Category: Τέχνη Αντίστασης-Εμφυλίου


 

Το Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. προκήρυξε με την απόφασή του της 12ης του Αυγούστου του 1945 διαγώνισμα για να βοηθήσει στο να γραφτούν τόσο μονογραφίες σχετικές με την Αντίσταση του 1940-45, όσο και η σύντομη ιστορία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Με την ίδια απόφαση καθόριζε τους όρους του διαγωνισμού και όριζε Κριτική Επιτροπή.

 
Η τελευταία στη συνεδρίασή της, της 23ης του Μάρτη του τ.έ., άκουσε την εισήγηση του συν. Μ. Αυγέρη, που δημοσιεύουμε πιο κάτω, για μερικά ιστορικά και λογοτεχνικά έργα σχετικά με την Αντίσταση, και έπαιρνε την απόφασή της, που δημοσιεύθηκε επίσης στο «Ριζοσπάστη» της 24ης του Μάρτη του τ.έ.

 
Τόσο το Π.Γ. όσο και η Κριτική Επιτροπή με τις αποφάσεις τους αυτές απέβλεπαν στο να προωθήσουν με τη συγγραφική αξιοποίηση του νεότερου εθνικού έπους, τόσο την αφομοίωση της δημιουργικής πείρας του και του ηρωικού του πνεύματος απ’ το λαό μας, όσο και τη διάσωση του έργου του Αγώνα για τις μελλούμενες γενιές. Κι αυτό γιατί το έπος της σύγχρονης Αντίστασης, αν δεν υστέρησε σε ηρωισμό απ’ τον αγώνα του ’21, όμως υπήρξε πολύ βαθύτερο απ’ την εθνικο-απελευθερωική πάλη των προγόνων μας, και γι’ αυτό πολύ γονιμότερο σε διδάγματα για το Έθνος μας.

 
Όμως, όπως διαπιστώνεται τόσο στην εισήγηση που δημοσιεύουμε, όσο και στην πιο πάνω απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, η συγγραφική αξιοποίηση, ιστορική και λογοτεχνική, της σύγχρονης εθνικο-απελευθερωτικής εποποιΐας βρίσκεται ακόμα μονάχα στην αρχή. Η σχετική εργασία πρέπει να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί. Και το έργο αυτό μπορεί και πρέπει να είναι το δημιούργημα τόσο των πνευματικών μας ανθρώπων, που είναι αντάξιοι του τίτλου αυτού, όσο και των αγωνιστών που πήραν ενεργό μέρος στην Αντίσταση και νιώθουν πως μπορούν να δώσουν και στο γραπτό λόγο εκείνο που πραγματοποίησαν με την παλικαρίσια δράση τους.

 
Γι’ αυτό, η Κριτική Επιτροπή του Π.Γ. του Κ.Κ.Ε. για τη συγγραφή μονογραφιών κλπ., νομίζει πως πρέπει να συστήσει σ’ όλους τους συναγωνιστές και τους πνευματικούς ανθρώπους, που μπορούν να δώσουν με κάθε μορφή του γραφτού λόγου πλευρές ή κομμάτια απ’ την εθνική μας Αντίσταση, να το κάμουν. Κάθε δυνατή βοήθεια θα παρασχεθεί για κάθε σχετική εργασία που θ’ αξίζει. Τα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής είναι στα Γραφεία της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης», οδός Εδουάρδου Λω 10β.

 

Η Κριτική Επιτροπή

 

Η φασιστική αναστάτωση, που γέμισε με δυστυχία και ερείπια τον κόσμο και το ξαναγύρισμα στην πρωτόγονη βαρβαρότητα, τη βία και το έγκλημα, που χαρακτήρισε τις ανθρώπινες σχέσεις τα τελευταία χρόνια, προκαλεί σήμερα ένα γενικό συναγερμό μέσα στους λαούς, να οργανώσουν καλύτερα τη ζωή και ν’ απαλλαχτούν απ’ αυτά τα κακά. Αυτή η σημερινή ορμή των μαζών προς ένα πιο τέλειο ιδανικό ζωής είναι πρωτοφανέρωτη στην ιστορία. Και για πρώτη φορά σήμερα η σκέψη και η τέχνη ένιωσε σε τέτοιο βαθμό την ανάγκη να πάρει μέρος, συστηματικά και ενσυνείδητα, στον τεράστιο αυτόν αγώνα, που θα μεταμορφώσει την κοινωνική ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Όλα τα σημεία δείχνουν πως το αίτημα αυτό για τη μετάπλαση της ζωής μελλοντικά θα πάρει μεγαλύτερη έκταση και βάθος• θα δώσει το βασικό χαρακτήρα στη σκέψη και στην τέχνη του νέου κόσμου, που δημιουργείται ολοένα. Σήμερα μπαίνει παντού σε πλατειά συζήτηση το πρόβλημα της στρατευόμενης σκέψης και της ενεργητικής τέχνης, της τέχνης και της σκέψης, που πρέπει να μπουν στην υπηρεσία της κοινότητας, που θα συνεχίσουν στην ανύψωση και τη μετάπλαση της ζωής, που θ’ αντιταχθούν σε ό,τι υποδουλώνει τον άνθρωπο. Μια νέα συνείδηση διαμορφώνεται που δεν συγχωρεί στον πνευματικό άνθρωπο να στέκεται θεατής μπροστά στην ανθρώπινη τραγωδία. Ενταγμένη λογοτεχνία, ένοπλη ποίηση, στρατευμένη τέχνη, μαχόμενος λόγος, είναι σήμερα συνθήματα που προβάλλονται παντού.

 
Στη γενική αυτή τάση πρέπει να καταταχτεί και η τέχνη της Αντίστασης, που παρουσιάζεται σήμερα σ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Βέβαια, με τον όρο «Τέχνη της Αντίστασης» χαρακτηρίζεται κυρίως ό,τι στην τέχνη και στο λόγο σχετίζεται περισσότερο με την εθνική αντίσταση των λαών κατά της φασιστικής επιδρομής• αλλά, ο όρος αυτός αρχίζει να παίρνει ολοένα και πλατύτερη σημασία και να χαρακτηρίζει κάθε αντιφασιστική εκτέλεση και τον πνευματικό αγώνα κατά κάθε δύναμης που αντιστέκεται στην ανθρώπινη πρόοδο. Η τέχνη αυτή, που παίρνει τα θέματά της από τη σύγχρονη αγωνιστική ζωή των λαών και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το επίκαιρο, απευθύνεται άμεσα στη ζωή, όπως εμπνέεται και άμεσα από τη ζωή και είναι ηρωική στο βαθύτερο χαρακτήρα της.

 
Απάνω σ’ αυτό το πνεύμα, η δική μας λογοτεχνία της Αντίστασης θα μπορούσε να βρει στην ίδια μας την παράδοση υψηλά πρότυπα, όπου να στηρίζει τις αισθητικές της αρχές. Αν περιοριστούμε μόνο στην κοντινή μας παράδοση και δεν ανατρέξουμε στους αρχαίους, ένα μεγάλο μέρος από το έργο του Παλαμά, το καλύτερο έργο του Σολωμού από τον ύμνο της Ελευθερίας έως τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, που είναι ό,τι πνευματικά και αισθητικά πιο υψηλό έχει συλλάβει το νεοελληνικό πνεύμα, είναι, στο βαθύτερο χαρακτήρα τους, τέχνη αγωνιστική, ηρωική, αντιμάχεται κάθε δύναμη που υποδουλώνει τον άνθρωπο, στηρίζεται στα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το επίκαιρο.

 
Η λογοτεχνία μας της Αντίστασης, που βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα, έδωσε έως τώρα ένα μεγάλο αριθμό από έργα και ορισμένα απ’ αυτά είναι αξιόλογα. Μέσα στα καλύτερα μπορούν να λογαριαστούν χρονικά του Θέμου Κορνάρου, «Χαϊδάρι», της Μέλπως Αξιώτη «Απάντηση σε 5 ερωτήματα», κι «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης» του Μενέλαου Λουντέμη, όπως και το ιστόρημα του Α. Βρατσάνου «Βροντάει ο Όλυμπος». Έπειτα σαν τέχνη τα «5 διηγήματα της Αντίστασης» και το «Αγρίμι» του Νικηφ. Βρεττάκου, πολλά κομμάτια από την αγωνιστική ποίηση του Κώστα Καλαντζή, της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη και του Γιώργου Κοτζιούλα• και τέλος, μερικά έργα από τη νέα ποιητική τεχνοτροπία με τον ελεύθερο ρυθμό, του Βρεττάκου, της Ρίτας Μπούμπη-Παπά, του Ρίτσου, του Σφακιανάκη, του Παπά και άλλων. Από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα της Αντίστασης είναι κι αυτά που φάνηκαν τελευταία, του Λ. Μωραΐτη τα πολεμικά διηγήματα «Απ’ τ’ αντάρτικο της Ρούμελης», του Δημήτρη Χατζή το μυθιστόρημα «Φωτιά» με θέμα την αντίσταση και τα διηγήματα του Δ. Πατατζή «Ματωμένα Χρόνια».

 

ΚΟΜΕΠ 4, 1946, 190-191

Με τραγούδι και αγάπη

…Σαν απόδειξη της πλατειάς ψυχικής επαφής του λαού με τους μαχητές του είναι το ότι όλα τα τραγούδια του βουνού αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν απ’ το λαό μας. Και πάλι όλα τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδούσε ο λαός και που οι αντάρτες δεν ταξεραν, τραγουδήθηκαν με αγάπη από τους μαχητές του βουνού. Ήταν συγκινητικό αλήθεια το θέαμα όπου ένας επονίτης αντάρτης με το απλό και σεμνό του φέρσιμο προσπαθούσε να μάθει στο καταφύγιο, σ’ όλους τους ανθρώπους εκεί μέσα το «Λαέ σκλαβωμένε» ή την «Ακρίδα»…

της Κατερίνας Μπαλκούρα*

Τα μαύρα Χριστούγεννα του 1942 δεν ήταν η τελευταία «πολεμική» πληγή για το χωριό που θα καεί κι απ” τους Γερμανούς τον επόμενο χρόνο και δυο φορές στον Εμφύλιο.
Απ’ το φθινόπωρο του 1942 η ένοπλη αντίσταση αποτελούσε τη μοναδική επιλογή στη Ρούμελη που ζούσε υπό την απειλή των Ιταλών. Τα μεγέθη είχαν πια αλλάξει και η ομάδα του Άρη αριθμούσε περίπου 300 αντάρτες. Ένα τυχαίο γεγονός προηγήθηκε της μεγάλης μάχης στο Μικρό Χωριό. Γερμανοί ρώτησαν ένα μικρό Μικροχωρίτη, τον Τάσο Γουρνά, που δούλευε σαν γκαρσόνι στη Λαμία, που θα μπορούσαν να βρουν καρύδια. Το παιδί πρόθυμα και εντελώς αθώα πρότεινε το χωριό του. Ενώ οι Γερμανοί ανέβαιναν τον Τυμφρηστό οι αντάρτες που ήταν στο Κλαυσί ενημερώθηκαν εγκαίρως, έστησαν ενέδρα και τους χτύπησαν τραυματίζοντάς τους για εκφοβισμό. Οι αντάρτες περιποιήθηκαν τα τραύματά τους και τους άφησαν. Ο Άρης προειδοποίησε: «Για πρώτη και τελευταία φορά σας αφήνουμε αλλά εδώ δε θα ξαναπατήσετε». Θα μπορούσαν να τους είχαν εκτελέσει αλλά τα αντίποινα θα ήταν φρικτά και θα πλήρωναν βαρύ φόρο αίματος όλα τα χωριά.
Η απάντηση όμως ήρθε απ’ τους Ιταλούς, αφού η Ρούμελη ήταν υπό τον έλεγχό τους, με τη σύλληψη ομήρων απ΄το Μικρό και το Μεγάλο Χωριό. 17 Δεκεμβρίου «τα αντάρτικα του Άρη» φτάνουν στο Μικρό Χωριό, με ελάχιστα όμως όπλα και στρατοπεδεύουν στο σχολείο. Ο Τάσος Λευτεριάς που είχε ήδη σταλεί στη Ρούμελη πρότεινε να μη γίνει μάχη αφού δεν υπήρχαν αρκετά όπλα, κάτι που ζητούσαν και οι χωρικοί πανικόβλητοι. Ο Άρης όμως αντέδρασε λέγοντας:»Δε βγήκαμε στο βουνό να φάμε το ψωμί σας. Βγήκαμε να πολεμήσουμε για τη λευτεριά». Η απάντηση αυτή ήταν σκληρή αλλά κρινόμενη στρατιωτικά ήταν απαραίτητη για να στεριώσει το αντάρτικο στη Ρούμελη.
Απ’ το φυλάκιο που είχε στήσει ο Άρης έμαθαν ότι 2000 Ιταλοί έφθαναν απ το Καρπενήσι. Λέγεται ότι ειδοποιήθηκαν απ τις αρχές του τόπου, για την ύπαρξη ανταρτών στην περιοχή, σε μια ύστατη προσπάθεια να εκτιμήσουν οι Ιταλοί αυτή την κίνηση. Έγινε ακριβώς το αντίθετο. Αφού μπήκαν στο Μεγάλο Χωριό έπιασαν ομήρους και τους έκλεισαν στο σχολείο. Ο παπάς του χωριού παπά Κουμπούρας(Κώστας Τζεβελέκας), απ΄τους πρώτους ιερείς που άφησαν το ράσο και πήραν τα άρματα, διάβαζε ευχές για τη νικηφόρο έκβαση της μάχης. Την ίδια ώρα στο Μικρό Χωριό η ενέδρα στήθηκε στη Ρεματιά στην είσοδο του χωριού. Οι αντάρτες είχαν στρατοπεδεύσει στο λοφάκι απέναντι  για να έχουν ορατότητα. Ενέδρα σε σωστό σημείο και πρόβλεψη πλαγιοφυλακών.  Μια μάχη υπόδειγμα αντάρτικης τακτικής. Έτσι με το που μπήκαν οι Ιταλοί στο χωριό  δέχθηκαν τα πυρά που μπορεί να μην ήταν πολλά ήταν όμως οργανωμένα ενώ πολυβόλα χτυπούσαν παράλληλα απ το Μεγάλο Χωριό. Πρώτος σκοτώθηκε ο Ιταλός Διοικητής και ακολούθησαν 70 ακόμα. Απ την πλευρά των ανταρτών σκοτώθηκε ο 16χρονος Κλέαρχος(Κώστας Μπίρτσας). Από κει καθιερώθηκε  το αντάρτικο σύνθημα «Κλέαρχος» με παρασύνθημα «Μικρό Χωριό».
Η νύχτα στην Μπλουρέντζα και το τραγούδι του Άρη
Την ώρα της μάχης οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού με όλα τα παιδιά  κατέφυγαν σε μια χαράδρα που ήταν το χάνι του Κατσιγιάννη στη σπηλιά της Μπλουρέντζας. Μια δύσκολη νύχτα, με αφόρητο κρύο, αγωνία και τα μωρά να κλαίνε. Ανάμεσα τους ήταν και η Ναυσικά Φλέγγα, η  Πρωτομαγιά, έτσι την έλεγαν τότε. Η Ναυσικά πήρε ένα μικρό μπακαλόχαρτο που βρήκε και έγραψε ένα μικρό ποίημα για τα βουνά που στέναζαν, για τ” αντάρτικα του Άρη, για το δόλιο το Μικρό Χωριό. Το χαρτάκι αυτό το είχε και το έχει ακόμα σε ένα μικρό πορτοφολάκι μέσα στην τσάντα της και όλο λέει ότι θα το βάλει σε κορνίζα αλλά φαίνεται πως η μοίρα το θέλει στο ίδιο σημείο 71 χρόνια τώρα.
Δυο νέοι απ το χωριό ο Ν. Πολύζος και ο Χ.Γιαννακόπουλος, που είχαν εκπληκτικές φωνές, προσπάθησαν να το μελοποιήσουν. Κόντευε να ξημερώσει όταν το τραγούδησαν για πρώτη φορά. Ο Αλέκος Ξένος έγραψε τη μουσική σε παρτιτούρα και το τραγούδι στόμα με στόμα κυκλοφόρησε σε όλα τα χωριά. Ο Καπετάν Περικλής της το ζητούσε για να βγάλει αντίγραφα. Εκείνη δεν το δωσε ούτε καν στον Άρη. Ο Άρης όταν το πρωτοάκουσε χαριτολογώντας της είπε: «Αυτό το έσφαξε θα μπορούσες να το παραλείψεις»…
Δύσκολες ώρες για το χωριό
Όσο διαδραματίζονταν αυτά στη σπηλιά, το χωριό περνούσε μαρτυρικές ώρες. Οι Ιταλοί βασάνισαν και έκαψαν ζωντανούς την παράλυτη Αθηνά Δερματά, τον ενωμοτάρχη Κατσίμπα και τον παπά του Μεγάλου Χωριού.  Τους άλλους 11 ομήρους αφού τους βασάνισαν τους έβαλαν να σκάψουν τους τάφους τους μόνοι τους και τους σκότωσαν στη θέση Λόγγοβα. Τα άλογα, τα έκλεισαν στην εκκλησία για να προσβάλλουν τον ιερό χώρο ενώ κομμάτιασαν όλες τις αγελάδες του χωριού. Μετά έγινε το μεγαλύτερο πλιάτσικο που είχε γίνει ποτέ μετά από μάχη. Αφού άδειασαν όλα τα σπίτια έκαψαν το χωριό. Νεκρούς και τραυματίες οι Ιταλοί τους μετέφεραν στο Καρπενήσι με αυστηρή διαταγή προς τους Καρπενησιώτες να κλειστούν στα σπίτια τους. Όσοι δεν υπάκουσαν ξυλοκοπήθηκαν άγρια.
Τα μαύρα Χριστούγεννα του 1942 δεν ήταν η τελευταία «πολεμική» πληγή για το χωριό που θα καεί κι απ τους Γερμανούς τον επόμενο χρόνο και δυο φορές στον Εμφύλιο.
DSCF0027[1]
* Ιστορικός, δημοσιογράφος

Η περίοδος της τριπλής Κατοχής της Ελλάδας (από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βουλγάρους) μεταξύ των ετών 1941-1944 αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τα χρόνια αυτά υπήρξαν ο καταλύτης μιας σειράς γεγονότων που στιγμάτισαν ανεξίτηλα όχι μόνο την εξέλιξη του ελληνικού κράτους και των μηχανισμών του, αλλά και τη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού.

Οι τραυματικές εμπειρίες εκείνης της περιόδου (ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές, λιμός, θηριωδίες κατά αμάχων, ακραία πολιτική πόλωση) δημιούργησαν ένα κράμα εκρηκτικό, που πυροδότησε τις μετέπειτα εξελίξεις της δεκαετίας του ’40: επική αντίσταση μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού, φαινόμενα ένοπλης συνεργασίας με τον κατακτητή, εμφύλια σύρραξη, στρατιωτική ήττα της αριστεράς και μια μακροχρόνια μετεμφυλιακή πολιτική ανωμαλία που οδήγησε στη στρατιωτική δικτατορία του 1967 -με τα γνωστά επακόλουθα.
Οι μνήμες της ναζιστικής-φασιστικής Κατοχής παραμένουν τόσο ζωντανές στο λαϊκό ασυνείδητο, ώστε ακόμα και σήμερα, τρεις γενιές μετά, συνηθίζεται να χρησιμοποιούνται εκατέρωθεν όροι ιδεολογικά φορτισμένοι (π.χ. «δωσίλογοι», «Τσολάκογλου», «ταγματαλήτες», «συμμορίτες») για να περιγράψουν σύγχρονες καταστάσεις της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας, άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε καταχρηστικά.
Μυριάδες βιβλία και απομνημονεύματα έχουν γραφτεί για τα έτη 1941-1944 από τους πρωταγωνιστές της εποχής. Σημαντικότατη για τη διάσωση της ιστορικής μνήμης είναι και η προσφορά δεκάδων ανεξάντλητων ιστορικών μελετών, λογοτεχνικών, ποιητικών και κινηματογραφικών έργων, καθώς και λαϊκών αναγνωσμάτων, όπως ο «Μικρός Ήρως» των Στέλιου Ανεμοδούρα και Βύρωνα Απτόσογλου.
Ωστόσο κανένα ιστορικό χρονικό, κανένα κινηματογραφικό ντοκουμέντο, κανένα πεζογράφημα, δεν είναι ικανό να αποδώσει τόσο απλά και ρεαλιστικά την αγριότητα του πολέμου και το αγωνιστικό φρόνημα του ελληνικού λαού, όσο τα σκίτσα.
Μερικά από τα σκίτσα αυτά θα παρουσιάσουμε στο παρόν αφιέρωμα, φτιαγμένα δια χειρός του διεθνώς αναγνωρισμένου γελοιογράφου Φωκίωνα Δημητριάδη

1. ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Ο Φωκίων Δημητριάδης, γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως από τις προδικτατορικές πολιτικές γελοιογραφίες του στον ημερήσιο τύπο, παρακολουθούσε και κατέγραφε καθημερινές σκηνές της κατοχικής Αθήνας, από την πρώτη κιόλας μέρα της εισβολής των γερμανικών στρατευμάτων στην πρωτεύουσα (27 Απριλίου 1941).

Σκηνές πολύ συνηθισμένες, δυστυχώς, και στη σημερινή Ελλάδα του Δ.Ν.Τ., όπως η παρακάτω.

Άλλες σκηνές, πάλι, παραμένουν μοναδικές ως προς τη φρικαλεότητά τους. Όπως η καθημερινή περισυλλογή χιλιάδων αποστεωμένων νεκρών από τα κάρα του Δήμου, εξαιτίας του λιμού.

ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΤΟΥ 1941.

Η πείνα της πρώτης φάσης της κατοχικής περιόδου ήταν κάτι που έμεινε για πάντα χαραγμένο στη μνήμη των ανθρώπων που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο λιμός της Κατοχής έπληξε κατά βάση τα αστικά κέντρα και κατά κύριο λόγο την Αθήνα.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ.
-Μαμά, τι πράμμα είναι η σοκολάτα; Τι θα πει κοτόπουλο;

Οι «σκλαβωμένοι νικητές» του πολέμου αναγκάστηκαν να εκποιήσουν τα πειστήρια του ηρωισμού τους…

«Δυστυχώς, στρατηγέ μου, τα παράσημα δεν έχουν σήμερα καμμιάν αξία».
…ενώ δεν έλειπαν σκηνές σαν την παρακάτω, προκειμένου μερικά στόματα να γλυτώσουν από τον βέβαιο θάνατο.
Η ΤΙΜΗ ΕΝΟΣ ΨΩΜΙΟΥ
Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός δεν εξαφανίστηκαν από την ψυχή του μέσου Έλληνα -όσο μπορεί να θεωρηθεί σήμερα χιούμορ η λεζάντα του παρακάτω σκίτσου:
Ο ΝΕΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ.
Οι Αθηναίοι δεν έχασαν το χιούμορ τους. Όταν δύο φίλοι αντάμωναν,
άκουε κανείς συχνά την εξής κουβέντα:
-Καλημέρα. Πόσα; -Δεκαπέντε. Εσύ; -Είκοσι.
Επρόκειτο για τα κιλά που έχασαν.
2. Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
 
Στον οικονομικό τομέα, το ελληνικό δημόσιο ήταν υποχρεωμένο να καλύπτει το κόστος κατοχής, δηλαδή τα έξοδα κάλυψης των αναγκών των κατακτητών. Ο πόλεμος του 1940-41 είχε ήδη δημιουργήσει ένα τεράστιο έλλειμμα της τάξεως των 12 περίπου δισεκατομμυρίων δραχμών. Το 1941 το κόστος κατοχής έφτασε το 40% του εθνικού εισοδήματος και το 1942 το 90%.

Συνέπεια τούτου ήταν η εκτίναξη του πληθωρισμού σε δυσθεώρητα επίπεδα, πράγμα που υποδαυλίστηκε εσκεμμένα από συγκεκριμένες ενέργειες των κατακτητών. (Περισσότερα για τις αιτίες του πληθωρισμού της Κατοχής μπορείτε να διαβάσετε εδώ.)

Στο παρακάτω σκίτσο απεικονίζεται ένας ζητιάνος να επαιτεί από τους περαστικούς λέγοντας:

«Δώστε χριστιανοί στο φτωχό κανένα δισεκατομμύριο!»

Για όσους γνωρίζουν τα στοιχειώδη από την οικονομική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, τα λόγια του ζητιάνου δεν κρύβουν κάποια υπερβολή.

Για λόγους ιστορικού ενδιαφέροντος, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από σχετικό αφιέρωμα του τεύχους Οκτωβρίου 2003 του αξιόλογου περιοδικού «Ιστορία εικονογραφημένη»:

Για τη διευκόλυνση των αγορών τους, οι δυνάμεις του Άξονα εξέδωσαν δικό τους νόμισμα τους πρώτους μήνες της Κατοχής. Οι Γερμανοί τα μάρκα κατοχής, οι Ιταλοί τη μεσογειακή δραχμή (στα νησιά του Ιονίου την ιονική δραχμή) και οι Βούλγαροι το επίσημο βουλγαρικό νόμισμα, το λέβα. Τα νέα νομίσματα δεν έφεραν καμία υπογραφή παρά μόνο τα στοιχεία της σειράς και τον αύξοντα αριθμό και δεν είχαν αξία εκτός Ελλάδος. Αφού τα χρησιμοποίησε για την αγορά μεγάλης ποσότητας αγαθών το Ράιχ τα αποσύρει τον Αύγουστο του 1941 και τα αντικαθιστά με ισοτιμία 60 προς 1 για το μάρκο και 1 προς 1 για τη μεσογειακή δραχμή.
Ακόμη όμως και έτσι η Τράπεζα της Ελλάδος εξακολούθησε να τυπώνει ελληνικές δραχμές χωρίς αντίκρισμα, αφού τα αποθέματα χρυσού είχαν φυγαδευθεί, και τα έδινε στους κατακτητές είτε με τη μορφή αποζημίωσης είτε δανεισμού! Με τις ογκώδεις δεσμίδες δραχμών που έπαιρναν Γερμανοί και Ιταλοί, αγόραζαν σε χαμηλές τιμές τα προϊόντα της χώρας στους τόπους παραγωγής τους. Οι 763.000 χρυσές λίρες και τα 11.265 χρυσά φράγκα που διοχετεύθηκαν από την Τράπεζα του Ράιχ με ενέργειες του οικονομικού πληρεξουσίου Νόυμπαχερ δεν ήταν αρκετά για να αποτρέψουν το οικονομικό χάος.
Τον Ιούλιο του 1941 η ποσότητα των δραχμών σε κυκλοφορία έφτασε τα 24 δισεκατομμύρια δραχμές, τον Δεκέμβριο τα 49 δις, ένα χρόνο μετά τα 306 δις, τον Ιούνιο του 1943 τα 550 και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους τα 3,1 τρισεκατομμύρια. Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής οι γερμανικές απαιτήσεις ανέρχονταν σε 50 δισεκατομμύρια ημερησίως, ενώ η κυβέρνηση τύπωνε περίπου 500 δις σε ημερήσια βάση.
Μετά το τέλος του πολέμου η νομισματική κυκλοφορία έχει φτάσει στο ασύλληπτο ποσό των 7.305.500.000.000.000 δραχμών σε αντίθεση με τα 11 δισεκατομμύρια του 1940. Την περίοδο αυτή το μικρότερο τραπεζογραμμάτιο που κυκλοφορούσε ήταν αξίας 100 δισεκατομμυρίων δραχμών (είχε αγοραστική δύναμη μικρότερη της μιας προπολεμικής δραχμής ή σε είδος, την αξία ενός αβγού), ενώ το κόστος μιας εφημερίδας έφτανε τα 500 δισεκατομμύρια δραχμές. Μία οκά ψωμί, που το 1941 στοίχιζε 10 δραχμές, έφτασε τον Σεπτέμβριο του 1944 να πωλείται 153 εκατομμύρια. Αυτό σημαίνει ότι τα είδη πρώτης ανάγκης ανέβηκαν 50.000 φορές ενώ οι μισθοί μόνο 2.000 φορές. (Συνέχεια εδώ)
3. Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Στην αρχή η αντίσταση ήταν παθητική. Και αφορούσε κυρίως την εναντίωση στους Ιταλούς, οι οποίοι, αν και ηττημένοι και ταπεινωμένοι από τους Έλληνες φαντάρους στα βουνά της Αλβανίας, επιβλήθηκαν ως κατοχική δύναμη μετά τη γερμανική επίθεση, πάντα με τις «πλάτες» της Βέρμαχτ.
Εδώ ένας «κοκορόφτερος» Ιταλός καραμπινιέρος προσφέρει κάτι σε ένα μικρό ελληνόπουλο. Αλλά ο πιτσιρικάς αρνείται λέγοντας:
«Δεν το θέλω. Σκότωσες τον μπαμπά μου!»
Σε μια εποχή ευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης, η διατήρηση της αξιοπρέπειας εξακολουθούσε να παραμένει το μεγάλο ζητούμενο για μια γενιά που κρατούσε ψηλά το κεφάλι.
ΟΙ ΕΝΔΟΞΟΙ ΖΗΤΙΑΝΟΙ ΜΑΣ.
-Όχι κύριε, όχι από σας!…
Παρά το αρχικό σοκ και το αναμενόμενο μούδιασμα του πρώτου χρόνου Κατοχής, δεν άργησε η ώρα που ο ελληνικός λαός άρχισε να οργανώνει την αντίστασή του.
Μια από τις πρώτες αφορμές αυτής της αντίστασης δόθηκε στις 25 Μαρτίου 1942, στην επέτειο της ελληνικής ανεξαρτησίας. Χιλιάδες Αθηναίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν την επέτειο, στεφανώνοντας τους ανδριάντες των ηρώων της επανάστασης. Σύντομα το αυθόρμητο αυτό λαϊκό ξέσπασμα εξελίχθηκε σε μαχητική διαδήλωση, όπου στην πρώτη γραμμή βρίσκονταν οι ανάπηροι στρατιώτες του αλβανικού μετώπου. Οι έφιπποι Ιταλοί καραμπινιέροι αιματοκύλισαν την διαδήλωση αφήνοντας δεκάδες τραυματίες και νεκρούς.
Στο παρακάτω σκίτσο απεικονίζεται το κενοτάφιο του «άγνωστου στρατιώτη» σκεπασμένο με λουλούδια που εναπόθεσαν απλοί Αθηναίοι πολίτες.
(Περισσότερα για τους αθηναϊκούς εορτασμούς της 25ης Μαρτίου επί Κατοχής, μπορείτε να διαβάσετεεδώ)
Μαζικές μαχητικές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν και τον Ιούλιο του 1943, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας (είχαν προηγηθεί τα αιματηρά γεγονότα του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου του ίδιου έτους ενάντια στην πολιτική επιστράτευση, η οποία, ακριβώς λόγω της μαζικής συμμετοχής σε αυτά, τελικά ματαιώθηκε).
Αφορμή για τις νέες λαϊκές κινητοποιήσεις αποτέλεσε η εξαγγελία για την επέκταση της βουλγαρικής Κατοχής στην ελληνική Μακεδονία. Και εδώ, η μαζικότητα των διαδηλώσεων που συνόδευσε την γενική απεργία, πέτυχε την υποχώρηση των κατοχικών αρχών στο θέμα της βουλγαρικής επέκτασης.
Όπως μας πληροφορεί η λεζάντα του παρακάτω σκίτσου: «Κατά την γενική απεργία του Ιουλίου 1943 οι Γερμανοί επυροβόλησαν στο πλήθος των διαδηλωτών. Μεταξύ των θυμάτων ήτο και μια κοπέλα που έπεσε τραυματισμένη μπροστά στο τανκ. Ο οδηγός τότε έβαλε μπρος και κατεπλάκωσε την τραυματισμένη».
 
 
Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο η αντίσταση θέριευε. Βέβαια ο Φωκίων Δημητριάδης δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει το αντάρτικο που μαινόταν στην ύπαιθρο, από την Πελοπόννησο μέχρι τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Στο λευκό χαρτί του αποτυπώνει εικόνες από την αντίσταση στην πόλη, μια αντίσταση ίσως πολύ πιο παράτολμη και ριψοκίνδυνη σε σχέση με τον «αγέρα ελευθερίας» που έπνεε στα ελληνικά βουνά.
Στην παρακάτω εικόνα, μια γυναίκα, συνοδεία ένοπλων αντρών, φωνάζει από το γνωστό χωνί, που αποτελούσε μια μορφή «κοινωνικής δικτύωσης» της εποχής.
 
ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ.
Οι άνθρωποι της αντιστάσεως ήσαν καλά πληροφορημένοι για τις
προθέσεις των γερμανών. Όταν αυτοί εσκόπευαν να κάνουν μπλόκο για ομήρους
σε κανένα συνοικισμό, την παραμονήτη νύχτα, οι άνδρες της περιοχής
ειδοποιούντο από την οργάνωσι να φύγουν από τα σπίτια τους.
4. ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Η τρομοκρατία των κατοχικών αρχών απέναντι στους Έλληνες πολίτες έλαβε απροκάλυπτο χαρακτήρα.
«ΤΟ ΒΑΛΑΝΤΙΟΝ Ἠ ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ».
-Ώστε δεν έχεις πενήντα λίρες να μου δώσεις;
Τότε είσαι κομμουνιστής και θα τουφεκισθείς!
Τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκαν όσοι αρνήθηκαν να υποταχθούν στο θηρίου του ολοκληρωτισμού ήταν εξαιρετικής αγριότητας:
ΣΑΔΙΣΜΟΣ
Η μνηστή του φονέως ενός προδότου υπουργού υποχρεώνεται να καθήσει
σε μια αναμμένη ηλεκτρική κουζίνα. Παρ’ όλον ότι υπέστη τρομερά εγκαύματα,
δεν εμαρτύρησε τους συντρόφους της.
Στο ακόλουθο σκίτσο, ο Φωκίων Δημητριάδης έχει αποτυπώσει την είσοδο του στρατοπέδου στο Χαϊδάρι.
Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου άρχισε να λειτουργεί από τον Σεπτέμβριο του 1943 υπό ιταλική διοίκηση, μόνο για λίγες ημέρες. Αμέσως μετά την ανακοίνωση της συνθηκολόγησης της Ιταλίας με τις συμμαχικές δυνάμεις (8 Σεπτεμβρίου 1943) οι Ιταλοί αποχώρησαν και το ανέλαβαν οι Γερμανοί.
Υπολογίζεται ότι από το στρατόπεδο αυτό πέρασαν συνολικά πάνω από 21.000 κρατούμενοι, συμπεριλαμβανομένων πολλών Εβραίων, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων μεταφέρθηκε τελικά σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία.
Το τίμημα για την αντίσταση ήταν βαρύ. Χιλιάδες Έλληνες πατριώτες εκτελέστηκαν είτε λόγω της αντιστασιακής τους δράσης, είτε γιατί παρείχαν κάλυψη και υποστήριξη των ανταρτών, είτε επειδή απλά έπεσαν θύματα των μαζικών ναζιστικών αντιποίνων συλλογικής ευθύνης. Είναι γνωστό ότι οι Γερμανοί κοστολογούσαν τη ζωή ενός στρατιώτη τους με τις ζωές μερικών δεκάδων γηγενών (η προειδοποίηση «για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατιώτη θα τυφεκίζονται 50 Έλληνες» υπάρχει σε πολλές εφημερίδες του κατοχικού τύπου της εποχής).

Οι συνεργοί στην κατάδοση των πατριωτών που συμμετείχαν στην αντίσταση έχουν μείνει στην ελληνική ιστορία με τα μελανότερα χρώματα. Η στερεοτυπική εικόνα των γνωστών και ως «κουκουλοφόρων καταδοτών» είναι γνωστή κυρίως από τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: ένας μοχθηρός τύπος -με κουκούλα στο κεφάλι, για να μη γίνει αντιληπτός και λυντσαριστεί μετά την αποχώρηση των Γερμανών- καταδίδει συμπατριώτες του στα στρατεύματα κατοχής, με το δάχτυλο στραμμένο επάνω τους.
ΚΑΤΗΓΟΡΩ…
Πολλοί γερμανοί που είχαν ζήσει στην Αθήνα προπολεμικά εχρησίμευαν
εις την Γκεστάπο και στα Ες Ες ως καταδόται των φίλων και γειτόνων τους,
εις τα περίφημα μπλόκα. Ο καταδότης αυτός, διά τον φόβο της αναγνωρίσεώς του
από την Αντίσταση, φορούσε ένα τσουβάλι με δυο τρύπες στα μάτια και μια για
το δάκτυλό του. Σε όποιον μπροστά εσταματούσε το «τσουβάλι» ήταν χαμένος.
Βέβαια η λεζάντα δεν γράφει όλη την αλήθεια. Η πολυποίκιλη συνεργασία ενός μικρού (μα όχι αμελητέου) κομματιού των Ελλήνων με τον κατακτητή αποτελεί έναν από τους πιο καλοκρυμμένους «σκελετούς» της νεότερης ιστορίας μας. Η συνεργασία αυτή κινήθηκε από απεχθείς καιροσκοπικές ενέργειες όπως η παραπάνω, μέχρι ανοιχτή ιδεολογική συμπόρευση και ένοπλη δράση. Οι λόγοι που ορισμένοι Έλληνες ταύτισαν τα προσωπικά τους συμφέροντα με αυτά των κατακτητών, στρεφόμενοι εναντίον των συμπατριωτών τους, ξεφεύγει κατά πολύ από το παρόν αφιέρωμα.
Μια άλλη, αρκετά συζητημένη πτυχή της κατοχικής περιόδου, αφορά τη στάση που κράτησαν οι Έλληνες χριστιανοί απέναντι στους συμπατριώτες τους εβραϊκού θρησκεύματος.
Η ιστορία έχει καταγράψει αντιφατικές μεταξύ τους ιστορίες από ανθρώπους που εκμεταλλεύθηκαν την «εκκαθάριση» της γειτονιάς τους από τους Εβραίους για να καπηλευτούν και να λαφυραγωγήσουν τις περιουσίες τους (π.χ. Θεσσαλονίκη) μέχρι αξιοσημείωτες περιπτώσεις όπου οι χριστιανοί έσωσαν πολλούς διωκόμενους συμπατριώτες τους είτε παρέχοντάς τους κρυψώνα, είτε με «πλάγιους» διοικητικούς τρόπους. (βλ. «Πλαστές ταυτότητες που έσωσαν ζωές στην κατεχόμενη Αθήνα»).
ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ
Χιλιάδες Εβραίων έμειναν κρυμμένοι επί τρία σχεδόν χρόνια στα σπίτια Ελλήνων φίλων τους.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 
Τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη, πέραν της αδιαμφισβήτητης καλλιτεχνικής τους αξίας, αποτελούν ανεκτίμητα ιστορικά τεκμήρια για τις ακραίες συνθήκες μιας απάνθρωπης και αιματοβαμμένης εποχής. Είναι ιδωμένα όχι από την πλευρά του κατακτητή ή του εμπλεκόμενου σε μάχες, αλλά από το βλέμμα του λαϊκού ανθρώπου. Του ανθρώπου που διώκεται, βασανίζεται, εκμηδενίζεται, αλλά παράλληλα αντιστέκεται, αγωνίζεται και ορθώνει ανάστημα ενάντια στην τυραννία.
Πολύ περισσότερο, τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη καταδεικνύουν τη βαθιά πίστη του σκιτσογράφου στον ουμανισμό και μεταδίδουν ένα μήνυμα πως ό,τι και αν συμβεί, τελικά η ειρήνη και η ελευθερία θα επικρατήσουν επί των δυνάμεων της βίας, του μίσους και της ανελευθερίας.
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από την περίοδο της Κατοχής έχουν επιλεχθεί από την πολυτελή έκδοση «ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ-77 ΣΚΙΤΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ» των εκδόσεων «Μοντέρνοι Καιροί».

Η επιρροή του Δεκέμβρη του 1944 στη λογοτεχνία

Γιάννης Ρίτσος

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1945 κυκλοφορεί το διπλό τεύχος του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα, αφιερωμένο στην εξέγερση του Δεκέμβρη της προηγούμενης χρονιάς. Στην πρώτη σελίδα η φωτογραφία των κοριτσιών που διαδηλώνουν στις 4 Δεκέμβρη μαζί με χιλιάδες λαού μπροστά από το κτίριο της Βουλής στέλνει ξεκάθαρο το μήνυμα: «Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Κάτω από τον τίτλο παρελαύνουν ονόματα αξιόλογων λογοτεχνών και πνευματικών ανθρώπων που με τα κείμενά τους αποτίουν φόρο τιμής στους λαϊκούς αγώνες: Ασημάκης Πανσέληνος, Μάρκος Αυγέρης, Μενέλαος Λουντέμης, Λευτέρης Νεγρεπόντης, Μέλπω Αξιώτη, Ρίτα Μπούμη – Παπά και άλλοι ακόμα. Ολοι άνθρωποι με αγωνιστικό φρόνημα, είτε μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος είτε συνοδοιπόροι στους αγώνες μαζί του, που βρέθηκαν χωρίς δισταγμό στο μετερίζι κάθε πολεμικής, πνευματικής ή ιδεολογικής αναμέτρησης με τους δυνάστες του λαού.

Το περιοδικό κυκλοφορεί για πρώτη φορά το Μάη του 1945 με την ονομασία Ελεύθερα Γράμματα – περιοδικό της ζωντανής σκέψηςκαι με πρωτοσέλιδο το άρθρο του διευθυντή Δημήτρη Φωτιάδη, με διακηρυκτικό χαρακτήρα, που δηλώνει τους στόχους και τη θέση του περιοδικού. Πρόκειται για ένα έντυπο με φιλολογικό χαρακτήρα που προβάλλει έντονα προβληματισμούς γύρω από την κρίσιμη πολιτική κατάσταση, τις επιπτώσεις της στα πνευματικά δρώμενα της χώρας και το ρόλο των λογοτεχνών, γενικότερα των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών. Προβληματισμοί που είχαν τεθεί, άλλωστε, ήδη από το μεσοπόλεμο, κατά την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και την οργάνωση του αντιφασιστικού αγώνα. Το περιοδικό έχει σαν προσανατολισμό την ανάκαμψη της πνευματικής ζωής του τόπου, ανασυγκροτώντας την ομάδα συνεργατών που στήριζε το περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα στα χρόνια της Κατοχής, περιοδικό που περιστρεφόταν κυρίως γύρω από την ιδέα της εθνικής ακεραιότητας. Στον κύκλο των Ελεύθερων Γραμμάτων,όμως, συναντάμε ανθρώπους που πολιτικά και ιδεολογικά κινούνταν στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και που στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης ανταποκρίθηκαν μαζί με τις χιλιάδες λαού στο κάλεσμα του ΕΑΜ.

Μάρκος Αυγέρης

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, φαίνεται να επιχειρεί να πιάσει το νήμα της συζήτησης περί τέχνης από εκεί που το άφησαν οι Νέοι Πρωτοπόροι(περιοδικό του οποίου η διεύθυνση αποτελούνταν από στελέχη του ΚΚΕ). Το αφιέρωμα στον Γληνό τον Ιανουάριο του 1947, ο οποίος είχε παρευρεθεί το 1934 στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στην ΕΣΣΔ, είναι ενδεικτικό της στάσης που κρατάει το περιοδικό. Το χαρακτήρα, το περιεχόμενο αλλά και τη στάση που κρατάνε τα Ελεύθερα Γράμματα στα τρέχοντα πνευματικά, πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα στην Ελλάδα αλλά και Διεθνώς, τα καθορίζουν σημαντικά και οι σταθερές στήλες του: η εκπαιδευτική σελίδα (συνήθως με άρθρα της Ρόζας Ιμβριώτη), η πνευματική Ελλάδα μπροστά στο δράμα της Κατοχής, ξένη πνευματική κίνηση, πνευματική ζωή. Χαρακτηριστικό, άλλωστε, είναι και το άρθρο του καθηγητή του ΑΠΘ και συνοδοιπόρου του Δ. Γληνού στους αγώνες του για την Παιδεία και τη Γλώσσα, Χ. Θεοδωρίδη, που δημοσιεύεται σε μια από τις πρώτες σελίδες του πρώτου τεύχους με τίτλο «Πάνω στην προοδευτική γραμμή».

Η αλήθεια είναι ότι οι αναφορές στα σύγχρονα με την έκδοση του περιοδικού γεγονότα είναι συνήθως περιορισμένες και πολύ προσεκτικές, αν εξαιρέσουμε το διπλό αφιέρωμα του ’45 στα Δεκεμβριανά. Η εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι κάτι πρωτοφανές για την Ευρώπη, πόσο μάλλον για την ίδια τη χώρα. Οι συνθήκες ειρήνης που υπογράφτηκαν μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων κάθε άλλο παρά ειρήνη και απελευθέρωση σήμαιναν για τον ελληνικό λαό.

Για τους Ελληνες προοδευτικούς λογοτέχνες και διανοούμενους, το να καταπιαστούν με την ιστορική πραγματικότητα, ιδίως σε μια περίοδο που οι τάξεις των εκμεταλλευομένων και το ΚΚΕ βρίσκονταν στο προσκήνιο της Ιστορίας, ήταν μείζονος σημασίας. Είναι προφανές ότι αυτό ισχύει για τους συγγραφείς που δημοσιεύουν κείμενά τους σταΕλεύθερα Γράμματα, αλλά και σε άλλα περιοδικά που κινούνται στο χώρο της Αριστεράς, όπως για παράδειγμα η Νέα Ζωή.Και τα δύο περιοδικά αφιερώνουν σημαντικό χώρο από τα τεύχη του ’45 και ’46 για να αναφερθούν στη λογοτεχνία που προέκυψε από τη μάχη του Δεκέμβρη, στη λογοτεχνία που γεννήθηκε κυριολεκτικά στα οδοφράγματα και μέσα από τις στάχτες της Αθήνας. Αν και ο μεγαλύτερος όγκος πεζών και ποιητικών κειμένων με θέμα το Δεκέμβρη του ’44 απαντάται στα επετειακά φύλλα, τα πρώτα δείγματα εμφανίζονται ήδη από το Μάιο του ’45 στο περιοδικό Νέα Ζωή, το οποίο δημοσιεύει το ποίημα του Γάλλου κομμουνιστή ποιητή Paul Eluard «Αθήνα», γραμμένο κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του στην Ελλάδα, στις 9 Δεκεμβρίου του ’44. Το ποίημα του Eluard, μεταφρασμένο στα ελληνικά και προσαρμοσμένο «σε δημώδη νεοελληνικό δεκαπεντασύλλαβο» από τον Πέτρο Πικρό, αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το πώς λειτουργεί η ποίηση, όταν πραγματεύεται τόσο μεγάλα ζητήματα, τόσο σκληρές μα ταυτόχρονα τόσο φωτεινές στιγμές της ιστορίας των ανθρώπων.

Ριζωμένοι στην κοινή ζωή των ανθρώπων
Ο ποιητής Θ. Πιερίδης

Ο Γάλλος ποιητής μπήκε στο στίβο τηςλογοτεχνίας ως θιασώτης του υπερρεαλισμού, ακολουθώντας το μανιφέστο του Breton. Οι καταβολές του αυτές τού επέτρεψαν να ασκήσει την τέχνη του με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να μιλάει με τις πιο κοινότοπες και καθημερινές λέξεις, δίνοντάς τους όμως άλλη βαρύτητα, άλλο φως μέσα στο σώμα του ποιήματος, ώστε την ίδια στιγμή να κεντρίζουν το πνεύμα αλλά να μην αποξενώνουν τον αναγνώστη. Η επίσκεψή του στην Ισπανία του ’36 έγινε το πρώτο βήμα, για να δώσει πιο ουσιαστική κατεύθυνση στη γραφή του. Ο ίδιος δηλώνει πως «ήρθε ο καιρός όπου όλοι οι ποιητές έχουν το δικαίωμα και το χρέος, να διακηρύξουν ότι είναι βαθιά ριζωμένοι μες στη ζωή των άλλων ανθρώπων. Μες στην κοινή ζωή των ανθρώπων». Αν και οι θεματικές ενότητες που απασχολούν τον ποιητή παρέμειναν οι ίδιες – ο έρωτας, ο θάνατος, η ζωή, όπως τιτλοφορείται και ένα από τα ποιήματά του – το έργο του μετά την Απελευθέρωση αποκτά άλλο βάθος, καθώς το συγκινησιακό φορτίο της εμπειρίας αυτής προσφέρει τη δυνατότητα να αποκτήσουν τα ίδια αυτά θέματα άλλη προοπτική, πιο γνήσια, πιο ανθρώπινη από ποτέ. Και μιας και το θέμα της σημερινής συζήτησης αφορά την ιστορική αλήθεια, έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι η ποιητική συλλογή που κυκλοφορεί ο Eluard μέσα στον πόλεμο, το ’42, τιτλοφορείται «Ποίηση και Αλήθεια». Ο ποιητής αφιερώνεται επίμονα και αποτελεσματικά στην αναζήτηση της πρακτικής αλήθειας, ιδίως στα τελευταία του έργα: Η «Αδιάκοπη ποίηση» του ’46 γράφεται κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του και υποδηλώνει ακριβώς τη συνέχεια, την ενότητα χώρου και χρόνου στις χώρες που έχουν βγει από την ίδια θύελλα, του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο τίτλος της συλλογής του ’48 μιλάει από μόνος του – Ο καιρός ξεχειλίζει -, ενώ φυσικό επακόλουθο είναι βέβαια η συλλογή «Πολιτικά ποιήματα» που περιλαμβάνει και το ποίημα «Αθήνα». Το ποίημα αυτό το ντύνει με τις πιο απλές και την ίδια στιγμή τις πιο μεστές λέξεις, λέξεις που φέρουν μαζί τους όλη την ιστορία της δημιουργίας του ανθρώπινου μεγαλείου: λαός, δικαιοσύνη, λευτεριά, έρωτας, ψωμί. Στον τρόπο που δένονται όλες μαζί, εκεί μέσα κρύβεται και η πεμπτουσία της πάλης του ανθρώπου για το αύριο.

Λουί Αραγκόν

Η πνευματική αλλά και έμπρακτη συμμετοχή του Eluard στα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο είναι απλά ένα δείγμα της αλληλεγγύης ολόκληρου το Γαλλικού Λαού απέναντι στον αγώνα των Ελλήνων. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο αφιέρωμα των Ελεύθερων Γραμμάτωνστο Δεκέμβρη στο τεύχος του ’46 δημοσιεύεται μήνυμα συμπαράστασης εκ μέρους γαλλικών σωματείων προς καθηγητές πανεπιστημίου και διανοούμενους στην Ελλάδα που διώκονταν για τη δράση τους. Σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι η μετάφραση του ποιήματος «Αθήνα» το ’45 στη Νέα Ζωή από τον Πικρό, με την επιλογή του δεκαπεντασύλλαβου προφανώς επιχειρεί να φέρει το ποίημα πιο κοντά στο χαρακτήρα του ελληνικού λαού, παραπέμποντας στη λαϊκή παράδοση. Αλλωστε, υπήρχε μια δημοτικιστική φιλολογία, ήδη από το μεσοπόλεμο, που συνέδεε το αίτημα για γενική μόρφωση στη γλώσσα του λαού και την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος με την πνευματική αναγέννησή του και τους αγώνες του 1821.

Η Μέλπω Αξιώτη, μαχητική αγωνίστρια του πνεύματος αλλά και της δράσης στα χρόνια της εθνικής αντίστασης, μέλος του ΚΚΕ από το 1936 και μέχρι το τέλος της ζωής της, είναι από τους λογοτέχνες που με το έργο τους παίρνουν άμεσα θέση σε σχέση με τα γεγονότα του Δεκέμβρη. Αλλωστε, καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, πέρα από τους κύκλους της Αριστεράς, σχετιζόταν και με διανοούμενους όπως ο Σεφέρης, ο Εγγονόπουλος, ο Θεοτοκάς κ.ά. το γεγονός αυτό πιθανόν ενίσχυσε και τους προβληματισμούς της γύρω από τον κοινωνικό ρόλο του λογοτέχνη και της τέχνης, οι οποίοι εκφράστηκαν πιο συγκροτημένα στα κείμενα που εκφώνησε ή δημοσίευσε κατά την παραμονή της ως αυτοεξόριστη στο Παρίσι. Στο Παρίσι, η Αξιώτη σχετίζεται με τον κύκλο των κομμουνιστών ποιητών, μεταξύ των οποίων οι Eluard και Aragon, με αποτέλεσμα οι απόψεις της πάνω στα ζητήματα της τέχνης να διασταυρώνονται με την πείρα που είχαν αποκομίσει οι ίδιοι από τα ρεύματα και τις τάσεις στη γαλλική λογοτεχνία κατά την περίοδο αυτή. Τα κριτικά και θεωρητικά κείμενα της Αξιώτη μοιάζουν να είναι η φυσική συνέχεια των χρονικών και των διηγημάτων που δημοσίευσε στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, και έχουν μια ξεχωριστή σημασία γι’ αυτό ως η ραχοκοκαλιά, πάνω στην οποία στήθηκε ο λόγος της για τα Δεκεμβριανά.

Για όσους μάχονται ακατάπαυστα
 

Δύο από τα έργα της θα μας απασχολήσουν κυρίως: Ενα άρθρο σε γαλλικό περιοδικό με τίτλο «Γιατί δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον Μπαλζάκ» και η μελέτη της με τίτλο «Μια καταγραφή στην περιοχή τηςλογοτεχνίας», που κυκλοφορεί από τη Νέα Ελλάδα το ’53. Πρόκειται για κείμενα, όπου ουσιαστικά επεξεργάζεται – σε σχέση με τη σύγχρονή της ιστορική συγκυρία στην Ελλάδα – τις αποφάσεις και τις κατευθύνσεις για την τέχνη και τη λογοτεχνίαστην ΕΣΣΔ, όπως διαμορφώθηκαν και εξελίχθηκαν μετά το Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων του 1934 και το πρόταγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Η Αξιώτη χρησιμοποιεί ως αφορμή την περίπτωση του Μπαλζάκ και του γαλλικού ρεαλισμού γενικότερα, για να περιγράψει τους δρόμους μέσα από τους οποίους οι Ελληνες προοδευτικοί λογοτέχνες αξιοποίησαν το ρεαλισμό και τον προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα. Τους το είχαν επιβάλει οι συνθήκες, καθώς το να μιλήσουν για τη γύρω τους πραγματικότητα σήμαινε να μιλήσουν για το ανυπέρβλητο ψυχικό μεγαλείο όσων μάχονταν ακατάπαυστα, για 8, 10, 20, 100 χρόνια – ανάλογα με το πότε ξεκινάει κανείς να μετράει. Ρεαλισμός στην Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου σημαίνει να καταδεικνύει το λογοτεχνικό έργο πώς οι λαοί γράφουν καθημερινά με τους αγώνες τους για τη ζωή τις σελίδες της ιστορίας της Ανθρωπότητας.

Ο Δημήτρης Γληνός μιλάει σε ομάδα εργατών

Η Αξιώτη παραθέτει στη μελέτη της την τοποθέτηση του Μαλένκωφ στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ σχετικά με την καλλιτεχνική δημιουργία, η οποία για να μπορεί να είναι σε επαφή με την εποχή και τους ανθρώπους της θα πρέπει να αναπαράγει τους κοινωνικούς της τύπους. Η Αξιώτη αναζητά τους τύπους αυτούς ανάμεσα στους χιλιάδες αντάρτες και μαχητές του ΔΣΕ, ανάμεσα στους διακόσιους της Καισαριανής, σε αγωνιστές επώνυμους και ανώνυμους, σ’ ολόκληρο τον ελληνικό λαό. «Δεν έχουμε τάχα κι εμείς οι Ελληνες τη βάση από όπου μπορούμε να βγάλουμε τους τύπους μας, τους καινούργιους ήρωες που απαιτεί η λογοτεχνία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού; Δεν έχουμε τάχα κι εμείς τον ελληνικό χαρακτήρα που να τον βρούμε γύρω μας να τον προβάλουμε και να τον φωτίσουμε με το φως το αληθινό, που θα τον αναδείξει σ’ ολόκληρο το μεγαλείο του πριν απ’ όλα εθνικό και ακριβώς γι’ αυτό και πανανθρώπινο;», καταλήγει.

«Ενα στροβίλισμα φωτιάς»

Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του λογοτέχνη, του πνευματικού ανθρώπου και του έργου, είναι ξεκάθαρο για την Αξιώτη και αποκρυσταλλώνεται και στο έργο της τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Πιστεύει ότι όσοι ξένοι στρατοί κι αν εισβάλουν «η Αθήνα δεν απομονώνεται με κανένα μολυβένιο συρματόπλεγμα, γιατί συρματοπλέγματα για τις ψυχές και τα μυαλά δεν υπάρχουν». Καταλαβαίνουμε πόση εμπιστοσύνη δείχνει στην ικανότητα της τέχνης που στρατεύεται στο πλάι των λαϊκών αγωνιστών να προσφέρει ηθικά και ιδεολογικά ερείσματα στην καθημερινή πάλη. Κάτι που το επισημαίνει και στο χρονικό της «Αθήνα 1941-1945», όπου εξυμνεί τη διπλή μάχη που έδιναν οι φοιτητές του Λόχου «Λόρδος Βύρων», μέσα στο Πανεπιστήμιο με τα βιβλία τους και έξω στους δρόμους της Αθήνας με τα όπλα. Η στράτευση της τέχνης στην πολιτική, όταν δηλαδή η πολιτική μπαίνει μέσα σε καλλιτεχνικά πλαίσια, είναι για την Αξιώτη ο καλύτερος τρόπος για να προχωρεί το μήνυμά της «από το ακουστικό τύμπανο του αναγνώστη μέσα στην ψυχή του». Από τη θέση αυτή και η ίδια προχωράει στη συγγραφή των χρονικών και των διηγημάτων της. Το βίωμα, στην πολιτική, ιδεολογική και ανθρώπινη υπόστασή του, γίνεται λόγος, γίνεται αφήγηση, γίνεται συναίσθημα και κατάθεση ψυχής, καθώς προσπαθεί να προσπεράσει τη μυθοπλασία και να αγγίξει στο μέγιστο βαθμό την αλήθεια, ακολουθώντας βήμα προς βήμα την πορεία των χιλιάδων επώνυμων και ανώνυμων ηρώων της. Είναι και η ίδια κομμάτι αυτού του πλήθους των ηρώων – μιλάει στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.

Ρόζα Ιμβριώτη

Την περίοδο εκείνη, της σύγχυσης και της ανασφάλειας, οι συζητήσεις γεννούσαν ερωτήματα, ερωτήματα που πονούσαν και μπορεί μέχρι και σήμερα να πονάνε. Η Αξιώτη, στο κείμενό της «Απάντηση σε πέντε ερωτήματα» του 1945, εντοπίζει αυτά τα ερωτήματα και δίνει τις απαντήσεις με τον πιο απλό και φυσικό τρόπο, εξιστορώντας τους λαϊκούς αγώνες από τη δικτατορία της 4ηςΑυγούστου μέχρι και το Δεκέμβρη του ’44. Η πρώτη απάντηση, λοιπόν, έρχεται αυτόματα στο ερώτημα «Πολεμήσαμε ναι ή όχι ενάντια στο φασισμό;» αφού παρουσιάζει έναν κοινό αγώνα απέναντι σε έναν κοινό εχθρό, τον ιμπεριαλισμό, είτε επρόκειτο για τη μιλιταριστική, φασιστική του έκφραση, είτε επρόκειτο για τη φιλελεύθερη αγγλοσαξονική (σ.: 113 – «Χύθηκαν στην πλατεία…1945», «Σώσον κύριε..»). Το ερώτημα «Τι προηγήθηκε από τα γεγονότα του Δεκέμβρη;» αποσκοπεί από μόνο του να υποδείξει ότι τα Δεκεμβριανά ήταν απλά η κορύφωση της σύγκρουσης ανάμεσα στο λαό και τους κάθε μορφής καταπιεστές του που άλλαξαν πολλές μορφές μέσα στα χρόνια. Και προς απάντηση του κ. Τσώρτσιλ που έβλεπε να κυριεύουν την Αθήνα άναρχα πλήθη ληστών και τρομοκρατών, η εικόνα από τα συλλαλητήρια που έσφυζαν από γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους – αυτές ήταν «οι στρατιές των κουκουέδων» – γίνεται σαφές ποια ήταν η χρησιμότητα των τανκς (σ.: 107, 114). Και το πιο επώδυνο απ’ όλα τα ερωτήματα: «οι κουκουέδες εμπατίρησαν;». Πώς χειρίζεται μια κομμουνίστρια συγγραφέας τα κραυγαλέα αυτά ερωτήματα μπροστά στη στρατιωτική ήττα του ΕΑΜ; Το αδιέξοδο του εμφύλιου σπαραγμού είναι πληγή (σ.: 118). Μα το μήνυμα γίνεται ξεκάθαρο για όσους αντιλαμβάνονται ποιος πραγματικά ήταν ο εχθρός και η Αξιώτη κλείνει μ’ αυτό: «Ο 8χρονος αγώνας δεν πήγε χαμένος. Κάτι κιόλας γκρεμίστηκε από το φοβερό παρελθόν. Ας είμαστε πανέτοιμοι για το ξαναχτίσιμο».

Σάρκα από τις σάρκες του λαού
Μόσχα 1935: Ο Κώστας Βάρναλης με τον Δ. Γληνό (δεξιά) και τον Κανονίδη, διευθυντή του ελληνικού θεάτρου του Σοχούμ, στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων

Ιστορικό κυρίως χαρακτήρα έχει και το κείμενο του Νικηφόρου Βρεττάκου με τίτλο «33 ημέρες» που δημοσιεύτηκε το 1945 σε συνέχειες στην εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα, όργανο του πολιτικού συνασπισμού των κομμάτων του ΕΑΜ. Πρόκειται για ένα ιστορικό αφήγημα που δίνει με λεπτομέρειες την εξέλιξη των γεγονότων, καθώς και το πολιτικό παρασκήνιο από την Απελευθέρωση μέχρι και τα Δεκεμβριανά. Στην κριτική του στα Ελεύθερα Γράμματα, ο Ασημάκης Πανσέληνος το ονομάζει «αισθητικό χρονικό». Ο λόγος του ορμητικός και γλαφυρός μαζί, επιθετικός κάποιες φορές, γεμάτος οργή για την αδικία. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια με τα οποία ξεκινάει: «Ενας πελώριος τάφος, μια κροκοδείλια πτωματολογία είναι για την ενσυνείδητη αντίδραση ο Δεκέμβριος. Η μοναδική ενσάρκωση του κακού. Ο Βελζεβούλ πάνω από την πρωτεύουσα και τον Πειραιά!». Και παρακάτω συνεχίζει: «…εκείνο που έγινε το Δεκέμβριο ήτανε μια ελεεινή σκευωρία των δυνάμεων της φασιστικής και δοσιλογικής Ελλάδας, που μαζί με τα όπλα του Τσώρτσιλ επιζητούσε να αποκεφαλίσουνε την Ελλάδα της ηρωικής Αντίστασης. Να της αφαιρέσουνε το γέρας, να θάψουνε τα δικαιώματα και τα κατορθώματά της. Στην ελεεινή αυτή συνωμοσία ο λαός απήντησε με ένοπλη άμυνα. Αυτός είναι ο Δεκέμβριος!». Ενα τόσο καταιγιστικό κείμενο δε θα μπορούσε να κλείνει απαισιόδοξα. Το ηθικό ανάστημα του ελληνικού λαού είναι το θετικό συμπέρασμα για τον συγγραφέα που μας εξηγεί: «Απέναντι σε περίπου 30.000 όπλα στα χέρια Ελλήνων αντιδραστικών και προδοτών κάθε κατηγορίας καθώς και αγγλικά, ο ΕΛΑΣ παρέταξε μια δύναμη από 15.000 όπλα. Μ’ αυτά κράτησε 33 μέρες έναν τιτάνιο αγώνα από τον οποίο βγήκε ουσιαστικά νικητής (…) Σάρκα από τις σάρκες του λαού, κόκαλο από τα κόκαλά του ο ΕΛΑΣ ύψωσε τη γενεά μας ίσαμε το ανάστημα της γενεάς του ’21 και ακόμα πιο πάνω. Απόδειξε τι θησαυρούς κρύβει μέσα της η λαϊκή μάζα, τι πολεμικές οργανωτικές και ηθικές αρετές».

Το φύλλο της 5ης Μάη 1945

Ενας ακόμα λογοτέχνης που τιμά με την πένα του τη μάχη του Δεκέμβρη και τον ιστορικό της ρόλο είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. Δύο εκτενή πεζά του, «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης» και η «Δεκεμβριάδα», είναι αφιερωμένα αποκλειστικά σ’ αυτόν το σκοπό. Η γραφή του δυνατή και εντυπωσιακή, χωρίς όμως να χρειάζεται να καταφύγει σε υπερβολές ή ηρωικές εξάρσεις – η μεγαλοσύνη του Δεκέμβρη πηγάζει από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της και αν θα μπορούσε να γίνει ποτέ έπος δε θα ήταν τέτοιο, αφού δεν θα το περιέβαλε τίποτα μυθικό ή υπεράνθρωπο. Ο Λουντέμης καταφέρνει να στήσει τις αφηγήσεις του με τέτοιο τρόπο, ώστε το έργο του και να ξαφνιάζει τον αναγνώστη, να τον ταράζει, αλλά και να του κεντρίζει το ενδιαφέρον, να τον παραπέμπει σε γνώριμα λογοτεχνικά βιώματα. Το εισαγωγικό κομμάτι στο «Μεγάλο Δεκέμβρη» το ονομάζει ο συγγραφέας παραμύθι, και θυμίζει μάλλον μύθο του Αισώπου, όπου τα ζώα παίρνουν τους ρόλους των ανθρώπων. Το παραμύθι του Λουντέμη εξηγεί συνοπτικά πώς από σύμμαχοι στον αντιφασιστικό αγώνα έφτασαν να γίνουν νέοι δυνάστες. Το ήθος και ο χαρακτήρας του ζώου ανταποκρίνεται στη στάση που κράτησε καθεμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές (Αγγλοι: λιοντάρι, ΕΑΜ: αρκούδα, γεράκι: Γερμανοί, ειρηνική αγελάδα: ελληνικός λαός). Καθετί που λέει ο Λουντέμης φροντίζει να το χρωματίζει με έναν ιδιαίτερο τόνο, γι’ αυτό και οι ειρωνικοί υπαινιγμοί και οι παραβολές. «Ενας ψηλός ολέθριος άνθρωπος σηκώθηκε να πάει στο κρεβάτι του γράφοντας πάνω στο φάκελο της συνείδησής του τη λέξη Σφαγή» – στις λίγες αυτές λέξεις συμπυκνώνει την τραγικότητα του στημένου αυτού δράματος (σ.: 130-1). Ολα λέγονται απλά, αφού η Ιστορία μιλάει από μόνη της – ο συγγραφέας μοιάζει να έχει ρόλο σκηνοθέτη που επιμελείται καλλιτεχνικά την παρουσίασή τους. Οι συντηρητικοί και ο «εθνικός» τους στρατός γίνονται στο λογοτεχνικό κείμενο μισθοφόροι, γενειοφόρα ερπετά, ο Σκόμπυ «λιτός στρατιώτης», ο Τσώρτσιλ «φιλέλλην διπλωμάτης» και ο Παπανδρέου ο αρλεκίνος τους. Χαρακτηριστικό του καυστικού ύφους του Λουντέμη είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαρίσταται ο διάλογος μεταξύ Τσώρτσιλ και Παπανδρέου (σ.: 142). Ο Λουντέμης δε θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρος: Ο πόλεμος στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ εμφύλιος αλλά «καθαρή διχόνοια λαού και κατακτητή», του κατακτητή που όταν ως σύμμαχος βομβάρδισε την παραλία του Φαλήρου μόνο γερμανικούς στόχους δεν πέτυχε, του κατακτητή που έκανε τον Παρθενώνα τηλεβολοστάσιο. Συμπερασματικά, ο συγγραφέας καταλήγει: «Η Βάρκιζα είναι η «μάχη της Ελλάδος» η μόνη και τελική μάχη που κέρδισε εγγλέζικα ο Σκόμπυ. Η αμετακίνητος 10 Δεκέμβρη που πραγματοποιήθηκε τελικά στις 12 Φλεβάρη. Να ποια ήσαν τα όπλα της μάχης αυτής που έδωσαν δυο μήνες αργότερα τη νίκη: Πανουργία, Ανανδρία, Ξετσιπωσιά και Απάτη». Στον επίλογό του δίνει τον τίτλο «Ο Φασισμός απέθανε – ζήτω ο φασισμός!». Το λογοπαίγνιο σπάει κόκαλα…

Πρόβλημα ιδεολογικό κατ’ επέκταση και πολιτικό
«Ελεύθερα Γράμματα», 15 Ιούλη 1947

«Μπορούμε να πούμε χωρίς καμιά αμφιβολία ότι ο ελληνικός λαός έχει σημαντική πολιτική ωριμότητα. Την έχει αποκτήσει στη μακριά ζωή της σκλαβιάς του, κάτω από τον τούρκικο ζυγό που καταλύθηκε με τη λαϊκή επανάσταση του 1821, την έχει δυναμώσει με δύο κατοπινές κοινωνικές επαναστάσεις στην πάλη ενάντια στο χιτλερισμό και στον τελευταίο αγώνα του, τέσσερα χρόνια με τ’ όπλο στο χέρι ενάντια στη νέα εισβολή του δολάριου».

Κλείνοντας θα ήταν καλό να επιστρέψουμε για λίγο εκεί από όπου ξεκινήσαμε: Στα αφιερώματα των περιοδικών για τη μάχη του Δεκέμβρη. Η αλήθεια είναι ότι δίνουν μια ισχυρή ώθηση στην πνευματική δραστηριότητα, που στα προηγούμενα χρόνια, τόσο στην Κατοχή όσο και στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας, έκανε πολύ λίγα βήματα και αυτά σε αντιδραστική ή έστω σε «ουδέτερη» κατεύθυνση – αν μπορούμε να δεχτούμε ότι υπάρχει ουδέτερη στάση σε τέτοιες κοινωνικές συνθήκες. Πολύ περισσότερο, τα «Ελεύθερα Γράμματα», λόγω διαρκέστερης παρουσίας, ενθαρρύνουν τη συγγραφή νέων λογοτεχνικών κειμένων. Μέσα από τις ίδιες τις σελίδες του περιοδικού ζητούν συνεργάτες για τον εκδοτικό οίκο «Τα νέα βιβλία» (εκδοτικός οίκος που έπαιξε καίριο ρόλο στη μετεμφυλιακή ιδεολογική διαπάλη δίνοντας χώρο έκφρασης σε προοδευτικά στοιχεία της κοινωνίας και της διανόησης). Αλλωστε, προβληματισμοί πολιτικοί, ιδεολογικοί, κοινωνικοί εκφράζονται και μέσα από την αρθρογραφία στα περιοδικά αυτά, παράλληλα με τα φιλολογικά και λογοτεχνικά θέματα. Ακόμα κι αυτά τα περιοδικά όμως δεν μπορούν να ξεπεράσουν απόλυτα τις αιχμηρές πλευρές της επικαιρότητας. Στο αφιέρωμα που κάνουν τα «Ελεύθερα Γράμματα», τα άρθρα του Α. Πανσέληνου και του Μ. Αυγέρη παρουσιάζουν τα Δεκεμβριανά ως το αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των δυτικών δυνάμεων στη χώρα, και τη λαϊκή εξέγερση του ’44 ως την «απαραίτητη συμπλήρωση του 1821». Ο Πανσέληνος λέει ότι «το 1944 γλίτωσε το 1821 από τους σφετεριστές του», διστάζει, όμως, να σχολιάσει με λεπτομέρεια τις πολιτικές εξελίξεις όπως δίνονται από το χρονικό «33 μέρες». Τα πεζά που δημοσιεύονται ιστορούν το Δεκέμβρη μέσα από τα μάτια των ηρώων της. Μικρές προσωπικές ιστορίες συνθέτουν σε ψηφιδωτό την εικόνα της μάχης. Το λένε κι οι τίτλοι: «Ο Μαθιός» (Λ. Νεγρεπόντης), «Το ημερολόγιο ενός φοιτητή» (Λ. Γρηγορίου), «Ανάμνηση» (Μ. Αξιώτη). Οσο για την ποίηση, κρατάει ύφος υμνητικό, βγαλμένη λες από τις φωνές στα συλλαλητήρια του Δεκέμβρη. Σε τόνο διακηρυκτικό «Ο αιώνιος Δεκέμβρης» του Βρεττάκου:

Κείμενα των Α. Πανσέληνου και Μ. Αυγέρη, στο πρωτοσέλιδο της 8ης Φλεβάρη 1946

«Εμείς είμαστε ένα στροβίλισμα φωτιάς

Μιαν αστραπή δεμένη σε πανύψηλο κοντάρι. Πορευόμαστε

Μέσα στη σκοτεινιά του αιώνα μας. Εμείς

Είμαστε οι σπίθες της πιο αθώας της πιο βαθιάς της πιο μεγάλης επανάστασης»

«Υμνος στην Αθήνα του Δεκέμβρη», τιτλοφορείται το ποίημα του Πιερίδη. Ως ύμνος παρουσιάζεται και η «Αθήνα» του Eluard στο περιοδικό «Νέα Ζωή». Εν θερμώ και με τις μνήμες της μάχης ακόμα νωπές δε θα μπορούσαν να γραφτούν κείμενα που να αμφισβητούν την αυτοθυσία των λαϊκών αγωνιστών και το δίκιο του αγώνα τους. Είναι όλα τους έργα που κρατούν το ηθικό του λαού ψηλά, πουθενά στις λέξεις τους δεν υποψιάζεσαι την όποια ήττα. Η λογοτεχνία της ήττας εμφανίζεται στα μετεμφυλιακά χρόνια κυρίως, αφού έχουν επέλθει όλες εκείνες οι ιδεολογικές και πολιτικές ζυμώσεις που συσκοτίζουν τη διαύγεια με την οποία έβλεπαν τα γεγονότα οι συγγραφείς στα 1945 και ’46. Οπως και στην ιστοριογραφία, έτσι και στη λογοτεχνία, η αναπαράσταση της αλήθειας αποτελεί ένα πρόβλημα ιδεολογικό και κατ’ επέκταση και πολιτικό. Στη λογοτεχνία, μάλιστα, λίγο περισσότερο, καθώς το προσωπικό βίωμα συχνά υποσκελίζει τα γεγονότα και στην περίπτωση γεγονότων με τόσο σοβαρές επιπτώσεις στο συναισθηματικό κόσμο των εμπλεκομένων, χιλιάδες αλλοιώσεις.

Το πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1947

Γεγονός, όμως, είναι ότι μεγάλος όγκος αξιόλογων λογοτεχνικών έργων προέκυψε από την πρωτοβουλία των περιοδικών αυτών να δημοσιεύσουν τέτοια κείμενα στις σελίδες τους και να τα προωθήσουν προς έκδοση.

Βέβαια, ήδη, από τα τέλη του ’46, οι αναφορές στα Δεκεμβριανά αραιώνουν και από το ’47, με την επίσημη κήρυξη του Εμφυλίου, χάνονται σχεδόν εντελώς. Τα «Ελεύθερα Γράμματα» επικεντρώνονται κυρίως σε θεωρητικές συζητήσεις για το ρόλο της τέχνης και αποκτούν πιο στενά φιλολογικό χαρακτήρα. Η ώθηση που έχει δοθεί στην εκδοτική δραστηριότητα επιτρέπει την κυκλοφορία κάποιων συλλογών του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, από τους σημαντικότερους λογοτέχνες που βρίσκονταν στους κόλπους του ΚΚΕ, όπως ήταν αναμενόμενο όμως, με εξαιρετικά υπαινικτικές, σχεδόν αδιόρατες αναφορές στο Δεκέμβρη και τον Εμφύλιο, λόγω της αυστηρής λογοκρισίας και των διώξεων που υπέφεραν και οι δύο ποιητές, μέχρι που εξορίστηκαν.

Πηγή Ριζοσπάστης  Παρασκευής 25 Δεκέμβρη 2009 – Κυριακής 27 Δεκέμβρη 2009

Από τη Β’ Περίοδο του περιοδικού, Μάης – Ιούνης 1948
Ο Πωλ Ελυάρ και δίπλα του ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Γ. Σεβαστίκογλου, στα λημέρια του ΔΣΕ
Μέλπω Αξιώτη
Νικηφόρος Βρεττάκος
Μενέλαος Λουντέμης
Ο Δημήτρης Φωτιάδης, εξόριστος στον Αϊ – Στράτη, το 1951
Τάσος Λειβαδίτης

Η Πανελλήνια Ενωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου – ΠΕΚΑΜ (Αγ. Ασωμάτων31 – Θησείο) διοργανώνει στο Μουσείο Μακρονήσου (με ελεύθερη είσοδο), μεθαύριο Σάββατο 30 Ιουνίου, ώρα 8 μ.μ., αφιέρωμα στους 3 μεγάλους Εικαστικούς της Μακρονήσου: Χρήστο Δαγκλή, Κατερίνα Χαριάτη – Σισμάνη, Γιώργο Φαρσακίδη. Η εκδήλωση περιλαμβάνει ομιλία – χαιρετισμό και καλλιτεχνικό πρόγραμμα.

Σάββατο 2/6 στις 20:30

του Θόδωρου Αγγελόπουλου

κινηματοθέατρο “Ίριδα”(Ιπποκράτους 15 & Ακαδημίας 55 , Αθήνα)Η παρακολούθηση είναι δωρεάν.

.

φωτογραφία του Γιώργου Αρβανίτη. Ενα θέαμα μέσα στο θέαμα, μια ιστορία μέσα στην ιστορία, μέσα από την περιπέτεια ενός περιοδεύοντος θιάσου καταγράφεται η προπολεμική και μεταπολεμική μας πολιτική τραγωδία. Τα μέλη του θιάσου εμπλέκονται σε μια οικογενειακή ίντριγκα – αναφορά στο μύθο των»Ατρειδών», ενώ διασχίζουν τη χώρα ξεδιπλώνεται και ο «μύθος» ολόκληρης της Ελλάδας. Από τον Ιωάννη Μεταξά έως την εκλογική νίκη του Παπάγου και την τελική επικράτηση των συντηρητικών δυνάμεων στο πολιτικό σκηνικό του τόπου, ο θεατής θα ζήσει σκηνές από το έργο που ανεβάζει ο «Θίασος» του Αγγελόπουλου, ένα έργο, που μας είναι, δυστυχώς, πολύ οικείο. Η ταινία διακρίθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 1975, με ειδικό βραβείο στο Φεστιβάλ τηςΤαορμίνας 1975, με βραβείο Ιντερφιλμ στο Βερολίνο και στο Φεστιβάλ Βρυξελλών το 1976, αλλά, επίσης, τιμήθηκε με το βραβείο BIFI στο Φεστιβάλ του Λονδίνου. Εξι βραβεία (καλύτερης ταινίας, σεναρίου, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, ανδρικού ρόλου – Βαγγέλης Καζάν – και γυναικείου ρόλου – Εύα Κοταμανίδου – στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης απέσπασε η δημιουργία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, αλλά το μεγαλύτερο βραβείο το πήρε από το κοινό. Η μουσική είναι του Λουκιανού Κηλαηδόνη.

Σκέψεις πάνω στην ταινία «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή»

Σκηνή από την εν λόγω ταινία

Ο ακήρυχτος πόλεμος για τον εκφοβισμό και την άνευ όρων παράδοση του λαού στην εξαθλίωσή του έχει πολλά όπλα. Ανάμεσα στα πιο αποτελεσματικά συγκαταλέγεται και η τέχνη. Στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης και των κομμάτων της να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη του εργατικού – λαϊκού κινήματος και την ισχυροποίηση του ΚΚΕ σημαντικό ρόλο έχει αναλάβει και ο κινηματογράφος, όπως σειρά γεγονότων καταμαρτυρούν. Για παράδειγμα, δεν είναι ούτε συμπτωματική, ούτε αγαθή – εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις – η επιλεκτική προτίμηση του ελληνικού κινηματογράφου στον εμφύλιο τα τελευταία ειδικά χρόνια, όπως δεν ήταν τυχαία και η παλιότερη εμμονή του αμερικανικού κινηματογράφου στο Βιετνάμ.

Μια πρόσφατη απόδειξη αποτελεί η ταινία του σκηνοθέτη Κώστα Χαραλάμπους «Δεμένη κόκκινη κλωστή», η οποία μάλιστα – σε αντίθεση με τα φονικά χτυπήματα που δέχεται στις μέρες μας σχεδόν κάθε ανιδιοτελής καλλιτεχνική προσπάθεια – έτυχε υποστήριξης και αμέριστης διευκόλυνσης τόσο από τους παραγωγούς της, όπως η κρατική ΕΡΤ, όσο και από το ισχυρότερο μονοπώλιο της κινηματογραφικής διανομής στη χώρα μας, την Odeon. Μια υποστήριξη καθόλου αδικαιολόγητη, αφού η ταινία φιλοδοξεί να ανταμείψει τους «επενδυτές» της, αν όχι οικονομικά, οπωσδήποτε ιδεολογικά και πολιτικά.

Κι αυτό γιατί το θέμα της είναι μεν ο εμφύλιος, το περιεχόμενό της όμως αφορά το σήμερα και συγκεκριμένα τις ολέθριες δήθεν συνέπειες που θα έχει στη ζωή και την οντότητα κάθε αγνού και φιλειρηνικού ανθρώπου η άνοδος και η όξυνση της ταξικής πάλης, εφόσον σ’ αυτήν πρωτοστατεί το ΚΚΕ.

Η εισαγωγή της ταινίας επιδιώκει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του θεατή, παίρνοντας τάχα το μέρος των αδικημένων. Ενα τέχνασμα που αποσκοπεί να προσδώσει αληθοφάνεια στις δυνατές δόσεις κατασυκοφάντησης της λαϊκής πάλης και υποδόριου αντικομμουνισμού που ελλοχεύουν στο ξετύλιγμα της πλοκής της με εμφανείς προεκτάσεις στο σήμερα, και συνοψίζονται στα παρακάτω:

Στον εμφύλιο πόλεμο δε συγκρούστηκαν τα αντίμαχα κοινωνικά – ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και της πλειονότητας του ελληνικού λαού με εκείνα της ντόπιας πλουτοκρατίας και των ξένων συμμάχων της για το ποια τάξη θα έχει την εξουσία. Ηταν πάλη κάποιων ομάδων με στενά κομματικά και άλλου είδους ψυχολογικά π.χ. κίνητρα, όπως «το άσβεστο, σχεδόν μεταφυσικό μίσος των αντίπαλων στρατοπέδων», ένα είδος κοινωνικού αυτοματισμού δηλαδή.

Eπομένως, ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού με την καθοδήγηση του ΚΚΕ δεν είχε στην πραγματικότητα όραμα και ιδανικά. Ηταν αγώνας αντεκδίκησης και εξουδετέρωσης των πολιτικών αντιπάλων του, όπως γίνεται και στην ταινία «Οι συμμορίες της Νέας Υόρκης», όπου αγνοούνται προκλητικά οι ζωτικές κοινωνικές αιτίες της σύγκρουσης των εποίκων Ιρλανδών με τους αυτόχθονες Νεοϋρκέζους, για να προβληθεί η ωμότητα και η αγριότητά της, άρα και η αναγκαιότητα να μπει επιτέλους τάξη.

Η κομματική ηγεσία εγκλώβισε φιλήσυχους οικογενειάρχες σε έναν αδιέξοδο και παράλογο κύκλο μίσους και αίματος, καταστρέφοντας όχι μόνο τη ζωή τους, αλλά και την ηθική, ψυχική και πνευματική τους υπόσταση με τη μετατροπή τους σε στυγερούς δολοφόνους και αποκτηνωμένους βασανιστές ακόμη και αθώων γυναικόπαιδων!

Για να διαλυθεί και η παραμικρή αμφιβολία ως προς τους πραγματικούς στόχους της ταινίας, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο δελτίο Τύπου που την προανάγγειλε. Σύμφωνα με αυτό, πίσω από τους αιματηρούς αγώνες και τα δράματα της ιστορίας δεν υπάρχει η ταξική πάλη, αλλά «οι θεωρούμενες πιο «προικισμένες» ομάδες», όπως καλή ώρα το ΚΚΕ, που «ονοματίζουν το συμφέρον τους καθήκον, και προσπαθούν να το επιβάλουν σε άλλες ομάδες νομιμοποιώντας τη χρήση και της πιο απεχθούς βίας γι’ αυτό που θεωρούν ως ιερή αποστολή «για το καλό της ανθρωπότητας»»!

Στην ουσία, η ταινία διακατέχεται από τη μεταμοντέρνα θεωρία της ιστορικής αποδόμησης, περί της τρίτης και δήθεν «ουδέτερης» και «αμερόληπτης» – έξω από τους δύο ταξικούς υποκειμενισμούς – άποψης. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η αφήγηση δεν πρέπει να ενδιαφέρεται για την ίδια την ιστορία, αλλά για μεμονωμένα εμπειρικά, βιωματικά περιστατικά της, υποκειμενικά σαφώς επιλεγμένα, που δημιουργούν ένταση και σασπένς τύπου σπλάτερ. Μια θεωρία πολύ βολική για να μπορεί καθένας ελεύθερα να παραποιεί την ιστορία και αυθαίρετα να την ερμηνεύει σε όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου και της κυρίαρχης ιδεολογίας, παρουσιάζοντάς την ως καθολικά «αντικειμενική», όπως γίνεται και στην «Κόκκινη κλωστή».

Σ’ αυτό το περίγραμμα, καμία έκπληξη δεν προκαλεί το γεγονός ότι η ταινία, προκειμένου να παραλύσει από φόβο και εκβιαστικά διλήμματα του τύπου «υποταγή ή εμφύλιος όλεθρος» το μυαλό του θεατή, δανείζεται τις τεχνικές και τα ειδικά εφέ της από τις αμερικάνικες ταινίες τρόμου. Αίμα, τανάλιες, ψαλίδια, λεπίδια, καρφιά, όλα τα σατανικά σύνεργα βασανισμού και βίας επιστρατεύονται σ’ αυτήν την αποστολή στο όνομα του ρεαλισμού, ενώ ο φακός ζουμάρει καταγράφοντας επίμονα και εξονυχιστικά και την πιο ανατριχιαστική λεπτομέρεια, ειδικά όταν αυτή αφορά την εγκληματικότητα των «ένοπλων αριστερών», σε μια προσπάθεια αναπαλαίωσης της πιο ξετσίπωτης και μισαλλόδοξης αστικής προπαγάνδας των δεκαετιών του ’50 και του ’60 για τα «κονσερβοκούτια» των «ληστοσυμμοριτών». O μόνος λόγος που το έργο αναφέρεται στις ωμότητες και της άλλης πλευράς, είναι για να εξισωθεί τελικά ο κομμουνισμός με το φασισμό, ο οποίος σε καμία περίπτωση βέβαια δεν αντιμετωπίζεται ως το άλλο πρόσωπο της «αστικής δημοκρατίας» και γέννημα της ίδιας μ’ αυτήν μήτρας, της αστικής εξουσίας δηλαδή.

Με λίγα λόγια αυτού του είδους τα μεταμοντέρνα ιδεολογικοπολιτικά επινοήματα, που δεν είναι μόνον κινηματογραφικά, αφού στις μέρες μας αξιοποιούνται κατά κόρον από την αστική πολιτική, την ιστοριογραφία, την τηλεόραση, τις εφημερίδες και τα περιοδικά, έχουν ένα γενικότερο στόχο. Να παρασύρουν με όρους ψυχολογικούς το δέκτη τους, μετατοπίζοντας την προσοχή του από το πρόβλημα της ιστορικής πραγματικότητας και τις αιτίες του στη χυδαιότερη επιφάνεια μιας συνειδητής και σκόπιμης περιπτωσιολογίας (π.χ. μια καθαρίστρια στην τάδε δημόσια υπηρεσία παίρνει 3.000 ευρώ μισθό) για να ακυρώσουν την κρίση και τη λογική του και να τον εμποδίσουν να συνειδητοποιήσει μονομιάς τα ταξικά και βλαβερά για το λαό μηνύματά τους. Απευθυνόμενοι σε στιγμιαίες και παροδικές αισθήσεις και παραβιάζοντας κατάφωρα την αλήθεια και τη λογική πρώτα και κύρια επιδιώκουν να καταδικαστεί στη λαϊκή συνείδηση ως ωμή, αποτρόπαιη βία και «ολοκληρωτισμός» η πάλη της εργατικής τάξης για το δίκιο της και να αμαυρωθεί η ηθική και ιδεολογική – πολιτική υπεροχή της οργανωμένης πρωτοπορίας της, των κομμουνιστών. Να αφαιρέσουν δηλαδή από το λαό τα μόνα του όπλα και στηρίγματα, τη δυνατότητά του να δει ότι υπάρχει εναλλακτική γι’ αυτόν λύση, που έχει τη δύναμη να την επιβάλλει. Πρόκειται για επικίνδυνες και ύπουλες μεθόδους, που όσο θα σαπίζει το καπιταλιστικό σύστημα και θα διογκώνονται τα αδιέξοδά του, τόσο θα εντείνονται, γι’ αυτό και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποτιμηθούν.

Ωστόσο, οι μεγάλες ταξικές αναμετρήσεις, σε πείσμα των κάθε λογής πολιτικών, δημοσιογραφικών ή καλλιτεχνικών εκφοβιστών και εκβιαστών του λαού, είναι αναπόφευκτες σε συνθήκες απότομης όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων και αδυναμίας των «πάνω» να τα διαχειριστούν, όσο αναπόφευκτοι και αμείλικτοι είναι οι νόμοι της ιστορίας, δηλαδή της κοινωνικής εξέλιξης.

 

Ε. Μ. – Γ. Σ.