Latest Entries »

Κάλεσμα για ταξίδι σε χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ φέτος το καλοκαίρι

 

Θες να γνωρίσεις από κοντά το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και τα υλικά κατάλοιπά του στις πάλαι ποτέ λαϊκές και σοσιαλιστικές δημοκρατίες;

Θες να ζήσεις διαλεκτικές αντιφάσεις όπου το παλιό πασχίζει να αναγεννηθεί και να ανακτήσει τα δικαιώματά του και το νέο δεν έχει ακόμα γεννηθεί, ούτε και πεθάνει ακριβώς, αφού όλα το θυμίζουν;

Θες να τραβήξεις την κουρτίνα και να δεις τι κρύβεται πίσω από το παραπέτασμα που στήνουν τα ΜΜΕ και οι αστοί δημοσιολόγοι γι’αυτές τις χώρες;

Σύντροφοι και συντρόφισες, μιας και ταξιδεύω στο εξωτερικό, σκέφτηκα φέτος το καλοκαίρι να κάνω ένα κάλεσμα μέσα από την Κατιούσα για εκδρομή σε χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Με τον τρόπο αυτό θα εμπλουτιστούν οι παραθεριστικές αναμνήσεις που κάποιοι συλλέξαμε τα προηγούμενα χρόνια ταξιδεύοντας σε χώρες όπου είχε δοκιμαστεί παλιότερα η έφοδος στον ουρανό (Ρωσία, Κίνα, Βουλγαρία, Τσεχία, Αλβανία, Βιετνάμ και άλλες), γνωρίζοντας τα μνημεία, τα θέρετρα και τα μουσεία του σοσιαλιστικού παρελθόντος του μέλλοντός μας. Πρόθεσή μου είναι και  φέτος να υπάρξει ιστορικό περιεχόμενο στην εκδρομή, όπως και ένα όσο το δυνατόν πιο προσιτό κόστος.  Για να καταστρωθεί όμως το πλάνο θα πρέπει να γνωρίζω διαθεσιμότητες. Γι’ αυτό αν ενδιαφέρεσαι μπορείς να στείλεις στο mauro_flight@yahoo.gr έτσι ώστε να ξεκινήσουν σύντομα οι ζυμώσεις και να δρομολογηθούν τα πράγματα με κεντρικό σχεδιασμό.

πηγή http://www.katiousa.gr/koinonia/taksidevontas/etoimazo-taksidi/

 

 

 

Advertisements

Ενημερώστε για τίποτα

ΚΚ ΒΟΗΜΙΑΣ – ΜΟΡΑΒΙΑΣ
Στηρίζει την κυβέρνηση Μπάμπις

ΠΡΑΓΑ.–

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βοημίας – Μοραβίας αποφάσισε να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση του Αντρέι Μπάμπις, με το κόμμα του οποίου υπεγράφη σχετική συμφωνία. Η μειοψηφική δικομματική κυβέρνηση του νεοφιλελεύθερου κόμματος του δισεκατομμυριούχου Μπάμπις, «ANO», και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος – που διορίστηκε στα τέλη Ιούνη, ενώ οι εκλογές είχαν γίνει τον Οκτώβρη – δεν θα κατάφερνε κατά τη χτεσινή ψηφοφορία να εξασφαλίσει την ψήφο εμπιστοσύνης, χωρίς τη στήριξη του ΚΚ.

Σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο «Russia Today», ο Μπάμπις κέρδισε την υποστήριξη του ΚΚ, συμφωνώντας με το αίτημά του να φορολογήσει την αποζημίωση που λαμβάνουν οι εκκλησίες για περιουσίες που είχαν κατασχεθεί επί σοσιαλισμού.

Η ΚΕ του ΚΚ Βοημίας – Μοραβίας είχε αποφάσισε κατά πλειοψηφία το Σάββατο 30 Ιούνη «οι βουλευτές του κόμματος να στηρίξουν ενεργά τη μειοψηφική κυβέρνηση», όπως είχε δηλώσει ο επικεφαλής του κόμματος Βόιτσεκ Φίλιπ. Η στάση της ηγεσίας έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην κομματική βάση και στη Νεολαία, που αντιτίθενται στη στήριξη αστικής κυβέρνησης.

πηγή https://www.rizospastis.gr/story.do?id=9920560

Προσπεράστε το κακό εξώφυλλο

 

παρουσίαση: Λευτέρης Καραμήτρου

Μια νουβέλα του Γιώργου Τσαντίκου που εκτυλίσσεται
στα Γιάννενα με μια νέο-νουάρ ατμόσφαιρα, σε μια στιγμή
της μακράς αυτής περιόδου κρίσης που βιώνουμε.

Θα περίμενε κανείς ότι ένα αφήγημα με τέτοιο τίτλο θα αφορούσε κάποιο ταξίδι στην πρόσφατη περιπέτεια του 20ού αιώνα· στα μισά της «εφόδου στους ουρανούς» ή στην απότομη πτώση από αυτούς. Θα μπορούσε να περιγράφει κάποιο road trip σε πόλεις-φαντάσματα μιας σοβιετικής στέπας, όπου κάποτε ανθούσαν –με τους όποιους όρους– οι παραγωγικές δυνάμεις. Στην πραγματικότητα, η καινούρια νουβέλα του Γιώργου Τσαντίκου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα, δεν αφορά τίποτα από τα παραπάνω. Αντιθέτως, η υποτιθέμενη «σοβιετική στάση λεωφορείου» τοποθετείται στην Ελλάδα της κρίσης, σε μια στιγμή της μακράς αυτής περιόδου που βιώνουμε, η οποία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ας πούμε, ούτε είναι σαφές ποιο κόμμα κυβερνάει ούτε μας ενδιαφέρει, καθώς αφενός πρόκειται περί μυθιστορήματος πολιτικής φαντασίας, αφετέρου κυβερνάει οπωσδήποτε η αστική τάξη, το οποίο μας είναι αρκετό. Ειδικότερα, η (καταιγιστική) δράση εκτυλίσσεται στη μικρή κοινωνία του συγγραφέα: τα Γιάννενα. Αυτό το δεδομένο κάνει αμέσως το τοπίο εξωτικό και ελκυστικό. Όταν ακούμε «Γιάννενα», σκεφτόμαστε κλασικούς τουριστικούς προορισμούς, όπως τη Λίμνη και το Νησί του Αλή Πασά. Οπωσδήποτε σκεφτόμαστε –με ανάμικτα συναισθήματα– και τα βατραχοπόδαρα. Τι θα μπορούσε, συνεπώς, να συμβεί σε ένα τέτοιο μέρος, τόσο ήρεμο και τόσο μακρινό από το κέντρο της Αθήνας, που να περιλαμβάνει τόση δράση πολιτικού και κοινωνικού προσανατολισμού;

Το αφήγημα, πρώτα και κύρια, δεν εμφορείται από καμία διάθεση τοπιογραφίας. Ο Γιώργος Τσαντίκος αποφεύγει τα παραπάνω κλισέ, εστιάζοντας –ως κύρια πεδία δράσης– στο πανεπιστήμιο, ένα τοπικό τηλεοπτικό κανάλι και το περίφημο καφέ «Πορτραίτο». Μέσα σε αυτά κινούνται οι ήρωές του, άνθρωποι της καθημερινότητας, σίγουρα μακριά από τα πρότυπα του αστικού ή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ο κεντρικός ήρωας, ιδιοκτήτης κυλικείου του πανεπιστημίου, δραστήριος αριστερός στα φοιτητικά του, είναι πάντα ευαίσθητος και φοβισμένος στην πραγματικότητα· ποτέ ετοιμόλογος, θύμα του πανικού του, αδυνατεί να σηκώσει σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση και να φλερτάρει με ιδιαίτερη επιτυχία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένας τυπικός μικροαστός, που δεν περιμένει τίποτα· σύντομα όμως θα του ’ρθει από εκεί που δεν το περιμένει και θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα. Εκεί θα τον παρασύρει μια δημοσιογράφος του τοπικού «Τιβιπλάς 2» (ενώ, μάλιστα, δεν υπάρχει «Τιβιπλάς 1»), στην προσπάθειά της να αποκαλύψει μια μεγάλη υπόθεση απάτης, που θα συγκλονίσει την τοπική κοινωνία και θα τη βγάλει από την αφάνεια. Μια απάτη, στην οποία εμπλέκεται μια ΜΚΟ (αλίμονο!) ιδιοκτησίας ενός παλιού συμμαθητή του ήρωά μας και ενός τοπικού δημοτικού συμβούλου, την οποία στελεχώνουν φαινομενικά αθώοι χίπστερ. Ο ήρωάς μας θα εμπλακεί μοιραία σε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό, στο οποίο θα βρει αρωγούς τους υπαλλήλους του –έναν μπαφάκια και μια εντεχνού– και μια μυστική ομάδα που κινείται παράλληλα και εδρεύει στον πάνω όροφο ενός όμορφου καφέ, του θρυλικού πια «Πορτραίτου».

Ο Γιώργος Τσαντίκος, σε αυτό το τοπίο, φιλοτεχνεί μια μετα-νουάρ ατμόσφαιρα, τόσο κωμική και γκροτέσκα, που κατατάσσει επάξια το αφήγημα στην κατηγορία του ευθυμογραφήματος. Οπωσδήποτε θα αρέσει σε όσους αρέσουν τα comic ή τα cartoon. Η «βιοποικιλότητα» των προσώπων, επίσης, είναι τόσο μεγάλη και η πλοκή τόσο αλλόκοτη, που ενίοτε μας θυμίζει το «Έμφυτο Ελάττωμα» του Τόμας Πίντσον. Μόνο που οι ναρκομανείς δίνουν εδώ τη θέση τους στους πρόσφυγες, ενώ οι ακτές του Λος Άντζελες αντικαθίστανται από τις όχθες της Παμβώτιδας. Όλοι έχουν μια θέση σε αυτό τον καταιγισμό εικόνας: αιώνιοι φοιτητές, Ιταλοί ερασμίτες, μικρά αφεντικά, μυστηριώδεις σερβιτόροι, μαστούρηδες στη μέση της εθνικής οδού, πρόσφυγες από τα βάθη της Μέσης Ανατολής, μέλη της τοπικής –αυτοοργανωμένης– ομάδας μπάσκετ, παλιοί κουκουέδες και αριστεριστές, «προσωπικότητες» της τοπικής αυτοδιοίκησης και του επιχειρηματικού κόσμου, χίπστερ και φασίστες επιδοτούμενοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά. Όλοι αυτοί μπερδεύονται σε ένα κρεσέντο που περιλαμβάνει από ανατινάξεις κυλικείων, «φύτεμα» ναρκωτικών και σύγχρονο δουλεμπόριο έως γενικευμένα επεισόδια, σπασμένες βιτρίνες και… δολοφονίες από μπάτσους και φασίστες. Εδώ, το μόνο παραπάνω που αξίζει να μαρτυρήσουμε είναι ότι η αφήγηση ενώνει δύο τελείες της πρόσφατης ιστορίας μας: τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, βαραίνοντας την ατμόσφαιρα και πυκνώνοντας τη δράση.

Εντέλει, η νουβέλα του Γιώργου Τσαντίκου, γραμμένη σε μια γλώσσα παρορμητική, καυστική και σύγχρονη, είναι μια περιπέτεια, όπως αυτή που ζήσαμε πρόσφατα και όπως αρκετές ακόμα που πρόκειται να ζήσουμε ως κοινωνία. Είναι μια διακωμώδηση ενός τραγικού παρόντος, που κλείνει με ένα μειδίαμα και ένα «χαρισματικό λέιαπ» μπροστά σε ένα μέλλον που –απ’ ό,τι φαίνεται– διαρκεί πολύ.

 

πηγή http://prin.gr/?p=21494

Απάντηση στον Τόμας Μαν

Ο μεγάλος γερμανός συγγραφέας Τόμας Μαν, στου οποίου το πρόσωπο ενσαρκώνεται ο αστικός ανθρωπισμός που έχει ξεσηκωθεί ενάντια στη φασιστική βαρβαρότητα, βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια στις τάξεις των αγωνιστών που υπερασπίζονται την αλήθεια, την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ενάντια στον «ολοκληρωτισμό» της καταστροφής. Κατά την προσωπική εξέλιξη αυτής της προσωπικότητας με κύρος, η οποία έχει ανέλθει από το επίπεδο της «απολίτικης» μη συμμετοχής στα κοινά σε εκείνο της συνείδησης του ότι είναι στην πολιτική όπου τίθεται «στην αποφασιστική και ζωτικά επικίνδυνη ολότητά του, το ζήτημα του ανθρώπου», πιστεύουμε ότι αντανακλάται η γενική εξέλιξη μεγάλου τμήματος της αστικής διανόησης. Ο Τόμας Μαν, που βρίσκεται σήμερα εμιγκρές, συνεχίζει να βρίσκεται ενωμένος, όπως πριν, με τέλειους και ισχυρούς δεσμούς, με τους γερμανούς διανοούμενους που ζουν εκτιθέμενοι στο άγριο μίσος, τη βαρβαρότητα και την απάνθρωπη κακία του γερμανικού φασισμού. Και υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι αυτοί οι διανοούμενοι αντιτάσσουν στους φασίστες διαφθορείς της Γερμανίας όχι μόνο μια αποστροφή κάθε φορά όλο και μεγαλύτερη, αλλά επίσης και μια αρχή αντιφασιστικής μαχητικότητας. Εμείς, οι κομμουνιστές, θεωρούμε σημαντικό καθήκον της εργατικής τάξης την παροχή κάθε δυνατής βοήθειας σε αυτούς τους διανοούμενους που αποστρέφονται το φασισμό και που, μερικώς, είναι ήδη αντιφασίστες, χωρίς να χάνουμε από την οπτική μας ότι ο ανθρωπισμός που κινητοποιεί αυτούς τους ανθρώπους είναι ένας αστικός ανθρωπισμός, δηλαδή, ένας ανθρωπισμός στον οποίον οι αστικές παραδόσεις συνυπάρχουν με τα αστικά στερεότυπα. Ωστόσο, υπάρχει κάτι ουσιαστικό που μας ενώνει, και όχι μόνο σε επίπεδο τακτικής, αλλά επίσης και σε επίπεδο αρχών: είναι το ότι ασπαζόμαστε την ελευθερία και τον ορθό λόγο, την ακλόνητη ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα έμβιο ον, αποτελούμενο από «αίμα, φυλή και ένστικτο», αλλά ένα ον που διακρίνεται από το ζωικό κόσμο χάρη στην ανθρώπινη συνείδηση, η οποία είναι η ανώτατη πηγή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας: είναι η προσπάθεια και η φιλοδοξία να οργανώσουμε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις πάνω στη βάση του ορθού λόγου και της ελευθερίας, της ειρήνης και τους πολιτισμού, του σεβασμού στους άλλους ανθρώπους και τους άλλους λαούς. Μας ενώνει το ότι βλέπουμε στο πρόσωπο του φασισμού τον θανάσιμο εχθρό όλων αυτών των αντιλήψεων και προσπαθειών, το θανάσιμο εχθρό της ανθρωπότητας. Αυτό που μας χωρίζει είναι, πριν από όλα, η απάντηση στο ερώτημα του πώς μπορεί να εγκαθιδρυθεί και από ποια χαρακτηριστικά πρέπει να διέπεται ένα κοινωνικό καθεστώς το οποίο να εγγυάται πραγματικά την ελευθερία, τον πολιτισμό και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και απαλλάσσει την ανθρωπότητα από τη βύθιση στη βαρβαρότητα.

Για να δημιουργήσουμε μια ειλικρινή αγωνιστική ενότητα ενάντια στο φασισμό, είναι απαραίτητο να αναδεικνύουμε επίσης ειλικρινά, ξεκάθαρα και με εγκαρδιότητα, ό,τι μας χωρίζει. Το κοινό του αντιφασιστικού αγώνα των κομμουνιστών, των επαναστατών εργατών, με όλες τις δυνάμεις που επιδιώκουν έντιμα να υπερασπίσουν την ελευθερία και την ειρήνη, την κουλτούρα και τον πολιτισμό ενάντια στη φασιστική βαρβαρότητα, δεν πρέπει να ξεπέφτει στο επίπεδο μιας «μανούβρας τακτικής», δεν πρέπει να εκφυλίζεται σε μια πρόθεση ωμής «εκμετάλλευσης» των μεν από τους δε. Όλες αυτές οι προθέσεις οδηγούν απαραίτητα στο να κρύβουμε για αρκετό χρονικό διάστημα, εσφαλμένα, τις βαθιές διαφορές άποψης, μέχρι που μια ωραία πρωία αυτές εκρήγνυνται. Γίνεται λόγος για «γνώση» , όταν αυτή δεν υπάρχει ακόμα, και οι διαφορές κριτηρίων εκδηλώνονται με μια έκρηξη οργής την πλέον ακατάλληλη στιγμή.

Θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε σε ένα περιστατικό στο οποίο βρέθηκε πρωταγωνιστής, παρά τη θέλησή του, ο Τόμας Μαν, για να τοποθετηθούμε ανοιχτά πάνω σε αυτό το ζήτημα. Σε μια συνδιάσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες, της οποίας η σύγκληση γνωστοποιήθηκε εδώ και αρκετό καιρό, ο Τόμας Μαν χαρακτήρισε το μπολσεβικισμό με έναν τρόπο εντελώς εσφαλμένο και εξαιρετικά αντίθετο με την πραγματικότητα. Διάφορα στοιχεία, των οποίων η αποστολή συνίσταται στο να σπέρνουν σύγχυση και διχόνοια ανάμεσα στη γερμανική εμιγκράτσια και συνολικά στο αντιφασιστικό μέτωπο, επωφελήθηκαν άμεσα από αυτές τις παρατηρήσεις ώστε να εξαπολύσουν μια λυσσαλέα καμπάνια ενάντια στους κομμουνιστές και τη Σοβιετική Ένωση. Αντί να αφήσει στην άκρη αυτά τα στοιχεία με επιπλέον περιφρόνηση, προβαίνοντας σε νηφάλια ανάλυση των εσφαλμένων και, ως εκ τούτου, επιβλαβών, αντιλήψεων του Τόμας Μαν, το πρακτορείο «RUNA» (σ.parapoda: του ΚΚ Γερμανίας) επέτρεψε σε έναν από τους συνεργάτες τους να επιτεθούν στον Τόμας Μαν και να τον καταστήσουν αντικείμενο υποψίας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, με τις παρατηρήσεις του, αυτός ο συγγραφέας, αντικειμενικά έπαιξε το παιχνίδι των εχθρών της ΕΣΣΔ, όμως αυτό δεν δικαιολογεί επουδενί το να αντιμετωπίζεται ως «αντιδραστικός αμαθής» και «πουλημένος» στο βορειοαμερικάνικο κεφάλαιο. Tα παραπάνω έπρεπε και πρέπει να οδηγούν στη θεμελιακή διαπίστωση ότι εμείς δεν εξαρτούμε το σεβασμό που αξίζει ο συγγραφέας και ο ανθρωπιστής Τόμας Μαν από το γεγονός ότι πραγματεύεται ορθά ή εσφαλμένα τον κομμουνισμό, όμως θα αναμέναμε από αυτόν και από κάθε τίμιο αντιφασίστα μια πιο βαθιά μελέτη του μπολσεβικισμού και της Σοβιετικής Ένωσης, μια κρίση πιο συνειδητή και όχι μια προκατάληψη διατυπωμένη βιαστικά και στο πόδι.

Η στάση που κανείς υιοθετεί έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, έναντι του χαρακτήρα της, των επιτευγμάτων και των προβλημάτων της, δεν είναι, σήμερα, μια καθαρά ατομική υπόθεση, αλλά ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα του αγώνα ενάντια στο φασισμό. Ο Τόμας Μαν, σε μια πολεμική γεμάτη ηθικό πάθος και πολιτική σαφήνεια, αποκάλεσε συνθηκολόγους τους ανθρώπους και τις δυνάμεις της αντιδραστικής αστικής τάξης που στο Μόναχο πρόδωσαν την ελευθερία και την ειρήνη των λαών, πιστεύοντας ότι θα ωθούσαν και θα εξόπλιζαν με αυτό το γερμανικό φασισμό για μια «σταυροφορία» ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Τα λόγια του έχουν μια διαχρονική αξία:

«Η ιστορία της προδοσίας που διέπραξε η ευρωπαϊκή δημοκρατία ενάντια στην Τσεχοσλοβακική Δημοκρατία, η ιστορία της παράδοσης στο φασισμό αυτού του κράτους που ήταν συνδεδεμένο με τη δημοκρατία και που την εμπιστευόταν, για να σώσει το φασισμό, για να το διασφαλίσει με μόνιμο τρόπο και για να τον υπηρετήσει ως μισθοφόρος ενάντια στη Ρωσία και το σοσιαλισμό – αυτή η ιστορία, αποτελεί μια από τις πιο βρώμικες κωμωδίες που έχουν ποτέ υπάρξει» (Τόμας Μαν, «Achtung, Ευρώπη!»).

Πώς είναι δυνατό να θέλει ο Τόμας Μαν αυτά τα τόσο ισχυρά, λόγω της αλήθειας που περιέχουν, λόγια, να συνάδουν με ένα άλλο απόσπασμα από την τοποθέτησή του στην ίδια συνδιάσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο οποίο χαρακτηρίζει το γερμανικό φασισμό ως «μπολσεβικισμό ειδικού τύπου» και προσθέτει:

«Είναι εχθρικά αδέρφια, από τα οποία ο μικρότερος μαθαίνει από το μεγαλύτερο, από το ρώσο, σχεδόν τα πάντα, εκτός από την ηθική, γιατί ο σοσιαλισμός είναι ηθικά λάθος, ψευδής και περιφρονητικός για τον άνθρωπο…»..

Εδώ, προκύπτει μια αντίφαση τόσο πιο εκπληκτική, ακριβώς επειδή ο Τόμας Μαν βλέπει ως το καθοριστικό κριτήριο κάθε πολιτικής το ηθικό της περιεχόμενο, ακριβώς επειδή είναι ο ίδιος ακριβώς που κατακρίνει το φασισμό ως την πιο βαθιά παρακμή, που αποδίδει στο φασισμό ότι «δεν αναγνωρίζει, γενικά, τη διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα», ακριβώς επειδή είναι αυτός που χαράσσει με το καυτό σίδερο το γερμανικό φασισμό τη στάμπα της “πλήρους σύγχυσης ανάμεσα στην πολιτική και τη σαπίλα”. Ως εκ τούτου, αν, όπως αναγνωρίζει ο Τόμας Μαν, ο μπολσεβικισμός διακρίνεται θεμελιωδώς από το φασισμό όσον αφορά την ηθική και αν, όπως ισχυρίζεται στην ίδια συνδιάσκεψη, “ο ηθικός χαρακτήρας του εντελώς πραγματικού σοσιαλισμού επιβεβαιώνεται επίσης στην περίπτωση της Ρωσίας, την οποία πρέπει να αναγνωρίσουμε ως δύναμη ειρήνης», τότε, πώς μπορεί, την ίδια στιγμή, να χαρακτηρίζει το φασισμό ως “μπολσεβικισμό ειδικού τύπου”, ως “εκφυλισμένο σοσιαλισμό”, ως “μια ηθικά κατώτερη μορφή του μπολσεβικισμού, αποσυνδεδεμένη με κάθε ιδέα ανθρωπιστική”; Παρότι ο Τόμας Μαν απορρίπτει τον ιστορικό υλισμό, σίγουρα δεν αρνείται ότι οι ηθικές ιδιότητες μιας κοινωνίας βρίσκονται σε σύνδεση με το κοινωνικό της σύστημα, ότι δεν είναι τυχαίο το ότι στη Σοβιετική Ένωση επιβεβαιώνεται “ο ηθικός χαρακτήρας του εντελώς πραγματικού σοσιαλισμού”, ότι δεν είναι τυχαίο το ότι η Σοβιετική Ένωση είναι μια δύναμη ειρήνης που παλεύει για την ειρήνη από τότε που υπάρχει. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το ότι οι μπολσεβίκοι λένε πάντοτε στις μάζες την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι αυτή, το ότι τίποτα δεν αποστρέφονται περισσότερο από όσο το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τα έργα, ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, το ότι, για αυτούς, η προπαγάνδα είναι συνώνυμο της διαπαιδαγώγισης. Ο Τόμας Μαν έχει επανειλημμένα αναθεματίσει την αρχή της φασιστικής προπαγάνδας ως την πλέον απόλυτη αντίθεση της αρχής της διαπαιδαγώγισης. Ε, αν διαβάσει την ομιλία του Στάλιν και τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής των μπολσεβίκων, την “Ιστορία του ΚΚ(μπ.) της ΕΣΣΔ” και οποιοδήποτε έργο προπαγάνδας του μαρξισμού-λενινισμού, θα δει ότι ο πυρήνας του είναι η διαπαιδαγώγιση, η ασταμάτητη, υπομονετική διαπαιδαγώγιση των λαϊκών μαζών. Ο Τόμας Μαν έχει επανειλημμένα υποδείξει ότι οι φασίστες θεωρούν την κουλτούρα, το πνεύμα, την τέχνη, την ιδέα, ως “ιδεαλιστικό ηθικό κατάλοιπο του 19ου αιώνα”. Ε, δεν χρειάζεται παρά να προσέξει κανείς την αγάπη με την οποία οι μπολσεβίκοι περιβάλλουν και υπερασπίζονται την πολιτιστική κληρονομιά, τη φροντίδα με την οποία συγκεντρώνουν και συνεχίζουν όλες τις παραδόσεις του ανθρωπισμού, το σεβασμό και τη βοήθεια που χαίρουν η τέχνη και ο πολιτισμός στη Σοβιετική Ένωση. Ο ανθρωπισμός που ανθίζει στην ΕΣΣΔ δεν είναι αναιμικός και ασθενικός, αλλά ένας ανθρωπισμός μαχητικός, “στρατευμένος”, ένας ανθρωπισμός στον οποίο μπορούν να εφαρμοστούν τα λόγια του Τόμας Μαν:

Αυτό που ζητάμε είναι ένας ανθρωπισμός της θέλησης και της μαχητικής αποφασιστικότητας στην υπηρεσία της διατήρησής μας. Η ελευθερία πρέπει να ανακαλύψει την μαχητικότητά της, πρέπει να μάθει να σηκώνεται από την καρέκλα και να αμύνεται έναντι των θανάσιμων εχθρών της, πρέπει να μάθει, τέλος, μετά από τόσες πικρές εμπειρίες, ότι με αυτό τον πασιφισμό με τον οποίο διακηρύττει ότι επιθυμεί πάση θυσία την ειρήνη, αυτό που κάνει μόνο είναι να προκαλεί τον πόλεμο αντί να τον αποφεύγει”.

Αν ο Τόμας Μαν υπογραμμίζει την αναγκαιότητα “να παλέψουμε στο πλευρό εκείνων που θέλουν να δώσουν στη γη ένα νόημα, ένα ανθρώπινο νόημα”, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζει ότι οι μπολσεβίκοι συγκεντρώνουν όλη τους τη δύναμη στο να δώσουν στη γη, στη ζωή, αυτό το νόημα, ότι τα πεντάχρονα Πλάνα εκπροσωπούν τη συστηματική ανύψωση του βιοτικού και πολιτιστικού επιπέδου, το μετασχηματισμό της εργασίας σε “ένα ζήτημα τιμής, κύρους και ηρωισμού”, τη διαπαιδαγώγιση ολόκληρης της κοινωνίας για μια θαρραλέα, ορθολογική και αλύγιστη αισιοδοξία.

Είναι μήπως όλα αυτά, απλά, έργο της τύχης; Και είναι τυχαίο, από την άλλη, το γεγονός ότι οι γερμανοί φασίστες καταπατούν την αλήθεια, αρνούνται το πνεύμα, καταστρέφουν τον πολιτισμό, την ειρήνη, περιφρονούν, κακομεταχειρίζονται και κατατεμαχίζουν τους ανθρώπους; Όχι. Δεν είναι τυχαίο ούτε το ένα, ούτε το άλλο, και κάθε αντιφασίστας πρέπει να διεισδύει μέχρι το βάθος των φαινομένων και να βρίσκει τις ρίζες των δύο συστημάτων. Και αυτές οι ρίζες συνίστανται στο ότι οι μπολσεβίκοι εξαλείπτουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ενώ οι φασίστες φτάνουν στο ακραίο όριό της αυτή την εκμετάλλευση. Είναι βέβαιο ότι ο φασισμός έχει αποπειραθεί να μιμηθεί κάποιες εξωτερικές μορφές, ότι κάνει λόγο για “τετράρχονα πλάνα”, ότι επιδιώκει να περνιέται για ένα σύστημα “σοσιαλισμού”, ότι υιοθετεί “επαναστατικές” δράσεις κλπ. Όμως, το ότι ένας ανθρωποφάγος καταβροχθίζει τα θύματά του με μαχαίρι και πηρούνι δεν είναι λόγος για να ισχυρίζεται κανείς ότι έχει μάθει από τον “αδερφό” του, τον πολιτισμέννο άνθρωπο, “σχεδόν τα πάντα, εκτός από την ηθική”.

Για χάρη της αλήθειας και του αντιφασιστικού αγώνα, θεωρούμε απαραίτητο το ότι, μπροστά σε ένα πρόβλημα σημασίας τόσο αποφασιστικής, όσο αυτό της στάσης που υιοθετείται έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, οι αστοί αντιφασίστες δεν πρέπει να αφήνονται να εξαπατώνται από την εμφάνιση ή τις προκαταλήψεις. Εμείς δεν επιδιώκουμε να επιβάλλουμε σε κανέναν αστό αντιφασίστα την ιδεολογία μας. Όμως, θέλουμε και έχουμε δικαίωμα να απαιτούμε να μην πληροφορούνται για αυτή από δεύτερο χέρι, να έχουν συνείδηση της αποφασιστικής σημασίας της Σοβιετικής Ένωσης στον αγώνα για την ελευθερία, για την ειρήνη, για τον πολιτισμό και για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και, ως εκ τούτου, για το τι σημαίνει η στάση τους έναντι της ΕΣΣΔ.

Ο σύντροφός μας Δημητρόφ, μια αγαπητή προσωπικότητα όχι μόνο ανάμεσα στους εργάτες, αλλά και στους αστούς αντιφασίστες όλων των χωρών, ισχυρίστηκε σε ένα σημαντικό του άρθρο για την 20ή επέτειο της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης:

Η στάση που υιοθετείται έναντι της ΕΣΣΔ αποτελεί, εκ των πραγμάτων, την ιστορική τομή ανάμεσα στις δυνάμεις του φασισμού, του πολέμου και του καπιταλισμού, από τη μια, και τις δυνάμεις της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, από την άλλη. Εδώ δεν γίνεται λόγος για μια στάση καθαρά τυπική έναντι της Σοβιετικής Εξουσίας και του σοσιαλισμού, αλλά για τη στάση που υιοθετείται, συγκεκριμένα, έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, που φτάνει πια τα 20 χρόνια πραγματικής και αποτελεσματικής ύπαρξης, με τον ασταμάτητο αγώνα της ενάντια στους φασίστες, με τη δικτατορία της εργατικής τάξης που έχει, με το σταλινικό Σύνταγμά της, με τον καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος των Λένιν και Στάλιν” (Γκ. Δημητρόφ, Προβλήματα του Ενιαίου Μετώπου και του Λαϊκού Μετώπου, ισπ.έκδ., σ.200).

Πιστεύουμε ότι οι αντιφασίστες όπως ο Τόμας Μαν δεν θα μπορούν να μην αναγνωρίσουν, μετά από μια σοβαρή εξέταση, την ιστορική αλήθεια που υπάρχει σε αυτά τα λόγια.

Μας φαίνεται ότι δεν είναι πολύ να ζητάμε και να αναμένουμε από αντιφασίστες όπως ο Τόμας Μαν και όλους όσους πρόσκεινται πνευματικά σε αυτόν, να αρχίσουν να εντρυφούν στα βασικά προβλήματα του λενινισμού, να γνωρίσουν τις ομιλίες και τα έργα του Στάλιν και την “Ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος (μπ.) της ΕΣΣΔ” και ότι, έπειτα, θα αναρωτηθούν σοβαρά, αν, όταν πίστευαν ότι διατυπώνουν μια κρίση, στην πραγματικότητα, διατύπωναν απλώς μια προκατάληψη. Και με το να προτείνουμε κάτι τέτοιο, δεν το κάνουμε για να “αλλαξοπιστήσουμε” τους αστούς αντιφασίστες, αλλά με το να εντρυφήσουν πραγματικά σε αυτό που είναι και σημαίνει η Σοβιετική Ένωση, θα ενισχυθούν οι ίδιοι και η κοινή μας υπόθεση.

Δημοσιεύτηκε στην “Κομμουνιστική Διεθνή”, μηνιαίο περιοδικό, όργανο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ν.8, Αύγουστος 1939, ισπανόφωνη έκδοση, σ.σ.17-21.

πηγή: https://parapoda.wordpress.com/

Στην Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης (16 Ιούλη 2011) «Για την Πολιτική Αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη», αναφερόταν μεταξύ άλλων:

«Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αποφασίζει την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Παράλληλα, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση της κομματικής του ιδιότητας.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας, που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Στη λαϊκή συνείδηση ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν».

Στο διάστημα που πέρασε από την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 2011, η όλη διαδικασία για τη συγγραφή του Α’ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας, ιδιαίτερα της περιόδου 1939 – 1949, έδωσαν τη δυνατότητα μεγαλύτερης εμβάθυνσης στη δράση και την κατάσταση του ΚΚΕ στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μελετήθηκαν παραπέρα η λειτουργία του Κόμματος και η σχέση του με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.

Τεκμηριώνεται το συμπέρασμα ότι η συλλογική λειτουργία των καθοδηγητικών οργάνων (ΠΓ και ΚΕ) ήταν ανεπαρκής, με ανάλογη επίδραση σε όλη τη δομή του ΚΚΕ. Αυτή η ανεπάρκεια εκφράστηκε ακόμα περισσότερο στο διάστημα της απελευθέρωσης και το Δεκέμβρη του 1944, έως την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, περίοδο κατά την οποία παραγκωνίστηκε ταυτόχρονα το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ.

Η υποβάθμιση της συλλογικής λειτουργίας του ΠΓ και της ΚΕ συνεχίστηκε και μετά από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ενώ εκφράστηκε χαρακτηριστικά και στον τρόπο αντιμετώπισης του Άρη Βελουχιώτη από το ΠΓ. Δίχως να δικαιώνεται η απειθαρχία του, συνάγεται ότι η διαρρηγμένη συλλογική λειτουργία όχι μόνο δεν προσέφερε στον Αρη, καθώς και σε χιλιάδες άλλα κομματικά μέλη, πεδίο για μια ουσιαστική συζήτηση, αλλά και τροφοδοτούσε εξ αντικειμένου φυγόκεντρες κινήσεις, που βεβαίως είχαν πολιτική βάση. Προκάλεσε τη μαζική αντίδραση των μελών του Κόμματος και ΕΛΑΣιτών στη Συμφωνία της Βάρκιζας, που γρήγορα ανατράπηκε από τη ζωή.

Τα παραπάνω ενισχύουν το σκεπτικό ότι η μη κομματική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη δεν εναρμονίζεται με την πολιτική του αποκατάσταση που έγινε το 2011.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ αποφασίζει να αποκατασταθεί ολόπλευρα ο Αρης Βελουχιώτης.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη εκτιμά ότι το ΚΚΕ διαθέτει την απαραίτητη ωριμότητα να κρίνει τα ιστορικά γεγονότα αντικειμενικά και εξάγοντας συμπεράσματα, ένα από τα οποία είναι η ανάγκη τήρησης των αρχών της συλλογικότητας, της σταθερής προσήλωσης στις αρχές λειτουργίας του.

 

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=9907033

Το Δελτίο Τύπου:

Η ιδέα της μελέτης ξεκίνησε από ένα ανέκδοτο -στη Δύση- κείμενο του 1951. Συγγραφέας ήταν ο Ρόντνεϋ Χίλτον, μέλος της περίφημης ομάδας των μαρξιστών ιστορικών της Βρετανίας, ο οποίος είχε στείλει το άρθρο, υπό τη μορφή επιστολής σε κάποιο ιστορικό περιοδικό της Μόσχας, με σκοπό να δείξει την πορεία της επιστημονικής και συνάμα πολιτικής δράσης της νεοσύστατης ομάδας. Η Αγλαΐα Κάσδαγλη παρουσιάζει το «Γράμμα» ως ένα αθησαύριστο τεκμήριο που ρίχνει φως στο πνεύμα και στο φρόνημα της κομμουνιστικής διανόησης στην Αγγλία κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία. Το συνοδεύει με συστηματικό υπομνηματισμό που αποσκοπεί σε μια τεκμηριωμένη παρουσίαση προσώπων και καταστάσεων. Επιπλέον, με τη χρήση παραθεμάτων από άλλα κείμενα του Χίλτον της ίδιας περιόδου, η ιδεολογία και η πρακτική της Ομάδας εντάσσονται σε ευρύτερο πλαίσιο. Στο επίμετρο, που αφορά την επίσκεψη του Χίλτον και μιας ομάδας Άγγλων επιστημόνων στη Μόσχα (1953), συνοψίζεται μία ομιλία στον ιστορικό τομέα της Ακαδημίας Επιστημών, ενώ στο παράρτημα μεταφράζονται οι ανταποκρίσεις στον σοβιετικό τύπο σχετικά με την αποστολή αυτή.

Ο κ. Βουρνάς ρωτάει αν η ποίηση της ήττας εκπροσωπεί το πολιτικό και ιδεολογικό ισοδύναμο των ημερών μας. Ξέροντας πόσο δύσκολη είναι πάντα (που δεν είναι άλλωστε απαραίτητα πάντοτε να υπάρχει), περιορίστηκα μόνο να τονίσω τη γνησιότητα της ποίησης της ήττας. Ο κ. Βουρνάς, που θέτει το ερώτημα, δεν μας δίνει καμιά απάντηση. Υπάρχει σήμερα μια ποίηση, που ανταποκρίνεται στο ανθρώπινο συμβάν και ποια είναι αυτή; Χωρίς να ταυτίζω την ποίηση με τη φιλοσοφία, όπως με παρουσιάζει να κάνω ο κ. Βουρνάς, αλλά πιστεύοντας ότι η ποίηση επιζητεί να φτάσει κι αυτή στην ουσία της ανθρώπινης αλήθειας, θεωρώ την ποίηση της ήττας σαν ένα στάδιο ανάπτυξης προς αυτή την κατεύθυνση, μια βαθμίδα στην προσπάθεια της ποίησης να συλλάβει το ανθρώπινο γεγονός καθολικότερα. Οι ποιητές της ήττας δεν ζητούν πίσω τα χρόνια τους. Ζητούν την αλήθεια για όσα συνέβησαν στον άνθρωπο κατά το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν. Χωρίς αυτή τη γνώση αισθάνονται μετέωροι μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια.
Πιστεύω ότι η ποίηση της ήττας δεν είναι ήττα της ποίησης, και πιστεύω ότι ο τρόπος που ερευνώ τα ποιητικά φαινόμενα δεν αποτελεί «ήττα της κριτικής», όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο κ. Βουρνάς με τον πομπώδη τίτλο της μελέτης του. Πιστεύω ακόμη ότι η έρευνα της σημερινής μας ποίησης δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε δυο τρεις ποιητές, έτσι που κάθε συζήτηση για ποίηση να μοιάζει ότι αναφέρεται και αντανακλά μόνο στο έργο του Βρεττάκου, του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, και μέσα σ’ αυτό να δίνεται η απάντηση. Η σημερινή μας ποιητική πραγματικότητα αφήνει εν πολλοίς πίσω τους ποιητές αυτούς και δημιουργεί τις προϋποθέσεις της ανόδου της σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, όπου η ποίηση θα μπορεί να συνειδητοποιεί την αλήθεια των φαινομένων και να την εκφράζει την ίδια τη στιγμή της γέννησής τους. Θα είναι πολύ λυπηρό να παρανοηθεί ό,τι γράφεται και ό,τι θα γραφτεί πάνω στον τομέα αυτόν, από κριτικούς και ποιητές. Λυπηρό, όσο και το γεγονός ότι δυστυχώς στους πνευματικούς μας κύκλους ορισμένη ορολογία, ορισμένες λέξεις και ονόματα εξακολουθούν ακόμη να προκαλούν αδικαιολόγητες αντιδράσεις

 

Στο άλλο τμήμα της ποιητικής πραγματικότητας ο κ. Βουρνάς τοποθετεί «πολλούς καλόπιστους δημιουργούς, που ζουν αυτή τη στιγμή σε πλήρη διάσταση με την κοινωνία και την ιδεολογία τους, σε αντίθεση με τους παραπάνω τρεις ποιητές που «η ιδεολογία τους δεν τους εγκαταλείπει ούτε στιγμή». Εδώ το πρόβλημα για τον κ. Βουρνά εμφανίζεται με τη μορφή κρίσης περιεχομένου. Η εξήγηση που επιχειρεί να δώσει σ’ αυτή την κρίση, παραμένει πολύ μυστηριώδης. Αυτοί «οι καλόπιστοι δημιουργοί», βρίσκονται, λέει ο κ. Βουρνάς, σε διάσταση με την ιδεολογία τους για λόγους «ποικίλους και ευεξήγητους». Αλλά ποια είναι αυτή η ιδεολογία τους και ποιοι οι ποικίλοι και ευεξήγητοι λόγοι; Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία του προβλήματος, αλλά ο κ. Βουρνάς το παρακάμπτει τελείως. Εγώ μίλησα για μια συγκεκριμένη ιδεολογία, την αντιστασιακή, και για την κρίση της μέσα στα πλαίσια της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας, που τείνει στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συνείδησης. Αλλά, μέσα από την επιχειρηματολογία του κ. Βουρνά βγαίνει φυσικά και ένα άλλο ερώτημα, που μένει αναπάντητο. Γιατί τάχα οι παραπάνω δημιουργοί να μην έχουν κι αυτοί ανάγκη από «ποιητική εκτόνωση» και να μη λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση με τους άλλους, οπότε το πρόβλημα λύνεται και γι’ αυτούς αυτόματα;
Σχετικά με την αντιστασιακή ιδεολογία και την αντιστασιακή ποίηση δεν θα ασχοληθώ ξανά εδώ. Επιμένω σε όσα έχω υποστηρίξει μέχρι σήμερα στις μελέτες μου. Θέλω μόνο να τονίσω τη διαφωνία μου με τον κ. Βουρνά αναφορικά με την άποψή του, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση «κόπηκε βίαια» και δεν έφτασε στη φυσιολογική της έκβαση. Η γνώμη μου αντίθετα είναι, ότι η αντιστασιακή μας ποίηση ήταν αυτή η ίδια που μετασχηματίστηκε, ύστερα από «μακριά και βίαιη φίμωση», στη σημερινή «ποίηση μνήμης». Δυο εγγενείς ιδιομορφίες της αντιστασιακής μας ποίησης απέκλεισαν αυτή τη διαδικασία. Η μια ιδιομορφία είναι η απ’ αρχής σύνδεσή της με την παράδοση της δημοτικής μας ποίησης, σύνδεση που της προσέδωσε μια σαφήνεια και ρηματική καθαρότητα.
Έτσι, ή ήταν αντιστασιακή και «αφίμωτη» η ποίησή μας ή δεν ήταν αντιστασιακή. Η άλλη ιδιομορφία της είναι ότι στάθηκε κάπως μακριά από τους εκφραστικούς νεωτερισμούς, που είχαν ήδη κατακτηθεί στην προπολεμική μας ποίηση, με αποτέλεσμα να μη λειτουργήσει σχεδόν ποτέ σε μας σαν ποίηση συμβόλων (όπως αντίθετα έγινε π.χ. στη Γαλλία, όπου συνδέθηκε με τον σουρεαλισμό). Και χωρίς σύμβολα, μια ποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ποίηση μνήμης. Δεν βλέπω λοιπόν το λόγο, να λειτουργεί σήμερα η αντιστασιακή ποίηση σαν ποίηση μνήμης και να μην έχει λειτουργήσει σαν τέτοια σε χρόνια πιο έντονης καταπίεσης και μεγαλύτερου φόβου. Η ποίηση της ήττας είναι για μένα νέα ποιητική πραγματικότητα, που ήρθε σαν κρίση και σαν αναίρεση της αντιστασιακής ποίησης και όχι σαν συνέχειά της.

 

http://www.katiousa.gr/katiousa/enas-chronos-katiousa-parti-stis-15-iouniou/