Latest Entries »

Απαντά η Έρη Ρίτσου

Είδα στην Καθημερινή το άρθρο που επισυνάπτω.

http://www.kathimerini.gr/1010407/opinion/epikairothta/politikh/aristerh-dianohsh-kai-politikh-or8oths?fbclid=IwAR3PFWHDtyjVWi_qpzLcXYVinFGYly_nnqz29R0NxnWI5JGE_d7Dnv-HlyY

Λοιπόν για να τελειώνει αυτή η ιστορία της τεράστιας ψευτιάς που λέγεται εδώ και χρόνια και που παρ’ όλες τις διαψεύσεις επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.
Ο Ρίτσος ουδέποτε έγραψε ποίημα για να υμνήσει τα σοβιετικά τανκς που «χόρευαν» στην Πράγα και ουδέποτε αναφέρθηκε σε αυτά.
Το όλο θέμα ξεκίνησε από μια προσωπική συζήτηση που είχε γίνει παρόντος του δημοσιογράφου κ. Γιώργου Λιάνη. Ο Ρίτσος είχε γυρίσει από τη Μόσχα όπου είχε παρακολουθήσει την παρέλαση της Πρωτομαγιάς και αυτήν περιέγραφε λέγοντας πόσο τον είχε εντυπωσιάσει «η χαρά του κόσμου που περνούσε, κρατώντας λουλούδια, οι μανάδες με τα μωρά αγκαλιά, οι γέροι με τα παράσημα στο στήθος, παντού χαμόγελα, λουλούδια και μπαλόνια. Μια τεράστια γιορτή. Και ήταν τέτοια η ατμόσφαιρα της χαράς που ακόμα και στην στρατιωτική παρέλαση είχες την εντύπωση πως και τα τανκς χόρευαν.»
Αυτή την περιγραφή σε μια καθαρά προσωπική κουβέντα, την πήρε ο κ Λιάνης και την επόμενη μέρα την έκανε ρεπορτάζ γράφοντας πως τα «τανκς χορεύουν» και έτσι ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία που στη συνέχεια έγινε «τα σοβιετικά τανκς που μπήκαν στην Πράγα χορεύουν» και στη συνέχεια έγινε «Ο Ρίτσος έγραψε ποίημα για τα σοβιετικά τανκς που μπήκαν στην Πράγα χορεύοντας».
Βεβαίως ο κ. Λιάνης τα διέψευσε όλα αυτά και έγραψε το τί πραγματικά είχε ειπωθεί και πως, αλλά φυσικά κανείς δεν έδωσε σημασία στη διάψευση, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις.
Ο ίδιος ο Ρίτσος, άνθρωπος εξαιρετικά αξιοπρεπής και περήφανος, δεν θέλησε ποτέ να απαντήσει σε όσα γελοία γράφτηκαν σχετικά με το θέμα και από «επώνυμους αριστερούς» της εποχής, θεωρώντας υποτιμητικό για κείνον να απαντήσει σε ένα ψεύδος και να «δικαιολογηθεί» για κάτι που ποτέ δεν είπε ή έκανε.

Advertisements

Ιάσονας Χανδρινός: Η οργάνωση X στην Κατοχή και τον Εμφύλιο (1941-1949) (III)

Η έκταση της συνεργασίας με τις κατοχικές αρχές είναι προφανώς η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή στην ιστορία της οργάνωσης. Από την άνοιξη του 1943, η Αθήνα γνωρίζει την κορύφωση της δράσης του ΕΑΜ μέσω μιας έντονης συνδικαλιστικής δραστηριότητας, των μαζικών συγκεντρώσεων και των παλλαϊκών συλλαλητηρίων και παράλληλα την, κλιμακούμενης βιαιότητας, αντίδραση της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων, στο πλευρό των κατακτητών. Προβλέποντας πως ο πόλεμος κατά της Αντίστασης θα κρινόταν μέσα στην ίδια την πρωτεύουσα, οι δοσίλογες κυβερνήσεις είχαν ήδη ενισχύει με κάθε τρόπο τα σώματα ασφαλείας και κυρίως την Χωροφυλακή. Εκείνος όμως που ανήγαγε την αναβάθμιση των σωμάτων ασφαλείας σε ύψιστη προτεραιότητα της τιτάνιας εκστρατείας όλων των «εθνικοφρόνων» Ελλήνων κατά του «μπολσεβικισμού» ήταν φυσικά ο τρίτος κατοχικός πρωθυπουργός, Ιωάννης Ράλλης. Λίγο μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας, ο Ράλλης σμίλευσε ένα συμπαγές θεσμικό πλαίσιο που προσδιόριζε με σαφήνεια το ρόλο και τις αρμοδιότητες αστυνομικών και χωροφυλάκων θεμελιώνοντας, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα ένοπλης καταστολής των διαδηλώσεων. Επιπλέον, ένα αυστηρό πλαίσιο νομικών διατάξεων φρόντιζε να εξαλείψει από το σώμα κρούσματα «λιποψυχίας, απροθυμίας ή παθητικής στάσεως κατά των επίβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και Ασφάλειαν».

Ταυτόχρονα, ο εμπνευστής των Ταγμάτων Ευζώνων και συναυτουργός των μεγαλύτερων εγκλημάτων της Βέρμαχτ και των από τον Απρίλιο του 1943 μέχρι την Απελευθέρωση, ενεργοποίησε ξανά τον σχετικά αδρανοποιημένο μηχανισμό της Διεύθυνσης Ειδικής Ασφάλειας. Αυτό το οργανικό τμήμα της Χωροφυλακής που είχε συσταθεί από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1929 ως «Διεύθυνσις Ειδικής Ασφαλείας Αθηνών» με σκοπό τη δίωξη του κομμουνισμού, απέκτησε διευρυμένες αρμοδιότητες επί Μεταξά και αναδείχθηκε στο ισχυρότερο όπλο κατά των «κομμουνιστικών οργανώσεων» του ΕΑΜ, με σαφές ιεραρχικό προβάδισμα απέναντι στις άλλες διωκτικές αρχές. Το καλοκαίρι του 1943 ανακλήθηκαν στην υπηρεσία έφεδροι αξιωματικοί της Χωροφυλακής για να καταστήσουν το σώμα μαχητικότερο. Διοικητής της Ειδικής Ασφάλειας ορίστηκε ο απότακτος συνταγματάρχης Αλέξανδρος Λάμπου, με υπαρχηγό τον συνταγματάρχη Αναστάσιο Πάτερη. Πολλοί άλλοι έφεδροι αξιωματικοί επιλέχθηκαν να επανέλθουν στην υπηρεσία με μόνο κριτήριο να «δώσουν εις στην Ασφάλειαν νέον ρυθμόν συνεργασίας με τον καταχτητήν», η υπηρεσία αποκόπηκε από την Ανώτατη Διοίκηση Χωροφυλακής για να συντονίζει καλύτερα τη δράση της με τη Διεύθυνση Ασφαλείας του παντοδύναμου Υπουργείου Εσωτερικών, οργανώθηκε Δικαστικό Τμήμα και συγκροτήθηκε το «ειδικό» IV Γραφείο (καταδίωξη κομμουνιστών). Από τον Οκτώβριο του 1943 η Διεύθυνση ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη δίωξη του κομμουνισμού «δια λόγους ενιαίας κατενθύνσεως και συντονισμού» αλλά κυρίως επειδή διέθετε «το απαιτούμενο δίκτυο πληροφοριών».

Με «φρέσκα» στελέχη και πολυετή πείρα, η Ειδική συνέβαλε αποφασιστικά στην καταπολέμηση του Αθηναϊκού ΕΑΜ, όχι μόνο στον τομέα των πληροφοριών αλλά και με τη συμμετοχή της σε ελέγχους ταυτοτήτων, μπλόκα και ένοπλες συμπλοκέςμε τις ομάδες κρούσης των εαμοκρατούμενών συνοικιών (ΕΛΑΣ ΟΠΛΑ) από την άνοιξη του ’44 και εντεύθεν. Οι επιδόσεις της ήταν ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα μιας προκλητικής ασυλίας που απολάμβανε. Περιπτώσεις εκτελέσεων χωρίς καταδικαστική απόφαση ήταν συνήθεις και απόλυτα ανεκτές, το ίδιο και οι αθρόες απονομές βαθμών και οι συνεχείς προβιβασμοί (σε μικρό χρονικό διάστημα) ανδρών και αξιωματικών οι οποίοι «προσήνεγκον εν τη διώξει του Κομμουνισμού υπηρεσίας εξαιρετικής σπουδαιότητος». Η δύναμη της Ασφάλειας μεγάλωσε και κατατμήθηκε σε μικρές ομάδες, με επικεφαλής κατά κανόνα ανθυπομοιράρχους, ανθυπασπιστές, ακόμα και υπενωμοτάρχες, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός αστικού κλεφτοπολέμου. Αυτή η αποκεντρωτική οργανωτική διάρθρωση συνδυάστηκε με την χαλάρωση των κριτηρίων ένταξης στο σώμα. Στην προσπάθειά της να «ανοίξει» το μηχανισμό της και να εδραιωθεί σε διάφορες συνοικίες, η Ειδική Ασφάλεια -όπως άλλωστε και τα Τάγματα Ευζώνων- άντλησε πρόθυμους εθελοντές από δύο βασικές στρατολογικές δεξαμενές. Η πρώτη ήταν ο υπόκοσμος των φτωχογειτονιών της Αθήνας και του Πειραιά. Αυτό προκύπτει ακόμη και από μαρτυρίες στελεχών της τακτικής Χωροφυλακής σύμφωνα με την οποία όσοι υπηρετούσαν στην Ειδική βαρύνονταν με κοινά εγκλήματα, και ήταν «αλήτες-μπράβοι των ψευδών κυβερνήσεων [από] ό,τι στοιχείον είχεν απομείνει στην πρωτεύουσα». Δεύτερη δεξαμενή προσέφερε το πολυσυλλεκτικό αντιεαμικό στρατόπεδο της πρωτεύουσας τα φανατικότερα μέλη του οποίου δέχονταν να συνεργαστούν με την Ασφάλεια στην αντικομμουνιστική δίωξη, στο όνομα μιας υπόγειας νομιμοφροσύνης που -υποτίθεται- διαλάνθανε της προσοχής των Γερμανών. Δεν πρέπει ασφαλώς να μας διαφεύγει πως εκείνη την περίοδο, οι «εθνικές» οργανώσεις «ουδαμώς ηνόχλουν τα όργανα της τάξεως (μετά πολλών εκ των οποίων άλλωστε διετέλουν εν μυστική επαφή), ενήργουν εν απολύτω σιωπή και παρήρχοντο απαρατήρητοι από τας λαϊκάς μάζας», σε αντίθεση με το «αναρχικό» ΕΑΜ το οποίο «διεξήγον εξοντωτικόν αγώνα εναντίον των οργάνων της τάξεως και των εθνικοφρόνων στοιχείων». Υπό αυτά τα δεδομένα ταύτισης συμφερόντων, αρκετά μέλη της X άρχισαν από το φθινόπωρο του 1943 να εγγράφονται «άνευ ουδεμίας διατυπώσεως» στην Ειδική Ασφάλεια ως χωροφύλακες άνευ θητείας και να προμηθεύονται υπηρεσιακές ταυτότητες και πιστόλια. Ο μαχητικός αντικομμουνισμός των ανδρών του Γρίβα δεν περιοριζόταν σε «λευκή επιταγή» οπλοφορίας και οπλοχρησίας από τις ελληνικές κατοχικές αρχές, αλλά εκτεινόταν και σε πλήρη απορρόφηση ατόμων και ομάδων στον οργανωτικό σκελετό της Ειδικής Ασφάλειας. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αποτελεί η Ειδική Ασφάλεια του Πειραιά η οποία οργανώθηκε με πρωτοβουλία δύο δραστήριων ομαδαρχών στις συνοικίες Ταμπούρια και Μανιάτικα του Πειραιά, των Βαγγέλη Μπουγιούρη και Βασίλη Αγραφιώτη. Λίγο μετά την εθελοντική κατάταξή τους στο σώμα, με παρότρυνση του φερόμενου ως αρχηγού της «X» Πειραιά, Μαντούβαλου, έφτασαν στο βαθμό του μοιράρχου και καθοδήγησαν σε μεγάλο βαθμό τη δίωξη και την φυσική εξόντωση μελών του ΕΑΜ στις γειτονιές του Πειραιά. Ακόμα και οι υπόλοιπες «εθνικές» οργανώσεις που ως ένα βαθμό προσέβλεπαν στους «σκοτεινούς αγγέλους» του «εθνικόφρονος» χώρου, άρχισαν να δυσανασχετούν με τις αδιαφανείς σχέσεις Χιτών και μηχανισμών της δοσίλογης κυβέρνησης Ράλλη.

Χάρη στην προνομιακή σχέση με την Ειδική Ασφάλεια και τη μηδενική αντιστασιακή της δράση, η ανοχή των Γερμανών απέναντι στην X ήταν εξασφαλισμένη. Αυτό διευκόλυνε, παραδόξως κατά μία έννοια, και την προσπάθεια των μελών της να αποφεύγουν πεισματικά την κατάταξη στα Τάγματα Ευζώνων. Για μια οργάνωση που δεν παρουσίαζε το μίνιμουμ αντιστασιακής δράσης, που κανονικά προϋπέθετε η αναγνώριση από τους Βρετανούς, θα ήταν ανεπανόρθωτα αυτοκαταστροφικό να ταυτιστεί με έναν πολιτικά και στρατιωτικά «αναλώσιμο» στρατό, όπως τα Τάγματα Ασφαλείας. Παρά τη σκόπιμη μελοδραματικότητα του κειμένου, ο Γρίβας είναι αρκετά ειλικρινής όταν στα απομνημονεύματά του περιγράφει πώς τον Ιούνιο του 1944 κατάφερε να ξεφύγει από την πίσω πόρτα, όταν μια μονάδα ταγματασφαλιτών επιχείρησε να τον συλλάβει στο σπίτι του. Η συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια ήταν σαφώς προτιμότερη, καθώς προσέφερε δυνατότητες ασφαλέστερης και αποτελεσματικότερης εξόντωσης των οργανωμένων στο ΕΑΜ-ΕΑΑΣ και, το βασικότερο, ακολουθούσε υπόγειες, «εν κρυπτώ» διαδρομές που δεν εξέθεταν τα μέλη της, όπως τα τυφλά πολεμικά χτυπήματα των ταγματασφαλιτών εναντίον του άμαχου πληθυσμού της πρωτεύουσας. Παρά τον ισχυρισμό ενός Βρετανού βιογράφου του Γρίβα πως «το μέγεθος της συνεργασίας της X με τους Γερμανούς δεν έφτασε στο επίπεδο να της επιτρέπεται η οπλοφορία στο δρόμο», τα φανατικότερα μέλη της οργάνωσης είχαν εγκαταστήσει ένοπλους -μολαταύτα ακίνδυνους για τα κατοχικά στρατεύματα- θύλακες σε Θησείο, Πετράλωνα και Παγκράτι όπου διέμενε η πολυμελής οικογένεια του εμβληματικού ευέλπιδος Νίκου Παπαγεωργίου.

http://www.katiousa.gr/logotechnia/poiisi/i-prosefchi-tou-antarti-apangelia/

Να σταματήσει η παρέμβαση και η επιθετικότητα εναντίον της Βενεζουέλας!

Αλληλεγγύη στην Μπολιβαριανή Επανάσταση και στον λαό της Βενεζουέλας!

Καταδικάζουμε κατηγορηματικά την κλιμάκωση της παρέμβασης και του εκβιασμού από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, ευθυγραμμισμένη και εναρμονισμένη με την πραξικοπηματική ενέργεια «αυτοανακήρυξης» ενός προέδρου μαριονέτας, ενορχηστρωμένη και διατεταγμένη από την Διοίκηση Τραμπ, η οποία σε μια αλαζονική παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου επιδιώκει να ανατρέψει το νόμιμο Πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο, εκλεγμένο με τη λαϊκή ψήφο, και να υπονομεύσει τη συνταγματική τάξη της Βενεζουέλας.

Απορρίπτουμε την απαράδεκτη δήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απειλεί να αναγνωρίσει έναν «Πρόεδρο» που δημιουργήθηκε από τις ΗΠΑ, σε συνέχεια της υποστήριξής της στο πραξικόπημα του 2002, το μποϊκοτάζ, την τρομοκρατική δράση και τον οικονομικό, χρηματοπιστωτικό, πολιτικό και διπλωματικό αποκλεισμό και την παράνομη δήμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, που αποτελούν τη βάση των οικονομικών προβλημάτων της Βενεζουέλας και των δυσκολιών που βιώνει ο λαός της.

Καταγγέλλουμε την κλιμάκωση της επιθετικότητας εναντίον της Βενεζουέλας που διαπράττουν οι ΗΠΑ, η ΕΕ και οι κυβερνήσεις της αποκαλούμενης «Oμάδας της Λίμα», που επιτίθεται στην κυριαρχία και τα δικαιώματα της Βενεζουέλας και του λαού της και επιδιώκει να λεηλατήσει τους τεράστιους πόρους της, όπως το πετρέλαιο.

Απαιτούμε να τερματιστεί η παρέμβαση και η επιθετικότητα εναντίον της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας και να γίνει σεβαστή η κυριαρχία και η ανεξαρτησία της!

Απευθύνουμε έκκληση για αλληλεγγύη στην Μπολιβαριανή επανάσταση και στο λαό της Βενεζουέλας!

Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα
Κομμουνιστικό Κόμμα Βελγίου
Κομμουνιστικό Κόμμα Βοημίας και Μοραβίας
Βρετανικό Κομμουνιστικό Κόμμα
ΑΚΕΛ (Κύπρος)
Κομμουνιστικό Κόμμα Δανίας
Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας
Κομμουνιστικό Κόμμα των Λαών της Ισπανίας
Κομμουνιστές Καταλωνίας
Κομμουνιστικό Κόμμα Φινλανδίας
Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας
Νέο Κομμουνιστικό Κόμμα Ολλανδίας
Κόμμα Εργατών Ουγγαρίας
Κομμουνιστικό Κόμμα Ιρλανδίας
Κόμμα Εργατών Ιρλανδίας
Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα
Κόμμα Κομμουνιστικής Επανίδρυσης – Ευρωπαϊκή Αριστερά (Ιταλία)
Κομμουνιστικό Κόμμα (Ιταλία)
Κομμουνιστικό Κόμμα Λουξεμβούργου
Κομμουνιστικό Κόμμα Μάλτας
Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας
Unión del Pueblo Gallego*
Bloque Nacionalista Gallego*

1 Φλεβάρη 2019

Πηγή https://prensapcv.wordpress.com/2019/02/01/finalainjerenciayagresioncontravenezuelastopinterferenceandaggressionagainstvenezuela/#more-13134

http://www.katiousa.gr/politika/diethni/koini-anakoinosi-kommounistikon-ergatikon-kai-allon-kommaton-gia-tin-katastasi-sti-venezouela/

 

Γίνονται πράγματα

https://vkountzakis.blogspot.com/?fbclid=IwAR10Y4Pbwx_Ol9PwUfFB7nzI3DHy7O1LuJp0pR8zfx8XQNwaOS2PdHSPWYM

Καθόλου τυχαίο πως το άτυπο «στρατηγείο» της οργάνωσης ήταν και παρέμεινε μέχρι τέλους το Θησείο και συγκεκριμένα το σπίτι της Νηλέως 6, όπου και η οικία του Γρίβα. Έναν πολύ διακριτό (και ίσως τον πιο δυναμικό) πυρήνα συγκρότησαν οι νεαροί ευέλπιδες -ανθυπασπιστές και ανθυπολοχαγοί- που σπούδαζαν στο Πολυτεχνείο (χάρη σε ένα νόμο του Τσολάκογλου περί ελεύθερης εγγραφής των αξιωματικών στα πανεπιστήμια), οι πιο ακραίοι εκ των οποίων θα βρεθούν στην εμπροσθοφυλακή της αντιπαράθεσης με το ΕΑΜ. Πολύ σύντομα εγκαταστάθηκε ασύρματη επικοινωνία με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής το οποίο διψούσε για ενημέρωση σχετικά με πιθανούς στρατιωτικούς στόχους και την κινητικότητα των Γερμανών στην Ελλάδα. Την εποχή εκείνη -τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 1943- που η κατεχόμενη Ευρώπη παρακολουθούσε με αγωνία τις εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα του Πολέμου, η σύνδεση με τους Συμμάχους αποτελούσε προϋπόθεση επιβίωσης οποιασδήποτε οργάνωσης έμπαινε με αξιώσεις στον αγώνα κατά του Άξονα, ενώ η μετάδοση και αναμετάδοση στοιχείων από τη Μέση Ανατολή με κάθε τρόπο και διαθέσιμο μέσο ήταν κοινός τόπος. Η ομάδα του Γρίβα δεν παρουσίασε κάποια ξεχωριστή δράση στον συγκεκριμένο τομέα περιοριζόμενη σε απλές παρακολουθήσεις εγκαταστάσεων, αεροδρομίων και σιδηροδρομικών σταθμών και συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών με αμιγώς κατασκοπευτικά δίκτυα, πως ο «Κόδρος».

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές εκθέσεις του Γρίβα, η «X» ήταν το πρώτο αντιστασιακό σχήμα που βγήκε από το μικρόκοσμο της κατεχόμενης χώρας. Μόλις τον Απρίλιο του 1942, ο δικηγόρος Ζαφείρης Βάλβης, πολιτικός σύμβουλος της οργάνωσης ταξίδεψε στο Κάιρο για να συνδεθεί με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και προσωπικά με τον Εμμανουήλ Τσουδερό και να συζητήσει το ενδεχόμενο αποστολής οπλισμού και εξοπλισμού αντάρτικων τμημάτων. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο αυτές οι (μη ρεαλιστικές) φιλοδοξίες ήταν ειλικρινείς, το βέβαιο είναι πως ο Βάλβης επέστρεψε άπρακτος αποδίδοντας το ναυάγιο των συνομιλιών στην αρνητική στάση που του επιφύλαξε ο υπουργός εθνικής άμυνας. Παναγιώτης Κανελλόπουλος και στους βυζαντινισμούς που επικρατούσαν στους κύκλους της εξόριστης κυβέρνησης. Αν και στο κυρίαρχο κλίμα δυσπιστίας και πολυδιάσπασης που επικρατούσε στο ετερόκλητο στρατόπεδο των αγωνιζόμενων Ελλήνων, είναι μάταιο να αναζητά κανείς προσωπικές έχθρες ή συμπάθειες, η επισήμανση ήταν σωστή. Ο «εθνικιστής» Γρίβας δεν είχε ιδιαίτερα καλη φήμη στους κύκλους του Κάιρου, πράγμα που ο Βάλβης απέδωσε -εσκεμμένα και ρηχά- σε «συκοφαντίες» του ΕΑΜ το οποίο μάλιστα επηρεάζει και κομμουνίζοντες» Αιγυπτιώτες Έλληνες.

Μιλώντας με όρους ταξινόμησης, η «X» άνηκε στις «στρατιωτικές» οργανώσεις ως προς τα πρόσωπα, τη δομή και τις αντιλήψεις διεξαγωγής του αγώνα στοιχεία που επέτρεψαν την κατοπινή μετεξέλιξή της σε παραστρατιωτικό σώμα. Την πρώτη περίοδο της Κατοχής, η δράση της δεν ήταν αυτοδύναμη βασιζόταν στη συνεργασία με άλλα σχήματα. Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε πως ο κόσμος των «αστικών» οργανώσεων της περιόδου 1941-1944 αποτελεί μια χαλαρή «αντιστασιακή ομοσπονδία» της οποίας τα μέλη λειτουργούσαν με τη λογική των συγκοινωνούντων δοχείων. Γι’ αυτό το λόγο ο Γρίβας φρόντισε συνδεθεί από νωρίς με όλες τις μυστικές οργανώσεις των Αθηνών, όπως την «Εθνική Δράση» των Παναγιώτη Σιφναίου, Σπύρου Μαρκεζίνη και Χρήστου Ζαλοκώστα, την «Οργάνωση Αναγέννησις Γένους (ΟΑΓ)» του Ιωάννη Μπομποτίνου (που γνώριζε τον Γρίβα ως κάτοικος Θησείου), ενώ παρά τη δεδομένη δυσπιστία και τις προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες, στενής μορφής επικοινωνία αναπτύχθηκε με όλες τις οιονεί αντιστασιακές πρωτοβουλίες αξιοματικών, όπως η Τρίαινα, η Στρατιωτική Ιεραρχία, η PAN κ.ά. Αν και καθοδηγούμενες από «επαγγελματίες του πολέμου», καμία από αυτές τις οργανώσεις δεν οργάνωσε αντάρτικα σώματα στην ύπαιθρο τηρώντας στάση αναμονής στα γεγονότα και φροντίζοντας αφενός την υπερτίμηση του συμμαχικού παράγοντα, αφετέρου την προπαγάνδα περί «διατήρησης του κοινωνικού καθεστώτος». Αυτή η σταδιακή πολιτική αυτοσυνείδηση που ενισχυόταν από την αντιπαράθεση με το «κομμουνιστικό» ΕΑΜ οδήγησε σε «πολιτικές» σύνεργασίες που αποκτούσαν ουσιωδέστερο χαρακτήρα όσο αμεσότερη ανέκυπτε η ανάγκη συγκρότησης συμπαγούς μετώπου απέναντι στην αριστερά και τον κίνδυνο πολιτικής επικράτησής της. Τον Σεπτέμβριο του 1943, οι πιο δραστήριες «αστικές οργανώσεις συνέπηξαν μια επίσημη συμμαχία υπό την επωνυμία «Πανελληνιος Απελευθερωτικός Σύνδεσμος (ΠΑΣ)». Μαζί με την Εθνική Δράση, την Αγωνιζομένη Ελλάδα, το Εθνικό Κομιτάτο, την Οργάνωση Ελευθέρων Ελλήνων, τη Σπίθα (οργάνωση γυναικών της Λουκίας Μεταξά που αναβίωνε την ΕΟΝ), την Ιερά Φάλαγγα, την Τρίαινα και την επόμενη χρονιά την ΠΕΑΝ, το καταστατικό του ΠΑΣ συνυπέγραψε και η X. Στους στόχους αυτής της χαλαρής συμμαχίας συμπεριλαμβανόταν η «διατήρηση της τάξης» και η «δραστήρια αντιμετώπιση της αναρχίας», μια σαφής αναφορά στην αυξανόμενη επιρροή του ΕΑΜ που μεταφραζόταν ως άμεσο κίνδυνο για το «κοινωνικό καθεστώς». Θα ήταν άστοχο να μην ερμηνεύσουμε αυτή την συνθηματολογία ως σύνοψη των βασικών αξόνων της πολιτικής εκτίμησης από τη μεριά των αστικών δυνάμεων. Από το πόσο σοβαρά εκλαμβάνανοι διάφοροι εταίροι αυτού του ετερόκλητου συνασπισμού τα κελεύσματα για την «κοινωνική και εθνική απειλή» που συνιστούσε το ΕΑΜ, θα εξαρτηθεί και η απόσταση που θα τηρήσουν από τον κόσμο του δοσιλογισμού. Ακριβώς επειδή «η Δεξιά δυσκολεύεται να βρει καποια σημεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια αξιόπιστη αντικομμουνιστική προπαγάνδα, η οποία θα έπρεπε να διαφέρει σαφώς από την αξονική προπαγάνδα», οποιαδήποτε υπερβολική ερμηνεία της «προάσπισης του νόμου και της τάξης» ισοδυναμούσε με σταδιακή διολίσθηση προς τη συνεργασία με τους κατακτητές. Στο τελευταίο σημείο, η X θα διαφοροποιηθεί αισθητά από τους υπόλοιπους ακολουθώντας μέχρι τέλους μια αδιάλλακτη γραμμή ανειρήνευτου πολέμου με τους «αναρχικούς» του ΕΑΜ που οδηγεί αναπόδραστα στις παρυφές του δοσιλογισμού.

Μιλώντας συγκριτικά στη συγχρονία, οι ιδεολογικές συντεταγμένες της οργάνωσης φαίνονται αρκετά σταθερές. Θιασώτης του «πείσμονος αγώνος αντιστάσεως εις τα πόλεις και τα χωριά», σύμφωνα με δικά του λόγια, ο Γρίβας έγραψε μεταπολεμικά πως «η οργάνωσις έθεσεν ευθύς εξ’ αρχής ως αποκλειστικόν σκοπόν την δια παντός μέσου εκδίωξιν του κατακτητού από την Πατρώαν γην και ηγωνίσθη παρά το πλευρόν των Συμμάχων εναντίον των δυνάμεων του Αξονος». Αυτή η μάλλον ουδέτερη και άχρωμη εθνικοαπελευθερωτική διακήρυξη, θα κατέτασσε τη «X» ως μια οργάνωση ανάμεσα σε πολλές, αν δεν συνοδευόταν από μια σαφέστατη επισήμανση (που δεν αποτελεί προσθήκη εκ των υστέρων), πως «η νίκη των συμμάχων θα συνεπήγετο όχι μόνον την απελευθέρωσιν της Ελλάδος αλλά καί την ολοκλήρωσιν της Εθνικής μας ελευθερίας, δια της ενσωματώσεως εις το ελεύθερον Ελληνικόν κράτος της Κύπρου, της Δωδεκανήσου και της Βορείου Ηπείρου, εδαφών τα οποία, ιστορικώς και εθνολογικώς, ανήκουν εις την Ελλάδα». Πρόκειται για ένα είδος επιθετικού εθνικισμού που επιχειρούσε στα σοβαρά να αναζωογονήσει τις, ρομαντικές και μάλλον άκαιρες, μεγαλοϊδεατικές βλέψεις του μεσοπολέμου συνδέοντάς τες με τα ελληνικά πολεμικά δίκαια και την καίρια συμβολή της χώρας στην διαφαινόμενη συμμαχική νίκη. Στη συνείδηση του (Κύπριου) Γρίβα, των συνεργατών και των οπαδών του, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας εναντίον των Γερμανών ήταν ηθικά ισοδύναμος με τον (διαχρονικό) πόθο για επέκταση των συνόρων και διεκδίκηση μιας «Μεγάλης Ελλάδας». Μέσα στις ειδικές συνθήκες της Κατοχής, οι προπαγανδιστές τέτοιων ιδεών ήταν καταδικασμένοι να ακολουθήσουν τη διαδρομή που ένας από τους σεβαστούς εκπροσώπους του φιλελεύθερου «αστικού» χώρου (φωτογραφίζοντας μεταξύ άλλων και την «X») περιέγραψε ως εξής: «Έτσι σπρωγμένοι, αρπαχτήκαμε απ’ αυτή τη Μεγάλη Ελλάδα για να την κρατήσουμε σαν το κοινό συγκολλητικό σύνθημα. Στεγάστηκαν κάτω από κείνο τον όψιμο μεγαλοϊδεατισμό, καθώς περνούσαν οι μήνες, πιο πολύ καθώς πλησιάζαμε και μπαίναμε στο ’44 τα πιο ανόμοια στοιχεία: ένας σημαντικός αριθμός σπουδαστών με γνήσια αγωνιστική διάθεση, με δημοκρατικές τάσεις χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο, με αναμφισβήτητη καλοπιστία και αγωνιστικό ήθος και δίπλα σ’ αυτούς, συμπαραστάτες αυτόκλητοι, στοιχεία ποιοτικά ασήμαντα, που δε δίστασαν να βάλουν στην τσέπη τους άδειες οπλοφορίας, να κάνουν την εθνικοφροσύνη τους πρόσχημα, να ξεχάσουν τον κατακτητή και να γίνουν σκέτοι επαγγελματίες του αντικομμουνισμού».

Η οργάνωση που απαθανατίστηκε στη νεότερη ελληνική ιστορία ως «X» γεννήθηκε έπειτα από διάσπαση ενός συνωμοτικού κύκλου αξιωματικών η συγκρότηση του οποίου ανάγεται στις πρώτες ημέρες της τριπλής Κατοχής. Η «Άγνωστος Μεραρχία X» ιδρύθηκε τον Μάιο του 1941 στην Αθήνα, από ανώτερους αξιωματικούς της II Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού που συνδέονταν μεταξύ τους προπολεμικά αλλά και στο αλβανικό μέτωπο. Την πρωτοβουλία είχε ο ίδιος ο διοικητής της Μεραρχίας, στρατηγός Γεώργιος Λάβδας, ο διοικητής της Ι Μεραρχίας στρατηγός Βασίλειος Βραχνός, οι συνταγματάρχες Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Θεμιστοκλής Κετσέας, Αγησίλαος Σινιώρης και ο Κύπριος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, επιτελάρχης της II Μεραρχίας. Περισσότερο δραστήριος από όλους ήταν ο Γρίβας ο οποίος είχε τόσο τη θέληση όσο και τις ευκαιρίες να διευρύνει τον προσωπικό του κύκλο επαφών. Ο Κύπριος συνταγματάρχης είχε τοποθετηθεί υπεύθυνος της νεοσύστατης Υπηρεσίας Στρατιωτικών Αρχείων (Πανεπιστημίου 31), θέση η οποία τον διευκόλυνε να βρίσκεται σε επαφή με υπηρεσιακούς κύκλους και μεμονωμένους αξιωματικούς. Σύντομα ο »πρωταπόστολος» βρέθηκε στο πρόσωπο του νεαρού υπολοχαγού Όμηρου Παπαδόπουλου, επίσης Κύπριου με έντονη οικογενειακή αντιβρετανική δραστηριότητα και διακρίσεις στο ελληνογερμανικό μέτωπο.

Ο Γρίβας σύντομα αυτονομήθηκε από τους συνεργάτες του, αφενός επειδή διέθετε μεγάλη φιλοδοξία ώστε να παραμείνει «εντολοδόχος» ανωτέρων και αφετέρου επειδή δε μπορούσε να συμφιλιωθεί με την παθητικότητα και την παρελκυστική τακτική των ανωτέρων συναδέλφων του. Σχετικό με τα παραπάνω ήταν πως, αντίθετα με τους υπόλοιπους, πίστευε πως η οργάνωση έπρεπε να μαζικότερη και να συμπεριληφθούν σε αυτόν, εκτός από την «ελίτ» του στρατού, χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί και πολίτες. Λίγους μήνες μετά, ο Κύπριος συνταγματάρχης προχώρησε στη δημιουργία της δικής του οργάνωσης «σφετεριζόμενος» την αρχική ονομασία. Η οργάνωση βαφτίστηκε «Εθνική Οργάνωσις X» ή απλώς «X» και συνέχισε να υφίσταται ως πόλος συσπείρωσης αξιωματικών με πυρήνα τον κύκλο γνωριμιών του αρχηγού – επιλογή προφανής για πρωτόλεια συνωμοτική κίνηση. Δεν είναι τυχαίο πως στην «X» εντάχθηκαν μερικοί ανώτεροι αξιωματικοί και σχεδόν όλοι οι κατώτεροι αξιωματικοί της II Μεραρχίας, όπως οι ταγματάρχες Ιωάννης Μπουσμπουρέλης, Αριστείδης Χαμόδρακας, Νικόλαος Μπόντζος, Παντελής Πολύζος και Νικόλαος Παπαρρόδου. Φαίνεται πως το κύρος του Γρίβα στις τάξεις των αξιωματικών ήταν μεγάλο. Στον πρώτο πυρήνα (μέχρι το φθινόπωρο του 1941) είχαν ενταχθεί ο αρχίατρος Παναγιώτης Φουστάνος, οι λοχαγοί Νικόλαος Βαρδάνης, Γιώργος Θεοχαρόπουλος και Μιχαήλ Ξένος, οι υπολοχαγοί Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Μιχαήλ Ασημακόπουλος, Μιχάλης Κουρουπός και Όμηρος Παπαδόπουλος. ανθυπασπιστής (Εύελπις II Τάξης) και αδελφός του υπολοχαγού Παπαγεωργίου, Νικόλαος Παπαγεωργίου, μερικοί πολίτες, όπως οι φοιτητές Κωνσταντίνος και Μιχαήλ Ευσταθόπουλος, ενώ την «πνευματική» καθοδήγηση είχε ο μέχρι πρότινος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος που είχε απομακρυνθεί από τη θέση επειδή αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο υπερβολικά θρησκευόμενος Γρίβας συνδέθηκε μαζί του μέσω του Μητροπολίτη Κυρήνειας Μακάριου που ζούσε αυτοεξόριστος στην Αθήνα και εξασφάλισε την ηθική του συμπαράσταση αλλά και το πρώτο σεβαστό χρηματικό ποσό για αγορά όπλων. Η οργανωτική δομή και στελέχωση ακολουθούσε λογική συγκρότησης στρατιωτικής μονάδας, στοιχείο που συναντάται και σε άλλες αντιστασιακές πρωτοβουλίες αξιωματικών, όπως η ΥΒΕ/ΠΑΟ στη Μακεδονία και ο Ελληνικός Στρατός (ΕΣ) στην Πελοπόννησο: Ορίστηκε υπαρχηγός, επιτελάρχης και συγκροτήθηκαν τρία «Γραφεία Επιχειρήσεων» και γινόταν λόγος για «τάγματα» ανά συνοικία. Αυτός ο οργανωτικός μηχανισμός που αντιστοιχούσε σε έναν καταμερισμό καθηκόντων, προκρινόταν ως ο καταλληλότερος για την ανάπτυξη συνωμοτικής δράσης, είτε αυτή θα αναπτυσσόταν σε κατασκοπευτικό δίκτυο, είτε θα κατάληγε στον εξοπλισμό ένοπλων τμημάτων.

Οργανωτική ανάπτυξη και ιδεολογική ταυτότητα

Όπως όλες οι μυστικές οργανώσεις των πόλεων, η «X» δούλεψε εντατικά για να συγκροτήσει πυρήνες στις συνοικίες της Αθήνας. Αν και ακριβή αριθμητικά στοιχεία λείπουν, το 1942 υπήρχαν οργανωμένα μέλη σε Πετράλωνα, Κουκάκ-Γαργαρέττα, Πλατεία Βάθης, Πλατεία Αττικής, Άνω και Κάτω Πατήσια, Μεταξουργείο, Καλλιθέα, Παγκράτι, Υμηττό και Βύρωνα. Η εξάπλωση στον αστικό χώρο ταυτιζόταν με τους χώρους κατοικίας των αξιωματικών που συγκροτούσαν την ηγεσία (ο Φουστάνος ζούσε στο Κουκάκι, ο Όμηρος Παπαδόπουλος και τα αδέλφια Παπαγεωργίου στο Παγκράτι) και η ύφανση του οργανωτικού ιστού βασιζόταν στις προσωπικές συνομιλίες με το περιβάλλον της γειτονιάς, παρά στη μαζική διαφώτιση.

πηγή Ουτοπία, τεύχος 102, σελ. 113-4.

 

«Είναι άνεργος… Δε λαμβάνει χρήματα από οποιαδήποτε βιβλία ούτε και είχε λάβει τα τελευταία χρόνια… Το εισόδημα του τον προηγούμενο χρόνο ήταν 30 δολάρια, από μία μετοχή στο θεατρικό έργο Θάνατος του Εμποράκου… Δεν έχει άλλες μετοχές, ομόλογα, χρεόγραφα, δεν παίρνει καμιά σύνταξη… Δεν έχει ασφάλιση και δεν ασχολείται με κανένα επιχειρηματικό εγχεί­ρημα. Είχε αρχίσει ένα βιβλίο, αλλά το έχει αφήσει εδώ και χρό­νια… ζει με δάνεια από φίλους». Ο αστυνομικός προσθέτει: «Κατά τη γνώμη μου, μιλούσα σε ξοφλημένο άνθρωπο». Τον Μάιο του 1959 το Ίδρυμα Απομάχων Πολέμου του χορηγεί σύνταξη 131 δολάρια μηνιαία. Το 1960 του γίνεται διάγνωση καρκίνου στον πνεύμονα. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1961 πέ­φτει σε κώμα. Πεθαίνει σαν σήμερα, στις 10 του Ιανουαρίου του 1961, σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.
Πρόκειται για τον Ντάσιελ Χάμετ, τον άνθρωπο που γέννησε την αμερικανική αστυνομική λογοτεχνία. Στην φωτό γράφει δίπλα στα διαφορετικά εξώφυλλα του Κόκκινου Θερισμού. Έργα του η Κατάρα των Νταίη, Το Γυάλινο κλειδί, ο Αδύνατος άνθρωπος, το Γεράκι της Μάλτας και πολλά άλλα.

Από την προσωπική σελίδα της συγγραφέως Ευτυχίας Γιαννάκη