΕΣΣΔ έπαιρνε μέρος σε αυτή τη διαδικασία. Σε καθεμιά από αυτές δημιουργήθηκε μια ξεχωριστή σοσιαλιστική λογοτεχνία, σε διαφορετικές εθνικές μορφές, διαφορετικές γλώσσες,  διαφορετικές συνθήκες. Όλες όμως οι λογοτεχνίες των εθνικών δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης συνδέονταν με μια ενότητα έμπνευσης, ενότητα ιδεών, ενότητα στόχων.

Η Σοβιετική λογοτεχνία είναι μια Πανενωσιακή λογοτεχνία – όπως ο Maxim Gorky, έχοντας απόλυτο δίκιο, δήλωσε στο συνέδριο. Οι εκθέσεις  που διαβάστηκαν στο συνέδριο σχετικά με τη λογοτεχνία των λαών που κατοικούν στη Σοβιετική Ένωση καθώς και οι ομιλίες και τα έργα πολλών συγγραφέων, ποιητών και δραματουργών από τις εθνικές μειονότητες είναι η καλύτερη απόδειξη της αλήθειας αυτού του ισχυρισμού.

Ένα από τα πιο χρήσιμα αποτελέσματα του συνεδρίου ήταν πως έκανε γνωστό τόσο στους συγγραφείς όσο και στους αναγνώστες, τα τεράστια επιτεύγματα της λογοτεχνίας στις γλώσσες των εθνικών μειονοτήτων, και πως συγγραφείς και κριτικοί πείστηκαν πως είναι αδύνατο να γράψεις, να υποστηρίξεις ή να κάνεις κριτική στη Σοβιετική λογοτεχνία εάν δεν λάβεις υπόψη σου το σύνολο του θησαυρού της Πανενωσιακής λογοτεχνίας.

Έτσι η Σοβιετική λογοτεχνία, ποικίλη στη γλώσσα και ενιαία στις ιδέες, αξιολόγησε τα αποτελέσματα της ανάπτυξης της στη διάρκεια του συνεδρίου. Στη μεγάλη εισήγηση του, η οποία αποτέλεσε την κύρια και κεντρική εισήγηση στο συνέδριο, ο Maxim Gorky καθόρισε τη θέση και τη σημασία της Σοβιετικής λογοτεχνίας στην παγκόσμια λογοτεχνία, έδειξε τις ιδεολογικές και στυλιστικές ιδιαιτερότητες που τη διακρίνουν από τη λογοτεχνία της αστικής τάξης, έκανε μια εκτίμηση της παρούσας κατάστασης της και υπογράμμισε τα καθήκοντα για την περαιτέρω ανάπτυξη της.

Στη συζήτηση που ακολούθησε την εισήγηση του Gorky έγιναν τοποθετήσεις από  συγγραφείς – διακεκριμένους τεχνίτες της γλώσσας – οι οποίοι ανήκουν στην γενιά της «παλιάς  ιντελιγκέντσιας». Μίλησαν για την πορεία τους ως στοχαστές και καλλιτέχνες, για όλες τις αμφιβολίες και τις ταλαντεύσεις τους, και για το πώς έφτασαν να συνδέσουν αμετάκλητα την μοίρα τους με αυτήν του προλεταριάτου. Αυτό ήταν το βασικό, κυρίαρχο θέμα στις ομιλίες αυτών των  συγγραφέων και τα λόγια τους στο συνέδριο ακούστηκαν σαν επιβεβαίωση της νίκης του Μπολσεβίκικου Κόμματος, το οποίο συνεχώς καθοδηγούσε το κίνημα της λογοτεχνίας και εκπαίδευε συγγραφείς στο πνεύμα του Μπολσεβικισμού.

Το δεύτερο αποτέλεσμα της ανάπτυξης της λογοτεχνίας στην Ε.Σ.Σ.Δ, όπως καταδείχτηκε με απόλυτη σαφήνεια στο Συνέδριο των Συγγραφέων, ήταν η πλήρης ιδεολογική και πολιτική ενότητα των Σοβιετικών συγγραφέων, οι οποίοι  συνειδητά παίρνουν θέση στο πλευρό της Σοβιετικής εξουσίας και της Kομμουνιστικής επανάστασης, θέτοντας συνειδητά στους εαυτούς το καθήκον να συμβάλλουν, μέσα από τα λογοτεχνικά τους έργα, στη νίκη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Ταυτόχρονα, το συνέδριο ήταν ένα τεράστιο λογοτεχνικό γεγονός για τη Σοβιετική και την παγκόσμια επαναστατική λογοτεχνία.

Στις συζητήσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις σχετικά με σοβιετική λογοτεχνία, τη δραματουργία και την ποίηση, εκφράστηκαν ανησυχίες για τα πιο ζωτικά θέματα, που αγκαλιάζουν όλο το φάσμα των προβλημάτων που περιέχονται στη δημιουργία των καλών τεχνών. Από την άποψη αυτή τα αρχεία του συνεδρίου αποτελούν ένα πολυτιμότατο ντοκουμέντο.

Το κυρίαρχο ερώτημα που συζητήθηκε στο συνέδριο ήταν το πώς θα απεικονιστεί ο νέος άνθρωπος στα έργα τέχνης. Και σε στενή σχέση με αυτό το σημαντικό πρόβλημα ανέκυψαν δεκάδες άλλα ερωτήματα – ερωτήματα για νέες φόρμες, θέματα,  μεθόδους εργασίας, παλιές και νέες εικόνες, κλπ.

Βαθιές διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη σήμερα στη Σοβιετική λογοτεχνία. Σήμερα, όσο ποτέ πριν, οι συγγραφείς μελετούν και ερευνούν την πραγματική ζωή, συγκεντρώνοντας πρώτη ύλη για τα έργα τους· εμφανίζονται συλλογικά έργα, πρωτόλεια, που δεν έχουν ακόμα τελειοποιηθεί· γράφονται ημερολόγια, γίνονται διάφορες καταγραφές, γίνονται όλο και περισσότερες προσπάθειες για να εκφραστεί η πραγματικότητα σε νέες μορφές, κλπ, κλπ.

Πριν το συνέδριο οι Σοβιετικοί συγγραφείς δημιούργησαν μια σειρά από εικόνες και λογοτεχνικούς τύπους του νέου ανθρώπου, και μεταξύ αυτών των περιπτώσεων υπάρχουν παραδείγματα που δημιουργήθηκαν με ταλέντο και θα τα θυμόμαστε για πολύ καιρό. Αλλά στο σύνολό τους, όλα αυτά αντιπροσωπεύουν μόνο ένα πρώτο σχέδιο για το μνημειώδες πορτραίτο του νέου ανθρώπου που πρέπει να δημιουργήσει η λογοτεχνία. Να παρουσιάσει ένα πλήρες, άξιο πορτραίτο, μια βαθιά καλλιτεχνική, αριστοτεχνική απεικόνιση του σοσιαλιστικού ανθρώπου, να τον περιγράψει στις πιο βασικές του σχέσεις, με τεράστια καλλιτεχνική δύναμη που θα φτάνει στο επίπεδο των μεγάλων συγγραφέων του παρελθόντος, ώστε να δείξει τα νέα του αισθήματα, τις ιδέες του, τα πάθη του, την αντίληψη του για τη ζωή  – αυτό είναι το κυρίαρχο μέλημα της σοβιετικής λογοτεχνίας, ένα καθήκον που θα καθορίσει ένα ολόκληρο στάδιο, μια ολόκληρη εποχή – και επιπλέον μια αποφασιστική εποχή – στη δημιουργία της σοσιαλιστικής λογοτεχνίας.

Αυτό ισχύει για όλους τους τομείς της λογοτεχνίας – πρόζα, ποίηση και δράμα το ίδιο. Η Σοβιετική ποίηση, παρόλα τα επιτεύγματά της, δίκαια υποβλήθηκε σε αυστηρή κριτική στο συνέδριο για το όχι ιδιαίτερα υψηλό πολιτισμικό επίπεδο, για επαρχιωτισμό, για το γεγονός ότι πολλοί ποιητές υστερούν σε βαθυστόχαστες ιδέες και συναισθήματα. Η Σοβιετική ποίηση δεν έχει πετύχει το πλατύ επαναστατικό σάρωμα, των τολμηρών πτήσεων της σκέψης που ταιριάζουν σε μια σοσιαλιστική εποχή. Οι ποιητές πρέπει να καταλάβουν ότι σε μια τέτοια εποχή ένας ποιητής που δεν επιθυμεί να μείνει πίσω ή να καταφύγει στα μετόπισθεν της ποίησης πρέπει να ζει εναρμονισμένα με τις μεγάλες ιδέες και τα πάθη αυτής της εποχής, πρέπει να συμβαδίζει με αυτήν, με την κλίμακα της ποίησης του να αναλογεί στην κλίμακα της εποχής.

Μεγάλες επιτυχίες πραγματοποιήθηκαν στον τομέα του δράματος και του θεάτρου. Αλλά η Σοβιετική δραματουργία, βρίσκεται εξίσου αντιμέτωπη με μεγάλα προβλήματα, έχει τις ίδιες αδυναμίες που συναντάμε στους άλλους κλάδους της Σοβιετικής λογοτεχνίας. Στο συνέδριο έγιναν τοποθετήσεις από εκπροσώπους διαφόρων δραματικών τάσεων, οι οποίοι έδωσαν διαφορετικούς ορισμούς των καθηκόντων που αντιμετωπίζουν οι  θεατρικοί συγγραφείς.

Ένα από τα πράγματα που έδωσε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο συνέδριο ήταν η παρουσία μιας μεγάλης ομάδας ξένων επαναστατών συγγραφέων, οι οποίοι, στις ομιλίες τους που εκφωνήθηκαν από το βήμα του συνεδρίου, εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους προς τους Σοβιετικούς συγγραφείς.

Η Σοβιετική λογοτεχνία είναι ακόμα στα πρώτα της βήματα, αλλά η καλύτερη απόδειξη της μεγάλης Μπολσεβίκικης σοφίας της είναι το γεγονός ότι ορισμένοι από τους σπουδαιότερους συγγραφείς στις καπιταλιστικές χώρες της Δύσης και της Ανατολής στρέφουν το βλέμμα τους προς αυτήν, την επιλέγουν εθελοντικά και συνειδητά ως διανοητικό οδηγό τους, και την παρουσιάζουν σε ολόκληρο τον κόσμο ως παράδειγμα μιας γνήσια ζωτικής και προοδευτικής λογοτεχνίας.

Το συνέδριο έδειξε ότι οι Σοβιετικοί συγγραφείς έχουν πλήρη επίγνωση της θέσης τους ως πρωτοπορία της διεθνούς επαναστατικής λογοτεχνίας, η οποία σημειώνει τη μια επιτυχία μετά την άλλη.

Η σοσιαλιστική εποχή και οι άνθρωποι της δημιουργούν μια λογοτεχνία σύμφωνη με τη δική τους εικόνα.

Μια ηρωική εποχή γεννά ηρωική λογοτεχνία· ηρωικοί άνθρωποι καλούνται να γίνουν ηρωικοί καλλιτέχνες.

Το πρώτο Πανενωσιακό Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων ήταν ένα συνέδριο μεγάλων επαναστατικών παθών, βαθυστόχαστων ιδεών, ισχυρών δημιουργικών φιλοδοξιών και  παρορμήσεων.

Πηγή: Gorky, Radek, Bukharin, Zhdanov and others “Soviet Writers’ Congress 1934”, page 7-12, Lawrence & Wishart, 1977, με το online κείμενο να βρίσκεται στη σελίδα marxists.org.

πρώτη δημοσίευση στο atexnos.gr

lef2Επιμέλεια-μετάφραση: Παναγιώτης Μανιάτης //

Η επανάσταση μετατόπισε το θέατρο των κριτικών μας επιχειρήσεων.
Πρέπει να αναθεωρήσουμε τις τακτικές μας.
«Πετάξτε τους Pushkin, Dostoevsky και Tolstoy από το πλοίο της σύγχρονης εποχής» ήταν το σύνθημά μας το 1912. (Πρόλογος στο «Μπάτσος στο Κοινό Γούστο»).
Οι κλασσικοί είχαν εθνικοποιηθεί.
Οι κλασσικοί είχαν τιμηθεί ως το μόνο ανάγνωσμα.
Οι κλασσικοί είχαν θεωρηθεί ως η ακλόνητη, απόλυτη τέχνη.
Οι κλασσικοί, με το χαλκό των μνημείων τους και την παράδοση των σχολών τους, συνέθλιβαν καθετί το καινούργιο.
Τώρα για 150.000.000 ανθρώπους, οι κλασσικοί είναι ένα συνηθισμένο εκπαιδευτικό βιβλίο.
Τώρα μπορούμε ακόμα να χαιρετίσουμε αυτά τα βιβλία ως βιβλία ούτε χειρότερα ούτε καλύτερα από άλλα, χρησιμοποιώντας τα για να βοηθήσουμε να διδαχτούν οι αναλφάβητοι. Μόνο που στην εκτίμησή μας γι’ αυτά έχουμε να καθορίσουμε τη σωστή ιστορική προοπτική.
Αλλά εμείς, με όλη τη δύναμή μας, θα παλέψουμε ενάντια στη μεταφορά των μεθόδων δουλειάς των νεκρών στη σημερινή τέχνη. Θα παλέψουμε ενάντια στη φανταστική σαφήνεια• και λόγω της εγγύτητας σ’ εμάς των σεβάσμιων παλαιών, ενάντια στην παρουσίαση των σκονισμένων κλασσικών αληθειών των βιβλίων, μεταμφιεσμένες σε καινούργιες και ξανανιωμένες.
Προηγουμένως, παλέψαμε ενάντια στον έπαινο, ενάντια στον έπαινο των εστέτ και των κριτικών της αστικής τάξης. «Με αγανάκτηση πετούσαμε από το μέτωπό μας το στεφάνι της φθηνής δόξας φτιαγμένης από σκουπόξυλα».
Τώρα, με χαρά δεχόμαστε την κάθε άλλο παρά φθηνή δόξα της μεταοκτωβριανής πραγματικότητας.
Αλλά θα χτυπήσουμε και στις δυο πλευρές:
εκείνους που με την κακή πρόθεση της ιδεολογικής παλινόρθωσης, αποδίδουν στα παλιά ακαδημαϊκά σκουπίδια έναν επιδραστικό ρόλο στο σημερινό κόσμο,
εκείνους που κηρύσσουν μια αταξική, πανανθρώπινη τέχνη,
εκείνους που αντικαθιστούν τη διαλεκτική ενός έργου τέχνης με τη μεταφυσική της προφητείας και της ιεροσύνης.
Θα χτυπήσουμε στη μια πλευρά, την αισθητική:
εκείνους που, λόγω της άγνοιας που προέρχεται από την ενασχόληση τους μόνο με την πολιτική, περνούν για θέληση του λαού παραδόσεις κληρονομημένες από τις προ-γιαγιάδες τους,
εκείνους που βλέπουν την εξαιρετικά δύσκολη δουλειά της τέχνης μόνο σαν διασκέδαση στις διακοπές τους,
εκείνους που αντικαθιστούν την αναπόφευκτη δικτατορία του γούστου με ένα καταστατικό σύνθημα γενικής, στοιχειώδους σαφήνειας,
εκείνους που αφήνουν ένα παράθυρο στην τέχνη για ιδεαλιστικές διαχύσεις περί αιωνιότητας και ψυχής.
Το προηγούμενό μας σύνθημα: «Να σταθούμε στο ύψωμα της λέξης «Εμείς» στο μέσο μιας θάλασσας σφυριγμάτων και προσβολής».
Τώρα περιμένουμε μόνο την αναγνώριση της ορθότητας της αισθητικής μας δουλειάς ώστε να μπορούμε να διαλύσουμε με χαρά το μικρό «εμείς» της τέχνης στο μεγάλο «εμείς» του κομμουνισμού.
Όμως θα ξεκαθαρίσουμε απ’το παλιό μας «εμείς»:
όλους εκείνους που προσπαθούν να μετατρέψουν την επανάσταση της τέχνης – ένα κομμάτι της οκτωβριανής θέλησης – σε Όσκαρ-Ουαϊλδική αυτοϊκανοποίηση με την αισθητική για την αισθητική, με την ανταρσία για την ανταρσία • από εκείνους που παίρνουν από την αισθητική επανάσταση μόνο την εξωτερική όψη τυχαίων μεθόδων πάλης,
εκείνους που ανάγουν ξεχωριστά στάδια της πάλης μας σε νέο κανόνα και μοντέλο,
εκείνους που, νερώνοντας τα χθεσινά μας συνθήματα, προσπαθούν να ζαχαρώσουν τους εαυτούς τους σαν υπερασπιστές μιας ήδη γερασμένης καινοτομίας, βρίσκοντας για τους εξημερωμένους Πηγάσους τους άνετους στάβλους σε καφέ,
εκείνους που, μένουν πίσω, είναι μόνιμα πέντε χρόνια πίσω, μαζεύοντας τους ξεραμένους καρπούς ενός ξανανιωμένου ακαδημαϊσμού από τα λουλούδια που πετάξαμε.
Παλέψαμε ενάντια στον παλιό τρόπο ζωής.
Θα παλέψουμε ενάντια στα απομεινάρια αυτού του τρόπου ζωής στη σημερινή κοινωνία.
Θα παλέψουμε ενάντια σε εκείνους που αντικατέστησαν την ποίηση των δικών τους σπιτιών με την ποίηση των δικών τους σπιτιών-επιτροπών.
Πριν, παλέψαμε τους ταύρους της μπουρζουαζίας. Τους σοκάραμε με τις κίτρινες μπλούζες και τα ζωγραφισμένα πρόσωπα.
Τώρα παλεύουμε τα θύματα αυτών των ταύρων στη Σοβιετική μας κοινωνία.
Όπλα μας – το παράδειγμα, η αγκιτάτσια, η προπαγάνδα.
LEF

*Βασισμένο σε λογοπαίγνιο. Στα ρώσικα η λέξη λιοντάρι γράφεται λεβ αλλά προφέρεται και αυτή λεφ. Πηγή: Αντώνης Βογιάζος, Σοσιαλισμός και Κουλτούρα 1917-1932, σελ. 91.

André Lurçat – Ο άνθρωπος, η τεχνική και η αρχιτεκτονική

Η συνδιάσκεψη των αρχιτεκτόνων της περιοχής της Μόσχας θα ολοκληρώσει σήμερα τις εργασίες της. Πώς τέθηκαν τα προβλήματα ενώπιον της συνέλευσης, ποιες λύσεις μελετήθηκαν;

Λαμβάνοντας υπόψη τη συνέχεια των παρεμβάσεων που έγιναν πάνω στις διάφορες εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν, φαίνεται, πρώτα από όλα, πως η μάζα των αρχιτεκτόνων δεν είναι, γενικά, ικανοποιημένη, ούτε από την κατεύθυνση της ‘Eνωσης των Aρχιτεκτόνων, ούτε από τη διεύθυνση των υπηρεσιών σχεδιασμού της πόλης της Μόσχας. Εξάλλου, διαβάζοντας τα πολυάριθμα άρθρα στον Τύπο, φαίνεται πως και οι μάζες δεν είναι ικανοποιημένες από τους αρχιτέκτονες.

Γιατί υπάρχει μια τέτοια κατάσταση; Πώς μπορούμε να τη διορθώσουμε;

Φαίνεται ότι αυτή η άσχημη κατάσταση προέρχεται από τα ακόλουθα γεγονότα: τα ατελιέ του Σοβιέτ της Μόσχας είναι πιο ευνοημένα συγκριτικά με τους άλλους οργανισμούς που επίσης εργάζονται στη Μόσχα· οι οργανισμοί διεύθυνσης της ανοικοδόμησης της πόλης αγνοούν υπερβολικά συχνά τη σημασία των στόχων που πρέπει να επιτύχουν κάποιοι εξωτερικοί ως προς το Σοβιέτ της Μόσχας και ανήκοντες σε διάφορα Επιτροπάτα (Ελαφράς Βιομηχανίας, Δημόσιας Υγείας κλπ) οργανισμοί και δεν δίνουν την απαραίτητη προσοχή. Δεν γίνεται αισθητό ότι είναι επικεφαλής των εργασιών μια ενιαία διεύθυνση, η μάζα των εργαζομένων της αρχιτεκτονικής δεν είναι ενωμένη σε ένα μέτωπο, παρότι ο στόχος όλων είναι ο ίδιος, η ανοικοδόμηση της Μόσχας.

Για αυτούς τους λόγους, η ανοικοδόμηση δεν ακολουθεί τον επιθυμητό ρυθμό, και λόγω ακραίας γραφειοκρατίας, οι εργασίες εξαιρετικά συχνά καθυστερούν. Με δυο λόγια, το σχέδιο δεν υλοποιείται.

images

O Αντρέ Λυρσά στη Μόσχα το 1934

Ωστόσο, μεταξύ των πολλαπλών θεμάτων των παρεμβάσεων και των συζητήσεων, αυτό που κυριαρχεί και τραβά την προσοχή όλων, είναι, βεβαίως, αυτό της αναζήτησης μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής.

Μου φαίνεται, και ήθελα να το επισημάνω στην παρέμβασή μου (1), ότι το πρόβλημα, παρότι τέθηκε σε όλες τις εκφάνσεις του από το Κόμμα και από την Κυβέρνηση, δεν έχει ακόμα λάβει από την πλευρά των αρχιτεκτόνων μια απάντηση επαρκώς καθαρή και σωστή. Είναι φυσικά βέβαιο πως για να αποσαφηνιστεί η κατάσταση, μεγάλοι αγώνες δόθηκαν, ενάντια στον κονστρουκτιβισμό πρώτ’ απ’ όλα, και έπειτα ενάντια στο φορμαλισμό.

Όμως αυτές οι καμπάνιες διεξήχθησαν από τον Τύπο και όχι από τους αρχιτέκτονες: αυτό δείχνει αδιαμφισβήτητα μια καποια αδυναμία τους να επιλύσουν το πρόβλημα· αυτό δείχνει ότι δεν βλέπουν ξεκάθαρα την κατάσταση, καθώς η ώθηση τους πρέπει να τους δίνεται έξωθεν.

Για ποιους λόγους η αναζήτηση μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής, η οποία να ακολουθεί το γενικό ρυθμό της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έχει μείνει τόσο πίσω;

Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες αυτής της καθυστέρησης είναι η έλλειψη ανώτερων ικανοτήτων από ένα μεγάλο τμήμα των αρχιτεκτόνων, οι οποίοι έτσι δεν στέκονται στο μεγάλο ύψος των προβλημάτων που τους τίθενται. Όμως, ο κύριος λόγος είναι ότι η πλειοψηφία των αρχιτεκτόνων στερούνται πλήρως πολιτικής κατάρτισης, κατανόησης της κοινωνίας, η οποία θα τους επέτρεπε να καταλάβουν τους σκοπούς που επιδιώκονται, στην αναζήτηση μιας νέας αρχιτεκτονικής, και που θα τους έδιναν τις απαραίτητες βάσεις για μια καλή ανάλυση των προβλημάτων που τίθενται.

Αυτή η έλλειψη πολιτικής εκπαίδευσης, αυτή η έλλειψη γνώσης του μαρξισμού, τους οδηγεί ενίοτε στις χειρότερες αντιφάσεις, ενώ η διαλεκτική υλιστική μέθοδος έρευνας θα αποτελούσε ένα σοβαρό στήριγμα για την εργασία τους. Όμως οι αρχιτέκτονες τη χρησιμοποιούν λίγο ή καθόλου, να γιατί δεν έχουν ακόμα μπορέσει να διεισδύσουν στην καρδιά των προβλημάτων που τίθενται, δηλαδή, στην κατανόηση και, έπειτα, στη μεταφορά στην τέχνη τους της πραγματικότητας του σοσιαλισμού.

Αυτή η πραγματικότητα, είναι ωστόσο δική μας, μας περιβάλλει, είναι η οικοδόμηση στην οποία συμμετέχουμε όλοι, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού· είναι επίσης οι άνθρωποι που εργάζονται για να τον οικοδομήσουν, είναι η ζωή τους, οι επιθυμίες τους, οι ανάγκες τους, οι φιλοδοξίες τους τις οποίες εμείς, οι αρχιτέκτονες πρέπει να ικανοποιούμε ή να εκφράζουμε στα έργα μας.

Ωστόσο, ξεχνάμε εξαιρετικά συχνά ότι εμείς είμαστε οι οργανωτές του πλαισίου της ζωής και ότι έτσι δεν μπορούμε, χωρίς να ρισκάρουμε να διαπράξουμε χοντρά λάθη, να τα βλέπουμε όλα αυτά απ’ έξω.

Την ίδια στιγμή που πρέπει να λαμβάνει υπόψη πλήρως την πραγματικότητα του καιρού του, να γίνεται ένα με αυτή, ο αρχιτέκτονας πρέπει να καταλαβαίνει το κεφαλαιώδες πρόβλημα για αυτόν, αυτό της κληρονομιάς του παρελθόντος, για το οποίο ο Λένιν μας είχε μιλήσει ήδη προ πολλού. Κατά την αναζήτηση μιας νέας αρχιτεκτονικής, αυτή η κληρονομιά έχει τεράστια σημασία: το προλεταριάτο είναι ιστορικά ο κληρονόμος των πολύτιμων κληροδοτημάτων του παλιού και του σύγχρονου καιρού, και εμείς οι αρχιτέκτονες, οι οποίοι εργαζόμαστε όλοι για το προλεταριάτο, πρέπει να κατανοήσουμε την ουσία αυτής της πολιτιστικής κληρονομιάς και όχι να εφαρμόζουμε μηχανικά τα διδάγματά της ωσάν να επρόκειτο για ένα απλό σύνθημα.

Κάθε μεγάλη ιστορική εποχή είχε τη δική της οικονομική, κοινωνική, πολιτική “πραγματικότητα”, και την κουλτούρα της η οποία προέκυπτε ευθέως από αυτή τη ζωντανή πραγματικότητα. Ο αρχιτέκτονας πρέπει να αφομοιώνει, να κατανοεί βαθιά ποιες ήταν οι διαδοχικές πραγματικότητες, με τις πολλαπλές τους πτυχές, τι παραμένει χρήσιμο για αυτόν από αυτές, τι μπορεί με τιμές και επωφελώς να αποσύρει.

Για αυτό πρέπει να προβαίνει σε ανάλυση, και η μέθοδος του διαλεκτικού υλισμού θα του επιτρέψει να αποφύγει τα λάθη σε αυτή την ανάλυση, των διαφόρων εποχών που προηγήθηκαν· να μην ξεχνά σ’ αυτή τη μελέτη τον πάντοτε σοβαρό κίνδυνο να αφεθεί να σαγηνευτεί από τη φόρμα, από την εξωτερική πτυχή των πραγμάτων, τον κίνδυνο να μη βλέπει παρά το εποικοδόμημα, χωρίς να το συναρτά άμεσα από τις πραγματικότητες που το καθόρισαν.

lurcat-with-the-guys2O Αντρέ Λυρσά στη Μόσχα το 1934 μαζί με άλλους ξένους αρχιτέκτονες και τον Μοϊσέι Γιάκοβλεβιτς Γκίνζμπουργκ στην άκρη δεξιά (πηγή)

Η γνώση του μαρξισμού πρέπει να βοηθά τον αρχιτέκτονα να κάνει την αρχιτεκτονική μια τέχνη βασισμένη στη γνώση των πραγμάτων και στην επιστήμη των νόμων που τη διέπουν, κάτι που ήταν μέχρι την εποχή του καπιταλισμού. Η αρχιτεκτονική σύνθεση, οι μορφές και οι αναλογίες τους, καθορίζονται από συγκεκριμένους νόμους και όχι μόνο από το συναίσθημα: δεν θέλω επ’ουδενί να αρνηθώ την καλλιτεχνική πλευρά, το ταλέντο, την ώθηση του καλλιτέχνη, όμως, χωρίς μια επιστήμη στη βάση, χωρίς γνώση και πειθαρχία, αυτή η ώθηση παραμένει στείρα, και δεν επιτυγχάνει μια έκφραση πολύτιμη για όλους.

Τι μπορούμε να βρούμε αξιόλογο από την κληρονομιά του παρελθόντος; Ποια είναι τα διδάγματα που μπορούμε να συνάγουμε; Ποιες είναι οι εφαρμογές τους στις οποίες μπορούμε να προβούμε στο έργο μας;

Πρώτα από όλα, υπενθυμίζουμε το γνωστό γεγονός ότι η αρχιτεκτονική είναι μια από τις πιο άμεσες εκφράσεις μιας κοινωνίας. Τι εκφράζει λοιπόν, στις λεπτομέρειές της, η αρχιτεκτονική μιας εποχής, αν ξέρουμε καλά να την αναλύουμε;

Εκφράζει, πάνω από όλα, τις υλικές ανάγκες μιας εποχής, δείχνει την ποιότητα και την ισχύ των μέσων παραγωγής της, γιατί ο αρχιτέκτονας υλοποιεί τα έργα του με τη βοήθεια μιας συγκεκριμένης τεχνικής, η οποία ανταποκρίνεται στις δυνατότητες της στιγμής· εκφράζει, επίσης, τις κοινωνικές και πολιτικές τάσεις της κοινωνίας για την οποία αυτή δημιουργήθηκε· δείχνει, επίσης, την κατάσταση των διάφορων τάξεων, και ιδιαίτερα τις συνθήκες εργασίας των εργατών. Καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι, εκφράζοντας, επίσης ευθέως, τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν σε μια κοινωνία, η αρχιτεκτονική εκφράζει, επιπροσθέτως, το εποικοδόμημα, την ιδεολογία του, εντυπώνοντας διαδοχικά τις εποχές, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα σε συγκεκριμένα κτίρια κατά προτίμηση έναντι άλλων. Η Ελλάδα εκφραζόταν από το Ναό, η Ρώμη από τις αρένες, τα θέατρα και τα λουτρά, ο χριστιανικός Μεσαίωνας από τον καθεδρικό ναό. Θα μπορούμε έτσι να χαρκτηρίζουμε κάθε εποχή, κάθε κοινωνία από το κύριο μνημείο της, από τον τρόπο κατασκευής του, από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, για την οικοδόμησή του.

Αν σταματούσαμε σε αυτή την ανάλυση του παρελθόντος, δεν θα μας επιτρεπόταν ακόμα να βρούμε τα αναγκαία στοιχεία για την καλή κατανόησή του, για τον καθορισμό των διδαγμάτων τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε.

Στην πραγματικότητα, αν αυτή η ανάλυση μας επιτρέπει να ανακαλύπτουμε το πραγματικό περιεχόμενο κάθε μνημείου, δεν πρέπει να ξεχνάμε να αναλύουμε επίσης τις αιτίες που του έδωσαν τη συγκεκριμένη μορφή του, να βλέπουμε πώς, μέσα από ποια πλαστικά μέσα, ο αρχιτέκτονας μπόρεσε να επιλύσει τα προβλήματα που του τίθονταν.

Η γνώση των δυνατοτήτων που δίνει κάθε υλικό και κάθε τρόπος κατασκευής, μας δείχνει εύκολα ποιες είναι οι αρχιτεκτονικές δυνατότητες και ποια αποτελέσματα μπορούν να αντληθούν από αυτά αναφορικά με τις μορφές· όμως, δεν μπορούμε ακόμα να ανακαλύψουμε, μέσα από μια σφιχτή ανάλυση, ποιες αρχιτεκτονικές μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος· ποιο σύστημα σύνθεσης, ποιος τρόπος θέσης των αναλογιών επικράτησε στη δημιουργία του έργου του. Σε αυτό το σημείο, κάθε εποχή μας δίνει τη συμβολή της, να καθορίσουμε πώς στις ιδιαίτερές μας συνθήκες και με τα διαθέσιμα μέσα μας, αυτή η συμβολή μπορεί να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, να καταστήσουμε αισθητή την ιδέα που επιθυμούμε να εκφράσουμε, να τη μεγαλώσουμε χάρη στην τέχνη μας.

Έτσι, θα μπορέσουμε να πάρουμε από το παρελθόν αυτό που ήταν πραγματικά η ουσία του, και δεν θα ρισκάρουμε να πέσουμε στα χοντρά λάθη ενός ακαδημαϊκού φορμαλισμού ή ενός χωρίς ζωή και αξία εκλεκτικισμού.

Ο εκλεκτικισμός δεν είναι παρά μια ξερή, χωρίς πνεύμα αντιγραφή της εξωτερικής πτυχής των έργων του παρελθόντος, που δεν λαμβάνει υπ’ όψη το περιεχόμενό τους, την ιδεολογική τους αξία, την εποχή και την κοινωνία για τις οποίες δημιουργήθηκαν.

Μπορούμε να καταλάβουμε εύκολα τι λάθος προκαλεί, στην αναζήτηση μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής, η χωρίς προσαρμογή χρήση στοιχείων που είχαν αξιοποιηθεί για να εκφράσουν τις εποχές όπου υπερίσχυε η φεουδαρχία ή ο καπιταλισμός. Θα πρέπει να βρούμε εμείς οι ίδιοι τα ιδιαίτερα στοιχεία της δημιουργίας της νέας αρχιτεκτονικής, και για αυτό θα πρέπει να πασχίσουμε να αποκτήσουμε μια πραγματική γνώση και βαθιά κατανόηση της κληρονομιάς του παρελθόντος. Η πραγματικότητα της εποχής μας, της πραγματικότητάς μας, είναι αρκετά ισχυρή για να μας δώσει τις αναγκαίες ζωντανές δυνάμεις για μια τέτοια δημιουργία.

Σε αυτό το τόσο σύνθετο ζήτημα της αναζήτησης μιας σοβιετικής αρχιτεκτονικής, μια σοβαρή έγνοια πρέπει σταθερά να παραμένει στη βάση των εργασιών μας: ο Στάλιν ήταν που είχε πει πως “από όλα τα κεφάλαια που υπάρχουν στον κόσμο, το πολυτιμότερο είναι ο άνθρωπος”. Στις αναζητήσεις μας, ο κύριος σκοπός πρέπει να είναι σταθερά αυτός ο άνθρωπος, ο νέος άνθρωπος που γεννήθηκε από τη σοσιαλιστική επανάσταση: πρέπει πάνω από όλα να δώσουμε ικανοποίηση στις πολλαπλές του ανάγκες, υλικές ή πνευματικές. Εκεί, μου φαίνεται, έγκειται η βαθιά αιτία, το κέντρο των ίδιων των ερευνών μας.

tumblr_mc6ypn6C6q1rs42pno1_500Werkbundsiedlung, Bιέννη. Έργο του André Lurçat

Στις παλιές κοινωνίες, η έγνοια για τον άνθρωπο δεν υπήρχε, ή υπήρχε λίγο. Ο άνθρωπος δεν ήταν ο άξονας των αρχιτεκτονικών αναζητήσεων. Αυτός ο άξονας ήταν είτε η θέληση δοξασμού ενός Θεού, είτε η έκφραση της ισχύος μιας τάξης. Αν βρισκόμασταν στην αρχαία Ρώμη των κτιρίων που χτίστηκαν για τη συλλογικότητα, η ανάλυση μάς δείχνει πολύ γρήγορα ότι η κοινωνική και πολιτική μορφή της ρωμαϊκής κοινωνίας απαιτούσε για τη διατήρηση της ιδίας, οικοδομημάτων για το λαό, προκειμένου να τον αποπροσανατολίζουν και να τον απομακρύνουν από τα ζητήματα της διεύθυνσης του κράτους την οποία κατείχε μια τάξη προνομιούχων. Η αρχιτεκτονική της Ρώμης, θέλοντας να εκφράσει την ισχύ, τη δύναμη, η οποία τη δημιούργησε, είναι η πιο ιμπεριαλιστική αρχιτεκτονική που υπήρξε ποτέ.

Το να παίρνουμε άμεσα παράδειγμα από αυτές τις εποχές, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία τους χωρίς καμία μετάθεση, όπως κάνει ο εκλεκτικιστής αρχιτέκτονας, δεν θα μπορούσε παρά να μας οδηγήσει να εισάγουμε τεχνητά στα έργα μορφές και, μαζί με αυτές, το περιεχόμενό τους σε πλήρη αντίθεση με τη σοσιαλιστική ιδεολογία μας.

Το παράδειγμα της Ρώμης μάς δείχνει σε ποιο βαθμό η έγνοια για τον άνθρωπο ήταν απούσα κατά τη δημιουργία της αρχιτεκτονικής του παρελθόντος. Και καταλαβαίνουμε εύκολα ποια μπορούσε να είναι η θέση αυτού του ανθρώπου έναντι του οικοδομήματος που δημιουργήθηκε από την κοινωνία της οποίας ήταν μέλος, και αυτού που μπορούσε αυτό το οικοδόμημα να αναπαριστά για αυτόν. Το οικοδόμημα επικρατούσε πάνω του, τον καταπίεζε, τον συνέτριβε από το μυστήριο που περιέκλειε (όπως π.χ. στους ινδουιστικούς ναούς): όμως ποτέ το οικοδόμημα δεν ήταν δικό του, κοντά του, ανοιχτό σε αυτόν.

Στην εποχή μας, εποχή του σοσιαλισμού, δεν μπορεί άλλο να έχουν έτσι τα πράγματα. Όλα εκκινούν και επιστρέφουν στον άνθρωπο: είναι αυτός που δημιουργεί την ιστορία του, είναι αυτός που οργανώνει τη ζωή του, δημιουργεί το πλαίσιό της. Όλα του ανήκουν, όσα κατέκτησε. Η θέση του έναντι του οικοδομήματος πρέπει να είναι εντελώς διαφορετική από ό,τι ήταν στο παρελθόν.

Δεν λέμε, άλλωστε “η ακαδημία μας των επιστημών”, “το μετρό μας”, “το κανάλι μας”, “οι κατοικίες μας”;

Το σπίτι των μηχανικών του μετρό της Μόσχας, τελική εκδοχή

Ο άνθρωπος είναι εδώ πλέον απελευθερωμένος κοινωνικά και πολιτικά και βαδίζει προς την κατάκτηση της τεχνικής. Αυτή η κατάκτηση της τεχνικής θα έχει μια μεγάλη σημασία για εμάς τους αρχιτέκτονες. Γιατί όταν ο άνθρωπος θα απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις και θα γίνει κύριος της τεχνικής, αναπτύσσοντάς την έτσι σε ένα ρυθμό ολοένα πιο επιταχυμένο, δεν θα είναι πλέον ένας σκλάβος όπως στο παρελθόν.

Και στα οικοδομήματα που θα δημιουργούνται τότε, η ισχύς των τεχνικών μέσων που θα χρησιμοποιούνται δεν θα έχει πλέον τη σημασία που είχε παλαιότερα. Δεν θα εκφράζει πια τη δύναμη μιας τάξης, την επιβολή της στο υπόλοιπο της κοινωνίας, δεν θα περιβάλλεται από το μυστήριο του μεγαλείου, δεν θα επιδεικνύει πλέον τον πλούτο με τον οποίο έπρεπε τέτοια οικοδομήματα να περιβάλλονται. Το μνημείο θα είναι τότε φιλόξενο, ανοιχτό σε όλους, πρόσχαρο και ελαφρύ. Η απελευθερωμένη τεχνική θα επιτρέπει δημιουργήματα άλλοτε ασύλληπτα, και ο άνθρωπος που θα κατέχει μια τέτοια τεχνική θα γνωρίζει να την αξιοποιεί για να ανεγείρει μεγαλειώδη μνημεία που θα εκπροσωπούν ταπεινά την εποχή του σοσιαλισμού.

Δημοσιεύτηκε στην Ιζβέστια στις 12/06/1937. Στα γαλλικά βρίσκεται στο Ίδρυμα Lurçat από όπου δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο του Jean-Claude Ludi «Pionniers de l’architecture moderne, une anthologie», Presses polytechniques et universitaires romandes, 1η έκδοση, Λωζάνη, 2002, σ.σ. 287-291.

(1) Πρόκειται για το κείμενο που παρουσίασε κατά την 1η συνδιάσκεψη των αρχιτεκτόνων της περιοχής της Μόσχας (Ιούνης 1937)

πηγή https://parapoda.wordpress.com