Category: Σοβιετική Τέχνη


https://www.theguardian.com/cities/gallery/2018/sep/06/modernist-architecture-skopje-macedonia-in-pictures

Advertisements

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομοΣτις 27 Αυγούστου του 1919 η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ρωσίας εθνικοποίησε με ειδικό Διάταγμα τον κινηματόγραφο στη χώρα, μια τέχνη ακριβή και αριστοκρατική, αλλά εντελώς απαραίτητη για την Επανάσταση, που σκόπευε να την χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς της και πρωτίστως – για την προπαγάνδα. Οι ιδιοκτήτες των κινηματογραφικών εταιρειών δεν είχαν τους ίδιους στόχους, οι περισσότεροι από αυτούς εγκατέλειψαν τη χώρα, παίρνοντας μαζί το υλικό και τον εξοπλισμό. Αλλά με ό, τι απέμεινε, η νεαρή Ρωσία έφτιαξε μια νέα κινηματογραφική τέχνη, αριστουργήματα της οποίας είναι το καμάρι του παγκοσμίου κινηματογράφου. Από το 1979 και για μια δεκαετία και κάτι,
η 27η Αυγούστου εορταζόταν ως Ημέρα του Σοβιετικού κινηματογράφου, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ –  ως Ημέρα Ρωσικού κινηματογράφου.

Στην τσαρική Ρωσία, έως το 1907 παίζονται ταινίες της Γκωμόν και κυρίως της Πατέ. Το χρόνο αυτό ο Ντράνκωβ, επίσημος φωτογράφος της Δούμα, γυρίζει επίκαιρα και το 1908 κάνει την πρώτη ρώσικη ταινία τέχνης «Στένκα Ραζίν». Το 1908 υπάρχουν 70 αίθουσες προβολής στη Μόσχα και 150 αίθουσες στην Αγία Πετρούπολη. Το 1917 παράγουν ταινίες η Πατέ και η Γκωμόν με παράρτημά τους στη Ρωσία , 4 μεγάλες ρώσικες εταιρείες και 20 μικρότερες. Υπάρχουν 70 γραφεία διανομής και 2000 αίθουσες προβολής. Οι ταινίες που ήταν αρχικά διασκεδαστικές, γίνονται τώρα συστηματικά με μεταφορές από το μυθιστόρημα: «Ντάμα Πίκα», «Σονάτα Κρόυτζερ», «Ταράς Μπούλμπα». Ταυτόχρονα αναπτύσσεται ο καλλιτεχνικός κινηματογράφος και επικρατούν δυο τάσεις: ο νατουραλισμός του Προτοζάνωβ και ο εξπρεσιονισμός του Μπάουερ. Για να κρατήσει το ηθικό του στρατού ιδρύει την εταιρεία «Σκοπέλεβ» που γυρίζει ιδεολογικές δήθεν ταινίες με θέματα σωβινισμού.

Στην επανάσταση του 1917 οι Καλίνιν και Λουνατσάρσκυ διακηρύσσουν πως ο κινηματογράφος που ήταν ιδεολογικό όργανο του αστισμού, θα γίνει όχημα για τις ιδέες του προλεταριάτου. Ο Λουνατσάρσκυ διευθύνει τις Επιτροπές Κινηματογράφου που το 1918 σχηματίζουν την ένωση «Σεβσαπκινό». Οι αντιδραστικοί ενώνονται στην Ένωση των εργατών κινηματογραφικής τέχνης χρησιμοποιώντας ονόματα-βεντέτες.

Οι περισσότεροι ρώσοι κινηματογραφιστές καταφεύγουν στη Δύση, μαζί και ο Προτοζάνωβ – ο Μπάουερ πέθανε πρόωρα. Ο Λένιν κάλεσε το 1923 τον Γκρίφιθ, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στις 19/12/1922 ιδρύεται η «Γκοσκινό» (Κινηματογράφος του κράτους) που στα 1924 αρχίζει να παράγει ταινίες, αλλά απέτυχε και αντικαθίσταται στα 1925 από την «Σόβσινο». Δημιουργούνται και άλλες εταιρείες που ασχολούνται όμως κυρίως με εισαγωγή δυτικών ταινιών – 1921 εισάγεται και η «Μισαλλοδοξία» του Γκρίφιθ. Από τις 350 ταινίες που γυρίζονται στα 1915, ρεκόρ της τσαρικής παραγωγής, το 1924 παράγονται μόνο 94 ταινίες.

Μέσα από αυτές τις δύσκολες συνθήκες στα πρώτα χρόνια της επανάστασης γεννήθηκε οΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ που ονομάστηκε «ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ» στην ιστορία του κινηματογράφου. Οι άνθρωποι που τον έκαναν ανήκαν στην Αβάν Γκάρντ της τέχνης ή επηρεάστηκαν άμεσα απ΄ αυτήν.

Η Αβάν Γκάρντ διογκώθηκε αιφνίδια στη Ρωσία στα χρόνια του πολέμου. Ο Μέγιερχολντ πρωτοπόρος στην συνθετική ανανέωση του θεάτρου και ιδρυτής του κονστρουκτιβισμού, στρέφεται το 1915 στον κινηματογράφο για να λύσει προβλήματα που του έμειναν άλυτα στο θέατρο. Αναζητάει την εξερεύνηση των τεχνικών δυνατοτήτων του κινηματογράφου: φως, χρόνος, ρυθμός, κινήσεις του ηθοποιού. Πιστεύει πως «όλη η οθόνη είναι κίνηση» και γυρίζει τις ταινίες «Ντόριαν Γκρέυ» (1915) και «Ο δυνατός άνθρωπος» (1917). Μετά την επανάσταση επιχείρησε να γυρίσει πολλές ταινίες και έγραψε κείμενα θεωρητικά και κριτικές ταινιών.

Στα 1915 ιδρύεται η φορμαλιστική σχολή της Μόσχας που ανανεώνει την αισθητική ανάλυση της ποίησης. Εκείνο όμως που επικρατεί περισσότερο στη ρώσικη Αβάν Γκάρντ είναι ο φουτουρισμός. Το ρεύμα αυτό ξεκινάει στην Ιταλία στα 1909 από τον Μαρινέτι και προπαγανδίζει τον πόλεμο, την σκληρότητα και τον φασισμό – στα 1911 ο Μαρινέτι γράφει ποίημα για την κατάκτηση της Λιβύης. Εκθειάζει τον αιώνα της μηχανής και την εξομοίωση του ανθρώπου με την μηχανή: «δημιουργούμε τον μηχανικό άνθρωπο». Κηρύσσει τον πόλεμο στην παραδοσιακή τέχνη και την καταστροφή των μουσείων, γιατί ανήκουν στην παραδοσιακή λογική. Ταυτόχρονα στρέφεται στο μυστικισμό, διακηρύσσει την κατάργηση της γραμματικής σύνταξης (1912), «το μίσος στη διάνοια και την αφύπνιση της θείας έμπνευσης». Υποστηρίζει ακόμα πως ο λόγος πρέπει να δοθεί στα αντικείμενα και στις μηχανές. Σε προέκταση υποστηρίζει πως «ο κινηματογράφος δείχνει τις κινήσεις της ύλης, έξω από τους λόγους της λογικής». Στα 1913 ο Μαρινέτι βλέπει τον κινηματογράφο σαν εξάρτημα του μιούζικαλ. Η ιδέα αυτή καλλιεργείται επίσης στην πρώτη περίοδο του σοβιετικού κινηματογράφου από τον Κούλεχωφ, τον Αϊζενστάιν και την ομάδα F.E.K.S.

Τον Σεπτέμβρη του 1917 ιδρύεται με πρωτοβουλία του Λουνατσάρσκυ η «Προλετκούλ τ» με σκοπό να ενθαρρύνει τους νέους εργάτες ν΄ αναπτύξουν μια προλεταριακή κουλτούρα. Σ΄ αυτήν μετέχουν οι Καλίνιν και Σαμοΐλωβ και μέσα στο πρόγραμμά της εντάσσεται και η μετατροπή του κινηματογράφου σε όπλο για τη συνειδητοποίηση και την πάλη της εργατικής τάξης. Ο ίδιος ο Λουνατσάρσκυ είχε πλούσια κλασική παιδεία, αλλά συμπαθούσε τα νέα ρεύματα. Κάποτε ο Λένιν μπροστά σε ένα φουτουριστικό γλυπτό είπε: «δεν καταλαβαίνω τίποτα, ρωτήστε τον Λουνατσάρσκυ».

Οι διακηρύξεις της «Προλετκούλτ», εμνευσμένες από τον εμπειροκριτικιστή Μπογδάνωφ, τόνιζαν πως η τέχνη είναι από τα πιο ισχυρά όργανα των ταξικών δυνάμεων και πως το προλεταριάτο μπορεί να δημιουργήσει τη νέα κουλτούρα με την αυθόρμητη ενέργειά του και τη βοήθεια του επαναστατικού πνεύματος. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν μέσα στην Προλετκούλτ δυο τάσεις: 1) των προλεταρίων συγγραφέων και 2) των φουτουριστών, από εκπροσώπους της προεπαναστατικής κουλτούρας και της Αβάν Γκάρντ που προσχώρησαν εκεί.

Στη συνέχεια της επανάστασης ο Κουλέχωφ, ο Βερτώφ και ο Τισέ (κατοπινός οπερατέρ του Αϊζενστάιν) γυρίζουν επίκαιρα από τις μάχες. Η μεγάλη έλλειψη του φιλμ τους αναγκάζει να καταφύγουν στο μοντάζ. Η δυσκολία αυτή ήταν ένας από τους λόγους που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του σοβιετικού κινηματογράφου.

Στο τέλος του πολέμου διαμορφώνονται τρεις ομάδες που ανήκουν στον πειραματικό κινηματογράφο και στην Αβάν Γκάρντ : «Οι Κινόκς» του Βερτώφ, το «Πειραματικό εργαστήρι» του Κουλέχωφ και η «Η Φάμπρικα του Εκκεντρικού Ηθοποιού» : F.E.K.S.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η παραγωγή ταινιών μεγάλου μήκους ανά έτος ήταν : το 1918 – 6 ταινίες, το 1919 – 57 ταινίες, το 1920 – 29 ταινίες μεγάλου μήκους, το 1921 – 12 ταινίες, το 1922 – 16 ταινίες, το 1923 – 8 ταινίες, το 1924 – 69 ταινίες, το 1925 -80 ταινίες, το 1926 – 102 ταινίες, το 1927 – 118 ταινίες, το 1928 – 124 ταινίες, το 1929 – 92 ταινίες, το 1930 – 128 ταινίες

Συνολικά παρήχθησαν 841 ταινίες κατά την περίοδο 1918 – 1930.

Στη Ρωσία το 1913 υπήρχαν 1412 κινηματογ ράφοι , μεταξύ των οποίων οι 137 στην Αγία Πετρούπολη και οι 67 στη Μόσχα .Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, ο αριθμός των κινηματογράφων έχει μειωθεί κατά το ήμισυ, αλλά κατά τα επόμενα έτη άρχισε να αυξάνεται ραγδαία. Η αύξηση ανά φαίνεται παρακάτω ανά έτος: το 1925 υπήρχαν 2000 κινηματογ ράφοι, το 1928 – 9800, το 1934 19.290, το 1951-19.420, το 1960 -103.387, το 1972–156.913, το 1982 – 151.753, το 1987 – 153.017.

 

Βελισσάριος Κοσσυβάκης

Τέλος, κοντά στο εξοργισμένο, το σαρκαστικό γέλιο που δεν συγχωράει, υπάρχει επίσης και το χαρούμενο γέλιο, το γέλιο της φιλικής καλής προαίρεσης, της ευθυμίας και της αθώας κατεργαριάς. Η ανάγκη για τέτοιο γέλιο δεν παύει να είναι αισθητή σ’ ένα λαό που ακολουθεί το δρόμο προς την ευτυχία. Αντίθετα, γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. «Ανοίχτε δρόμο στο γέλιο!» θα ήθελα να φωνάξω, αν τα λόγια αυτά δεν αντηχούσαν στ’ αυτιά μου υπερβολικά σοβαρά.
Σύντροφοι, η αστική τάξη χρησιμοποιεί όλα τα μέσα, συμπεριλαμβανομένων και των λογοτεχνικών, για να φτιάχνει καρικατούρες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, για να τους απεικονίζει σαν το βασίλειο της ισοπέδωσης, της μονοτονίας, των αποπνικτικών κανονισμών και της τελματικής πλήξης.
Η σοβιετική λογοτεχνία, καθρεφτίζοντας τον πλούτο και την ποικιλομορφία της σοσιαλιστικής πραγματικότητας φέρνει σ’ όλο τον κόσμο τον αληθινό και θριαμβικό λόγο ενός καινούργιου τρόπου ζωής, ξεσκεπάζει κάθε συκοφαντία και κερδίζει τις καρδιές των ανθρώπων για το σοσιαλισμό.
Από το λογοτεχνικό μας έργο πρέπει να έχουμε τις μεγαλύτερες δυνατές απαιτήσεις. Πρέπει να μιλάμε για τα ελαττώματα και τις αδυναμίες του, πρέπει να βάλουμε μπροστά μας τα υψηλότερα καθήκοντα.
Σε μια εποχή, όπου η κοινωνία μας γνωρίζει ένα νέο ξέσπασμα πνευματικού ενθουσιασμού, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε οι κατευθείαν κληρονόμοι της μεγάλης ρωσικής κλασικής λογοτεχνίας που άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί πανίσχυρη επίδραση πάνω σε πολλές από τις πιο ανεπτυγμένες λογοτεχνίες του κόσμου. Τότε μόνο μπορούμε να είμαστε άξιοι του μεγάλου καιρού μας, όταν επάξια συνεχίζουμε τις παραδόσεις της υψηλής τέχνης και της ηθικής δύναμης που αποτελούν τυπικά γνωρίσματα των μεγάλων προδρόμων της σοβιετικής λογοτεχνίας. Πρέπει αποφασιστικά ν’ απορρίψουμε εκείνη την αντίληψη που δυστυχώς από καιρό σε καιρό προβάλλει ανάμεσά μας, την αντίληψη πως το «μέσο επίπεδο» είναι η κανονική κατάσταση για τη λογοτεχνία και πως η τέχνη στο γράψιμο είναι «ζήτημα χρόνου» και συνεπώς δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο που αξίζει να στενοχωριέται κανείς γι’ αυτό. Τέτοιες κουβέντες μονάχα κακό μπορούν να κάνουν τόσο στους νεότερους όσο και στους παλαιότερους συγγραφείς. Οδηγούν στο σμπαράλιασμα της λογοτεχνίας μας, σε μια υποτίμηση των δυνατοτήτων της και, το σημαντικότερο απ’ όλα, σε παραμέληση των ενδιαφερόντων του αναγνώστη.
Η σοβιετική λογοτεχνία είναι μια τρομερή δύναμη. Διαθέτει ένα στρατό αναγνωστών που αριθμεί πολλά εκατομμύρια και που αποτελείται τόσο από τους συμπατριώτες μας όσο κι από τους φίλους μας στο εξωτερικό. Η σημερινή αστική Δύση δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί καν μια τέτοια στρατιά αναγνωστών.
Με τέτοιους αναγνώστες – και αυτοί πραγματικά εκπροσωπούν τις προηγμένες δυνάμεις του λαού – μπορούμε να μετακινήσουμε βουνά, όπως μας είπε κι ο σύντροφος Χρουστσώφ.
Για μας τους σοβιετικούς συγγραφείς δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή κι ανταμοιβή από την επίγνωση ότι σ’ αυτά τα ιστορικά, τα μεγαλειώδη χρόνια, βρισκόμαστε μαζί με το λαό μας και το κόμμα μας, ότι ο αληθινός μας λόγος είναι αναγκαίος στους ανθρώπους, και είναι αγαπητός στους ανθρώπους που αγωνίζονται για την ανθρώπινη ευτυχία, για την ειρήνη, για τον κομμουνισμό!

Αυτός ο καταπληκτικός πλούτος ανθρώπινων τύπων και χαρακτήρων βρίσκεται στη διάθεση των συγγραφέων μας, των καλλιτεχνών και των κινηματογραφιστών μας. Οι καλύτεροι και πιο προικισμένοι συνάδελφοί μας του αστικού κόσμου δεν μπορούν ούτε καν να ονειρευτούν τέτοιες δυνατότητες μέσα στην αστική πραγματικότητα, τέτοιο πλούτο απ’ τον οποίο να μπορούν να αντλήσουν. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, μερικούς ξεχωριστούς καλλιτέχνες, που ο καθένας τους είναι σημαντικός από πολλές απόψεις, σαν τον Τόμας Μανν, (ένα λαμπρό αριστοτέχνη του πεζού λόγου, έναν εραστή της ομορφιάς και ανθρωπιστή φιλόσοφο, τον τελευταίο ίσως απ’ τους μεγάλους συγγραφείς του αστικού κόσμου) ή σαν τον Έρνεστ Χέμινγουαίη (ο οποίος μόλις πριν λίγο πέθανε) που τα έργα τους είναι ευρύτατα γνωστά στη χώρα μας. Πόσο πολύ επιθυμούσαν, αφού διέρρηξαν κάθε πνευματικό δεσμό με τον μισανθρωπικό κόσμο του καπιταλισμού, να βρίσκαν στήριγμα σ’ έναν ήρωα που θα ήταν γερός ηθικά, θα είχε εμπιστοσύνη στη ζωή και δυνατότητα να βρει την ευτυχία στη γη. Απομακρυσμένοι από το επαναστατικό στρατόπεδο, από τους ανθρώπους του μέλλοντος, οι συγγραφείς αυτοί ήταν, φυσικά, ανίκανοι να βρουν τέτοιο ήρωα μέσα στην πραγματικότητα που τους περιέβαλλε και τα γραφτά τους είναι γεμάτα βαθιά και πικρή απόγνωση.

Εμείς, ευτυχώς, μπορούμε να βρούμε τον ήρωά μας δίπλα μας, μέσα στη ζωή που μας περιβάλλει και το να τον απεικονίσουμε στην τέχνη είναι μονάχα ζήτημα διεξοσύνης και εκλογής τρόπου εργασίας.
Έτσι έχουν περίπου τα πράγματα, σχετικά με το ζήτημα της λογοτεχνικής απεικόνισης του ήρωα της εποχής μας. Η λογοτεχνία, όμως, πρέπει αναπόφευκτα να καταπιαστεί και με τις αρνητικές εκδηλώσεις και με τους αρνητικούς χαρακτήρες, επίσης.
Η ανθρωπότητα χαρούμενη λέει αντίο στο παρελθόν της, είχε πει ο Μαρξ. Εμείς αποχαιρετήσαμε το παρελθόν μας, εδώ και πολύ καιρό, τον Οκτώβρη του 1917 και δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν αυτό.
Ωστόσο, στη σοβιετική μας ζωή υπάρχουν ακόμη πράγματα που στέκουν εμπόδιο στην πρόοδό μας και, σύμφωνα μ’ αυτά που λέει το Πρόγραμμα, η λογοτεχνία μας οφείλει να τα καταγγέλλει. Τούτο, βέβαια, είναι ένα χρέος κοινό για όλα τα είδη και τις μορφές της λογοτεχνίας, αλλά πρώτα και κύρια πρέπει να μην καταφρονάμε το πανίσχυρο όπλο του γέλιου. Κι εδώ πάλι πρέπει ν’ αναφέρω εκείνη τη σφραγίδα της συνοφρύωσης, εκείνο το αγέλαστο φέρσιμο που μας έμεινε από την εποχή που σπάνια είχαμε διάθεση να γελάσουμε. Και στον τομέα τούτο, πάλι, έχουμε πίσω μας μια πλούσια παράδοση κλασικής λογοτεχνίας – το Γκριμπογιέντωφ, το Γκόγκολ, το Χέρτσεν, το Νεκράσωφ, το Σαλτυκώφ-Στσέντριν, τον Τσέχωφ.
Μπορούμε, βέβαια, να πούμε πως η σάτιρά τους βρήκε τα πρόσωπά της και την καταγγελτική της δύναμη στη θάλασσα της κοινωνικής ασχήμιας και των αντιθέσεων που συνιστούσαν το φεουδαρχικό και αστικό τρόπο ζωής στην παλιά Ρωσία. Όμως, δεν πρέπει να νομίζουμε πως η εξάλειψη των κοινωνικών αντιθέσεων οδηγεί αυτόματα και στην εξάλειψη της ανθρώπινης ηλιθιότητας, του εγωισμού, της μικροπρέπειας, της ψωροκαυχησιάς κι εκείνης της κατευθείαν από το παρελθόν κληρονομιάς – της γραφειοκρατίας μ’ όλες τις μορφές και τις εξαλλαγές της.

 

Θυμάμαι μια φράση που με σάστισε στο βιβλίο της Ναντιέζνα Κρουπσκάγια «Αναμνήσεις απ΄το Λένιν». Απαντώντας, κατά ένα τρόπο, στο ερώτημα, τι ήταν εκείνο που έκανε τον Λένιν να ακολουθήσει το δρόμο του επαναστατικού αγώνα, η Κρουπσκάγια λέει απλά: «Αγαπούσε πολύ τους εργαζόμενους». Αυτό θα πει πως μονάχα όταν νιώθει κανείς μεγάλη κι ανθρώπινη αγάπη για κείνους που μοχθούν, μπορεί να συλλάβει σ’ όλη τους την έκταση τα βάσανά τους και τις ταπεινώσεις τους κάτω απ’ το ζυγό των εκμεταλλευτών. Μονάχα τότε δεν αρκείται στη συμπάθεια, όπως είχαν αρκεστεί πολλοί άξιοι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, αλλά μεταβάλλει αυτή τη συμπάθεια σε πράξη και διαλέγει το γεμάτο αγκάθια μονοπάτι του επαγγελματία επαναστάτη. Η αγάπη για το λαό!
Όχι εκείνη η χριστιανική, η ευαγγελική αγάπη που καλεί σε ταπεινοσύνη και υπακοή, αλλά η κομμουνιστική αγάπη που ξυπνάει στους ανθρώπους το συναίσθημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συναίσθημα που τους το έχουν αφαιρέσει οι εκμεταλλευτές, συναίσθημα που τους κάνει να έχουν εμπιστοσύνη στη δύναμή τους και τους οπλίζει με την προθυμία ν’ αγωνιστούν για τη δικαιοσύνη. Αυτό που δίνει στην επανάσταση τους ηγέτες και τους ήρωές της δεν είναι το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα.
Πόσο αξιοσημείωτο είναι το ότι στο καινούργιο μας Πρόγραμμα, ένα πρόγραμμα διαποτισμένο από το πνεύμα του ανθρωπισμού, έχουν περιληφθεί αυτές οι απλές και μεγαλειώδεις λέξεις: «τα πάντα για τον άνθρωπο!»
Κι έτσι, ενώ συνεχίζεται η διαμάχη σχετικά με το πώς πρέπει να είναι ο σύγχρονος ήρωας στη λογοτεχνία, ο ήρωας αυτός ζει και δρα όπως πραγματικά είναι, χωρίς μήτε για μια στιγμή ν’ απασχολείται με το πώς θα’ πρεπε να’ ναι για να συμφωνήσει με τις έτοιμες συνταγές και τις αντιλήψεις μερικών κριτικών μας και συγγραφέων μας. Ο ήρωας αυτός καλλιεργεί δημητριακά, βόσκει αγελάδες, κατεργάζεται μέταλλα, κατασκευάζει γιγάντια φράγματα, διδάσκει παιδιά, γιατρεύει αρρώστους, εξερευνά το διάστημα – με λίγα λόγια είναι απασχολημένος με τις πραγματικές δουλειές του σήμερα και βάζει τα θεμέλια για το μέλλον.
Τι λογής άνθρωπος είναι αυτός; Με τι μοιάζει; Πόσων χρονών είναι; Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να βρούμε τις απαντήσεις. Φτάνει να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας στην αίθουσα του Συνεδρίου μας. Εδώ βρίσκονται οι ήρωες της εποχής μας, άνθρωποι όλων των επαγγελμάτων, εργασιών και λειτουργημάτων, από υπουργούς και στρατηγούς ως ανθρακωρύχους και γελαδάρισσες, από χτίστες και μηχανικούς ως ακαδημαϊκούς και κοσμοναύτες. Καθένας τους είναι μονάχος του κι ένα βιβλίο. Και τι βιβλίο!
Αλλά μήπως όλοι οι ήρωες της χώρας μας βρίσκονται εδώ μέσα, έστω κι αν ο αριθμός σας φτάνει τις πέντε χιλιάδες; Σ’ αυτό το ερώτημα, μπορούμε σίγουρα ν’ απαντήσουμε: όχι. Γιατί, αν υπάρχουν εδώ μέσα χιλιάδες, έξω απ’ τους τοίχους αυτής της πελώριας αίθουσας υπάρχουν δεκάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι ήρωες.

Πρέπει ν’ αναφέρω εδώ πως ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει ο κίνδυνος ν’ αρπάξει κάποιος ευκολογράφος συγγραφέας τα πιο πρόσφατα ζητήματα και γεγονότα της ζωής μας και να τα ρίχνει όπως-όπως στο χαρτί προτού να’ χουν πραγματικά ωριμάσει στη στόχασή του και προτού νιώσει την εσώτερη ανάγκη ν’ απευθυνθεί στον αναγνώστη.

Όταν ένας συγγραφέας, που δεν πάσχει απ’ αυτό το είδος της ευκολογραφίας, που νιώθει αβέβαιος κι αμφιβάλλει για τις δυνάμεις του –κι όσο πιο σημαντικός και σοβαρός είναι ένας συγγραφέας, τόσο λιγότερο σίγουρος αισθάνεται για το αλάθητό του- καταφέρνει να υπερνικήσει τις αμφιβολίες του κι αποτείνεται στον αναγνώστη επειδή μια εσωτερική ανάγκη τον παρακινεί να πει κάτι, επειδή δεν μπορεί πια να μένει σιωπηλός, τότε μόνο βγαίνει στο φως βιβλίο που συγκινεί, τότε μόνο βγαίνει στο φως ένα βιβλίο που συγκινεί εμένα, τον αναγνώστη, ως τα βάθη της καρδιάς μου, ένα βιβλίο που γίνεται πια τμήμα του πνευματικού μου εξοπλισμού, που με κάνει ανώτερο και ευτυχέστερο.
Αν ο καλλιτέχνης δεν έχει βαθιά συγκινηθεί από τις ιδέες, τις παραστάσεις, τις εικόνες ζωής, με τις οποίες γεμίζει το έργο του, τότε δεν πρόκειται να συμβεί κανένα θαύμα. Ο αναγνώστης, ο θεατής, ο ακροατής, θα υποδεχτεί το έργο ψυχρά. Το έργο δεν θα τον αγγίξει ως τα μύχια της ψυχής του. Είναι τούτο μια από τις καταπληκτικότερες ιδιομορφίες της τέχνης.
Το να λες ψέμματα, το να υπεκφεύγεις ή να προσποιείσαι είναι τόσο δύσκολο στην τέχνη όσο είναι και στον έρωτα. Τίποτα δεν βγαίνει από μια τέτοια στάση. Υπάρχουν, βέβαια, άνθρωποι που λένε ψέμματα και υποκρίνονται στον έρωτα, αλλά αργά ή γρήγορα ξεσκεπάζονται.
Λίγα λόγια για το σύγχρονο ήρωα στη λογοτεχνία μας. Νομίζω πως ένα μεγάλο ελάττωμα στις απεικονίσεις της σύγχρονης λογοτεχνίας μας είναι τούτο: Ο ήρωας δρα και σκέφτεται λίγο-πολύ ορθά, αλλά μ’ όλο που υποτίθεται πως έχει όλες τις αρετές, του λείπει ένα απλό μα αναντικατάστατο προτέρημα: η γοητεία του ανθρώπινου όντος, η γοητεία της μεγαλοκαρδίας, της καλωσύνης, της ψυχικής ευγένειας, της αγάπης για το λαό, καθετί που κάνει να μας αρέσουν οι αγαπημένοι μας ήρωες των μυθιστορημάτων.
1. Στα επί μέρους και στο σύνολό του.
Συμβαίνει μερικές φορές να διαβάζεις ένα βιβλίο. Αρχίζει να γνωρίζεις το κύριο πρόσωπο που ο συγγραφέας μόχθησε πολύ να το απεικονίσει σαν πρότυπο, και πραγματικά είναι πρότυπο απ’ όλες τις πλευρές: ξέρει τη δουλειά του, ξεπερνάει το πλάνο του, ξέρει να οργανώνει ανθρώπους και να τοποθετεί τον καθένα εκεί που μπορεί να αποδώσει κλπ. Αλλά δεν θα ήθελες να ταξιδέψεις ως το Βλαδιβοστόκ έχοντας αυτό τον άνθρωπο δίπλα σου, στο ίδιο βαγόνι. Δεν σ’ ενδιαφέρει ούτε σε έλκει. Παίρνουμε τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα από τις σελίδες των βιβλίων ή από τις σκηνές των θεάτρων και τα φέρνουμε στον κύκλο των φίλων μας, νιώθουμε την παρουσία τους, είμαστε πρόθυμοι όχι μόνο να ταξιδέψουμε μαζί τους στο ίδιο βαγόνι, αλλά και, εάν χρειαστεί, να βρεθούμε μαζί τους στο ίδιο λαγούμι στο μέτωπο κάτω απ’ τα πυρά του εχθρού, ή να σταθούμε κοντά τους σε μια εποχή σκληρότατων πνευματικών δοκιμασιών.
Ανάμεσα στους αντιπροσώπους που παίρνουν μέρος στο Συνέδριό μας, υπάρχουν άνθρωποι που είχαν την καλή τύχη να γνωρίζονται προσωπικά με τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Λένιν. Μπορούν να επιβεβαιώσουν αυτό που γνωρίζουμε από πολλά απομνημονεύματα: ο Λένιν είχε σε πολύ υψηλό επίπεδο αυτό που το αποκαλούμε προσωπική γοητεία. Οι άνθρωποι που τον γνώριζαν καλά μας λένε πως τους φαινόταν ότι ακτινοβολούσε συντροφική στοργή, ευγένεια, αβρότητα, πράγματα που προσέλκυαν τον κόσμο προς αυτόν αν και ξέρουμε πως μπορούσε να είναι άκαμπτος, ακόμα και αδυσώπητος όταν το απαιτούσε η υπόθεση της επανάστασης. Από πού προερχόταν αυτή η γοητεία; Ποια είναι η φύση της;

 

Εγώ γεννήθηκα και ανατράφηκα σε χωριό. Έζησα στην ύπαιθρο πολλά χρόνια και δεν μπορώ να γράψω αν από καιρό σε καιρό δεν πάω «να ζήσω επί τόπου». Ωστόσο έχω τη γνώμη πως δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί σωστή η αντίληψη ότι η Μόσχα είναι ένα είδος Βαβυλώνας γεμάτης πειρασμούς, ματαιοδοξίες και αντίθετη, τάχα, στον ενάρετο τρόπο ζωής.

Λες και η Μόσχα δεν είναι το πολιτικό και πνευματικό κέντρο της χώρας μας, δεν είναι μια απ΄τις σπουδαιότατες περιοχές οικοδόμησης και δεν αποτελεί αυτή η ίδια πλουσιώτατη πηγή όπου μπορεί να μελετήσει κανείς τη ζωή σ’ όλες τις ποικιλόμορφες εκδηλώσεις της. Έχουμε λ.χ. τρομερή ανάγκη από ένα μυθιστόρημα ή από μια σειρά μυθιστορήματα που θα έκαναν για τη Μόσχα ό,τι έκαναν τα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ για το Παρίσι, την εποχή που η αστική τάξη ήταν η ανερχόμενη δύναμη.
Μυθιστορήματα που να δείχνουν όλα τα στρώματα και τις διασταυρώσεις της ζωής στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική Μόσχα. Υπάρχει ακόμα μια κάποια σύγχιση στο ζήτημα του μοντέρνου θέματος στη λογοτεχνία, για το οποίο γίνεται πολύς λόγος. Ποιος από μας είναι αντίθετος στα μοντέρνα θέματα; Κανείς. Αλλά οι γνώμες σχετικά με το τι είναι μοντέρνο διαφέρουν. Μερικοί σύντροφοι έχουν την τάση να περιορίζουν την έννοια του μοντέρνου στα γεγονότα της τελευταίας χρονιάς ή του τελευταίου εξαμήνου. Ό,τι έγινε μετά την Ολομέλεια του Γενάρη είναι μοντέρνο, ό,τι έγινε πριν απ’ αυτήν αποτελεί μακρινό παρελθόν. Κι αν ένας καλλιτέχνης μετουσιώσει ζωντανά μερικά χαρακτηριστικά της περασμένης χρονιάς θεωρείται πως «δεν συμβαδίζει με τη ζωή». Βέβαια αυτό δεν λέγεται έτσι ωμά, αλλά πάντως με τέτοιο ακριβώς τρόπο τείνουν μερικοί ν’ αντιλαμβάνονται το επίκαιρο θέμα. Και στην προσπάθειά τους να συμβαδίζουν με τον ημεροδείκτη γίνονται λιγότερο απαιτητικοί στα ζητήματα της ιδεολογικής και καλλιτεχνικής τελειότητας, στο ζήτημα της ποιότητας της παραγωγής τους. Αυτό μερικές φορές μάλιστα οδηγεί και σε πλήρη περιφρόνηση των ενδιαφερόντων του αναγνώστη. Κι έτσι παρουσιάζονται στην αγορά
βιβλία γραμμένα στο γόνατο, βιβλία που δεν αφήνουν κανένα ίχνος στη σκέψη του αναγνώστη και μάλιστα εξευτελίζουν και το ζήτημα της επικαιρότητας.
Αυτό που έχω να πω σ’ όλα αυτά είναι πως κάθε μέρα, κάθε χρόνος, κάθε περίοδος της πενηντάχρονης σχεδόν ανάπτυξής μας έχει μια αξία που κλείνει μέσα της τη διάρκεια, παρουσιάζει ενδιαφέρον σε παγκόσμια κλίμακα και μπορεί μ’ επιτυχία να χρησιμεύσει σαν θέμα καλλιτεχνικής απεικόνισης.
Τους συγγραφείς που επείγοντα ν’ ανταποκριθούν στα αιτήματα της ημέρας, που θέλουν να διακριθούν μέσω της επικαιρότητας ενός θέματος που δεν το έχουν μελετήσει βαθιά, θα ήθελα να τους χαρακτηρίσω μ’ ένα όνομα δανεισμένο από τον Σαλτυκώφ-Στσέντριν: Είναι «ξαφριστές». Για έναν «ξαφριστή» το υλικό που παίρνεται από την κατασκευή λ.χ. της διώρυγας του Βόλγα-Δον ή τη μετακίνηση των μεγάλων Κοζάκικων χωριών από την περιοχή που σήμερα αποτελεί το βυθό της τεχνητής λίμνης Τσιμλιάνσκογιε σε καινούργιους τόπους της ανοιχτής στέππας – για έναν «ξαφριστή» λοιπόν, αυτά τα πράγματα παρουσιάζουν τόσο ενδιαφέρον όσο και τα χιόνια της περασμένης χρονιάς. Τον καιρό που συνέβαιναν αυτά τα γεγονότα, ο «ξαφριστής» τους αφιέρωσε ένα-δυο λόγια, τα απεικόνισε επιφανειακά και αυτό ήταν όλο.
Έναν σοβαρό συγγραφέα, όμως, σαν τον Βλαντίμιρ Φομιένκο από το Ροστώβ, το θέμα αυτό τον απασχόλησε δέκα ολόκληρα χρόνια κι όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο του «Μνήμη της γης», θα συμφωνήσει πως είναι ένα βαθύ κι ενδιαφέρον έργο που ανήκει «in parte» και «in toto» στο σήμερα, ακριβώς όπως αν συγγραφέας μιλούσε για πράγματα του 1960 ή του 1961.

 

Όμως το κόμμα και ολόκληρη η κοινωνία μας περιμένουν απ’ τη λογοτεχνία μας κάτι περισσότερο από τέτοιες άμεσα πρακτικές μαρτυρίες για την οικονομική μας ζωή και τους αριθμούς παραγωγής. Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες είναι πολύ ευρύτερες. Αφορούν στην πνευματική ζωή των ανθρώπων μας, με όλες τους τις χαρές και τις λύπες, τις έγνοιες και τις επιθυμίες τους, όχι μόνο στην καθημερινή τους δουλειά, αλλά και στο σπίτι τους, στις οικογενειακές τους σχέσεις, στον έρωτα, στα πατρικά και μητρικά τους αισθήματα – κοντολογής σ’ όλες τις εκφάνσεις της πραγματικής ζωής.
Αυτό εννοείται στον όρο βοηθός του κόμματος κι όχι τα «λογοτεχνικά λουστραρίσματα» διατυπωμένων ήδη και πασίγνωστων αποφάσεων. Κάποιος σύντροφός μας είπε πολύ εύστοχα πως αν ένας συγγραφέας παίρνει μια έτοιμη ιδέα από το άρθρο μιας εφημερίδας ή κι από ένα κομματικό ντοκουμέντο και περιορίζεται απλώς να τη φωτίσει με το «λογοτεχνικό του όργανο», τότε ο συγγραφέας αυτός δεν προσφέρει πραγματικά τίποτα που νά’ χει αληθινή αξία – είναι σχεδόν το ίδιο, σαν να εκπληρώνει το πλάνο γαλακτοκομικών προϊόντων παραδίνοντας βούτυρο που τό’χει αγοράσει σ’ ένα μαγαζί.
Όταν στον τύπο, στις ομιλίες κι ακόμα κι εδώ στο Συνέδριο γίνεται λόγος για την ανάγκη ύπαρξης δεσμών με τη ζωή, διατυπώνεται η παρατήρηση πως όλοι οι συγγραφείς κολλάνε στη Μόσχα κι έτσι εξηγείται το ότι μένουν πίσω απ’ την πραγματική ζωή. Συμφωνώ απόλυτα με τη συντρόφισσα Φούρτσεβα πως θα ήταν χρήσιμο να συστήσουμε σε μερικούς συγγραφείς, προπάντων στους νεότερους, να «βγουν έξω στον κόσμο» όπου ίσως θα μάθουν ότι το ψωμί δεν φυτρώνει στα μαγαζιά της οδού Γκόρκυ, αλλά κάτω από κάπως διαφορετικές συνθήκες.
Όλα αυτά είναι πολύ καλά, αλλά η απλή γεωγραφική θέση του σπιτιού ενός συγγραφέα δεν αποτελεί λύση. Θα μπορούσε να μένει στο Σταθμό Γιεροφέι Παύλοβιτς –υπάρχει ένα τέτοιο μέρος στην Άπω Ανατολή- ή ακόμα και σε μια Γιαράνγκα κάπου στην Τσουκόνκα, και πάλι νά’ ναι συγγραφέας της κατηγορίας του ελεφάντινου πύργου.
Θα ήθελα να αναφέρω το όνομα ενός σεμνού συγγραφέα και δημοσιογράφου, του Γιεφίμ Ντορός. Είναι ένας Μοσχοβίτης που περνάει κάμποσους μήνες το χρόνο σε κάποιο μέρος της περιοχής του Γιαροσλάβ. Ξέρει όλο τον κόσμο εκεί και τον ξέρουν όλοι. Μ’ άλλα λόγια είναι αυτού σα στο σπίτι του. Ύστερα από τη μακρόχρονη και προσεκτική μελέτη της ζωής που έκανε εκεί πέρα, έγραψε ένα βιβλίο, το «Αγροτικό Ημερολόγιο», έξοχο από κάθε πλευρά. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα βιβλίο με σκιαγραφίες, αλλά, κατά τη γνώμη μου, δίνει στον αναγνώστη πολύ περισσότερα απ’ όσα του δίνουν ένα σωρό ογκώδη μυθιστορήματα της αράδας. Θά’ λεγε κανείς ότι αν ένας συγγραφέας ενδιαφέρεται για τη ζωή στα Κολχόζ θα έπρεπε να πάει σε μια από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές, στις παρθένες εκτάσεις, στα Αλτάια ή στην Ουκρανία. Αλλά το θέμα που προτιμάει ο Ντορός βρίσκεται στα περίχωρα της Μόσχας και παρά το γεγονός αυτό, οι παρατηρήσεις του και τα συμπεράσματά του, που προέκυψαν από τη ζωή σ’ αυτή την περιφέρεια, η οποία δεν παρουσιάζει τίποτα το σπουδαίο ή έστω και αξιοσημείωτο, έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και σημασία. Συνεπώς, δεν υπάρχουν σιδερένιοι κανόνες για το ζήτημα αυτό. Συνεπώς, πρόκειται για ζήτημα αγάπης του συγγραφέα για το έργο του, στοργής για το θέμα που διάλεξε και που γίνεται πια το κύριο ενδιαφέρον του στη ζωή.
Η προσωπολατρεία έφυγε, αλλά η αδράνειά της και οι επιβιώσεις της επίδρασής της υπάρχουν, δυστυχώς, ακόμα στη λογοτεχνία μας και γενικότερα στον τύπο μας. Σ’ αυτά τα στοιχεία που επιβιώνουν ακόμα, πρέπει να περιλάβουμε, λ.χ. εκείνο τον τόνο της αμετροεπούς καυχησιολογίας που συχνά βλέπει το φως της δημοσιότητας στον τύπο μας, τη διάθεση να μη βλέπουμε στη ζωή μας τίποτ’ άλλο από Κυριακές και γιορτές και ν’ αγνοούμε όλες τις άλλες εργάσιμες ημέρες με το μόχθο τους, τις έγνοιες τους, τις ανάγκες τους. Ο Λένιν είπε κάποτε: «Δεν πρέπει να ξεγελάει κανείς τον εαυτό του με ψευτιές. Είναι βλαβερό. Αυτού βρίσκεται η κύρια πηγή της γραφειοκρατικής στάσης ανάμεσά μας».
Μερικοί από τους συγγραφείς και κριτικούς μας μιλούν για την ανάγκη να «εξάρουμε» την πραγματικότητα με σκοπό να της προσδώσουμε, λέει, περισσότερη μεγαλοπρέπεια και ομορφιά. Ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που πιστεύουν ότι τα πράγματα στη χώρα μας θά’πρεπε να πηγαίνουν πολύ κακά αν τυχόν η πραγματικότητά μας χρειαζόταν στ’ αλήθεια «έξαρση». Δεν τη χρειάζεται όμως. Είναι αρκετά εξηρμένη και μεγαλόπρεπη, μ’ όλες της τις δυσκολίες και τις ατέλειες. Και το ζήτημα που μπαίνει πραγματικά είναι να εξαρθεί ο συγγραφέας ως το ύψος της πραγματικότητας.
Οι συγγραφείς αποκαλούνται οι στενότεροι βοηθοί του κόμματος. Τούτο είναι ένας υψηλός τίτλος που φέρνει μαζί του πολλά καθήκοντα, αλλά μπορεί να κατανοηθεί με διάφορους τρόπους. Υπάρχουν μερικοί που νομίζουν ότι το να είσαι «βοηθός του κόμματος» σημαίνει απλώς να συνοδοιπορείς με το κόμμα, «χρησιμοποιώντας λογοτεχνικά μέσα» για να εικονογραφείς τις διάφορες προτάσεις του κόμματος, τα καθήκοντα που ορίζει στην οικονομία και την παραγωγή. Στην πράξη η αντίληψη αυτή καταλήγει σε κάτι σαν ετούτο δω:
«Οι λαμπερές ακτίνες του ήλιου που βασίλευε χρύσωναν ακόμα τις κορυφές των σημύδων γύρω απ’ τα σπίτια του Κολχόζ “Ο Δρόμος για τον Κομμουνισμό” και η Γκρούνυα, η γελαδάρισσα, αφού υπολόγισε όλους τους παράγοντες αποφάσισε να κάνει τις γελάδες της να βγάζουν τόσα λίτρα γάλα παραπάνω απ’ την ποσότητα που απαιτούσε το πλάνο της». Ίσως τα γραφτά να μην είναι πάντα τόσο πρωτόγονα, αλλά αυτή είναι στην ουσία η «λογοτεχνική μορφή» όπου καταλήγει η εικονογραφική μέθοδος. Η κουφότητά της είναι ολοφάνερη.
Τελείως διαφορετικό είναι το ζήτημα, όταν ένας συγγραφέας αντιλαμβάνεται με την οξεία και διεισδυτική του όραση κάτι που είναι καινούργιο και σημαντικό στη ζωή, κάτι που ίσως δεν έχει αναφερθεί στα κομματικά ντουκουμέντα ή στα άρθρα της «Πράβντα» και τολμηρά κι έντιμα κι από την κομματική θέση γράφει τις παρατηρήσεις του και τις γνώμες του κι ακόμα συνάγει και τα δικά του συμπεράσματα. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι ένας πραγματικός βοηθός του κόμματος.
Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το μεγάλο ενδιαφέρον που προκάλεσε στο αναγνωστικό κοινό το βιβλίο του Βαλεντίν Οβέτσκιν «Ο καθημερινός κύκλος σε μια γεωργική περιοχή» όταν δημοσιεύτηκε την παραμονή της συνόδου της Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. το Σεπτέμβρη του 1953. Ο συγγραφέας έβαζε το ζήτημα της όχι σωστής ηγεσίας στα Κολχόζ εκείνα τα χρόνια. Και το έκανε με βαθιά γνώση του θέματός του. Αυτό ήταν σοβαρό γράψιμο. Και χρήσιμο. Και οι αναγνώστες το τίμησαν όπως του έπρεπε.
Στις δύο του εισηγήσεις ο σύντροφος Χρουστσώφ είπε πως η οικοδόμηση του Κομμουνισμού, ακόμα και κάτω απ’ τις σημερινές συνθήκες, δεν είναι εύκολη υπόθεση και θα απαιτήσει όχι λίγη συγκέντρωση δυνάμεων, όχι λίγο επίμονο και με σωστές κατευθύνσεις μόχθο. Μ’ όλο που το οικονομικό καθήκον – η δημιουργία της υλικής και τεχνικής βάσης του Κομμουνισμού – είναι το κύριο, υπάρχει κι ένα άλλο, ένα όχι λιγότερο και ίσως ακόμα πιο περίπλοκο καθήκον, που συνδέεται στενά με το πρώτο: το καθήκον να εξασφαλίσουμε ηθικά εφόδια, – ας πούμε έτσι – στον Κομμουνισμό, να εκπαιδεύσουμε το ανθρώπινο πνεύμα, να διαπλάσουμε τη συνείδηση, την ψυχολογία του καινούργιου ανθρώπου. Σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα ο ρόλος της λογοτεχνίας και της τέχνης γίνεται εξαιρετικά περίπλοκος και υπεύθυνος.
Ο αναγνώστης έχει μεγάλη ανάγκη από ακέρια την αλήθεια της ζωής. Αποδράσεις και υπεκφυγές από μέρους του καλλιτέχνη τον ενοχλούν. Ο σύντροφος Χρουστσώφ είπε ευθέως ότι το κύπελλο της αφθονίας, που χωρίς αυτό ο Κομμουνισμός είναι αδιανόητος, δεν είναι ακόμα γεμάτο, αλλά θα γεμίσει, είμαστε πεπεισμένοι γι΄αυτό. Όταν όμως ένας συγγραφέας βεβαιώνει σήμερα ότι το κύπελλο είναι γεμάτο ως τα χείλια ή ότι ακόμα ξεχειλίζει, δεν κερδίζει τίποτε άλλο εκτός απ’ τη γελοιοποίηση στα μάτια του ενοχλημένου αναγνώστη του. Διακόπτεται έτσι η απαραίτητη επαφή ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη κι αυτό είναι κάτι που δεν παίρνει γιατρειά. Τέτοια πράγματα δεν πρέπει να τα επιτρέπουμε. Δεν πρέπει να παραλείπουμε να δείχνουμε τις δυσκολίες.
Τούτο είναι ουσιώδες όχι μόνο για το συμφέρον του μεγάλου πρακτικού έργου μας, της οικοδόμησης. Είναι επίσης ουσιώδες επειδή έχει να κάνει με την πνευματική, την ψυχολογική πλευρά του σοβιετικού εργαζόμενου ανθρώπου, του οικοδόμου ενός καινούργιου τρόπου ζωής.
Ο Σουβόρωφ, αν δεν κάνω λάθος, ήταν που είπε πως ένας στρατιώτης δεν είναι περήφανος μόνο για τα κατορθώματά του στη μάχη, αλλά και για τις στερήσεις που υπόφερε στην εκστρατεία. Στα γραφτά μας, οι αφηγήσεις μας για τα κατορθώματα του λαμπρού στρατιώτη μας, του σοβιετικού λαού στη μάχη της δουλειάς, αγνοούν συχνά τις στερήσεις και τις δυσχέρειες που αυτός υποφέρει κατά τη μεγάλη εκστρατεία του.
Τραυματίζουμε τη θεμιτή περηφάνεια ενός ανθρώπου, ο οποίος ξεπερνώντας κάθε δυσκολία προχωρεί ασταμάτητα προς τον υψηλό στόχο που διάλεξε. Πρέπει να βοηθάμε να κρατιέται ψηλά αυτή η δίκαιη περηφάνεια, πρέπει να αποτίουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στο κουράγιο του, στην αντοχή και την υπομονετικότητά του, στην ευγενική ανιδιοτέλειά του, στην προθυμία του να μπορεί να γίνει μόνο με την αληθινή απεικόνιση της ζωής και των εργασιακών κατορθωμάτων των δουλευτών μας, με μια απεικόνιση που λέει ολόκληρη την αλήθεια, χωρίς εξωραϊσμούς και χωρίς κατεργάρικες εξομαλύνσεις των αντιφάσεων.
Πιστεύω πως οι γραμμές του Προγράμματος που κάνουμε λόγο για την ανάγκη αληθινής και υψηλά καλλιτεχνικής απεικόνισης της απέραντα ποικιλόμορφης πραγματικότητάς μας, μας το επιβάλλουν αυτό σαν
καθήκον.