Latest Entries »

Αποτέλεσμα εικόνας για μιλαν κουντεραΧαίρομαι που βρισκόμαστε και πάλι για να συζητήσουμε συγκεκριμένα και επιστημονικά θέματα. Εμείς μεταχειριζόμαστε συχνά τέτοιους όρους όπως παρακμή, μοντερνισμός, φορμαλισμός κλπ. με τέτοιο τρόπο ώστε να παραμένουν όροι κενοί. Θα μπορούσαν να σημαίνουν τα πάντα όπως και τίποτα και ο καθένας ελεύθερα καθορίζει τα όριά τους. Γιατί στην εποχή του δογματισμού πραγματικά δεν υπήρξε ανάπτυξη της σκέψης, που πολύ συχνά την αντικαθιστούσαν, με τον πιο κωμικό τρόπο και κατά εποχές, με διάφορους όρους που δεν σήμαιναν απολύτως τίποτα. Έτσι αν διαβάσουμε κανένα άρθρο εκείνης της εποχής, μπορούμε να ανακαλύψουμε την περίοδο όπου γράφτηκε όχι από το περιεχόμενο των ιδεών, αλλά από τους όρους που περιείχε όπως λ.χ. φορμαλισμός ή παρακμή, ρεβιζιονισμός ή λιμπεραλισμός κλπ. Η ορολογία έπαιζε σχεδόν τον ίδιο ρόλο που παίζει η μόδα: εκπροσωπούσε τούτη ή εκείνη την παροδική εποχή. Και οι δυο σύντροφοι, που βρίσκονται εδώ σήμερα, σίγουρα θα έχουν αντιληφθεί ότι τώρα πια κατορθώσαμε να φτάσουμε στην πραγματική διαλεκτική αντιμετώπιση αυτού που λέμε παρακμασμένη λογοτεχνία και πως καταλάβαμε ότι ο ιδεολογικός αγώνας δεν σημαίνει άρνηση, αλλά νικηφόρο ξεπέρασμα.

Νομίζω, πως στην περίπτωσή μας μάς βοήθησε ένα ιστορικό γεγονός που μας εμπόδισε να δεχτούμε τη σχηματική συνταγή σύμφωνα με την οποία πρωτοπορία σημαίνει πολιτική αντίδραση. Το γεγονός αυτό είναι ακριβώς η ίδια η ιστορία της τσεχικής πρωτοπορίας. Και θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή και των δυο συντρόφων στο θέμα αυτό. Και τούτο γιατί στη διεθνή συζήτηση που γίνεται για την πρωτοπορία, στη συζήτηση που γίνεται λ.χ. στην Ιταλία μεταξύ Ιταλών και Λούκατς, θα μπορούσε η μελέτη της τσέχικης πρωτοπορίας της εποχής ανάμεσα στους δυο παγκόσμιους πολέμους, να είναι ένα σοβαρό θετικό βοήθημα. Πρώτα απ’ όλα γιατί αυτή η πρωτοπορία είτε ακολούθησε τον σουρεαλισμό είτε τον λυρισμό, είτε άλλη ακαθόριστη τάση, ήταν στενά δεμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και όχι μόνον γι’ αυτό. Αλλά και γιατί οι πιο μεγάλες μορφές της τσέχικης πρωτοπορίας αποδεικνύουν ότι είναι ανόητο να αντιμετωπίζουμε σαν απόλυτες αντιθέσεις την πρωτοπορία και τον ρεαλισμό. Αντίθετα χάρη σ’ αυτές τις δυο σχολές είναι δυνατό να αποδείξουμε ποια ακριβώς είναι τα τελείως εξτρεμιστικά ρεύματα στη μοντέρνα τέχνη, είναι δυνατό να φτάσουμε σε ένα τέτοιο τύπο τέχνης που περικλείνει μέσα του τον κόσμο στο σύνολό του. Και ειδικά έχω στο νου μου τούτη τη στιγμή τον πεζογράφο Βαντσούρα και τον ποιητή Νεζβάλ.

Η καλλιτεχνική τους πορεία είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο στον κόσμο. Και ακόμα μία παρατήρηση. Ο σύντροφος Σαρτρ μίλησε στο Ντομπρζίς και για το μυθιστόρημα του Καμύ «Η χολέρα». Παρατήρησε πως τον εξέπληξε το γεγονός της αποδοχής του, με τόσο ενθουσιασμό, στη χώρα μας. Πιστεύω πως και αυτή η μονομερής αποδοχή ενός μυθιστορήματος είναι κάτι που χαρακτηρίζει νομοτελειακά την κατάστασή μας. Στον αγώνα κατά του δογματισμού, φτάσαμε στο σημείο πολύ συχνά να αγκαλιάζουμε καθετί που απέρριπταν οι δογματιστές και τούτο για να επιβάλουμε την έκδοση και τη γνώση όλων αυτών των έργων. Βεβαίως, υπάρχει εδώ ο κίνδυνος κάποιου εκλεκτικισμού. Στην εποχή που σ’ εμάς εκδηλωνόταν μόνο άρνηση για τη δυτική λογοτεχνία, δεν μπορούσε και να υπάρχει αντικειμενική κριτική γι’ αυτή τη λογοτεχνία. Και γι’ αυτό το λόγο ως σήμερα η αντιμετώπισή μας μπορεί να έχει ένα κάπως άκριτο χαρακτήρα, θετικό ή αρνητικό. Και υπάρχει κάτι παράδοξο στο γεγονός πως βρίσκουμε μερικά κριτικά στοιχεία προώθησης λ.χ. στα κριτικά έργα του Ζαν Πωλ Σαρτρ, που κάποτε τον αρνιόντουσαν στον τόπο μας σαν αστό συγγραφέα που δεν μπορεί να έχει τίποτα το κοινό με τον μαρξισμό. Έχω στο νου μου την εξαιρετικά βαθιά ανάλυσή του για τις φιλοσοφικές ρίζες του αμερικανικού φορμαλισμού στο έργο του για τους «Ξένους» του Καμύ ή μερικές άλλες μελέτες του για τον Φώκνερ κλπ. Νομίζω πως ο κύριος Σαρτρ, με αυτό τον τρόπο, μας βοήθησε στο να αποκτήσουμε βαθιά κριτική αντιμετώπιση όλων αυτών των σκέψεων και έργων, που τώρα μετά την παρέλευση της εποχής του δογματισμού, θέλουμε να τους ανοίξουμε την πόρτα μας.


Αβάνα, 30 Απρίλη, Κουβανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ANC) – Ο Γιώργος Μαυρίκος, γενικός γραμματέας της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας, καταδίκασε σήμερα στην Αβάνα, τον συνεχιζόμενο για πάνω από μισό αιώνα, οικονομικό, εμπορικό και χρηματοοικονομικό αποκλεισμό (εμπάργκο) της Κούβας.

 

Μιλώντας στους δημοσιογράφους, ο Μαυρίκος επεσήμανε ότι οι ξένοι συνδικαλιστές που συναντήθηκαν στην Αβάνα για τον εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς θα παρέμβουν στη Σύνοδο του Προεδρικού Συμβουλίου της ΠΣΟ και θα ζητήσουν τον τερματισμό της εγκληματικής αυτής πολιτικής.

 

Σημείωσε επίσης, ότι από την νίκη της Επανάστασης το 1959, η ΠΣΟ είναι υπερήφανη για τα επιτεύγματα του κουβανικού λαού και τον υποστηρίζει κάθε στιγμή, όπως αποδεικνύει η παρουσία περισσότερων από 1.700 ξένων αντιπροσώπων με την ευκαιρία του εορτασμού της Διεθνούς Ημέρας των Εργαζομένων.

Τόνισε επίσης, ότι αυτό είναι ένα δείγμα σεβασμού και αλληλεγγύης προς τον κουβανικό λαό και θεωρούμε ότι όλα τα προοδευτικά κινήματα πρέπει να αγωνιστούμε για την άρση του αποκλεισμού και έχουμε την γνώμη ότι είναι δυνατή η επίτευξη αυτού του στόχου.

Υπενθύμισε ότι η ΠΣΟ ανέπτυξε μία μεθοδική διεθνή καμπάνια για την απελευθέρωση των πέντε κουβανών που παρέμειναν για πάνω από 16 χρόνια στις βορειοαμερικάνικες φυλακές, επειδή αγωνίστηκαν ενάντια στην τρομοκρατία.
Ανακοίνωσε ακόμη, οτι τον Ιούνιο θα πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες μια διεθνής εκδήλωση, στην οποία θα συμπεριλαμβάνεται το θέμα του αποκλεισμού και της αλληλεγγύης με την Κούβα, στην οποία είναι προσκεκλημένος ο Ουλίσες Γκιλάρτε, Γενικός Γραμματέας του Κεντρικού Συνδικάτου της Κούβας, ο οποίος είναι και πρώτος αντιπρόεδρος της ΠΣΟ.
Τελειώνοντας, ανέφερε ότι μέσα στις επόμενες μέρες θα συγκληθεί στο Συνεδριακό Κέντρο της Αβάνας το Προεδρικό Συμβούλιο της ΠΣΟ, όπου θα χαράξει τη στρατηγική του για τα επόμενα πέντε χρόνια, για την δίκαιη υπόθεση των εργαζόμενων. Στη σύνοδο θα εκφραστεί επίσης, η αλληλεγγύη στους λαούς της περιοχής, ιδιαίτερα της Βενεζουέλας και της Βραζιλίας.
Από αυτή μας την επίσκεψη στην Κούβα, δεν θα μπορούσε να λείψει ένας εγκάρδιος φόρος τιμής στο Comandante en Jefe Φιντέλ Κάστρο, ενός επαναστάτη που έγραψε ιστορία με το έργο του υπέρ των ταπεινών.

Χρειάζεται να σκεφτώ πολύ ακόμα τα όσα είπε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ πάνω στο πρόβλημα της παρακμής. Όμως, από την πρώτη εντύπωση που έχω, νομίζω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω απόλυτα μαζί του. Από τον καιρό που βρίσκεται στην Πράγα, είναι η πρώτη φορά που δεν συμμερίζομαι την άποψή του. Πιστεύω πως δεν μπορούμε να πούμε πως στη σύγχρονη τέχνη δεν υπάρχει παρακμή. Θα ήθελα την εικόνα της εξέλιξης –που τόσο όμορφα μας παρουσίασε ο σύντροφος Φίσερ- να τη συμπληρώσω λέγοντας τούτο: η εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας από τη βιομηχανική επανάσταση ως σήμερα, σήμαινε παράλληλα και μια διαρκή απομάκρυνση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων από ηγετικές θέσεις. Στην αρχή ήταν οι αριστοκράτες, μετά στην πορεία της ιστορίας, διάφορα αστικά στρώματα. Άρχισε να εκδηλώνεται στην εποχή του ρομαντισμού, όταν ένα μεγάλο μέρος της αριστοκρατίας δημιουργεί μια μεγάλη λογοτεχνική σχολή και παρουσιάζει τα πρώτα συμπτώματα παρακμής. Φτάνει να αναφέρουμε τον Σατωμπριάν, τον Νόβαλ ή ακόμα και μια τέτοια φυσιογνωμία όπως είναι ο Χάινριχ Φον Κλάιστ. Σε συνέχεια, κατά τον 19ο αιώνα, βλέπουμε λόγου χάρη μικροαστικά στρώματα με υψηλή κουλτούρα, να είναι φοβερά απογοητευμένα από το γεγονός πως από όλες τις μεγάλες ελπίδες που στήριξαν την αστική επανάσταση ως το 1848 δεν βγήκε τίποτα άλλο παρά η βρωμερή χρηματιστική-καπιταλιστική κοινωνία. Η αντίδραση των καλλιτεχνικών αυτών στρωμάτων είναι μια έντονη αηδία γι’ αυτή την κοινωνία και στην τέχνη παρουσιάζονται έντονα συμπτώματα παρακμής. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους είναι ο Σαρλ Μπωντλαίρ. Στην εποχή του περάσματος από το στάδιο του ιμπεριαλισμού, παρατηρούμε ένα πολύ οξύ αγώνα μέσα στους κόλπους του ίδιου του αστικού κόσμου. Στον οικονομικό τομέα παραμερίστηκε το παλιό στρώμα των φιλελευθέρων καπιταλιστών και τη θέση του την πήρε ένας νέος τύπος καπιταλιστών, οι ιμπεριαλιστές. Αυτή την αλλαγή τη βλέπουμε ίσως πιο καλά εκφρασμένη στους Μπουντενμπρούκ του Τόμας Μαν, όπου η οικογένεια των Μπουντενμπρούκ, που έφθασε στο απόγειο της φιλελεύθερης εποχής της, παρακμάζει και παραμερίζεται από τους αδίστακτους Χάγκενστομ. Στον ιμπεριαλισμό επικρατεί η μεγάλη αστική τάξη, το ολιγαρχικό και χρηματιστικό κεφάλαιο, ενώ ένα μεγάλο μέρος μικροαστών παραμερίζεται από τις πρώτες γραμμές της εξέλιξης. Δεν θέλω αυτή την εξέλιξη να τη μεταφέρω μηχανιστικά στις σφαίρες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά είμαι υποχρεωμένος να παρατηρήσω πως αυτή η εξελικτική πορεία είχε σαν αποτέλεσμα να παρουσιαστούν και στην τέχνη πολύ έντονα στοιχεία παρακμής. Θα μπορούσα εδώ να αναφέρω μια ολόκληρη σειρά από εξαιρετικούς καλλιτέχνες της αστικής πτώσης, αρκούμαι όμως να αναφέρω μόνο έναν, τον μεγαλοφυή Φραντς Κάφκα.

Μιλώ για στοιχεία της παρακμής. Θα ήταν σωστό να εξηγήσω τι εννοώ με αυτό. Θα συμπύκνωνα τη σκέψη μου κάπως έτσι: Η καταφανής πτώση της ζωτικής ενέργειας, αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από την πρακτική δραστηριότητα, του περιορισμού στην παρατήρηση και της εκλεπτυσμένης αισθητικής. Κάμψη της θέλησης για ζωή, απαισιοδοξία. Δίνω λοιπόν στον όρο παρακμή αυτό το περιεχόμενο, έχοντας υπόψη μου πως θα μπορούσε να έχει και άλλο περιεχόμενο. Στους μεγάλους καλλιτέχνες των τελευταίων εκατό πενήντα χρόνων, που εκδηλώνουν παρόμοια στοιχεία παρακμής, το πιο βασικό είναι πως ακριβώς μέσα σ’ αυτή τους την τοποθέτηση της απάρνησης και του πεσσιμισμού, εμβάθυναν καλλιτεχνικά περισσότερο στα μυστικά της ζωής και του κόσμου και ανακάλυψαν καινούριες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης του δικού τους κόσμου. Γι’ αυτό, η εποχή του ρομαντισμού, η εποχή του Μπωντλαίρ, ή εποχή του Κάφκα, είναι ιδιαίτερα πλούσιες από την πλευρά της ανακάλυψης νέων τεχνικών μέσων καλλιτεχνικών δημιουργίας. Έτσι παρατηρούμε την αντίνομη διαλεκτική ενότητα των στοιχείων της παρακμής με τις νέες ανακαλύψεις στις μεθόδους της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτές τις ανακαλύψεις τις αποδέχεται ύστερα κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, και η πιο προοδευτική στις κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις. Αυτό, όμως, σημαίνει πως πρέπει να ξεχωρίζουμε τα στοιχεία της παρακμής στη φιλοσοφία της ζωής και κριτικά να ερευνάμε και να αξιολογούμε, πολύ να αξιολογούμε, τη νέα τεχνική της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που εμπεριέχεται μέσα σ’ αυτή την παρακμασμένη και απαισιόδοξη αντιμετώπιση της ζωής και του κόσμου. Ακριβώς μέσα σ’ αυτά τα νέα καλλιτεχνικά βήματα εκδηλώνεται αυτό που είπε ο σύντροφος Φίσερ, ότι δηλαδή κάθε αληθινά μεγάλη τέχνη σε όλη την εποχή του καπιταλισμού, πάντα σημαίνει και για μας προσφορά και δεν μπορούμε με μια μονοκοντυλιά να την απορρίπτουμε.

Φοβάμαι ότι μιλώ πολλή ώρα, γι’ αυτό και δεν θέλω να συνεχίσω. Θα ήθελα μόνο να αναφερθώ πολύ σύντομα σε αυτό το σημείο στο οποίο ο Ζαν Πωλ Σαρτρ στάθηκε ιδιαίτερα, δηλαδή στο μεγάλο ρόλο που παίζει ο μηχανιστικός διαχωρισμός των καλλιτεχνών και του έργου τους σε αισιόδοξους και απαισιόδοξους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η λογοτεχνία για την οποία σύντομα μίλησα είναι γενικά αρνητική γιατί είναι απαισιόδοξη, γιατί διαδίδει τον πεσσιμισμό. Αν εμείς, έτσι προβάλλοντας την επιχειρηματολογία τους, προχωρούμε για τους σοσιαλιστικούς και κομμουνιστικούς στόχους της κοινωνίας μας, δεν χρειαζόμαστε τον πεσσιμισμό, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να απορρίψουμε με μια μονοκονδυλιά αυτή τη λογοτεχνία. Με βάση όσα σύντομα μπόρεσα να αναφέρω, θεωρώ αυτή την αντιμετώπιση μηχανιστική, δογματική και είμαι της γνώμης πως είναι πια καιρός να την ξεπεράσουμε.

Για το πόσο δυνατά συγκρούονται τούτες οι αντιθέσεις, θα ήθελα να φέρω ένα υποβλητικό παράδειγμα. Η διεθνής έκθεση του Παρισιού στα 1889 είναι περίπου η διαχωριστική περίοδος της εποχής που ο Λένιν σημείωσε σαν την αρχή του ιμπεριαλισμού. Εδώ από τη μια μεριά έχουμε τον Πύργο του Άιφελ, το μέγαρο των εκπληκτικών μηχανικών κατασκευών, του απέραντου ορίζοντα των νέων παραγωγικών δυνάμεων. Και ξέρουμε όλοι μας καλά, τι μαγεία, τι ώθηση σήμαιναν όλα αυτά για την τέχνη και πόσο την βοήθησαν να αναπτυχθεί. Από την άλλη μεριά, όμως, την ίδια εποχή έχουμε την υπόθεση της διώρυγας του Παναμά, την αποτελμάτωση των παραγωγικών σχέσεων που κι αυτό επηρέασε την τέχνη και τη λογοτεχνία. Όποιος βλέπει καθαρά αυτή τη διαλεκτική, αυτή την πάλη των αντιθέσεων στην ανάπτυξη της τέχνης και της λογοτεχνίας, φτάνει στο συμπέρασμα πως ποτέ δεν υπήρξε εποχή απόλυτης παρακμής και ούτε ήταν δυνατό να υπάρξει… Στις εποχές όπου κυριαρχούσαν τα ρεύματα της παρακμής, γεννιόταν πάντα και ένα αμυντικό κίνημα που στο τέλος νικούσε. Γιατί ο μεγάλος λογοτέχνης και ο μεγάλος καλλιτέχνης δημιουργεί το έργο του μέσα από ολόκληρη την πραγματικότητα όπου το μέλλον έχει μεγαλύτερη επίδραση από το παρελθόν.

Πιστεύω πως σαν διαλεκτικοί άνθρωποι θα πρέπει να ξεπεράσουμε τη μηχανιστική αντίληψη στην κριτική μας. Επίσης, πιστεύω πως και για το πρόβλημα της παρακμής θα πρέπει να ενδιαφερθούμε σα διαλεκτικοί. Συχνά μπερδεύουμε συγγραφείς σαν τον ντ’ Ανούτσιο, που ήταν αισχροί απολογητές αισχρών συνθηκών, με συγγραφείς σαν τον Μπέκετ. Ο Μπέκετ είναι ένας μοραλιστής που δεν είναι καθόλου ενθουσιασμένος με τις συνθήκες που περιγράφει, δεν εκφράζει την παρακμή, όπως ο ντ’ Ανούτσιο, αντίθετα εκφράζει την αηδία και την απελπισία. Μέσα στην απόλυτη άρνηση του Μπέκετ είναι συσσωρευμένη η εκρηκτικότητα, η τρομερή ανησυχία, που μπορούν να μεταβληθούν σε αντίσταση και δράση.

Αν ο Μπέκετ στο έργο του «Το τέλος του παιχνιδιού» πρόβαλε έστω και έναν θετικό ανταγωνιστή, θα έχανε σε δύναμη και όλα θα χάνανε τη διορατικότητά τους. Είναι παράδοξο γιατί ο Μπέκετ εικονίζει τον αστικό κόσμο, σαν ένα χωρίς ελπίδα και ετοιμοθάνατο κόσμο, σαν κάτι που έσβησε πια, ακριβώς όπως το κάνουν και οι σεκταριστές –δογματικοί κομμουνιστές. Και είναι ακριβώς αυτοί που τον πολεμούν σαν εκπρόσωπο της παρακμής. Μα τόσο απόλυτη και ταυτόχρονα ψυχρή άρνηση δεν παρουσιάστηκε ούτε στην αρχαιότητα. Και είναι αυτό ακριβώς που προκαλεί την άρνηση. Σε αντίθεση με τις παθητικές μορφές του έργου, το κοινό στέκεται σαν ενεργητική δύναμη που καλείται να αποφασίσει. Θα μπορούσαμε να αποφασίσουμε οπορτουνιστικά: «Μα αφού στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο φρικτά τα πράγματα…» Με μια, όμως, τέτοια απάντηση δεν μπορεί να κάνει κανείς τίποτα. Όμως, το κοινό μπορεί, συγκλονισμένο, να βάλει το ερώτημα: «Μα πραγματικά έχουμε τέτοια φρικτή κατάσταση; Μήπως μπορούμε να ανατρέψουμε το τέλος αυτού “του έργου”, αυτή την καταστροφή;» Πιστεύω πως το νόημα της μαρξιστικής κριτικής βρίσκεται ακριβώς στο να βοηθήσει να φτάσουμε σε μια τέτοια θέση. Με το να πούμε στη νεολαία ότι από τον Τζόυς ως τον Μπέκετ, δεν υπάρχει παρά μια απόλυτη παρακμή, εγκαταλείπουμε τη νεολαία των καπιταλιστικών χρόνων τελείως άοπλη, να καταπίνει το δηλητήριο χωρίς να έχει αντιφάρμακο. Πρέπει να της εξηγήσουμε, όχι μόνο ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον ντ’ Ανούτσιο και τον Μπέκετ, ανάμεσα στο λάτρη του αστικού κόσμου και τον απόλυτο αρνητή του, αλλά και πρέπει να βρούμε το θάρρος να της πούμε: «Το να απεικονίζουν οι συγγραφείς την παρακμή και να την καταδικάζουν ηθικά, αυτό δεν είναι παρακμή». Δεν θα πρέπει να αφήσουμε τον αστικό κόσμο να πάρει ούτε τον Προυστ, ούτε τον Τζόυς, ούτε τον Μπέκετ και ακόμα περισσότερο τον Κάφκα. Αν το επιτρέψουμε αυτό, τότε πραγματικά αυτοί οι συγγραφείς μπορούν να επενεργήσουν εναντίον μας. Αν δεν το επιτρέψουμε, τότε δεν θα βοηθήσουν τον αστικό κόσμο, αλλά εμάς. Εγκαταλείψαμε τον Κάφκα –αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα του καθήκοντος- και μάλιστα για μεγάλο διάστημα και με αναξιοπρεπή τρόπο, στον αστικό κόσμο. Όταν τελικά τον ανακαλύψαμε, έγινε ένα μέσο διαπαιδαγώγησης και ένας από τους καλύτερους βοηθούς μας.

No automatic alt text available.

Λογοτέχνης την Πρωτομαγιά

 

Κι αυτήν τη Πρωτομαγιά οι στίχοι μου

πολυβόλα να γαζώνουν

στο σάπιο οικοδόμημα πέτρα να μην μείνει

παιδιά-θεριά να ξαναφυτρώσει η γή

το σκότος να τσακίσουν

το δέντρο και πάλι στην πλατεία

ν’απλώσει τα κλαριά του

και να συναχτούν στον ίσκιο του

οι νέοι Οδηγητές!

 

Χρήστος Δημούλας

29-4-2017

Αποτέλεσμα εικόνας για Ernst fischer the necessity

Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ αναφέρθηκε στην παρακμή της αρχαιότητας. Χαίρομαι πραγματικά γι’ αυτό στις μελέτες μου έκανα μια αντιπαράθεση ανάμεσα στη σύγχρονη παρακμή και την παρακμή της αρχαιότητας. Οι διαφορές: η παρακμή της αρχαιότητας ήταν διαφορετική παρακμή γιατί απ’ αυτή δεν ξεπήδησαν νέες δυνάμεις. Κανένα στρώμα του τότε πληθυσμού δεν ενδιαφέρθηκε να τις βοηθήσει να γεννηθούν. Ήταν μια εποχή χωρίς καμιά προοπτική και ελπίδα. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κράτησε απόλυτα αρνητική στάση και δεν βρέθηκε κανείς που να μπορέσει να ανακαλύψει μια οποιαδήποτε κοινωνική λύση σ’ αυτό τον κόσμο. Οι πατέρες της εκκλησίας περιέγραψαν τον κόσμο αυτό με τα πιο μελανά χρώματα, έτσι ακριβώς όπως και οι ειδωλολάτρες συγγραφείς των τελευταίων ρωμαϊκών χρόνων. Τον περιέγραψαν σα σκοτεινή φυλακή που έχει μόνο παράθυρα τα οποία βλέπουν προς τον άλλο κόσμο. Αυτή ήταν η όψη της πραγματικής παρακμής.

Από την εποχή, όμως, της βιομηχανικής επανάστασης αναπτύχθηκαν παραγωγικές δυνάμεις που δεν σταματούν. Κατά τη γνώμη μου, έχουν βασική σημασία για την τέχνη και τη λογοτεχνία, οι αδιάκοπες αντιθέσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις οπισθοδρομικές παραγωγικές σχέσεις, αντιθέσεις που απέδειξε ο Καρλ Μαρξ. Έτσι και στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό βλέπουμε την τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και είναι αδύνατο να παραδεχτούμε πως μια τέτοια απελπιστική και χωρίς διέξοδο κατάσταση, θα μπορούσε να είναι μόνιμη. Είναι αλήθεια πως η ανθρωπότητα κινδυνεύει να καταστραφεί από την ατομική βόμβα. Όμως, υπάρχει και η δυνατότητα να αποφευχθεί αυτή η καταστροφή και οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις να αντιστραφούν και να μπουν στην υπηρεσία της ανθρωπότητας.

Ο Λένιν χαρακτήριζε τον ιμπεριαλισμό σαν τον ετοιμοθάνατο καπιταλισμό. Ο θάνατος αυτός είναι μακροχρόνια ιστορική πορεία που δεν πρέπει να σημαίνει την αναπόφευκτη παρακμή της τέχνης και της λογοτεχνίας.

Στην εποχή που αναφέρεται ο Λένιν στο έργο του για τον ιμπεριαλισμό, τέλη του περασμένου αιώνα – αρχές του 20ου, κυριαρχούσαν πραγματικά τα στοιχεία της παρακμής. Πραγματικά κυριαρχούσε ο παρασιτικός τύπος του εισοδηματία και το κράτος των εισοδηματιών. Αλλά ήδη από τότε άρχισαν να εμφανίζονται, μέσα στον αστικό κόσμο, αντίθετες δυνάμεις και αντίθετες τάσεις. Εμφανίστηκε, την εποχή εκείνη, η απόλυτη παρακμή του Χουίσμαν που στην περίοδο της δίκης του Ντρέϋφους ασπάσθηκε τον καθολικισμό, εμφανίστηκε η παρακμή του ντ’ Ανούτσιο που εξυμνούσε την δανδίστικη τεμπέλικη άρχουσα τάξη, εμφανίστηκε η παρακμή των ακαδημαϊκών ζωγράφων που απεικόνιζαν εξιδανικευμένες κοκότες. Παράλληλα, όμως, υπήρξε ο Ζολά, το άγαλμα του Μπαλζάκ από τον Ροντέν, ο Σεζάν με τον κυβισμό του που βρίσκονταν σε αντίθεση με την παρακμή της τέχνης. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να δείξουμε ανάγλυφα ότι ακόμα και σε εποχές που δυναμώνει η παρακμή, ξεπηδάνε αντίθετες δυνάμεις.

Ύστερα, συχνά ξεχνάμε πως ο Λένιν στην ανάλυσή του χαρακτήρισε τον ιμπεριαλισμό σαν ετοιμοπόλεμο καπιταλισμό. «Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε πως αυτή η τάση αποσύνθεσης, αποκλείει τη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού… Γενικά ο καπιταλισμός αναπτύσσεται γρηγορότερα από πριν…» Η αδιάκοπη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν επιτρέπει την τελμάτωση, αντίθετα επενεργεί εναντίον της. Η ανάπτυξη αυτών των νέων παραγωγικών δυνάμεων, τις τελευταίες δεκαετίες, δυνάμωσε σε πλάτος και σε ρυθμό, και έτσι παράλληλα επέδρασε και στην ανάπτυξη του καπιταλισμού. Αλλά η άμιλλα με το σοσιαλισμό ανάγκασε τον καπιταλισμό να ψάξει να βρει νέες μεθόδους. Οποιαδήποτε ακτινογραφία της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, θα έδειχνε ότι ο σοσιαλισμός αποτελεί την αόρατη διάρθρωσή της, την αναπόφευκτη αναγκαιότητά της. Αυτή η νέα πραγματικότητα δίνει και στη λογοτεχνία καινούρια ώθηση.

Δυστυχώς, πολλοί από τους φίλους μας αποδέχονται μια μηχανιστική, μη διαλεκτική θεώρηση: εφόσον έχουμε μια κοινωνία που παρακμάζει και πεθαίνει, η τέχνη και η λογοτεχνία της πρέπει να είναι και αυτή παρακμασμένη και εκφυλισμένη. Η αντίληψη, όμως, αυτή παραβλέπει τελείως τη βασική αντίθεση της εποχής μας, δηλαδή τη διαρκή αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις. Η βασικότερη και πιο αποφασιστική πόλωση γίνεται ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη. Κυρίως στην πάλη ανάμεσα στις δυο αυτές τάξεις, έστω και αν δεν είναι μόνο ανάμεσα σ’ αυτές, εκδηλώνεται η αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις. Η πάλη αυτή επηρεάζει την εμπειρία και τη συνείδηση κάθε καλού καλλιτέχνη, κάθε λογοτέχνη. Στο έργο κάθε πραγματικά σοβαρού καλλιτέχνη ή λογοτέχνη, θα επιβάλλονται πάντα οι παραγωγικές δυνάμεις στις παραγωγικές σχέσεις. Από τις παλιές αντιλήψεις ξεγεννιέται η καινούρια πραγματικότητα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Σαρτρ

Αν θελήσουμε να εφαρμόσουμε αυτή τη μέθοδο για ένα ορισμένο συγγραφέα σε δοσμένη στιγμή, καταλήγουμε στην άποψη πως ο όρος «παρακμή» παίζει κάποιο ρόλο μόνο σε πολύ σπάνιες εποχές. Το να λέει κανείς ότι οι συγγραφείς, για τους οποίους μιλάμε, είναι παρακμασμένοι γιατί ανήκουν σε μια παρακμασμένη κοινωνία, είναι σα να ζεύει τα βόδια πίσω από τα’ αλέτρι. Και τούτο γιατί όλο και πιο πολύ βλέπουμε πως ο καπιταλισμός είναι ακόμα πολύ γερός. Μπορούμε πραγματικά τούτη τη στιγμή να πούμε ότι ο καπιταλισμός σημειώνει πτώση; Δεν ξέρω. Αυτό θα’ πρεπε να το εξετάσουμε με μεγάλη προσοχή. Ο καπιταλισμός έχει ακόμη πολλή ζωή. Θα έπρεπε να έχει υποκύψει και μόνο από το γεγονός της αντίθεσης που υπάρχει ανάμεσα στην πτώση της αγοραστικής δύναμης και στην ανάπτυξη της παραγωγής. Αλλά βλέπουμε πως και σ’ αυτό προσαρμόσθηκε και συνεχίζει να ζει. Βρίσκω ότι ο καπιταλισμός είναι το ίδιο απάνθρωπος και αποκρουστικός όπως και παλαιότερα. Δεν βλέπω, όμως, γιατί να τον θεωρήσουμε σε σχέση με τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα, παρακμασμένο. Επίσης, δεν θα ήθελα να υποστηρίξω πως ο επιστημονικός μαρξισμός βρίσκεται σε πτώση, συνέπεια της σχηματοποιημένης μορφής του που επικράτησε μέσα στις σοσιαλιστικές κοινωνίες την εποχή της προσωπολατρίας. Θα προτιμούσα να πω ότι η σκέψη είχε υποστεί φθορά εκείνη την εποχή, είχε γίνει δογματική. Γιατί να μεταχειριστούμε την έκφραση «παρακμή» στην περίπτωση που τίποτα δεν την δικαιολογεί, μόνο και μόνο γιατί ο μαρξισμός σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ορισμένους ανθρώπους ή σε ορισμένες ομάδες, άλλωστε από αιτίες καθαρά πρακτικής και πολιτικής φύσης, έμεινε πίσω. Υπάρχουν άλλοι τομείς όπου αναπτύχθηκε. Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που τον ανέπτυξαν και είναι σίγουρο ότι μέρα με τη μέρα η δύναμή του μεγαλώνει. Αντίθετα, η παρακμή της ρωμαϊκής τέχνης σήμαινε την ολοκληρωτική της εξαφάνιση. Πάνω στα ερείπια της ρωμαϊκής τέχνης αναπτύχθηκε, σιγά-σιγά, η βαρβαρική τέχνη. Εδώ όμως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό και προσωπικά θα ευχόμουνα ο όρος παρακμή να εκλείψει εντελώς από τις συζητήσεις Ανατολής και Δύσης. Ας τον μεταχειριζόμαστε μόνο όταν διαπιστώνεται πραγματικά καλλιτεχνική παρακμή χωρίς δημαγωγικές φράσεις. Διαφορετικά πιστεύω ότι ο όρος αυτός δεν είναι πραγματικά μαρξιστικός και ότι δεν ωφελεί σε τίποτα τη συζήτησή μας.

Εμείς, οι αριστεροί της Δύσης, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε στο να θεωρούνται παρακμασμένοι μερικοί βασικοί συγγραφείς που μας διαμόρφωσαν και που δεν απαρνιόμαστε, όπως λόγου χάρη ο Προυστ, ο Κάφκα, ή ο Τζόυς. Αυτό θα σήμαινε την καταδίκη του παρελθόντος μας, την καταδίκη της θετικής προσφοράς στη συζήτηση. Στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Μόσχας μου είπαν πως σε μια τέτοια κοινωνία που παρακμάζει υπάρχουν διάφορα ρεύματα και πως υπάρχει και το προοδευτικό ρεύμα. Αν ένας καλλιτέχνης ανήκει στο προοδευτικό ρεύμα δεν είναι παρακμασμένος. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι. Και αυτό είναι επίσης φοβερή απλοποίηση. Γιατί αν υπάρχει στη λεγόμενη παρακμασμένη κοινωνία ένα προοδευτικό ρεύμα, αναγκαστικά θα πρέπει να επηρεάζει ένα ορισμένο αριθμό καλλιτεχνών που στην υπόλοιπη καθημερινή ζωή δεν είναι προοδευτικοί, αλλά που όμως συνειδητοποιούν τις αντιθέσεις και είναι υποχρεωμένοι να τις αντιμετωπίσουν με κάποιο τρόπο. Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά θα επιθυμούσα να διαγραφεί ο όρος παρακμή από τις συζητήσεις μας. Σας ερωτώ: Τι σκέπτεστε εσείς; Και τονίζω: είναι ένα πρόβλημα που δημιουργείται από τη συνεργασία με την Αριστερά της Δύσης. Το να αποδεχτούμε την παρακμή, σημαίνει στην ουσία πως αρνιούμαστε (στους αριστερούς της Δύσης) το δικαίωμα να συζητάνε, εφόσον δεν είναι ακραιφνείς και καθαροί μαρξιστές, ακριβώς όπως, ας πούμε, είμαι εγώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Αντίθετα, διαγράφοντας αυτόν τον όρο ή τουλάχιστον περιορίζοντάς τον σε πραγματικά επίπεδα βαθιάς έρευνας με τα καλύτερα κριτήρια, σημαίνει πως μια αριστερή κουλτούρα θα μπορεί να ορισμένες σχέσεις με μια άλλη αριστερή κουλτούρα. Στο κάτω-κάτω γιατί να το κρύψουμε: στη συζήτηση για τη συνύπαρξη υπάρχει μια ορισμένη αντίθεση. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι να στήσουμε αντιμέτωπους τους συγγραφείς της Δεξιάς με τους συγγραφείς της Αριστεράς. Αυτοί ποτέ δεν θα συναντηθούν. Το βασικό πρόβλημα είναι να δούμε αν η Αριστερά της Δύσης μπορεί ή δεν μπορεί να συνεννοηθεί με την Αριστερά, τους σοσιαλιστές της Ανατολής και αν είναι δυνατό να δημιουργήσουν ένα κοινό μέτωπο.

Το Λαϊκό Πανεπιστήμιο Αγ. Δημητρίου Α Νοτίων Προαστίων

σας προσκαλεί στη

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΦΙΛΕΙΡΗΝΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ

την Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017, ώρα 20:00, στο «Στρογγυλό», Παπάγου 23 – Αγ. Δημήτριος

(κοντά στο μετρό «ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ – ΑΑ. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ»)

 

με την απαγγελία της αντιπολεμικής ποιητικής σύνθεσης του

Τάσου Λειβαδίτη

«Οκτώ άνθρωποι βαδίζουν πάνω στη Γη»

Συμμετέχει το Μουσικό Σύνολο «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ»

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Συζητούν οι Ζ. Π. ΣΑΡΤΡ, Ε. ΦΙΣΕΡ, Ε. ΓΚΟΛΝΤΣΤΥΚΕΡ, Μ. ΚΟΥΝΤΕΡΑ, Π. ΠΟΥΙΣΜΑΝ, Α. ΧΟΦΜΑΪΣΤΕΡ, Γ. ΧΑΓΙΕΚ.

Το δεύτερο θέμα που συζήτησαν ο Ζαν Πωλ Σαρτρ και οι Τσέχοι διανοούμενοι ήταν η παρακμή. Τη συζήτησή τους για την ειρηνική συνύπαρξη και την πάλη των ιδεών δημοσιεύσαμε στο προηγούμενο τεύχος της Ε.Τ.

Ζαν Πωλ Σαρτρ

Αποτέλεσμα εικόνας για ζαν πωλ σαρτρΕυχαρίστως παίρνω το λόγο για να μιλήσω για την παρακμή. Κι αυτό γιατί χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε ακόμη μερικές ασάφειες –όχι μαζί σας- αλλά με μερικούς φίλους κομμουνιστές, ακόμα και με ορισμένους Σοβιετικούς λ.χ. συγγραφείς οι οποίοι στη συνάντηση των Ευρωπαίων συγγραφέων που έγινε στο Λένινγκραντ, επανέρχονταν πολύ συχνά στο θέμα της παρακμής της τέχνης στην καπιταλιστική κοινωνία. Θα σας πω γιατί ο όρος «παρακμή» μας δυσκολεύει πολύ στη δουλειά μας. Πρέπει να τον εξετάσουμε πολύ σοβαρά, για να μην πω πως ίσως ως ένα βαθμό πρέπει να τον ξεπεράσουμε. Είπατε, πολύ σωστά, πως η Τσεχοσλοβακία είναι μια χώρα στην οποία συναντιούνται θαυμάσιες πολιτιστικές παραδόσεις με μαρξιστική σκέψη που πρέπει να αναπτυχθούν. Αυτό μας οδηγεί στο να δούμε ποιος είναι ο ρόλος της μαρξιστικής σκέψης και πώς πρέπει να εκφραστεί. Υπάρχουν και στη Δύση, είτε σα μονάδες είτε σαν ομάδες, άνθρωποι που εκπροσωπούν αυτό που η Τσεχοσλοβακία εκπροσωπεί σα σύνολο. Αυτοί είναι οι προοδευτικοί διανοούμενοι, κομμουνιστές ή και μη κομμουνιστές. Θα ήθελα, σα σχηματικό παράδειγμα για όλους αυτούς, να αναφέρω τη δική μου περίπτωση:

Γεννήθηκα το 1905. Με ανάθρεψε ο παππούς μου, καθηγητής, και που τότε συμμεριζόταν τις ιδέες του περασμένου αιώνα. Ζούσα σ’ έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε η συμβολική λογοτεχνία και η τέχνη για την τέχνη. Αφομοίωσα όλες αυτές τις ιδέες. Ύστερα μεγαλώνοντας, γνωρίστηκα όταν σπούδαζα με τη δυτική φιλοσοφία. Σταδιακά απελευθερωνόμουν απ’ αυτή, αλλά και διατηρούσα μερικά δικά της πολιτιστικά στοιχεία. Τελικά έφτασα στο μαρξισμό, αλλά με όλα όσα είχαν συσσωρευτεί μέσα μου από πριν. Νομίζω πως η ανάγνωση του Φρόιντ, του Κάφκα ή του Τζόυς –αναφέρω τα τρία αυτά ονόματα γιατί τα ανάφεραν πολύ συχνά στο Λένινγκραντ- η ανάγνωση λέω αυτών των τριών συγγραφέων αληθινά με οδήγησε στον μαρξισμό. Δεν μιλώ για τις υπόλοιπες θετικές επιδράσεις τους. Όταν λοιπόν, στο Λένινγκραντ, διαπίστωσα πως μερικοί ανατολικοί διανοούμενοι αντιμετωπίζουν τους τρεις αυτούς ανθρώπους, χωρίς την παραμικρή στενοχώρια, σαν παρακμασμένους, μόνο και μόνο γιατί ανήκαν σε μια παρακμασμένη κοινωνία, αισθάνθηκα εκείνη την ώρα να τίθεται εκτός νόμου η ίδια μου η κουλτούρα και συνεπώς πως θα έπρεπε να ζητήσω από τους Σοβιετικούς φίλους να με συγχωρέσουν γιατί τους τρεις αυτούς ανθρώπους τους διάβασα, τους αγάπησα, τους γνώρισα. Όταν από το στόμα ορισμένων ανθρώπων ακούγεται μια τέτοια ερμηνεία του όρου παρακμή και όταν εφαρμόζεται λ.χ. στον Τζόυς, τότε γίνεται απλός φορμαλισμός από ανθρώπους που δεν διάβασαν τον Τζόυς. Σε τέτοια περίπτωση δεν πρόκειται για ουσιαστική μελέτη, αλλά για απλή τακτική. Η συμβολή αυτών που κλήθηκαν από τη Δύση σε μια τέτοια συνάντηση μένει ανεκμετάλλευτη. Αυτοί οι ίδιοι προσπάθησαν ώστε να απομονώσουν ό,τι θα μπορούσε να είναι πραγματικά αστικό σ’ αυτούς τους συγγραφείς, ό,τι δεν μπορεί να αφομοιώσει η σοσιαλιστική κοινωνία. Παράλληλα, όμως, προσπάθησαν να πάρουν και να διατηρήσουν την προσφορά τους εκείνη που είναι θετική και που ισχύει ακόμα και για όλους μας. Η εργασία αυτή θα έπρεπε να εκτιμηθεί τουλάχιστον για το λόγο ότι βοηθά στη σύγκρουση και τον αγώνα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Πιστεύω πως οι προοδευτικοί συγγραφείς της Δύσης δεν υστερούν σε τίποτα γιατί διάβασαν έναν ορισμένο αριθμό συγγραφέων, όπως τον Προυστ ή τον Κάφκα. Αντίθετα, παρά το γεγονός αυτό ή καλύτερα χάρη σ’ αυτό έγιναν προοδευτικοί άνθρωποι, μαρξιστές και ικανοί να χρησιμοποιούν τον διάλογο. Αυτό σημαίνει πως πρέπει οπωσδήποτε να αποδεχθούμε αυτούς τους συγγραφείς, αυτό σημαίνει πως ο δημιουργικός μαρξιστής δεν μπορεί να μας διδάξει διαφορετική αντιμετώπισή τους. Αυτά είναι τεκμήρια ζωντανής σύνθεσης που πηγάζει από τις αντιθέσεις και τον διάλογο. Νομίζω πως δεν πρέπει να αποκλείουμε από τις συζητήσεις ανθρώπους αυτού του είδους, αν πραγματικά θέλουμε ο μαρξιστής, όταν συζητά με αστούς αντιμαρξιστές, να έχει συμπαραστάτες τους ανθρώπους εκείνους, που ενώ έχουν αστική κουλτούρα είναι ενάντιά της. Οι Σοβιετικοί άνθρωποι είχαν τελείως διαφορετική κουλτούρα και παράδοση.

Πρώτα απ’ όλα πιστεύω πως πρέπει να απορρίψουμε a priori τον όρο «παρακμή». Βεβαίως, η παρακμή υπάρχει: υπήρξε η εποχή των τελευταίων χρόνων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου μπορούμε να μιλήσουμε για παρακμή στην τέχνη. Και τούτο για τον απλούστατο γιατί οι καλλιτέχνες έμειναν στον απλό φορμαλισμό. Λ.χ. μεγάλοι καλλιτέχνες της εποχής εκείνης δεν ήταν σε θέση να αντιγράφουν ούτε την τεχνική των προγόνων τους. Ένας απ’ αυτούς έλεγε: ξέρω πολύ καλά να φτιάχνω άλογα, ξέρω να φτιάχνω ανθρώπους, αλλά δεν ξέρω να καθίσω έναν άνθρωπο πάνω σ’ ένα άλογο. Την ίδια αυτή εποχή σβήσανε τελείως μερικές μορφές τέχνης. Το γεγονός αυτό συνδεόταν με την πραγματικότητα που έδειχνε πως η κοινωνία όλο και πιο πολύ έπαιρνε χαρακτήρα ταξικής κοινωνίας και πως παράλληλα οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσουν κάτι νέο.

Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί και να διατυπωθεί ο όρος παρακμή. Δηλαδή μόνο όταν τον βλέπουμε μέσα σε καθαρά καλλιτεχνικά πλαίσια. Στην ερώτηση: μπορεί η τέχνη να είναι παρακμασμένη, απαντώ: είναι δυνατό μόνο σε περίπτωση που εξετάζεται σε σχέση με τον καθαρό καλλιτεχνικό της χαρακτήρα. Αν θέλουμε να αποδείξουμε πως ο Τζόυς, ο Πικάσο ή ο Κάφκα είναι παρακμασμένοι, θα πρέπει να το κάνουμε με βάση, πρώτα απ’ όλα τα έργα τους. Και μόνο ύστερα απ’ αυτό –πρόκειται για μεγάλο μαρξιστικό πρόβλημα- θα μπορούσαμε να καταλάβουμε, ξεκινώντας από τις ιστορικές σχέσεις και από τις μεγάλες κοινωνικές διαρθρώσεις, γιατί δημιουργούνται τέτοια φαινόμενα.

Ονομάζομαι Βαγγέλης Ζιμετάκης. Είμαι 20 ετών και σπουδάζω Κοινωνική και Εκπαιδευτική Πολιτική στο πανεπιστήμιο της Κορίνθου. Όνειρό μου είναι να ασχοληθώ με την μουσική και το τραγούδι, θεωρώντας, ότι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να αλλάξω τον κόσμο μέσα από τον εαυτό μου. Ασχολούμαι με την μουσική τα τελευταία 12 χρόνια. Εδώ και έναν περίπου χρόνο δημοσιεύω τα τραγούδια μου στο διαδίκτυο.