Latest Entries »

Ή βαρύνουσα τρισύλλαβη λέξη «suffering» άκούγεται πιο ήχηρά στην αρχή, παρά αν χωνόταν στο τέλος της πρότασης, όπως φαίνεται νά υπαγορεύει ή λογική. Ό τόνος του ποιήματος είναι εύγενικός, άλλά οχι φλεγματικός. Είναι πολιτισμένος, όχι όμως έξεζητημένος ή υπερβολικά καθωσπρέπει, όπως μερικά άπό τά τελευταία ποιήματα του ~Ωντεν. To «dreadful» είναι τυπικό επίθετο της άγγλικής άνώτερης τάξης, όπως λέμε «Darling, he was perfectly dreadful!»,4 άλλά δέν τό αισθανόμαστε επιτηδευμένο, όσο ανίσχυρο κι αν είναι νά περιγράφει τό μαρτύριο. Τό ποίημα έχει ένα κύρος πού δείχνει νά εκπορεύεται άπό τήν πείρα καί, ώς έκ τούτου, μάς προδιαθέτει νά τό ακούσουμε. Άφοΰ ό ποιητής μπορεί νά δει πόσο καλά καταλάβαιναν τήν άλήθεια της ανθρώπινης δυστυχίας οι παλιοί δάσκαλοι, τότε πρέπει νά είναι ισότιμός τους, απ’ αύτή τήν άποψη τουλάχιστον. Τό ποίημα μοιάζει νά μιλά έκ μέρους μιάς πολύ εγγλέζικης κοινής λογικής καί κανονικότητας κι όμως ρωτά συγκαλυμμένα πώς ορισμένες ακραίες καταστάσεις ταιριάζουν σ’ αύτό τό οικείο πλαίσιο άναφοράς. Μήπως λοιπόν αύτή ή κανονικότητα πρέπει νά αμφισβητηθεί ώς στενόμυαλη ή μήπως είναι έτσι τά πράγματα άπό τήν ίδια τους τή φύση, ώστε τό συνηθισμένο καί τό εξωτικό νά βρίσκονται πλάι-πλάι, χωρίς καμιά συγκεκριμένη σύνδεση;

Ή στροφή κυριολεκτικά εκτείνεται άπό τήν άνθρώπινη οδύνη ώς τά καπούλια τού άλογου, κι έτσι περιέχει ένα είδος άντικλίμακας (bathos). Άπό τό επιβλητικό «How, when the aged are reverently, passionately waiting / For the miraculous birth» πέφτουμε δυό-τρείς τόνους στον έσκεμμένα επίπεδο στίχο «there always must be / Children who did not specially want it to happen» πού δέν ρέει ομαλά, γιατί οι λέξεις πού περιλαμβάνει έχουν διαφορετική μορφή καί σχήμα. Ή σύνταξη συνωμοτεί μ’ αύτό τό κατακάθισμα: τό κόμμα μετά τό «How» αναστέλλει προσωρινά τήν πρόταση, παρέχοντάς μας μιά έξυψωτική στιγμή «when the aged are reverently, passionately waiting…» μόνο καί μόνο γιά νά μάς ξαναρίξει πεζά κάτω.

Εντούτοις, ακόμα κι εδώ ό στίχος διατηρεί τούς καλούς του τρόπους: τό «did not specially want it to happen» ίσως σημαίνει αύτό ακριβώς πού λέει, ότι τά παιδιά δέν άντιτίθενται στή γέννηση, ούτε όμως τά ενθουσιάζει αύτή ή προοπτική. Θά μπορούσε όμως νά είναι ένας εύγενικός τρόπος γιά νά πει ότι δέν δίνουν δεκάρα γιά τή θαυμαστή γέννηση, όπως τό «not a little boring» (οχι λιγάκι βαρετό) είναι ένας εύγενικός εγγλέζικος τρόπος γιά νά πει κανείς «unbelievably boring» (άπίστευτα βαρετό). Τό ποίημα διατηρεί τούς καλούς του τρόπους μιλώντας κάπως έμμεσα. Δέν είναι σαφές, όμως, πώς μετακινείται άπό τήν ιδέα τής δυστυχίας στήν ιδέα τών γερόντων πού περιμένουν εύλαβικά τή θαυμαστή γέννηση. Τι σχέση έχει ή εύλαβική προσδοκία μέ τον πόνο; Μήπως είναι οδυνηρή ή άναμονή; ’Ή μήπως ή εν λόγω δυστυχία είναι ή ίδια ή γέννηση;

‘Ένα πρόβλημα πού αντιμετωπίζει τό ποίημα είναι πώς να γίνει έπαρκώς ειρωνικό μέ τον πόνο χωρίς να γίνει κυνικό. Πρέπει να πατήσει στη λεπτή γραμμή πού χωρίζει τήν ελαφρώς ειρωνική σοφία από τήν απλή βαριεστιμάρα. Πρέπει να απομυθοποιήσει τον ανθρώπινο πόνο, χωρίς όμως να φανεί ότι τον υποτιμά. ’Έτσι, ό τόνος -εύγενής, άλλα όχι ασυγκίνητος ή υπεροπτικός- πρέπει να δουλευτεί προσεκτικά. Ή φωνή δέν είναι τέτοια ώστε να ’ναι πιθανό ό κάτοχός της νά πιστεύει σέ υπερούσιες γεννήσεις, νά ενδίδει σέ εύλαβικές προσδοκίες
ή νά γίνεται μάρτυρας. Ανήκει στον κοινό νοΰ, είναι υπερβολικά κοσμικός γιά νά κάνει κάτι τέτοιο, καί υπερβολικά σκεπτικιστής γιά μεγαλειώδη σχέδια. Θέλει νά βγάλει τον ψεύτικο στόμφο άπό τή δυστυχία καθιστώντας την «εκκεντρική», έπιμένοντας στο πόσο περιθωριακή καί άσκοπη είναι γενικά. Κι όμως, ή φωνή πού μιλά έχει μιά άνθρωπιά πού υπαινίσσεται άρρητη συμπόνια.

Μ’ αύτόν τον τρόπο, ή στροφή ελευθερώνεται άπό τή μαγεία χωρίς νά άπο-μυθοποιεΐται. Είναι λές καί τό ποίημα θέλει νά τιμήσει τό άνθρώπινο μαρτύριο άντιμετωπίζοντάς το ψυχρά καί ρεαλιστικά, παρά προσυπογράφοντας τον γεμάτο συναισθηματισμούς μύθο ότι τό μαρτύριο παγώνει δραματικά όλο τον κόσμο. ’Ίσως αύτή πού πονά νά νιώθει έτσι, άλλά ό πρακτικός ρεαλισμός του ποιήματος άρνεΐται νά ταυτιστεί μέ τήν άφάνταστη οδύνη κάποιου άλλου. ‘Ένα άλλο ποίημα του Ώντεν, γιά τραυματισμένους στρατιώτες, ρωτά: «For who when healthy can become a foot?», εννοώντας, δίχως άμφιβόλια, ότι μόνο οι υγιείς μπορούν νά θεωρήσουν τό σώμα τους δεδομένο. ‘Όταν μιλάμε γιά πόνο, ούτε ή οπτική του άσθενοΰς ούτε ή οπτική του παρατηρητή είναι άπολύτως άξιόπιστες. Ό βαθύτερος σεβασμός πού μπορούμε νά δείξουμε σ’ εκείνον πού υποφέρει, μοιάζει νά λέει ό Ώντεν, είναι νά άναγνωρίσουμε τό άγεφύρωτο χάσμα άνάμεσα στή δυστυχία του καί τήν κανονικότητά μας. Θά μπορούσε νά πει κανείς ότι υπάρχει μιά άπόλυτη επιστημολογική ρήξη μεταξύ άσθένειας καί υγείας. Τό «Musée des Beaux Arts», όπως πολλά λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας τού ’30, θά έπρεπε νά θεωρείται περισσότερο άκαρδο, παρά μελοδραματικό. Επίσης, ο άντι-ηρωισμός του άποτελεΐ τυπική στάση της δεκαετίας τού 1930. Αύτό άκριβώς τό πείσμα, τραβηγμένο στά άκρα, μπορεί νά γίνει μιά πλάγια μορφή τού μελοδραματισμού πού άποκηρύσσει.

Ή δράση άναστέλλεται ξανά γιά λίγο στή φράση «Its human position», τό νόημα της όποιας δέν είναι άπολύτως ξεκάθαρο, ώσπου νά περάσουμε τήν άνω τελεία καί νά τό άνακαλύψουμε. ’Έπειτα συναντάμε ένα στίχο μονότονο καί άργό -«While someone else is eating or opening a window or just walking dully along»- ό όποιος, μέ τήν άκομψη συναρμογή προτάσεων, μοιάζει νά προχωρά άργά καί άνιαρά. To «Where the dogs go on with their doggy life and the torturer’s horse…» είναι ένας άκόμα παραπαίων, πυπνοκατοικημένος στίχος, πού ή άκαταστασία του υποδηλώνει τήν άταξία της άνθρώπινης εμπειρίας. Παιδιά, σκυλιά καί άλογα εξακολουθούν τά παιδιάστικα, σκυλίσια καί άλογίσια καμώματά τους.

 

4. Χρυσή μου, ήταν εντελώς φριχτός

Advertisements

http://www.katiousa.gr/politismos/mousiki/allo-ena-ksemprostiasma-tou-giorgou-germeni-sto-metaliko-koino-tou/

‘Η γλώσσα δέν είναι καμιά διαφανής μεμβράνη όπου συσκευάζονται, οί ιδέες· άντιθέτως, ή γλώσσα ενός ποιήματος είναι συστατικό των ιδεών του.

Θά ήταν δύσκολο νά καταλάβουμε, διαβάζοντας απλώς τις άναλύσεις περιεχομένου, ότι υποτίθεται πώς μιλούν γιά ποιήματα ή μυθιστορήματα, άντί γιά κάποιο πραγματικό γεγονός. Παραλείπουν τή λογοτεχνικότητα τού έργου. Οί περισσότεροι φοιτητές λένε «ή εικόνα της σελήνης επανέρχεται στήν τρίτη στροφή, ένισχύοντας τήν αίσθηση της μοναξιάς», άλλά λίγοι θά πουν «ό δριμύς τόνος τού ποιήματος έρχεται σέ άντίθέση μέ τήν παραπαίουσα σύνταξή του». Πολλοί φοιτητές θά έβρισκαν αύτό το σχόλιο φαιδρό. Δέν μιλούν τήν ίδια γλώσσα μέ τον κριτικό, ο όποιος είπε γιά κάποιους στίχους τού Έλιοτ: «‘Υπάρχει κάτι πολύ θλιμμένο στή στίξη». Άντιθέτως, αντιμετωπίζουν τό ποίημα λές καί ό συγγραφέας έπέλεξε γιά κάποιον ιδιόρρυθμο λόγο νά γράψει τις απόψεις του γιά τον πόλεμο ή τή σεξουαλικότητα μέ άράδες πού δέν φτάνουν στήν άκρη της σελίδας. ’Ίσως νά κόλλησε ό υπολογιστής του.

Άς πάρουμε τήν πρώτη στροφή τού «Musée des Beaux Arts» τού Γ. X. Ωντεν:

About suffering they were never wrong,

The Old Masters: how well they understood Its human position; how it takes place While someone else is eating or opening a window or just walking dully along;

How, when the aged are reverently, passionately waiting For the miraculous birth, there always must be Children who did not specially want it to happen, skating On a pond at the edge of the wood:

They never forgot

That even the dreadful martyrdom must run its course Anyhow in a comer, some untidy spot Where the dogs go on with their doggy life and the torturer s horse

Scratches its innocent behind on a tree.2

Ή περίληψή του θά ήταν άρκετά εύθεία. Οι Old Masters ή Παλαβοί Δάσκαλοι, όπως ισχυρίζεται τό ποίημα, κατάλαβαν την άσυνάρτητη φύση του άνθρώπινου πόνου, της άνθρώπινης δυστυχίας – την άντίθεση άνάμεσα στην έντασή της, ή όποια μοιάζει νά επισημαίνει κάποιο βαρυσήμαντο νόημα, καί τον τρόπο με τον όποιο τό καθημερινό του περιβάλλον φαίνεται νά άδιαφορεΐ γι’ αύτήν. ‘Όλα αύτά, ενδέχεται νά υποψιαστούμε, είναι μιά άλληγορία γιά τήν ένδεχομενική φύση της σύγχρονης ύπαρξης. Πλέον τά πράγματα δέν σχηματίζουν κάποιο σχέδιο πού έχει ώς κεντρικό σημείο τον ηρώα ή τό μάρτυρα, αλλά συγκρούονται τυχαία, ενώ τό ασήμαντο καί τό βαρυσήμαντο, ό ένοχος καί ό άθώος, βρίσκονται συμπτωματικά πλάι-πλάι.

Παρ’ ολα αύτά, σημασία έχει ό τρόπος μέ τον όποιο διαμορφώνεται λεκτικά τό ποίημα. Ξεκινά απλά, λές καί μπαίνουμε ξαφνικά σέ μιά συζήτηση μετά τό δείπνο· όμως ή εισαγωγή περιέχει μιά συγκρατημένη δραματικότητα. Γλιστράει πλαγίως στο θέμα αντί νά ξεκινήσει μέ φανφάρες: ό πρώτος ενάμισης στίχος, πού αν άντιστρεφόταν τό ούσιαστικό, τό ρήμα καί τό κατηγόρημα, ώστε νά γίνει «The Old Masters were never wrong about suffering», θά γινόταν μιά πολύ ξερή πρόταση, γεμίζει γωνίες, γίνεται πιο ενδιαφέρουσα συντακτικά: «About suffering they were never wrong, / The Old Masters».

Μιά πιο περίπλοκη εκδοχή αύτού τού συντακτικού πλευρίσματος, στο όποιο άντιστρέφεται ή κανονική σειρά τών λέξεων, άπαντά επίσης στήν εναρκτήρια, τάχα άδιάφορη καί άφ’ υψηλού ειπωμένη, πρόταση τού μυθιστορήματος Τό πέρασμα στην Ινδία τού Έ. Μ. Φόρστερ: «Έκτος άπ’ τις σπηλιές τού Μαραμπάρ -πού κι αύτές είναι τριάντα χιλιόμετρα μακριά- ή πόλη Τσαντραπόρ δέν παρουσιάζει τίποτα τό ιδιαίτερο». Στήν πραγματικότητα οι λέξεις αύτές άποτελούν εκλεκτή ειρωνεία, άφού οι σπηλιές άποτελοΰν κομβικό στοιχείο της πλοκής. Τό μυθιστόρημα ξεκινά μέ μιά φράση πού μοιάζει νά παρωδεί έναν μάλλον άκατάδεκτο ταξιδιωτικό οδηγό. ‘Ένας ήπιος άέρας άριστοκρατικής νωχέλειας τυλίγει αύτή τήν εξαίσια ισορροπημένη πρόταση.

Τό ποίημα τού Ώντεν δέν είναι καθόλου άκατάδεκτο ούτε αβρό· περιβάλλεται όμως άπό έναν άέρα καλοαναθρεμμένης κοσμικότητας. Οι εισαγωγικοί στίχοι δημιουργούν μιά άμυδρή αίσθηση δραματικής προσδοκίας, άφού πρέπει νά διασκελίσουμε τό στίχο γιά νά μάθουμε ποιοι δέν σφάλανε ποτέ γιά τή δυστυχία. To «Old Masters» είναι παράθεση στο «they», πράγμα πού χαρίζει στούς στίχους ένα χαλαρό συνομιλιακό χαρακτήρα – όπως σέ φράσεις σάν «They’re noisy, those freight trains».3 To ίδιο καθημερινό ιδίωμα επανεμφανίζεται αργότερα μέ τις λέξεις «doggy» καί «behind», παρότι αύτό τό λεξιλόγιο φανερώνει περισσότερο τήν άθυροστομία ενός κυρίου παρά τή χυδαιότητα ενός άξεστου.

 

2. Ώς προς τή δυστυχία δέν έσφαλαν ποτέ / Οί Παλαιοί Δάσκαλοι: πόσο σωστά είχαν κατανοήσει / Τήν ανθρώπινη διάστασή της· πώς καταφθάνει / Ένώ κάποιος άλλος τρώει ή άνοίγει ένα παράθυρο ή περπατάει άπλώς βαριεστημένα· / Πώς, όταν οί γέροντες εύλαβικά, παθιασμένα προσμένουν / Τή θαυμαστή γέννηση, θά υπάρχουν πάντοτε παιδιά / Πού δέν τήν θέλουνε καί τόσο, καί πατινάρουν / Σέ μιά λιμνούλα στήν άκρη του δάσους: / Δέν ξέχασαν ποτέ / Πώς καί τό τρομερό μαρτύριο πρέπει νά ολοκληρωθεί / Κάπου, σέ μιά γωνιά, σέ κάποιο ρυπαρό σημείο / ‘Όπου τά σκυλιά συνεχίζουν τή σκυλίσια ζωή τους καί τό άλογο του βασανιστή / Ξύνει τά άθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.

W. Η. Auden, «Musée des Beaux Arts», Ποιήματα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός.

 

3. Πολύ θορυβώδεις είναι, τούτες οι έμπορικές αμαξοστοιχίες.

 

ΠΟΙΗΣΗ ΤΕΥΧΟΣ 30 ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ-ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2007

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: NINA ΜΠΟΤΡΗ

Τό τέλος τής κριτικής;

ΠΡΩΤΟΣΚΕΦΤΗΚΑ νά γράψω αύτό τό δοκίμιο όταν συνειδητοποίησα ότι, άπό όσους φοιτητές λογοτεχνίας γνώριζα, κανείς δεν έκανε λογοτεχνική κριτική μέ τον τρόπο πού τήν είχα διδαχτεί εγώ. Ή λογοτεχνική κριτική μοιάζει τέχνη πού σβήνει σιγά-σιγά, όπως ή τέχνη του γανωματή ή οι παραδοσιακοί χοροί. ’Αφού άπό τούς περισσότερους φοιτητές δέν λείπει ή εξυπνάδα ή ή ικανότητα, φαίνεται ότι τό σφάλμα δέν είναι δικό τους, αλλά των καθηγητών τους. Ή άλήθεια είναι ότι τή σήμερον ήμέρα οι περισσότεροι καθηγητές λογοτεχνίας δέν κάνουν λογοτεχνική κριτική, αφού κι εκείνοι μέ τή σειρά τους δέν τή διδάχτηκαν ποτέ.

Αύτή ή κατηγορία μπορεί νά άκούγεται πολύ βαριά, προερχόμενη άπό έναν θεωρητικό της λογοτεχνίας. Δέν είναι τάχα ή λογοτεχνική κριτική πού μέ τίς άψυχες αφαιρέσεις καί τίς κενές γενικολογίες της κατέστρεψε πρώτη τή συνήθεια της προσεκτικής ανάγνωσης; ’Έχω άλλου έπισημάνει ότι αύτός είναι ένας άπό τούς μεγαλύτερους μύθους καί άπερίσκεπτους κοινούς τόπους της σύγχρονης συζήτησης περί κριτικής.1 Ανήκει στά «ως γνωστόν», όπως ή ιδέα ότι οι κατά συρροή δολοφόνοι είναι σάν εσένα κι εμένα, κλεισμένοι στον εαυτό τους, αλλά πάντοτε λένε έναν καλό λόγο στούς γείτονές τους. Είναι κοινοτοπία τόσο τετριμμένη όσο ό ισχυρισμός ότι τά Χριστούγεννα έχουν εμπορευματοποιηθεί φριχτά. ‘Όπως όλοι οι ακλόνητοι μύθοι, οι όποιοι άρνοΰνται πεισματικά νά εξαφανιστούν όσα στοιχεία κι αν παρουσιαστούν, υπάρχει γιά νά εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Ή ιδέα ότι οι κριτικοί τής λογοτεχνίας σκότωσαν τήν ποίηση επειδή οι στεγνωμένες τους καρδιές καί οι παραφουσκωμένοι εγκέφαλοί τους δέν τούς άφήνουν νά εντοπίσουν τίς μεταφορές, πόσο μάλλον τά τρυφερά συναισθήματα, αποτελεί μιά από τις πιο αστόχαστες κριτικές κοινοτοπίες του καιρού μας. Ή αλήθεια είναι ότι σχεδόν όλοι οι μείζονες θεωρητικοί της λογοτεχνίας διαβάζουν προσεκτικά καί εύσυνείδητα. Οι Ρώσοι φορμαλιστές τον Γκόγκολ καί τον Πούσκιν, ό Μπαχτίν τον Ραμπελαί, ό Άντόρνο τον Μπρέχτ, ό Μπένγιαμιν τον Μπωντλαίρ, ό Ντερριντά τον Ρουσσώ, ό Ζενέτ ή ό ντέ Μάν τον Προύστ, ό Χάρτμαν τον Γουέρτζγουερθ, ή Κρίστεβα τον Μαλαρμέ, ό Τζέιμστον τόν Κόνραντ, ό Μπάρτ τον Μπαλζάκ, ό ’Ίσερ τον Χένρυ Φήλντινγκ, ή Σιξού τον Τζόυς, ή Χίλις Μίλερ τόν Χένρυ Τζέιμς, γιά νά φέρω μερικά παραδείγματα.

Μερικές απ’ αύτές τις μορφές δέν είναι μόνο έξέχοντες κριτικοί, αλλά καί λογοτέχνες. Παράγουν λογοτεχνία καθώς τη σχολιάζουν. Ό Μισέλ Φουκώ είναι ακόμα ένας διακεκριμένος στυλίστας. Είναι αλήθεια ότι τέτοιοι στοχαστές έχουν σέ ορισμένες περιπτώσεις κακοπάθει από τούς μαθητές τους, αλλά τό ίδιο ισχύει καί γιά κάποιους μή θεωρητικούς κριτικούς. «Οπως καί νά ’χει όμως, ή ούσία είναι άλλη. Διότι δέν μπορούμε νά πούμε ότι πολλοί φοιτητές της λογοτεχνίας σήμερα δέν διαβάζουν άρκετά προσεκτικά τά ποιήματα καί τά μυθιστορήματα. Τό θέμα δέν είναι ή προσεκτική ανάγνωση. Τό ζήτημα δέν είναι πόσο επίμονα προσκολλάται κανείς στο κείμενο, άλλά τι άναζητάει όταν τό κάνει. Οι θεωρητικοί πού προανέφερα δέν ήταν μόνο προσεκτικοί αναγνώστες* ήταν καί ευαίσθητοι σέ ζητήματα λογοτεχνικής φόρμας. Αύτή είναι ή διαφορά τους από τήν πλειονότητα τών σημερινών φοιτητών.

Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, πώς, όταν θέσει κανείς τό ζήτημα της φόρμας στούς φοιτητές της λογοτεχνίας, κάποιοι πιστεύουν ότι άναφέρεται απλώς στο μέτρο. Ή «προσοχή στή φόρμα» γι’ αύτούς ίσοδυναμεί μέ τό αν τό ποίημα είναι γραμμένο σέ ιαμβικό πεντάμετρο ή αν έχει ομοιοκαταληξία. Ή λογοτεχνική φόρμα προφανώς περιλαμβάνει τέτοια πράγματα· άλλά τό νά πούμε τί σημαίνει τό ποίημα κι έπειτα νά κοτσάρουμε καί δυο αράδες γιά τό μέτρο ή τή ρίμα του δέν σημαίνει ότι ασχοληθήκαμε μέ ζητήματα φόρμας. Οί περισσότεροι φοιτητές, όταν αντιμετωπίζουν ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα, κάνουν αύθόρμητα αύτό πού κοινώς ονομάζουμε «ανάλυση περιεχομένου». Μιλούν γιά τά λογοτεχνικά έργα περιγράφοντας τήν πλοκή τους, πασπαλισμένη μέ μερικά άξιολο-γικά σχόλια. Γιά νά δανειστώ μιά τεχνική διάκριση από τή Γλωσσολογία, άντιμετωπίζουν τό ποίημα ως γλώσσα (language) κι όχι ως λόγο (discourse).

((Λόγος», όπως θά δούμε, σημαίνει νά άσχολεΐται κανείς μέ τή γλώσσα σέ όλη τήν πυκνότητά της, ενώ οί περισσότερες προσεγγίσεις της ποιητικής γλώσσας συνήθως τή διαχωρίζουν. Κανείς δέν ακούει γλώσσα αμιγή καί απλή. Άντιθέτως, άκούμε φράσεις εριστικές ή σαρδόνιες, πένθιμες ή ξέγνοιαστες, δακρύβρεχτες ή επιθετικές, οξύθυμες ή υστερικές. Καί τούτο, όπως θά δούμε, είναι μέρος αύτοΰ πού ονομάζουμε φόρμα. Ό κόσμος μερικές φορές λέει ότι θά ξεθάψει τις ιδέες «πίσω» από τή γλώσσα τού ποιήματος, άλλά αύτή ή μεταφορά είναι παραπλανητική.

1. Βλ., μεταξύ άλλων, Terry Eagleton, Μετά τή Θεωρία, μτφρ. Πέγκυ Καρπούζου, έκδ. Μεταίχμιο, ’Αθήνα.

http://www.katiousa.gr/author/panagiotis-maniatis/

Η βάση της κριτικής του Μαρξ στον Λάνγκε δεν έγκειται στο ότι ο Λάνγκε εισάγει ειδικά το μαλθουσιανισμό στην κοινωνιολογία, αλλά στο ότι η μεταφορά βιολογικών εννοιών γενικά στην περιοχή των κοινωνικών επιστημών είναι φρασεολογία. Αν η μεταφορά αυτή γίνεται με «καλούς» σκοπούς ή με σκοπό να υποστηριχθούν λαθεμένα κοινωνιολογικά συμπεράσματα, από το γεγονός αυτό, η φρασεολογία δεν παύει να είναι φρασεολογία. Και η «κοινωνική ενεργειακή» του Μπογκντάνοφ, το ζευγάρωμα της διδασκαλίας του της κοινωνικής επιλογής με το μαρξισμό είναι ακριβώς μια τέτοια φρασεολογία.

Όπως στη γνωσιολογία ο Μαχ και ο Αβενάριους δεν ανάπτυξαν τον ιδεαλισμό, αλλά παραφόρτωσαν τα παλιά ιδεαλιστικά λάθη με μια επιτηδευμένη και ανόητη ορολογία («στοιχεία», «αρχική συστοιχία», «ενδοβολία» κτλ.), έτσι και στην κοινωνιολογία, ο εμπειριοκριτικισμός, ακόμη κι όταν τρέφει την πιο ειλικρινή συμπάθεια για τα συμπεράσματα του μαρξισμού, οδηγεί στη διαστρέβλωση του ιστορικού υλισμού με μια κούφια και επιτηδευμένη φρασεολογία, δανεισμένη από τον ενεργητισμό και τη βιολογία.

Ιστορική ιδιομορφία του σύγχρονου μαχισμού της Ρωσίας (ή σωστότερα: της μαχιστικής επιδημίας μέσα σε μια μερίδα της σοσιαλδημοκρατίας) είναι το ακόλουθο περιστατικό. Ο Φόϋερμπαχ ήταν «υλιστής κάτω και ιδεαλιστής πάνω»· το ίδιο ισχύει ως ένα βαθμό και για τον Μπύχνερ, τον Φοχτ, τον Μόλεσοτ και τον Ντύρινγκ, με τούτη την ουσιαστική διαφορά, ότι όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι ήταν πυγμαίοι και θλιβεροί γραφιάδες σε σύγκριση με τον Φόϋερμπαχ.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, μια και στην εξέλιξή τους ξεκίνησαν από τον Φόϋερμπαχ και άντρωσαν στον αγώνα μ’ αυτούς τους γραφιάδες, έστρεφαν, όπως ήταν φυσικό, τη μεγαλύτερη προσοχή τους στην αποπεράτωση του οικοδομήματος της φιλοσοφίας του υλισμού ως τα πάνω, δηλ. όχι στην υλιστική γνωσιολογία, αλλά στην υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Αυτός ήταν ο λόγος που στα έργα τους ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπογράμμιζαν περισσότερο το διαλεκτικό υλισμό, παρά το διαλεκτικό υλισμό, επέμεναν περισσότερο στον ιστορικό υλισμό, παρά στον ιστορικό υλισμό. Οι μαχιστές μας, που θέλουν να είναι μαρξιστές, αντίκρυσαν το μαρξισμό σε μια τελείως διαφορετική ιστορική περίοδο, τον αντίκρυσαν σε μια εποχή που η αστική φιλοσοφία είχε ειδικευτεί ιδιαίτερα στη γνωσιολογία και που, αφομοιώνοντας μονόπλευρα και διαστρεβλωμένα ορισμένα συστατικά μέρη της διαλεκτικής (λόγου χάρη το ρελατιβισμό), έστρεφε κυρίως την προσοχή της στην υπεράσπιση ή στην αποκατάσταση του ιδεαλισμού κάτω κι όχι του ιδεαλισμού πάνω. Τουλάχιστον, ο θετικισμός γενικά και ο μαχισμός ειδικότερα ασχολήθηκαν πολύ περισσότερο με τη ραφιναρισμένη παραποίηση της γνωσιολογίας, πλαστογραφώντας τον υλισμό και κρύβοντας τον ιδεαλισμό τους πίσω από μια δήθεν υλιστική ορολογία, και έδωσαν συγκριτικά λίγη προσοχή στη φιλοσοφία της ιστορίας. Οι μαχιστές μας δεν κατάλαβαν το μαρξισμό, γιατί τους έλαχε να τον αντικρύσουν, μπορεί να πει κανείς, από άλλη πλευρά και αφομοίωσαν – και κάποτε όχι τόσο αφομοίωσαν, όσο αποστήθισαν – την οικονομική και ιστορική θεωρία του Μαρξ, χωρίς να κατανοήσουν τις βάσεις της, δηλ. το φιλοσοφικό υλισμό. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Μπογκντάνοφ και Σία πρέπει να ονομασθούν ρώσοι Μπύχνερ και Ντύρινγκ από την ανάποδη. Θα ήθελαν να είναι υλιστές πάνω, μα είναι ανίκανοι ν’ απαλλαγούν από τον μπερδεμένο ιδεαλισμό κάτω! Στον Μπογκντάνοφ, «πάνω» είναι ο ιστορικός υλισμός, αγοραίος, αλήθεια, και πολύ νοθευμένος από τον ιδεαλισμό, και «κάτω» είναι ο ιδεαλισμός, μεταμφιεσμένος με μαρξιστική ορολογία, παραποιημένος με μαρξιστικές λεξούλες. «Κοινωνικά οργανωμένη εμπειρία», «συλλογικό προτσές εργασίας», όλα αυτά είναι λέξεις μαρξιστικές, ωστόσο είναι μόνο λέξεις που κρύβουν μιαν ιδεαλιστική φιλοσοφία, η οποία ανακηρύσσει τα πράγματα συμπλέγματα «στοιχείων»-αισθημάτων, τον εξωτερικό κόσμο «εμπειρία» ή εμπειριοσύμβολο» της ανθρωπότητας, το φυσικό κόσμο «παράγωγο» του «ψυχικού» κτλ. κ.ο.κ.

Όλο και πιο ραφιναρισμένη πλαστογράφηση του μαρξισμού, όλο και πιο ραφιναρισμένες μεταμφιέσεις των αντι-υλιστικών θεωριών με στολή μαρξιστική, να τι χαρακτηρίζει το σύγχρονο αναθεωρητισμό και στην πολιτική οικονομία, και στα ζητήματα της τακτικής, και στη φιλοσοφία γενικά, τόσο στη γνωσιολογία, όσο και στην κοινωνιολογία.

Δεν σας φαίνεται ότι διαβάζετε Λάνγκε; Στα έτοιμα συμπεράσματα για τις κρίσεις κολλάνε μια βιολογικο-ενεργειακή ετικέτα, χωρίς να προσθέτουν ούτε μια στάλα συγκεκριμένο υλικό και χωρίς να ξεδιαλύνουν τη φύση των κρίσεων. Όλα αυτά γίνονται με τις καλύτερες προθέσεις, γιατί ο συγγραφέας θέλει να επιβεβαιώσει και να βαθύνει τα συμπεράσματα του Μαρξ, στην πράξη, όμως, να αραιώνει σε διάλυμμα ενός αφόρητα πληκτικού, νεκρού σχολαστικισμού. Το μόνο «μαρξιστικό» εδώ είναι η επανάληψη ενός συμπεράσματος από τα πριν γνωστού και όλη η «νέα» αιτιολόγηση αυτού του συμπεράσματος, όλη αυτή η «κοινωνική ενεργειακή» και «κοινωνική επιλογή» δεν είναι παρά απλό συνοθύλευμα λέξεων και αληθινή κοροϊδία σε βάρος του μαρξισμού.

Ο Μπογκντάνοφ δεν ασχολείται καθόλου με τη μαρξιστική έρευνα, αλλά με το να ξαναντύνει με βιολογική και ενεργειακή ορολογία τα αποτελέσματα που έχει ήδη πετύχει παλιότερα αυτή η έρευνα. Όλη αυτή η προσπάθεια απ’ την αρχή ως το τέλος δεν έχει καμμιά αξία, γιατί η εφαρμογή των εννοιών «επιλογή», «αφομοίωση και αποφομοίωση» της ενέργειας, ενεργειακό ισοζύγιο κτλ κ.ο.κ. στην περιοχή των κοινωνικών επιστημών είναι κούφια φρασεολογία. Στην πραγματικότητα, καμιά έρευνα κοινωνικών φαινομένων, καμιά διασάφηση της μεθόδου των κοινωνικών επιστημών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μ’ αυτές τις έννοιες. Δεν υπάρχει τίποτε το ευκολότερο από το να κολλά κανείς «ενεργειακή» ή «βιολογικο-κοινωνιολογική» ετικέτα σε φαινόμενα σαν τις κρίσεις, τις επαναστάσεις, την πάλη των τάξεων κτλ. μα δεν υπάρχει και τίποτε το πιο στείρο, το πιο σχολαστικό και το πιο νεκρό, απ’ αυτή την απασχόληση. Η ουσία του ζητήματος δεν είναι ότι ο Μπογκντάνοφ προσπαθεί μ’ αυτό να προσαρμόσει στον Μαρξ όλα ή «σχεδόν» όλα του τα εξαγόμενα και συμπεράσματα (είδαμε τη «διόρθωση» που έκανε στο ζήτημα της σχέσης κοινωνικού Είναι και κοινωνικής συνείδησης), αλλά ότι οι μέθοδοι αυτής της προσαρμογής, αυτής της «κοινωνικής ενεργειακής» είναι τελείως ψεύτικες και δεν διαφέρουν σε τίποτε από τις μεθόδους του Λάνγκε.

«Ο κ. Λάνγκε («Για το εργατικό ζήτημα κτλ.», 2η έκδ.),- έγραφε ο Μαρξ στις 27 του Ιούνη 1870 στον Κούγκελμαν,- μου πλέκει το εγκώμιο… με σκοπό να παρουσιαστεί ο ίδιος σαν μεγάλος άνθρωπος. Αλήθεια, ο κ. Λάνγκε έκανε μια μεγάλη ανακάλυψη. Όλη η ιστορία μπορεί να υπαχθεί σ’ ένα μοναδικό μεγάλο φυσικό νόμο. Ο φυσικός αυτός νόμος περικλείνεται στη φράση «Struggle for life-αγώνας για την ύπαρξη (η έκφραση του Δαρβίνου σ’ αυτή τη χρησιμοποίησή της γίνεται κούφια φράση) και το περιεχόμενο αυτής της φράσης είναι ο νόμος του Μάλθους για τον πληθυσμό ή μάλλον για τον υπερπληθυσμό. Συνεπώς, αντί ν’ αναλύει κανείς αυτό το «Struggle for life», όπως εμφανίστηκε ιστορικά στις διάφορες κοινωνικές μορφές, δεν μένει τίποτε άλλο να κάνει παρά κάθε συγκεκριμένο αγώνα να τον μετατρέπει στη φράση «Struggle for life» και τούτη τη φράση να τη μετατρέπει στο φαντασιοκόπημα του Μάλθους για τον πληθυσμό. Πρέπει να παραδεχτούμε πως η μέθοδος αυτή είναι πολύ πειστική για την κομπαστική, ψευτοεπιστημονική και γεμάτη στόμφο αμάθεια και για τη διανοητική τεμπελιά.

Ο υλισμός παραδέχεται γενικά το αντικειμενικά πραγματικό. Είναι (ύλη) ανεξάρτητο από τη συνείδηση, από το αίσθημα, από την εμπειρία κτλ. της ανθρωπότητας. Ο υλισμός, ο ιστορικός παραδέχεται το κοινωνικό Είναι σαν ανεξάρτητο από την κοινωνική συνείδηση της ανθρωπότητας. Η συνείδηση κι εκεί κι εδώ αποτελεί μόνο αντανάκλαση του Είναι, στην καλύτερη περίπτωση κατά προσέγγιση πιστή (αντίστοιχη, ιδανικά ακριβή) αντανάκλασή του. Από τη φιλοσοφία αυτή του μαρξισμού, που είναι φτιαγμένη από ένα ατόφιο κομμάτι ατσάλι, δεν μπορούμε ν’ αφαιρέσουμε ούτε μια βασική πρόταση, ούτε ένα ουσιαστικό μέρος, χωρίς ν’ απομακρυνθούμε από την αντικειμενική αλήθεια και χωρίς να πέσουμε στην αγκαλιά της αντιδραστικής αστικής ψευτιάς.

Να ακόμη μερικά παραδείγματα του πώς ο νεκρός φιλοσοφικός ιδεαλισμός αδράχνει το ζωντανό μαρξιστή Μπογκντάνοφ:

Άρθρο: «Τι είναι ιδεαλισμός;» 1901 (στο ίδιο, σελ. 11 και επόμ.). «Καταλήγουμε στο ακόλουθο συμπέρασμα: κι εκεί που οι άνθρωποι συμφωνούν στις κρίσεις τους για την πρόοδο, κι εκεί που διαφωνούν, το βασικό νόημα της ιδέας της προόδου παραμένει το ίδιο, δηλ. αυξανόμενη πληρότητα και αρμονία της ζωής της συνείδησης. Αυτό είναι το αντικειμενικό περιεχόμενο της έννοιας πρόοδος… Αν τώρα συγκρίνουμε την ψυχολογική έκφραση που πετύχαμε για την ιδέα της προόδου με την πιο κάτω ξεκαθαρισμένη βιολογική διατύπωση («από βιολογική άποψη πρόοδος καλείται η αύξηση το συνολικού αθροίσματος της ζωής», σελ. 14), θα πεισθούμε εύκολα ότι η πρώτη συμπίπτει πέρα για πέρα με τη δεύτερη και μπορεί να συναχθεί απ’ αυτήν… Και μια που η κοινωνική ζωή ανάγεται στην ψυχική ζωή των μελών της κοινωνίας, και εδώ το περιεχόμενο της ιδέας της προόδου παραμένει το ίδιο: αύξηση της πληρότητας και της αρμονίας της ζωής· πρέπει μόνο να προσθέσουμε: της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Και φυσικά η ιδέα της κοινωνικής προόδου δεν είχε ποτέ και δεν μπορεί να έχει άλλο περιεχόμενο» (σελ. 16).

«Βρήκαμε… πως ο ιδεαλισμός εκφράζει μέσα στη ψυχή του ανθρώπου τη νίκη των πιο κοινωνικών διαθέσεων πάνω στις λιγότερες κοινωνικές, ότι το ιδανικό της προόδου είναι αντανάκλαση της κοινωνικά προοδευτικής τάσης στον ιδεαλιστικό ψυχικό κόσμο» (32).

Δεν χωράει συζήτηση ότι σ’ όλο αυτό το παιχνίδι με τη βιολογία και την κοινωνιολογία δεν υπάρχει ούτε κόκκος μαρξισμού. Και στον Σπένσερ και στον Μιχαηλόβσκι μπορείτε να συναντήσετε όσους θέλετε ορισμούς, καθόλου χειρότερους, που δεν ορίζουν τίποτε εκτός από τις «καλές προθέσεις» του συγγραφέα και που δείχνουν την πλήρη έλλειψη κατανόησης, του «τι είναι ιδεαλισμός και τι υλισμός».

Τρίτο βιβλίο του «Εμπειριομονισμού», άρθρο «Κοινωνική επιλογή» (βάσεις της μεθόδου) 1906. Ο συγγραφέας αρχίζει με την ανασκευή των «εκλεκτικών κοινωνικοβιολογικών αποπειρών του Λάνγκε, του Φέρρυ, του Βόλτμαν και πολλ. αλλ.» (σελ. 1) και στη σελ. 15 εκθέτει κιόλας το ακόλουθο πόρισμα της «έρευνας»: «Μπορούμε να διατυπώσουμε τη θεμελιακή σχέση ενεργειακής και κοινωνικής επιλογής με τον ακόλουθο τρόπο:

Κάθε πράξη κοινωνικής επιλογής αποτελεί αύξηση ή ελάττωση της ενέργειας του κοινωνικού συμπλέγματος στο οποίο αναφέρεται. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μπροστά μας “θετική επιλογή”, στη δεύτερη “αρνητική επιλογή”». (Υπογράμμιση του συγγραφέα).

Και μια τέτοια ανεκδιήγητη ανοησία μάς την προσφέρουν για μαρξισμό! Μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο στείρο, πιο άψυχο και πιο σχολαστικό από ένα τέτοιο αράδιασμα λέξεων της βιολογίας και της ενεργειακής, που στην περιοχή των κοινωνικών επιστημών δεν δίνουν και δεν μπορούν να δώσουν απολύτως τίποτε; Δεν υπάρχει εδώ ούτε ίχνος συγκεκριμένης οικονομικής έρευνας, ούτε νύξη για τη μέθοδο του Μαρξ, τη μέθοδο της διαλεκτικής και την κοσμοθεωρία του υλισμού, αλλά ένα απλό σκάρωμα ορισμών και απόπειρες να τους προσαρμόσουν στα έτοιμα συμπεράσματα του μαρξισμού. «Η γρήγορη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της καπιταλιστικής κοινωνίας αποτελεί αναμφίβολα, αύξηση της ενέργειας του κοινωνικού συνόλου…» – το δεύτερο μισό της φράσης, είναι, αναμφίβολα, απλή επανάληψη του πρώτου μισού, εκφρασμένη με όρους κενούς σε περιεχόμενο, που φαίνονται σαν να «βαθαίνουν» το ζήτημα, ενώ στην ουσία δεν διαφέρουν ούτε κατά μια τρίχα από τις εκλεκτικές βιολογικοκοινωνιολογικές απόπειρες του Λάνγκε και Σίας! –«ωστόσο ο δυσαρμονικός χαρακτήρας αυτού του προτσές καταλήγει τελικά σε “κρίση”, σε τεράστια σπατάλη παραγωγικών δυνάμεων, σε απότομη ελάττωση της ενέργειας: η θετική επιλογή εναλλάσσεται με την αρνητική»(18).

Ο Μπογκντάνοφ μπορεί να καταριέται όσο θέλει τους υλιστές «για διαστρέβλωση των σκέψεών του», όμως καμιά κατάρα δεν θ’ αλλάξει το απλό και ξεκάθαρο γεγονός. Η διόρθωση στον Μαρξ και η ανάπτυξη του Μαρξ που γίνεται από τον «εμπειριομονιστή» Μπογκντάνοφ στο πνεύμα τάχα του Μαρξ δεν διαφέρει σε τίποτε το ουσιαστικό από την ανασκευή του Μαρξ που κάνει ο ιδεαλιστής και γνωσιολογικός σολιψιστής Σούμπερτ-Ζόλντερν. Ο Μπογκντάνοφ διαβεβαιώνει ότι δεν είναι ιδεαλιστής. Ο Σούμπερτ-Ζόλντερν διαβεβαιώνει ότι είναι ρεαλιστής (ο Μπαζάροφ μάλλον το πίστεψε). Στην εποχή μας, ο φιλόσοφος δεν μπορεί να μην ανακηρύσσει τον εαυτό του «ρεαλιστή» και «αντίπαλο του ιδεαλισμού». Είναι καιρός πια να το καταλάβετε αυτό, κύριοι μαχιστές!

Και οι ενυπαρξιστές, και οι εμπειριοκριτικοί, και ο εμπειριομονιστής λογομαχούν για τα επιμέρους, για λεπτομέρειες, για τη διατύπωση του ιδεαλισμού, ενώ εμείς απορρίπτουμε ευθύς εξαρχής, όλες τις βάσεις της φιλοσοφίας τους, που είναι κοινές για ολόκληρη την τριάδα. Ας κηρύσσει ο Μπογκντάνοφ με την καλύτερη σημασία και με τις καλύτερες προθέσεις την «ταυτότητα» κοινωνικού Είναι και κοινωνικής συνείδησης, υιοθετώντας όλα τα συμπεράσματα του Μαρξ· εμείς θα πούμε: Μπογκντάνοφ μείον «εμπειριομονισμός» (ή σωστότερα μείον μαχισμός) ίσον μαρξιστής. Γιατί, αυτή η θεωρία της ταυτότητας κοινωνικού Είναι και κοινωνικής συνείδησης είναι ένας καθαρός παραλογισμός, είναι μια απόλυτα αντιδραστική θεωρία. Και αν ορισμένα πρόσωπα τη συμβιβάζουν με το μαρξισμό, με μια μαρξιστική θέση, πρέπει να παραδεχτούμε πως οι άνθρωποι αυτοί είναι καλύτεροι από τις θεωρίες τους, όχι όμως και να δικαιολογήσουμε τις κραυγαλέες θεωρητκές διαστρεβλώσεις του μαρξισμού.

Ο Μπογκντάνοφ συμβιβάζει τη θεωρία του με τα συμπεράσματα του Μαρξ, θυσιάζοντας στα συμπεράσματα αυτά την πιο στοιχειώδη συνέπεια. Κάθε ξεχωριστός παραγωγός στην παγκόσμια οικονομία έχει συνείδηση του γεγονότος ότι εισάγει μιαν ορισμένη αλλαγή στην τεχνική της παραγωγής, κάθε νοικοκύρης έχει συνείδηση του γεγονότος ότι ανταλλάσσει ορισμένα προϊόντα με άλλα· αυτοί, όμως, οι παραγωγοί κι αυτοί οι νοικοκυραίοι δεν καταλαβαίνουν ότι αλλάζουν έτσι το κοινωνικό Είναι. Ούτε 70 Μαρξ δεν θα μπορούσαν να συλλάβουν το σύνολο όλων αυτών των αλλαγών με όλα τα παρακλάδια τους στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Το σπουδαιότερο είναι ότι ανακαλύφθηκαν οι νόμοι αυτών των αλλαγών, καταδείχθηκε στις κύριες και βασικές γραμμές η αντικειμενική λογική αυτών των αλλαγών και της ιστορικής τους εξέλιξη, αντικειμενική όχι με την έννοια ότι μια κοινωνία συνειδητών όντων, των ανθρώπων, μπορούσε να υπάρχει και να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη των συνειδητών όντων (η «θεωρία» του Μπογκντάνοφ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να υπογραμμίζει τέτοιες ανοησίες), αλλά με την έννοια ότι το κοινωνικό Είναι είναι ανεξάρτητο από την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων.

Από το γεγονός ότι ζείτε και ασκείτε νοικοκυριό, από το γεγονός ότι γεννάτε παιδιά, παράγετε προϊόντα και τα ανταλλάσσετε, διαμορφώνεται μια ορισμένη αντικειμενικά αναγκαία αλυσίδα γεγονότων, αλυσίδα εξέλιξης, ανεξάρτητη από την κοινωνική σας συνείδηση, που δεν τη συλλαβαίνει ποτέ στην πληρότητά της η συνείδηση. Το ύψιστο καθήκον της ανθρωπότητας είναι να συλλάβει αυτή την αντικειμενική λογική της οικονομικής εξέλιξης (εξέλιξης του κοινωνικού Είναι) στα γενικά και κύρια χαρακτηριστικά της για να προσαρμόσει σ’ αυτήν όσο το δυνατόν πιο ακριβολογημένα, πιο ξεκάθαρα και πιο κριτικά την κοινωνική της συνείδηση και τη συνείδηση των πρωτοπόρων τάξεων όλων των καπιταλιστικών χωρών.

Όλα αυτά τα παραδέχεται ο Μπογκντάνοφ. Ώστε; Ώστε στην πράξη πετάει σαν κάτι το άχρηστο τη θεωρία του της «ταυτότητας κοινωνικού Είναι και κοινωνικής συνείδησης» και η θεωρία του αυτή παραμένει μια κούφια σχολαστική απόφυση, το ίδιο κούφια, νεκρή και άχρηστη όπως και η «θεωρία της καθολικής υποκατάστασης», ή η διδασκαλία για τα «στοιχεία», την «ενδοβολία» και όλη η υπόλοιπη μαχιστική ασυναρτησία. Μα «ο νεκρός αδράχνει το ζωντανό», η νεκρή σχολαστική απόφυση, ενάντια στη θέληση και ανεξάρτητα από τη συνείδηση του Μπογκντάνοφ, μετατρέπει τη φιλοσοφία του σε όργανο εξυπηρέτησης των διαφόρων Σούμπερτ-Ζόλντερν και των άλλων αντιδραστικών, που διαδίδουν σε χίλιους δυο τόνους από εκατοντάδες καθηγητικές έδρες αυτό ακριβώς το νεκρό στοιχείο στη θέση του ζωντανού, ενάντια στο ζωντανό, με σκοπό να πνίξουν το ζωντανό. Ο Μπογκντάνοφ προσωπικά είναι άσπονδος εχθρός κάθε αντίδρασης και ιδιαίτερα της αστικής αντίδρασης. Η «υποκατάσταση» του Μπογκντάνοφ και η θεωρία του της «ταυτότητας κοινωνικού Είναι και κοινωνικής συνείδησης» εξυπηρετούν αυτή την αντίδραση. Είναι θλιβερό γεγονός, πάντως, όμως, είναι γεγονός.

Στη μεγάλη επιτυχία που σημείωσαν οι τριήμερες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ, στο πάρκο «Αντ. Τρίτσης», αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ο Γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ, Νίκος Αμπατιέλος, στη συνέντευξη που παραχώρησε στον ιντερνετικό ραδιοφωνικό σταθμό «XFM», τη Δευτέρα 24 Σεπτέμβρη.

«Ήταν μια αγωνιστική ανάταση για το λαό μας», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως οι εκδηλώσεις ήταν πάρα πολύ επιτυχημένες σε κάθε πόλη και χωριό. Ο Ν. Αμπατιέλος υπογράμμισε επίσης πως το μεγάλο στοίχημα για το ΚΚΕ και την ΚΝΕ είναι να σκεφτούν οι νέοι άνθρωποι έξω από τα όρια του συστήματος.

Αναφερόμενος στην παρουσία της 17χρονης Παλαιστίνιας Αχέντ Ταμίμι στο Φεστιβάλ, σημείωσε πως «μας τίμησε με την παρουσία της», ενώ «από την πλευρά μας ήταν ένα μήνυμα αλληλεγγύης στον δίκαιο αγώνα του παλαιστινιακού λαού».

πηγή https://www.902.gr/eidisi/neolaia-paideia/169273/festival-itan-mia-agonistiki-anatasi-gia-lao-mas-audio