Category: Σοβιετική Τέχνη


Αρχίζοντας η επανάσταση του Οκτώβρη η Τέχνη βρέθηκε μπροστά σε περιπλοκές.

-Οι δεξιοί (παραστατικοί ζωγράφοι) ερμήνευαν ένα μελόδραμα μέσα σε ένα σκηνικό που άλλοτε το δανείζονταν από την αρχαία Αίγυπτο, άλλοτε από την Κλασσική Ελλάδα, ή από τις Βερσαλλίες.

-Οι αριστεροί ζωγράφοι κατεδάφισαν την παλιά τέχνη και το θετικό και υπέροχο στοιχείο που είχαν ήταν ότι όλοι τους είχαν την επαναστατική θέρμη της νεότητας, την αηδία για τα στερεότυπα για τα φετίχ, και τις καθιερωμένες αξίες.

Έχουν πολλά γραφτεί για τον πρωταρχικό ρόλο που έπαιξε ο φουτουρισμός στα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Καθένας εξηγεί με τον τρόπο του αυτό το φαινόμενο.

Μερικοί λένε ότι η σοβιετική εξουσία αναγκάστηκε να δεχτεί τη συμμαχία των αριστερών ζωγράφων γιατί δεν είχε τίποτε άλλο να διαλέξει.

Μόνο οι αριστεροί ζωγράφοι ήταν μαζί της.

-Επίσης μιλάνε για αναλογίες μεταξύ καλλιτεχνικής αριστεράς και πολιτικής αριστεράς. Αυτό το λένε για να κατηγορήσουν τους νέους για μονομέρεια.

Νομίζω ότι η υπόθεση είναι πολύ πιο περίπλοκη.

Πριν από όλα ας σημειώσουμε ένα ιστορικό γεγονός: τόσο οι δεξιοί όσο και οι αριστεροί ζωγράφοι προσπάθησαν να συνεργαστούν με την επανάσταση.

Γιατί έμειναν μόνο οι αριστεροί;

Ο αντικειμενικός σκοπός των δεξιών ήταν να περισώσουν τα μνημεία, τις αρχαιότητες.

Αυτοί οι άνθρωποι του μουσείου είδαν την επανάσταση σαν ένα τυφώνα καταστρεπτικό. Θαμμένοι στη σκόνη των αιώνων, δεν θέλανε να ξέρουν τίποτα για το παρόν ούτε για το μέλλον.

Οι δεξιοί δεν σκέφτηκαν να κάνουν σχολές να δημιουργήσουν μια ζωντανή τέχνη, μόνο οι μούμιες τους απασχολούσαν, και η επανάσταση δεν πρόσεχε τις μούμιες.

-Η επανάσταση ζητούσε άλλα πράγματα.

-Οι ακαδημίες και οι σχολές ήταν στα χέρια αντιδραστικών καθηγητών.

Από παντού χτυπούσαν απειλητικές καμπάνες για τους ιερείς της αιώνιας τέχνης.

Έπρεπε να τους απολύσουν. Ήταν περισσότερο ένα πολιτικό αίτημα παρά αισθητικό.

Η καλλιτεχνική δεξιά δεν μπορούσε να υποστεί αυτές τις θυσίες.

-Η αριστερά υπήρξε ικανή.

Οι αριστεροί επαναστάτησαν ενάντια στο παρελθόν εν ονόματι του μέλλοντος.

Οι αριστεροί πολέμησαν με την τέχνη τους την ίδια την κοινωνία όπως και η επανάσταση όπως και το προλεταριάτο.

Πολέμησαν στο μέτωπο της οικονομίας και της πολιτικής.

Οι αριστεροί ενδιαφερόντουσαν βαθιά για την επανάσταση.

Οι αριστεροί ξεχνώντας τις παλιές πέτρες των αρχαίων εκκλησιών, αφοσιώθηκαν στην αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης.

-Απωθημένοι πριν στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, ζώντας μέσα σε άθλιες παράγκες οι αριστεροί καλλιτέχνες έλαβαν την πρόσκληση της επανάστασης να συμμετάσχουν ελεύθερα στην καλλιτεχνική αναμόρφωση. Ήταν μια μεγάλη ευκαιρία, και με το λόγο και με τα έργα τους δημιούργησαν μια νέα τέχνη.

Ο αγώνας για μια νέα τέχνη δεν ήταν μονάχα αγώνας των αδικημένων ενάντια στους αδικούντες.

Ήταν επίσης ο αγώνας και των σπουδαστών. Οι Νέοι δυσαρεστημένοι από τις παλιές μεθόδους, από τη ρουτίνα της παράδοσης και τη σχολαστικότητα των καθηγητάδων, ενθουσιάστηκαν από την μεταρρύθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης που έγινε από τους αριστερούς ζωγράφους: Αλτμάν-Πουνίν-Μπρικ-Καρέφ-κλπ.

Η μεταρρύθμιση έγινε από όλους αυτούς με πολύ ενθουσιασμό και στη διάλεξη που έκαναν το 1918 χαιρέτισαν την επανάσταση του Οκτώβρη σαν δικιά τους νίκη. Κι έτσι ήταν.

Οι αριστεροί θριάμβευσαν. Στις σχολές αφού έδιωξαν τους παλιούς καθηγητάδες, άρχισαν να διδάσκουν νέοι ζωγράφοι. Στα μουσεία μπήκαν έργα του Τάτλιν, του Μαλέβιτς, του Καντίνσκι κλπ. και οργανώθηκαν εκθέσεις έργων νέων.

Οι δεξιοί αποσύρθηκαν χωρίς να δώσουν μάχη. Μερικοί από αυτούς επειδή δεν είχαν υλικά για να δουλέψουν επιδοθήκανε στη συντήρηση της παραδοσιακής ρωσικής τέχνης.

Άλλοι πέρασαν στην παρανομία, και αρκετοί με θλιμμένη καρδιά άρχισαν να δουλεύουν σαν ειδικευμένοι εργάτες. Άλλοι έπαψαν να ζωγραφίζουν, ή μετανάστεψαν κι εξαφανίστηκαν στην Ευρώπη. Μερικά «σεζανάκια» ντόπιας παραγωγής με πατριωτικές ορμές ζήτησαν προστασία κάτω από τα φτερά των παριζιάνων ή Βερολινέζων στρατηγών, και δεν έπαψαν να ελπίζουν στην καταστροφή της επανάστασης δυσφημίζοντας το έργο που γινόταν στη Σοβιετική Ένωση.

-Οι αριστεροί συνεργάστηκαν με την επανάσταση. Όμως η βοήθεια δεν ήταν απόλυτη, μια και έπρεπε πρώτα να καταπολεμηθεί η αντεπανάσταση που είχε καταστρεπτικές συνέπειες. Όλα όμως πήραν μια άλλη τροπή μετά. Αφού πέραση η μέθη των πρώτων μηνών της επανάστασης που πρόσφερε στη νέα τέχνη όλες τις δυνατότητες για να αναπτυχθεί, οι πολιτικοί αρχηγοί του Οκτώβρη παρουσίασαν τα αιτήματά τους και είπαν: «Καλλιτέχνες, σας δώσαμε όλα όσα ζητήσατε, τώρα δώστε μας όσα σας ζητάμε. Αφίσες-εικονογραφήσεις-λιθογραφίες-έργα καταληπτά σήμερα, τώρα αμέσως. Δεν έχουμε καιρό να περιμένουμε».

Οι αριστεροί καλλιτέχνες απάντησαν ότι ο σκοπός τους είναι να σηκώσουν τις μάζες στο ύψος της νέας τέχνης τους, κα να μορφώσουν την αγράμματη Ρωσία. Οι ηγέτες της επανάστασης απάντησαν: «Η επανάσταση δεν μπορεί να περιμένει για να μορφωθεί ο λαός, η επανάσταση ζητά βοήθεια τώρα αμέσως αλλιώς κανένας δεν μπορεί να ξέρει αν η ακατάληπτη τέχνη των αριστερών είναι καλύτερη από την παλιά τέχνη που είναι και καταληπτή και οικεία στις μάζες».

-Η ιδέα μιας τέχνης για της μάζες, από το Φλεβάρη του 1917 διαδόθηκε σαν επιδημία. Οι δεξιοί ζωγράφοι την εννοούν «παραστατική» και οι αριστεροί όπως είναι φυσικό «αφηρημένη» βάζοντας σε πρώτο πλάνο τη διακόσμηση χώρων.

-Ταυτόχρονα κάτι άλλο πιο ενδιαφέρον εμφανίστηκε. Παρά την έλλειψη υλικών οι αριστεροί παρουσίασαν αρκετές διακοσμήσεις δημόσιων χώρων και σύμφωνα με τις αρχές του έκαναν αγώνα εναντίον του κοινού γούστου. Τα έργα τους είχαν ένα πνεύμα διαμαρτυρίας και έτσι δεν ικανοποιούσαν τους σύγχρονούς τους που είχαν μια παραδοσιακή νοοτροπία.

-Η διακόσμηση της πλατείας Ουρίτσκι στο Λένινγκραντ το 1918, από τον Αλτμάν, που ήταν εξαιρετικής ποιότητας, έδωσε την ευκαιρία να αρχίσει η διαφωνία μεταξύ αριστερών καλλιτεχνών και πολιτικών.

Όσο η πίεση των πολιτικών γινότανε πιο έντονη και δραστική, τόσο αποκαλυπτότανε η μη προσαρμογή των αριστερών καλλιτεχνών.

Οι αριστεροί ζωγράφοι έβγαιναν από παλιές καλλιτεχνικές σειρές που είχαν εκπαιδευτεί στη ζωγραφική του καβαλέτου, και μετά αρνήθηκαν την παραστατική ζωγραφική. Ζωγράφοι καβαλέτου από χρόνια, δημιουργοί πούρας τέχνης, αν και με νέο ύφος, είχαν κάνει φετίχ την τέχνη τους με τον ίδιο τρόπο όπως και οι παλιοί ζωγράφοι.

Αυτός ήταν ο λόγος που διαφώνησαν με την επανάσταση.

Αφού πέρασε λίγος καιρός και οι πρώτοι ενθουσιασμοί, οι πολιτικοί άρχισαν να υποδαυλίζουν μια εκστρατεία ενάντια στο φουτουρισμό.

-Αρχίζουν τις πρώτες αλλαγές στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, και όσους έδιωχναν τους αποκαλούσαν «ρεαλιστές».

-Οι δεξιοί θριάμβευσαν για κάμποσο καιρό, όμως οι πρώτοι καρπό της τέχνης τους απογοήτευσαν ακόμη και τους πολιτικούς με συντηρητική καλλιτεχνική νοοτροπία. Η επανάσταση προκάλεσε την ήττα και των δύο τάσεων-αφηρημένης και παραστατικής.

Και οι δύο τάσεις υποχώρησαν μπροστά στο αίτημα να ενωθεί η τέχνη με την κοινωνική οικοδόμηση. Αυτή η ήττα ήταν ήττα της πούρας τέχνης, της τέχνης του καβαλέτου.

-Μετά από αυτό εμφανίζεται στις γραμμές των αριστερών καλλιτεχνών, η ομάδα των «Βιομηχανιστών» προντουκτιβιστών. Αυτοί οι άνθρωποι δέχτηκαν την επανάσταση όχι κατά σύμπτωση, αλλά από ιδεολογική πίστη. Άρχισαν να αναζητούν με πείσμα τη σύνδεση της τέχνης με την κοινωνική πρακτική. Ήταν μαρξιστές από πεποίθηση και καταλάβανε την ανάγκη να κόψουν για πάντα με την πούρα τέχνη κάθε είδους συμπεριλαμβανόμενης και της αριστερίζουσας.

Άρχισαν να κριτικάρουν τις βασικές αρχές της αστικής αισθητικής-το πρόβλημα της φόρμας- κι έβαλαν το πρόβλημα της μεθόδου της καλλιτεχνικής εργασίας. Η ιδέα μιας τέχνης καθαρά προλεταριακής τους υπόδειξε τη λύση.

-Η καλλιτεχνική εργασία δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη σύνδεσή της με την κοινωνική σφαίρα και αυτό που αποτελεί τη βάση στη μαζική οικοδόμηση του τώρα, δηλαδή τη βιομηχανία.

-Έτσι το πρόβλημα της «βιομηχανικής τέχνης» είναι ένα φυσιολογικό προϊόν της προλεταριακής επανάστασης και ταυτόχρονα ο βράχος που θα σπάσει τα μούτρα της η καλλιτεχνική δεξιά και αριστερά.

Έτσι κι έγινε.

Εδώ δεν πρόκειται να υποκατασταθούν οι καλλιτεχνικές φόρμες με άλλες, ούτε για πάλη τάσεων μέσα στην αστική τέχνη, μα ούτε για το πως θα γίνονται τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Πρόκειται για την τελειωτική διακοπή με όλες τις μεθόδους της σύγχρονης τέχνης.

Στη συνέχεια η κατάσταση άλλαξε ριζικά και άρχισε μια διαμάχη μέσα στις καλλιτεχνικές ομάδες.

Οι αριστερές ομάδες διασπάστηκαν.

Η πλειοψηφία προσκολλημένη στη ζωγραφική του καβαλέτου, υπερφαλαγγίστηκε από την επανάσταση που πριν είχε χειροκροτήσει.

Δημιουργήθηκε μια τέτοια ψυχολογική κατάσταση και φαινόταν σαν να έδιναν τα χέρια αριστεροί και δεξιοί για να αμυνθούν από το φοβερό σκιάχτρο του «Βιομηχανισμού».

Οι βαθιές διαφορές τους δεν ξεπερνούσαν το τελάρο του καβαλέτου.Η προσκόλληση τους στη ζωγραφική του καβαλέτου του ένωνε.

-Οι πρώτοι που άρχισαν να αποχωρούν ήταν οι εξπρεσιονιστές με αρχηγότον Καντίνσκι. Το μυστικιστικό του πνεύμα υπέκυψε στην πίεση των εξτρεμιστών.

-Μετά αποχώρησαν οι Σουπρεματιστές οδηγημένοι από το Μαλέβιτς, που υποστήριζε τη ζωγραφική του καβαλέτου. Η διάσπαση ήταν αναπόφευκτη.

Το 1920 διαλύεται το Ινστιτούτο της καλλιτεχνικής κουλτούρας που ήτανστα χέρια των αριστερών καλλιτεχνών. Μετά από λίγο το Ινστιτούτο άρχισε να λειτουργεί κάτω από τη σημαία των Βιομηχανιστών.

Μετά από μια επιλογή που κράτησε καιρό και μια διαμάχη μεταξύ των αριστερών, σχηματίστηκε μια ομάδα αφηρημένων κονστρουκτιβιστών: Τάτλιν, Ροντένσκο, και την ομάδα Ομπόζου. Αποφάσισαν να μελετήσουνκαι να δουλέψουν με βιομηχανικά υλικά, σαν ενδιάμεσο στάδιο.

Σε μια ιστορική συνεδρίαση του Ινστιτούτου καλλιτεχνικών κουλτούρας αποφασίστηκε να σταματήσουν αμέσως όλες τις μελέτες και κατασκευές και χωρίς χρονοτριβή να έρθουν αμέσως σε επαφή με βιομηχανική παραγωγή.

(Μετάφραση Δανιήλ)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μπ. Αρβάτωφ «Τέχνη και Παραγωγή», 1926.

Конфликт – Ένα σοβιετικό αντιπολεμικό animation

Αμφισβητώντας την ίδια τη ιδέα της αρμονικής ανάπτυξης της ανθρώπινης προσωπικότητας, την ιδέα της κοινωνίας, στην οποία όπως διδάσκει ο μαρξισμός, «η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός αποτελεί προϋπόθεση της ελεύθερης ανάπτυξης όλων των μελών της», οι αστοί θεωρητικοί της κουλτούρας υποβιβάζουν τον άνθρωπο σε απλό ον, σε απλή μονάδα το «μαζικού» καταναλωτή. «HOMO KONSUMENS»-«Ανθρωπος καταναλωτής», έτσι τιτλοφορεί ο Ερριχ Φρομμ το κατασκεύασμα της σύγχρονης αστικής κοινωνίας.

Ο καταναλωτής αυτός δεν είναι σε θέση να διεισδύσει στα υψηλά ιδανικά της λογοτεχνίας και της τέχνης, δεν κατέχει αισθητικά καλλιεργημένα αισθήματα και δεν είναι διατεθειμένος να μυηθεί στα λεπτά ευαίσθητα κίνητρα της τέχνης. Αυτός ο εκπρόσωπος της «γκρίζας μάζας» καταλήγουν ύστερα από βαθύ συλλογισμό οι θεωρητικοί αυτοί, αφομοιώνει πιο ευχάριστα ένα καλλιτεχνικό προϊόν ελαφρότατου τύπου. Ενα τέτοιο κατασκεύασμα είναι πέρα για πέρα προσιτό γιατί ανταποκρίνεται στις πιο απλές, στις πιο πρωτόγονες συγκινήσεις, υπολογισμένες για ένα χαμηλό πνευματικό επίπεδο.

Τέτοιο προϊόν, τέτοιου είδους εργατο-τροφή προσφέρει η μαζική κουλτούρα της Δύσης. Και εδώ πρόκειται για κουλτούρα δεύτερης ποιότητας «κατασκευασμένης» κατά τρόπο βιομηχανοποιημένης αλυσίδας. Είναι πασίγνωστα τα έργα των κόμικς, των γουέστερν, των τηλεοπτικών παραστάσεων, των γκανγκστερικών και ερωτικών φιλμ, των ιστορικών με καρδιοχτύπια και φρικιαστικές εικόνες αίματος, γραμμένες σε βιβλία τσέπης, αυτά και άλλα πολλά παραγεμισμένα με πρόστυχη συναισθηματολογία, βία και σεξ…

Τα κίνητρα που εξηγούν το «αναπόφευκτο» της εμφάνισης κουλτούρας δεύτερης ποιότητας, είναι ξεκάθαρο. Αλλά θα ήταν αφέλεια να υποθέσουμε πως σκοπός της είναι μόνο να αποκομίσουν, να βγάλουν το επιθυμητό εμπορικό κέρδος. Όχι, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η φροντίδα να ικανοποιήσουν την αξίωση του απλού ανθρώπου με ένα ευχάριστο, γαργαλιστό στα νεύρα εφήμερο έργο- είναι μόνο η εξωτερική, η εντυπωσιακή πλευρά της όλης υπόθεσης. Η αστική «μαζική κουλτούρα» κρύβει άλλον πιο σοβαρό σκοπό.

Και αυτός ο σκοπός της υπερασποστολής, όπως θα λέγαμε, της «μαζικής κουλτούρας» είναι να αποσπάει, να απομακρύνει τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων από την πραγματικότητα, από τα άλυτα καυτά προβλήματα της καθημερινής ζωής, που στέκουν μπροστά στα μέλη της αστικής ανταγωνιστικής κοινωνίας. Σε αυτό το πρόγραμμα, υπάρχει και η « θετική» πλευρά: αποσπώντας τον «εργαζόμενο λαό από το πεζοδρόμιο», από την κοινωνική πάλη, τον βάζει κάτω από τον ιδεολογικό έλεγχο στερεότυπων κανόνων της «καταναλωτικής κοινωνίας». Και για την επιτυχία αυτού του σκοπού δεν αρκεί μόνο να «αποκλείσει» τον άνθρωπο από τις καθημερινές φροντίδες και τα βάρη της συντήρησής του, χρειάζεται να τον βυθίσει σε ένα φανταστικό κόσμο, που να αγνοεί τα γεγονότα, που να εξωραϊζει όλα τα δυσάρεστα της αστικής πραγματικότητας. Ακριβώς αυτή η ψευδοφαντασία, αυτή η παραποίηση της αλήθειας μέσα από καλοστημένους ελαττωματικούς καθρέφτες παραμόρφωσης της «μαζικής κουλτούρας» επιδιώκει να φέρει στο μηδέν το υψηλό κοινωνικό λειτούργημα της τέχνης το οποίο ο Κ. Μαρξ καθόρισε σαν καθήκον πνευματικο-πρακτικής αφομοίωσης του κόσμου.

Από τα παραπάνω η αστική κουλτούρα βρίσκεται αφάνταστα μακριά. Δεν είναι η καλλιτεχνική παραμόρφωση της πραγματικότητας, αλλά η υποχρεωτική αντικατάστασή της με τη δημιουργία μύθων. Αυτό το σκοπό επιδιώκουν και τα αντίστοιχα μέσα: όσο πιο δραστικά είναι, τόσο το καλύτερο. Να γιατί απαραίτητα εξαρτήματα της «μαζικής κουλτούρας» γίνονται η πορνογραφία, η βία , η λατρεία του χρήματος. Στα έργα του ο σύγχρονος καπιταλισμός σαν να αποτυπώνει τον ίδιο τον εαυτό του: αναπαράγοντας σε συγκεντρωτική μορφή και ενορχηστρώνοντας (στο δικό του τόνο!) τα δικά του ελαττώματα, προσπαθεί να τα στεριώσει στις συνειδήσεις των ανθρώπων σαν κάτι το απαραβίαστο, το αιώνια χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης και των κοινωνικών σχέσεων. Ο άνθρωπος-βιαστής και ο άνθρωπος-σκλάβος, υπεράνθρωπος και θύμα- να οι δύο τύποι ηρώων στα έργα της «μαζικής κουλτούρας» που προσωποποιούν τη συμβολική τυπολογία της σύγχρονης αστικής κοινωνίας.

Μ’ αυτή την έννοια δεν είναι και τόσο μεγάλη η διάσταση ανάμεσα στη «μαζική κουλτούρα» και την ονομαζόμενη «εκλεκτική κουλτούρα», δηλαδή κουλτούρα για τους εκλεκτούς. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μπροστά στη φυγή από την πραγματικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις η ιδεολογική βάση και των λεπτών ραφιναρισμένων έργων και του ωμού ανοιχτού αναγνώσματος καθώς και του χοντροκομμένου θεάματος-αποτελείται από τα πνευματικά στερεότυπα της καπιταλιστικής κοινωνίας, που είναι σύμφυτα με αυτήν τα ένστικτα της απόκτησης ιδιοκτησίας, της επιθετικότητας και του αμοραλισμού, ή –και η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος- η ψυχική κατάρρευση εξαιτίας του πεσιμισμού, της παραλυτικής καθολικής μελαγχολίας.

Ποτό-κοκτέιλ, που περιέχει όλων των ειδών τα δηλητήρια, έτσι αποκάλεσε ο μεγάλος Χιλιανός , ο διακεκριμένος ποιητής του 20ου αιώνα Πάμπλο Νερούντα τον αντι-ουμανιστικό στην ουσία του προσανατολισμό της αστικής κουλτούρας.

Ο ΛΑΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

Οι κομμουνιστές απορρίπτουν την αιωνιότητα του χωρισμού των ανθρώπων σε «εκλεκτό» και «απρόσωπο πλήθος». Το ίδιο, όπως και η βασισμένη σε αυτήν την ψεύτικη θέση διάκριση της κουλτούρας σε «μαζική» και «εκτελεστική»

Στον αστικό κόσμο μέσα σε κάθε εθνική κουλτούρα υπάρχουν δύο τάσεις-η δημοκρατική, ηλαϊκή, που συνδέεται με τις προοδευτικές παραδόσεις, και η τάση των εκμεταλλευτριών τάξεων. Στη λαϊκή, δημοκρατική, προοδευτική τάση κάθε εθνικής κουλτούρας, βρίσκονται εκείνες οι πνευματικές αξίες, που αποτελούν την περηφάνια των εθνών και μπαίνουν για πάντα στο θησαυροφυλάκιο της παγκόσμιας κουλτούρας. Π.χ., έτυχε διεθνούς αναγνώρισης η δημιουργός τέτοιων επιφανών καλλιτεχνών της δύσης, όπως του Λουί Αραγκον , του Πωλ Ελυάρ, του Ερνεστ Χένινγουεη, του Τζιμ Ολντριτζ, του Φρρίντριχ, του Ντιουρρεμαντ, του Μαρτί Λάρνι, του Αλμπέρτο Μοραβιά κ.α

Ακριβώς, αυτή την αυστηρή διαχωριστική γραμμή, που περνάει μέσα από την πνευματική ζωή της αστικής κοινωνίας, υπόδειχνε την εποχή του Λένιν. Την ανάπτυξη των προοδευτικών στοιχείων της κουλτούρας, την πραγματική της άνθηση, τη συνέδεε με το πρόβλημα της εγκαθίδρυσης τέτοιου κοινωνικού συστήματος, «το οποίο θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει την ομορφιά, το καθετί που θα υπερτερεί από κάθε άποψη και για το οποίο θα μπορούσε μόνο να ονειρευτεί κανένας στο παρελθόν». Ο Λένιν οραματίστηκε μία κουλτούρα η οποία όχι μόνο θα γινόταν προσιτή στις πλατιές λαϊκές μάζες, αλλά θα είναι κουλτούρα των ίδιων των μαζών.Τέτοια κουλτούρα δημιουργήθηκε στην ΕΣΣΔ. Κουλτούρα, που συμβάλλει στην πολύπλευρηάνθηση της προσωπικότητας του ατόμου, στην πνευματική ανάπτυξη των εργαζομένων τους οποίους προσελκύει στη συνειδητή δημιουργία και τους κάνει να συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία πραγματικών πνευματικών και πολιτιστικών αξιών

Ο διακεκριμένος αμερικανός φιλόσοφος και ποιητής Ραλφ Ουόλντο Εμερσον, στα μισά του ΧΙΧ αιώνα έλεγε πως το πραγματικό κριτήριο και μέτρο επιπέδου του πολιτισμού δεν είναι τα στοιχεία της στατιστικής, τα μεγέθη των πόλεων και των σοδειών, αλλά «ο άνθρωπος που διαπλάθει μια χώρα». Αναγνωρίζουμε τη μεγάλη σοφία του Εμερσον που μπόρεσε σε μια εποχή «πυρετού και χρυσού» και της καταπληκτικής ιλιγγιώδους άνθισης του χρηματιστηρίου, να δει κάτι το πιο ουσιαστικό από τον τρελό ρυθμό της ζωής, τις επωμίδες και τα δολλάρια. Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Ο άνθρωπος, ο πνευματικός του κόσμος, οι σκέψεις του, τα κίνητρα της συμπεριφοράς του, τα ενδόμυχα όνειρα- αυτά είναι που σε τελευταία ανάλυση καθορίζουν το χαρακτήρα ενός πολιτισμού, τον τύπο της κουλτούρας που επικρατεί.

Η σκέψη αυτή, στην πιο ακριβή διατύπωσή της, διαποτίζει τη σοσιαλιστική αντίληψη της κουλτούρας. Προορισμό της έχει την αδιάκοπη διαμόρφωση των υψηλών κοινωνικών και ηθικών ιδιοτήτων της προσωπικότητας, που θα αποκαλύπτει τον εαυτό της στη δημιουργία, στην κοινωνική προσφορά. Η προσωπικότητα, που μεταμορφώνει συνειδητά τον κόσμο και τον ίδιο τον εαυτό της, που είναι σε θέση να αναπτύσσεται και να συμβάλλει συνεχώς στην ανοδική κίνηση της κοινωνίας, αυτός είναι από την άποψη των κομμουνιστών, ο ανώτερος προορισμός της κουλτούρας, σ’ αυτό περικλείνεται το νόημα και ο σκοπός της σοβιετικής εκπολιτιστικής πολιτικής.

Η ουμανιστική ουσία της άποψης αυτής δεν περιορίζεται, όπως βλέπουμε, μόνο στο να δίνουμε στον άνθρωπο ότι το καλύτερο, [πολυτιμότερο και προοδευτικότερο που επεξεργάστηκαν αιώνες πολιτιστικής εξέλιξης. Η κατανάλωση ακόμα και στο πιο «δύσκολο», δεν μπορεί να αποτελέσει μοναχή της φαινόμενο ουμανιστικό στην αυστηρή σημασία της λέξης. Για την άνθιση της προσωπικότητας, για την πραγματική ελευθερία αυτοπροβολής της μπορούμε να μιλούμε, τότε μόνο, όταν ο άνθρωπος γίνεται δαστήρια βαρύνουσα δημιουργική μονάδα, όταν οι ικανότητές στου , οι πνευματικές του δυνάμεις , μπαίνουν στη διάθεση της επαναστατικής μεταμόρφωσης του κόσμου που μας περιβάλλει.

Η βαθιά αλληλοσύνδεση της αφομοίωσης των πνευματικών αξιών και της δημιουργίας, που συμβάλλει στην επαύξησή τους, τον πλουτισμό τους προς το συμφέρον όλων και του καθενός, αποτελεί την πιο σημαντική προϋπόθεση για την πληρέστερη και την πιο θετική αναγνώριση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Αυτό είχε ακριβώς υπόψη του το 24οσυνέδριο του ΚΚΣΕ, όταν διακήρυσσε, ότι « χωρίς υψηλό επίπεδο πολιτισμού, μόρφωσης, κοινωνικής συνειδητότητας και εσωτερικής ωριμότητας των ανθρώπων, δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί ο κομμουνισμός, όπως είναι αδύνατο να οικοδομηθεί και χωρίς την αντίστοιχη υλικό-τεχνική βάση»

Δεν είναι αυτός που εξεζητημένα χρησιμοποιεί τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς, ούτε ο αισθησιακός ενατενιστής της ζωής, αλλά ο δημιουργός, ο ελεύθερος και αρμονικά ανεπτυγμένος, ο γεμάτος αισιοδοξία και θέληση για δράση- αυτός είναι ο τύπος της προσωπικότητας που καλλιεργείται και προβάλλεται από τους κομμουνιστές. Το ότι αυτό είναι έτσι, μπορεί εύκολα κανένας να το δει χειροπιαστά στα πολυάριθμα παραδείγματα, τα οποία δίνει η λογοτεχνία και όλα τα είδη τέχνης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Η τέχνη αυτή δεν τρέφεται μόνο από τις υψηλές και θαυμάσιες ιδέες, αλλά και εμπνέεται από την αφθονία του πρωτόφαντου, εξαιρετικού, ηρωικού και δραματικού, στην ουσία του, υλικού της ζωής.

Η αναμφισβήτητη υπηρεσία της σοσιαλιστικής επανάστασης στη νέα κουλτούρα υπήρξε το κίνητρο που έδωσε σε όλους τους λαούς της χώρας τη σημερινή λογοτεχνία και τέχνη. Ο καλλιτέχνης είχε τη δυνατότητα να περάσει από την κριτική ανάλυση της πραγματικότητας, από το αμείλικτο ξεσκέπασμα της μίζερης ζωής και αυτών ακόμα που είχαν αυόγήσει και με τη στάση τους την τάξη αυτή πραγμάτων, από τα όνειρα στην άλλη, την καινούρια και ολοκάθαρη ζωή-στην πάλη για τη δημιουργία της νέας αυτής ζωής, του νέου κόσμου, στην πάλη του νέου ήρωα, του νέου ανθρώπου.

«Να μετασκευάσουμε τα πάντα. Να χτίζουμε έτσι που το κάθε τι να γίνει νέο. Έτσι που η ψεύτικη, η βρώμικη, η ανιαρή, η άμορφη ζωή μας να γίνει δίκαιη, καθαρή, χαρούμενη και θαυμάσια»-έτσι συνειδητοποίησε το καθήκον αυτό ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Μπλόκ. Και στις αρχές του 1930 ο Μαξίμ Γκόργκι διαπίστωνε με περηφάνια: «Θέλουμε να δημιουργήσουμε καινούρια ανθρωπότητα και ήδη αρχίσαμε να τη δημιουργούμε». Και αυτό δεν ήταν υπερβολή.

Η ζωντανή πρακτική της σοβιετικής λογοτεχνίας και τέχνης, αν κανένας γνωριστεί μζί της στο βάθος και χωρίς προκατάληψη , διαψεύδει τους ισχυρισμούς των αντιπάλων, που κατηγορούν τα έργα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού σαν «μονόπλευρα», περιορισμένης θεματολογίας, που δεν δίνουν τάχα προσοχή στον άνθρωπο, στην ψυχολογία του, στον εσωτερικό του κόσμο. Ο φλογερός ρομαντισμός του αζερμπαϊνστανού ποιητή Σαμέν Βουργκούν και η γεμάτη τρυφερότητα μουσική του Ουκρανού Παύλου Τιτσίν, η φιλοσοφικήσυνδετότητα με την οποία προσεγγίζει τη σύγχρονη εποχή ο Λεοντίτ Λεόνωφ και ο επικός και συναρπαστικός δραματισμός με τον οποίο αγκαλιάζει την πραγματικότητα ο Μιχαήλ Σόλοχωφ, η ασυμβίβαστη και κοφτερή ψυχολογία του Λευκορώσσου Βασίλη Μπίκοφ και η αβίαστη διανθισμένη με ανάλαφρη μελαγχολία διηγηματικότητα του Κιργίζιου Τσίνγκς Αιτμάτοφ, η ζεστή συντροφικότητα του Αντρέα Βοζνεσένσκι και η θαρραλέα, γεμάτη πάθος ψυχική ανάταση του Λιθουανού Εντουάρντε Μεζελάιτσ- είναι μια σύντομη απαρίθμηση δημιουργών που δείχνουν σε όλη τους την έκταση και το βάθος, το πάθος, το στυλ, το γούστο και τον τρόπο σκέψης των εκπροσώπων της πολυεθνικής σοβιετικής λογοτεχνίας.

Εδώ έχει ιδιαίτερη σημασία να τονίσουμε, πως η λογοτεχνία αυτή δεν αποβλέπει σε μία πρόχειρη και επιφανειακή αντίληψη, σε ένα στιγμιαίο, χωρίς περιεχόμενο, γούστο, αλλά σε μία πραγματική, σοβαρή, βαθυστόχαστη λογοτεχνία. Θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να υποθέσουμε, πως αυτή απευθύνεται σε ορισμένους διαλεχτούς, στην ελίτ, όπως θα λέγαμε. Οχι, αυτή προορίζεται για τον πιο απλό αναγνώστη, και βρίσκει την απήχησή της στην ψυχή και στην καρδιά του τόσο η ρούσικη όσο και η παγκόσμια λογοτεχνία, όπως και τα βιβλία των μεγάλων σύγχρονων συγγραφέων απ’ όλες τις ηπείρους. Το τιράζ των Ρώσων και των σοβιετικών κλασσικών στην ΕΣΣΔ φτάνει σε εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ τα έργα του Σαίξπηρ, Μπαλκάζ, Στεντάλ, Ιψεν, Φόκνερ, οι σοβιετικοί πολίτες τα γνωρίζουν όχι χειρότερα από τους συμπατριώτες αυτών των μεγάλων μαέστρων της τέχνης.

Ή ας πάρουμε τη σοβιετική κινηματογραφία. Ο «Τσαπάγεφ» και «η μπαλάντα του στρατιώτη», η επαναστατική τριλογία του Μαξίμ Γκόργκι και «’Οταν περνούν οι γερανοί», τα περίφημα φιλμ για τον Λένιν και οι «εννιά μέρες ενός χρόνου», ο «Αμλετ» και το τηλεοπτικό σήριαλ «Πως δενότανε το ατσάλι»- είναι έργα με βάθος, γεμάτα καινοτομία, που καλούν σε άμιλλα, που παρακινούν σε προβληματισμό και στοχασμό. Και για αυτό το λόγο κατατάχτηκαν στην πιο πλατιά λαϊκή φήμη, έγιναν πασίγνωστα φιλμ.

Έτσι, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε, πως στο μαζικό σοβιετικό αναγνώστη, θεατή και ακροατή, έχει ριζώσει βαθύ και ειλικρινές το ενδιαφέρον για την πραγματική λογοτεχνία, για τις αληθινές πνευματικές αξίες. Και αυτός ε σημαντικό βαθμό εξηγείται από το γεγονός ότι η σοβιετική λογοτεχνία, η σοβιετική τέχνη, στη διάρκεια δεκαετιών, απευθυνόμενη στις μάζες, αποκάλυψε και αποκαλύπτει μπροστά μας τον ιδεολογικό πλούτο, την υψηλή πνευματική κουλτούρα του σοσιαλισμού, καλλιέργησε και καλλιεργεί στους ανθρώπους τα «ευγενή αισθήματα», τη διάθεση για δράση, την τάση για αναζήτηση και γνώση. Η ουμανιστική στην ουσία της διαπαιδαγώγηση του νέου αναγνώστη, του νέου θεατή, του μορφωμένου, του φιλομαθή, του αισθητικά καλλιεργημένου, που είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται οποιαδήποτε παραποίηση, οποιαδήποτε εμπορική προσποίηση και ταυτόχρονα να δείχνει εξαιρετική ευαισθησία στην υψηλή τέχνη, στην πραγματική καλλιτεχνική απόδοση- είναι μία από τις μεγάλες ιστορικές υπηρεσίες που προσφέρει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η σοβιετική πολιτιστική πολιτική.

Σε σχέση με αυτό δεν θα ήταν περιττό να ανφέρουμε τα λόγια του πιο μεγάλου καλλιτέχνη της σύγχρονης εποχής-Μιχαήλ Σόλοχωφ. Στο λόγο του στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, αναφερόμενος στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τόνιζε πως εκφράζει την κοσμοαντίληψη, που δεν δέχεται ούτε τη απαθή παρατηρητικότητα, ούτε τη φυγή από την πραγματικότητα, αλλά που καλεί να αγωνιστούμε για την πρόοδο της ανθρωπότητας. Σε τι, ρώτησε ο Σόλοχωφ συνίσταται η πρόκληση; Ποια είναι τα καθήκοντα του καλλιτέχνη, ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του όμοιο με τη θεότητα, που είναι θρονιασμένη πάνω στον Ολυμπο και παρακολουθεί τελείως αμέτοχη και αδιάφορη τα ανθρώπινα δεινά, τις συγκρούσεις των αντιμαχόμενων δυνάμεων, αλλά γιο του λαού του, μικρό μόριο της ανθρωπότητας; Και απάντησε: να μιλάει με τον αναγνώστη τίμια, να λέει στους ανθρώπους την αλήθεια, όσο κιαν είναι πικρή, αλλά πάντοτε καθαρή. Ν εδραιώνει στις ανθρώπινες καρδιές την πίστη προςτο μέλλον, στη δύναμή τους , ικανής να οικοδομήσει το μέλλον τους. Ν αγωνίζεται για την ειρήνη σε όλο τον κόσμο και να διαπαιδαγωγεί με το λόγο του τέτοιους αγωνιστές παντού όπου είναι δυνατό να φτάσει ο λόγος του. Ν συνενώνει τους ανθρώπους στη φυσική και ευγενική προσπάθεια για τη πρόοδο.

Σ’ αυτό εδώ περικλείνεται ο πραγματικός ουμανισμός της σοβιετικής λογοτεχνίας, της τέχνης, όλης της σοσιαλιστικής κουλτούρας. «Άνθρωπος- πόσο περήφανα αντηχεί η λέξη αυτή!»- ακούστηκε η θαρραλέα φωνή του Μαξίμ Γκόργκι στις αρχές αυτού του αιώνα. Σήμερα οι λέξεις αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν το έμβλημα της σοσιαλιστικής κουλτούρας.

Ο μεγάλος συγγραφέας του προλεταριάτου Μαξίμ Γγκόργκυ, ερευνώντας το χαρακτήρα και τις τάσεις της πνευματικής ζωής στη νεαρή δημοκρατία των Σοβιέτ, τόνιζε, πως κάτω από την επίδραση των ιστορικών αλλαγών οι άνθρωποι παρακινούνται να κοιτάζουν τον εσωτερικό τους κόσμο, να σκέφτονται πιο βαθιά, ακόμα μια φορά, το σκοπό και την έννοια της ζωής». «Τέτοιοι άνθρωποι-έγραφε ο Γκόργκυ- θα γεννηθούν ασύγκριτα πολύ περισσότεροι από όσοι υπάρχουν σήμερα στη γη. Μου φαίνεται πως ακόμα και τώρα, στους ανθρώπους ξυπνάει, δημιουργείται ένα καινούριο ένστικτο-το ένστικτο της γνώσης. Φανταστείτε τι έχει να γίνει αν δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι φλέγονται από το πάθος και την περιέργεια να μάθουν όχι το πώς ζει κανένας άνετα, αλλά γιατί να ζει».

Σ’αυτή την ακριβή και με προβλεπτικότητα διείσδυση στις βαθιές διαδικασίες που σημειώνονται στη μαζική συνείδηση, σε αυτά τα απλά και σοφά λόγια, βρίσκεται το κλειδί της πολιτιστικής πολιτικής, που εφαρμόζεται στην ΕΣΣΔ. Μ’ άλλα λόγια βρίσκεται στην κατανόηση της ιδιαίτερης σημασίας που κυριολεκτικά από τις πρώτες μέρες της ύπαρξής του έδωσε το Σοβιετικό Κράτος για την πνευματική ζωή της χώρας, για την πνευματική κουλτούρα της κοινωνίας. Από το «πώς να ζει κανένας άνετα» στο «γιατί να ζει» – σ’ αυτή την αλλαγή των ηθικών διατυπώσεων-κριτηρίων καταλήγει η μέγιστη κοινωνική ανατροπή, που αποτέλεσε ουσιαστικά, και το βασικό σκοπό της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917.

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ

Για την έκταση και τις δυσκολίες της πολιτιστικής επανάστασης, που επρόκειτο να αντιμετωπίσει η νεαρή σοβιετική εξουσία, μπορούμε να κρίνουμε από το γεγονός, ότι σε κάθε τρεις κατοίκους της πρώην ρωσικής τσαρικής αυτοκρατορίας, οι δύο ήταν ολότελα αγράμματοι και πολλές λαότητες δεν είχαν ούτε καν τη δική τους γραφή. Παράλληλα, με την πείνα και τις αρρώστιες, τη φτώχεια και την ερήμωση, η πολιτιστική καθυστέρηση ήτανβαριά κληρονομιά του παλιού κόσμου.

Ακριβώς, η επανάσταση ήταν αυτή που καλλιέργησε μέσα στις πλατιές λαϊκές μάζες τη μεγάλη αγάπη για τον πολιτισμό, την προσέλκυση στην κουλτούρα. Η Σοβιετική Εξουσία ήταν αυτή που απελευθέρωσε τη Ρωσία από το θανάσιμο εναγκαλισμό της αμάθειας, απ’ αυτήν την «εξουσία του σκοταδιού», όπως πολύ εύστοχα τη χαρακτήρισε ο Λέων Τολστόι. Χωρίς να φοβηθούν τις δυσκολίες, χωρίς να υποχωρήσουν μπροστά στη τερατώδη δύναμη αυτής της αμάθειας, οι μπολσεβίκοι ρίχτηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για τη δημιουργία της νέας, της σοσιαλιστικής κουλτούρας. Αναφέρουμε ένα μόνο χαρακτηριστικό γεγονός: εκπληρώνοντας την υπόδειξη του Λένιν, η Λαϊκή Επιτροπή Διαφώτισης και Παιδείας σε διάστημα ενός χρόνου-από το Μάη του 1918 μέχρι το Μάη του 1919-στο αποκορύφωμα του εμφυλίου πολέμου, σε μία εποχή γενικής αποδιοργάνωσης της οικονομίας και μεγάλης κρίσης χαρτιού, τύπωσε 115 βιβλία της κλασσικής ρωσικής λογοτεχνίας σε τιράζ πάνω από 6 εκατομμύρια αντίτυπα. Μόνο τα έργα του Πούσκιν εκδόθηκαν σε 750.000 αντίτυπα. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Ανοίχτηκαν χιλιάδες σχολεία, δεκάδες ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα θέατρα, τα μουσεία, οι αίθουσες συναυλιών άνοιξαν διάπλατα τις πύλες τους για τον πιο απλό θεατή και ακροατή. Στις αρχές ακόμα του 1920, ο Έρμπερτ Ουέλς με έκπληξη έγραφε πως στη δοκιμαζόμενη από την πείνα Ρωσία, πλήθος από ειδικούς ασχολούνται με τη μετάφραση κλασσικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας: «Τα βιβλία που μεταφράζονται απ’ αυτούς, τυπώνονται αμέσως και δίνουν στη νέα Ρωσία τέτοια ενημέρωση για την παγκόσμια λογοτεχνία, όση δεν είναι προσιτή σε κανένα άλλο λαό».

Αναμφίβολα, το πρώτο στην ιστορία της ανθρωπότητας κράτος των εργαζομένων, παρά τις τεράστιες καταστροφές που του προξένησαν οι εχθροί του{με τη βοήθεια, την επέμβαση και τον οικονομικό αποκλεισμό που οργάνωσαν οι ειδικές δυνάμεις), κατόρθωσε να δημιουργήσει στην αυγή της ύπαρξής του πολύ περισσότερα από οποιαδήποτε πλούσια και προηγμένη καπιταλιστική χώρα, μπόρεσε να μυήσει τα πλατιά στρώματα του πληθυσμού στο θησαυροφυλάκιο της κουλτούρας, στις πνευματικές αξίες, τις δημιουργημένες και συσσωρευμένες από την ανθρωπότητα.

Σ’ αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης, στη συνεπή πρακτική εφαρμογή των μαρξιστικο-λενινιστικών αντιλήψεων και θέσεων, στην πραγματοποίηση των μεγαλειωδών σχεδίων ανόδου της σοσιαλιστικής κουλτούρας, που συνδέονται οργανικά με τη λύση των προβλημάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας, βρίσκεται το μυστικό των επιτυχιών της σοβιετικής επιστήμης, της τεχνικής σκέψης, της σοβιετικής καλλιτεχνίας και παιδείας.

Αυτές οι χειροπιαστές επιτυχίες και τα επιτεύγματα στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών εξέπληξαν πολλές φορές τον κόσμο και τον υποχρέωσαν να μιλά για «ρωσικό θαύμα», να αναγνωρίσει τη χρεωκοπία των «προγνωστικών» και των « προφητειών», που δεν άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου.

Αφήγηση: Γεράσιμος Μιχελής, Γιάννης Στάνκογλου, Κυριάκος Ψυχαλής, Παναγιώτης Μανιάτης

Είδος: Ποίηση

Παραγωγή: Avant Garde Centre

Άδεια διανομής: Ελεύθερη διάθεση

Διάρκεια  8:29  //  Έτος έκδοσης: 2019