st 2

3.

ΚΑΙ Ο ΜΑΡΞ ΚΑΙ Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΚΑΙ Ο ΛΕΝΙΝ ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ρόλο της τέχνης υποστήριζαν πως δεν είναι μόνο μέσο για τη μελέτη της πραγματικότητας, αλλά και όπλο για την ιδεολογική και πολιτική διαπαιδαγώγηση. Αυτό ακριβώς εννοούσε ο Λένιν, όταν ελεγε πως:

”Ο Νεκράσωφ κι ο Σαλτίκωφ δίδαξαν τη ρωσική κοινωνία να διακρίνει κάτω από τη φρεσκοσιδερωμένη και πασαλειμένη με πομάδα εξωτερική εμφάνιση του δήθεν πολιτισμένου φεουδάρχη τσιφλικά, τ’ αρπακτικά του συμφέροντα, δίδαξαν το μίσος για την υποκρισία και την απονιά παρό­μοιων τύπων” (Λένιν, “Απαντα XII).

Ο παιδαγωγικός ρόλος της τέχνης στον ιδεολογικό τομέα είναι, όπως λένε όλοι οι θεμελιωτές του μαρξισμού, η μερική εκδήλωση της αντίστροφης επίδρασης των ιδεών, των θεωριών πάνω στην ίδια τη ζωή, που τις γέννησε:

”Όσo για τη σημασία, γράφει ο Στάλιν, των κοινωνικών ιδεών, θεω­ριών, αντιλήψεων και πολιτικών θεσμών, όσο για το ρόλο τους στην ιστο­ρία, ο ιστορικός υλισμός όχι μόνο δεν αρνιέται, μα απεναντίας υπογραμ­μίζει το σοβαρό ρόλο και τη σημασία τους στην κοινωνική ζωή, στην ιστο­ρία της κοινωνίας… οι κοινωνικές ιδέες, οι θεωρίες και οι πολιτικοί θεσμοί, έχοντας γεννηθεί με βάση τα οριμασμένα καθήκοντα της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, της εξέλιξης του κοινωνικού είναι, επενεργούν έπειτα οι ίδιες πάνω στην υλική ζωή της κοινωνίας, δημιουργώντας τους όρους που απαιτούνται για να φέρουν σε πέρας τη λύση των ώριμων προβλημά­των της υλικής ζωής της κοινωνίας και να κάνουν δυνατή την παραπέρα εξέλιξή της” (Στάλιν. Διαλεχτικός και ιστορικός υλισμός, ελλ. εκδ. σελ, 22 – 23).

Ο Στάλιν, όταν ακόμα φοιτούσε στο σεμινάριο, χρησιμοποιούσε την τέχνη σαν μέσο ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης, διάβαζε ή διηγόταν στους συντρόφους του έργα σαν το ”Γκόγκια Ουισβίλι” του Ε. Νινοσβίλι «που περιγράφει την κατάσταση των καταπιεζομένων και χωρίς δικαιώματα αγροτών» (Π. Καπανατζέ,”Αφηγήσεις των γέρων εργατών της Υπερκαυκασίας για το μεγάλο Στάλιν 1937).

”Ο σ. Στάλιν, διηγείται, μια από τις συντρόφισες που παρακολούθη­σαν τα πρώτα επαναστατικά του βήματα στην Υπερκαυκασία, με κάθε τρόπο μας τραβούσε στην επαναστατική δουλειά. Με δική του πρωτοβουλία αρχίσαμε να οργανώνουμε εργατικές παραστάσεις πάνω σε μια μικρή σκηνή του σιδηροδρομικού σταθμού (Βέρα Λομντζάρνα, Ο Στάλιν μας διαπαιδαγώγησε με το θάρρος και το μίσος για τον εχθρό, στο ίδιο έργο).

”Το 1905, έγραφε ο Στάλιν πριν ακόμα από την Οχτωβριανή επανάσταση, δεν πήγε χαμένο … Η ανάπτυξη των εφημερίδων και γενικά της λογοτεχνίας, κάποια ελευθερία του τύπου και των εκπολιτιστικών ιδρυμά­των, η ανάπτυξη των λαϊκών θεάτρων κλπ., συντέλεσαν δίχως αμφιβολία, στη στερέωση του ”εθνικού αισθήματος” (Στάλιν, Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα).

Ο σ. Στάλιν βάζει σε εισαγωγικά τις λέξεις «εθνικού αισθήμα­τος» για να τους δώσει, μέσα στις συνθήκες της τσαρικής λογοκρισίας πλατύ κοινωνικοπολιτικό νόημα.

«…Ήταν στα 1927, διηγείται ο Φ. Γκλάντκωφ. Έδωσα το πρώτο σκίτσο για την Κομμούνα, ήταν η πρώτη κομμούνα που έπαιρνε θέση στη λογοτεχνία. Ο σ. Στάλιν πρόσεξε το σκίτσο μου και σύστησε να εκδοθεί σε απεριόριστο αριθμό αντίτυπα» (Φ. Γκλάντκωφ, Λόγος στην πρώτη ολομέλεια της “Ενωσης των σοβιετικών συγγραφέων 1933).

Σε όλες τις βασικές του θέσεις για την τέχνη, ο σ. Στάλιν υπο­γραμμίζει τον παιδαγωγικό και ιδεολογικό – εκπολιτιστικό ρόλο της καλλιτεχνικής παραγωγής. Ονομάζοντας τους συγγραφείς «μηχανικούς της ανθρώπινης ψυχής» ήθελε να τονίσει αυτόν ακριβώς το ρόλο της τέχνης.

“Αξέχαστη μας μένει, λέει ο Λ. Νικούλιν, η συνάντηση των συγγρα­φέων με τους καθοδηγητές του κόμματος και της κυβέρνησης στο σπίτι του Γκόρκι. Οι καθοδηγητές του λαού έλεγαν στους συγγραφείς πόσο ψηλά βά­ζουν τη λογοτεχνία. Ακριβώς εκείνη τη βραδιά, ο σ. Στάλιν ονόμασε για πρώτη φορά τους σοβιετικούς λογοτέχνες ”μηχανικούς της ανθρώπινης ψυ­χής”. Ο Στάλιν μίλησε πολύ για τους σκοπούς της λογοτεχνίας (Λ. Νικούλιν, Η ζωή είναι δράση ”Λογοτεχνική εφημερίδα” 15 Ιούνη 1938).

Σημειώνοντας τη μορφωτική σημασία της τέχνης ο Στάλιν, έβαλε με ιδιαίτερη οξύτητα το ζήτημα για την κοινωνική σημασία του κινηματογράφου και του θεάτρου. «Ο κινηματογράφος είναι με­γάλο μέσο για μαζική προπαγάνδα», σημείωνε ο Στάλιν στην εκθεσή του στο 13ο συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ.). Στο χαιρετισμό του προς τους εργάτες της σοβιετικής κινηματογραφίας στις πρώτες του φράσεις λέει:

”Κατέχοντας εξαιρετικές δυνατότητες για την πνευματική επίδραση πάνω στις μάζες, ο κινηματογράφος στα χέρια της σοβιετικής εξουσίας αποτελεί μια τεράστια, ανεκτίμητη δύναμη” (Πράβντα, 11 του Γενάρη 1935).

Ο Στάλιν θεωρεί:

”Την άνθιση του εθνικού πολιτισμού των λαών της ΕΣΣΔ, εθνικού στη μορφή και σοσιαλιστικού στο περιεχόμενο, σαν έναν από τους πιο αποφα­σιστικούς παράγοντες, που άλλαξε ριζικά τη μορφή αυτών των λαών, έσβησε μέσα τους το συναίσθημα της αμοιβαίας δυσπιστίας, ανάπτυξε το συναί­σθημα της αμοιβαίας φιλίας κ’ έτσι μπήκε στο δρόμο της η πραγματική αδελφική συνεργασία των λαών μέσα στο σύστημα ενός ενιαίου κράτους” (Στάλιν, Έκθεση στο 8ο πανενωσιακό συνέδριο των σοβιέτ).

Η τέχνη είναι ένα από τα δυνατότερα όπλα για την ιδεολογική και πολιτική διαπαιδαγώγηση και τον ταξικό αγώνα. Πρέπει να χρησιμοποιηθεί εξαιρετικά πλατιά για τους σκοπούς της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των εργαζομένων. Αυτό είναι το άμεσο συμπέρασμα από τις πολυάριθμες δηλώσεις του σ. Στάλιν.

4.

”…Το λογοτεχνικό μέρος της κομματικής δουλειάς του προλεταριά­του, έγραφε ο Λένιν, δεν πρέπει να ταυτίζεται κατά ένα ορισμένο τρόπο με άλλα τμήματα της κομματικής υπόθεσης του προλεταριάτου…Εδώ χρειάζεται να εξασφαλιστεί η πιο μεγάλη απλοχωριά για την προσωπική πρωτοβουλία, τις ατομικές κλίσεις, την ευρύτητα της σκέψης και της φαντα­σίας, τη μορφή και το περιεχόμενο” (Λένιν. Κομματική οργάνωση και κομματική λογοτεχνία, Απαντα, ΙΙΙ).

Συνεχίζοντας και βαθαίνοντας τη θεωρία του Λένιν, ο σ. Στάλιν επανειλημένα έλεγε στους κριτικούς, που δεν ένιωθαν ακόμα τη φύση του συγγραφέα:

”Ο συγγραφέας αντλεί υλικό, χρώματα για τα έργα του από τη συγ­κεκριμένη πραγματικότητα και σεις του υποβάλλετε το σχήμα. Αφήστε τον να διδαχτεί από τη ζωή”.

Κάποιος έκανε την παρατήρηση: ”Μα αυτό είναι εμπειρισμός”. Ο σ. Στάλιν απάντησε:

”Ανοησία! Αυτή τη λέξη μπορούμε να την εφαρμόσουμε στον πολιτικό, στον επιστήμονα, όχι όμως στο συγγραφέα. Πρέπει να καταλάβετε πως αν ο συγγραφέας αποδώσει τίμια την αλήθεια της ζωής, κατ’ ανάγκη θα κατα­λήγει στο μαρξισμό” (Φ. Πανφέρωφ, Για την καινοτομία, το σύγχρονο θέμα και τον αγωνιστή. Περιοδικό ”Οχτώβρης” 1933, Χ).

Τα λόγια αυτά του σ. Στάλιν χτυπούν τη χοντροκομένη κοινω­νιολογική εξήγηση της τέχνης, της δημιουργικής καλλιτεχνικής εργα­σίας, την παραγνώριση της ιδιομορφίας της. Φυσικά τα λόγια αυτά δεν αποκλείουν, απεναντίας προϋποθέτουν ότι ο συγγραφέας, ο μουσικός, ο ζωγράφος, ο καλλιτέχνης πρέπει ν’ ανεβάζει διαρκώς το πολιτικό και το ιδεολογικό του επίπεδο.

Στην έκθεσή του ατό το 18ο συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ.), ο σ. Στάλιν έλεγε :

”Υπάρχει ένας τομέας της επιστήμης, που η γνώση του πρέπει να γίνει υποχρεωτική για τους μπολσεβίκους, σ’ οποιονδήποτε τομέα της επι­στήμης κι αν δουλεύουν* είναι η μαρξιστική – λενινιστική επιστήμη για την κοινωνία, για τους νόμους της εξέλιξης της κοινωνίας, για τους νόμους της εξέλιξης της προλεταριακής επανάστασης, για τους νόμους της εξέλιξης της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, για τη νίκη του κομμουνισμού. Γιατί δε μπορεί να θεωρηθεί πραγματικός λενινιστής ένας άνθρωπος που ονομάζει τον εαυτό του λενινιστή, είναι όμως κλεισμένος στην ειδικότητά του” (Στάλιν, Έκθεση ατό 18ο συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ.).

Η κατάκτηση της θεωρίας του μπολσεβικισμού βοηθεί τον καλ­λιτέχνη να νιώσει πιο πλέρια την αλήθεια και να την απεικονίσει στα έργα του. Θα ήταν ανόητο να βασίζεται κανείς μόνο στην ”καλ­λιτεχνική διαίσθηση” τη στιγμή που υπάρχει ένα πανίσχυρο όργανο γνώσης, ο μαρξισμός – λενινισμός. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητο πως ο καλλιτέχνης ξεσκεπάζει τη μια ή την άλλη πλευρά της αλήθειας, κά­ποτε και με πολύ βάθος, όταν στη λίγο πολύ άμεση επαφή του με την πραγματικότητα αναζητεί την αλήθεια με ειλικρίνεια και πάθος. Η βαθειά, άμεση σύνδεση με την πραγματικότητα έκανε πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας να εκφραστούν στα έργα τους με τέτοιο ρεαλισμό που αναγκάστηκαν

”να στραφούν ενάντια στις ίδιες τους τις συμπάθειες και τις πολιτικές προκαταλήψεις” (Ένγκελς, Γράμμα στο Χάρκνες).

Το γεγονός αυτό προκαθορίζει την ανάγκη μιας εντελώς ξεχωριστής συμπεριφοράς προς τον καλλιτέχνη. Το ζήτημα είναι ότι ο καλλιτέχνης στη δημιουργία του απεικονίζει την πραγματικότητα ανάλογα με τον τρόπο που τη νιώθει. Και όσο πιο στενή και πιο οργανική είναι η σύν­δεσή του με την πραγματικότητα, τόσο πιο ζωντανά είναι τα έργα του. Οι αγοραίοι κοινωνιολόγοι που θεωρούν την τέχνη σαν έκφραση της ”ταξικής ιδεολογίας”, αγνοούν το γεγονός ότι η συνείδηση απεικονίζει την πραγματικότητα με μικρότερη ή μεγαλύτερη ακρίβεια. Βλέπουν στο καλλιτεχνικό έργο είτε την αφηρημένη ιδέα, είτε τον κοινωνικό χα­ρακτήρα της μιας ή της άλλης τάξης, ψάχνουν κυρίως να βρουν μέσα του τον ταξικό προσδιορισμό του συγγραφέα, ξεχνώντας την αντι­κειμενικά μορφωτική έννοια της δημιουργίας του. Δεν οδηγούν τον τε­χνίτη του λόγου, του χρώματος, του ήχου στην πραγματικότητα, αλλά στη σχολαστικά, αφηρημένα και μηχανικά εννοούμενη ”υλιστική – διαλεχτική” διδασκαλία. Το γεγονός είναι πως ο καλλιτέχνης απεικονίζον­τας την πραγματικότητα και επιδρώντας πάνω της, υφίσταται και ο ίδιος την επίδρασή της. Όταν διαλέγει κάποιο επίκαιρο σύγχρονο θέμα αντιμετωπίζει αμέσως την ανάγκη να μελετήσει τις κυριότερες σχέ­σεις της πραγματικότητας. Αυτό τον συνδέει με τις κατευθυντικές τά­σεις της σύγχρονης ζωής, πλαταίνει τον ιδεολογικό του ορίζοντα, ανυψώνει τις δημιουργικές του δυνατότητες και δίνει στα έργα του μια ξεχωριστή ζωντάνια.

Ο σ. Στάλιν επιμένει πάντα στην ειδική φύση της τέχνης και τον ειδικό χαρακτήρα της καθοδήγησής της και δίνει το παράδειγμα αυτής της καθοδήγησης στις προσωπικές του σχέσεις με τους εργάτες της τέχνης συγγραφείς, ηθοποιούς, μουσικούς κλπ.

Πολλές φορές ο σ. Στάλιν εφιστούσε την προσοχή λέγοντας πως η λογοτεχνία είναι λεπτό πράγμα:

”Να είστε, έλεγε, υπομονετικοί και πολύ προσεκτικοί με τους συγγραφείς και με τους κριτικούς. Να μη μεταφέρετε τις διοικητικές μεθόδους στη λογοτεχνία”(Φ. Πανφέρωφ, Περιοδικό ”Οχτώβρης” Ι).

Η εκλογή του αντικειμένου που θα απεικονιστεί, η διαμόρφωση του θέματος εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ταλέν­του του καλλιτέχνη, από την ιδιομορφία της πείρας του, τα κοινωνικά ενδιαφέροντα, τις δημιουργικές τάσεις κλπ. Αυτό δεν ήθελαν και δε θέλουν καθόλου να το καταλάβουν οι αγοραίοι κοινωνιολόγοι, που εφαρμόζουν τις μηχανιστικές ”θεωρίες” της κοινωνικής εντολής, της εξωτερικής επιταγής κλπ. Οι μηχανιστικές αυτές θεωρίες έκαναν στον καιρό τους να βλέπουν το συγγραφέα και το θέμα του με τον ίδιο τρόπο που βλέπουν τα εμπορικά συμφωνητικά για τα μοσχάρια, τα πρόβατα, τα δέρματα. Έτσι ο καλλιτέχνης έχανε εκείνη την εσωτερική, την καθαρά προσωπική σχέση με το θέμα του, που υπάρχει μέσα στον κάθε αληθινό καλλιτέχνη.

Στην πάλη ενάντια στην αγοραία κοινωνιολογική αντίληψη για το θέμα, ο σ. Στάλιν έκανε τη σύσταση πως:

”Ο συγγραφέας δεν πρέπει να υποχρεώνεται να γράψει για τα κολχόζ ή το Μαγκνιτογκόρσκ. Δε μπορεί κανείς να γράψει γι’ αυτά τα πράγματα από υποχρέωση” (Β. Στάφσκι, ”Να μην επαναπαυόμαστε, να δυναμώνουμε τη δουλειά”. ”Λογοτεχνική εφημερίδα” αρ.49 της 1 του Σεπτέμβρη 1936).

Σχετικά μ’ αυτό, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η συζήτηση του Στάλιν με τον παρασημοφορημένο σκηνοθέτη Α. Ντοβζένκο για τη δουλειά του πάνω στην κινηματογραφική ταινία ”Στσόρς”.

”Ο σ. Στάλιν, διηγείται ο Α. Ντοβζενκο, με κάλεσε ο ίδιος να τον επισκεφθώ. Αυτό έγινε την εποχή που η δουλειά για το ”Αερογκράντ” βρίσκον­ταν στη βράση της κ’ εγώ ήμουν κυριολεκτικά τσακισμένος από τα άρθρα των εφημερίδων για τη σκηνοθεσία του «Στσορς», που μου είχε προτείνει ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς. Στο γραφείο του σ. Στάλιν γινόταν φαίνεται κάποια σύσκεψη και μπήκα μέσα όταν έγινε διακοπή και ο ίδιος δεν ήταν στο γρα­φείο. Σε λίγα λεπτά ο σ. Στάλιν ήρθε μέσα και πρώτα απ’ όλα με ρώτησε αν είχα συστήθει με όλους. Και μόνον όταν του απάντησα καταφατικά, άρχισε να με ρωτά προσεκτικά για τη δουλειά μου στο ”Αερογκράντ”, για το αν είμαι ικανοποιημένος από τη δημιουργία αυτή και για το αν με βοήθα αρκετά η Διεύθυνση της αεροπορίας για τη φωτογράφιση των αεροπλάνων. Κοντολογής ένιωσα, πως μου εξασφαλίζονταν κάθε βοήθεια για να τε­λειώσει η ταινία. Ωστόσο σκεφτόμουνα: μήπως με κάλεσε μόνο γι αυτό; ”Και τώρα θα σας πω γιατί σας κάλεσα”, μου είπε ο σ. Στάλιν. ”Όταν μί­λησα την τελευταία φορά μαζί σας για το ”Στσορς”, όλα όσα σας είπα τα είπα σαν συμβουλή. Σκεπτόμουν απλώς τι θα κάνετε π.χ. για την Ουκρα­νία. Όμως, ούτε τα δικά μου λόγια, ούτε τα άρθρα των εφημερίδων σας δεσμεύουν σε ο,τιδήποτε. Είσαστε ελεύθερος άνθρωπος: θέλετε να κάνετε το ”Στσορς?” κάνετε το* αν όμως έχετε άλλα σχέδια, κάνετε άλλα. Χωρίς στενοχώρια. Σας κάλεσα για να σας το πω, να το ξέρετε”. Ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς μου τα είπε αυτά σιγανά και χωρίς χαμόγελο πια, με κάποια όμως ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα. Μέσα σε κρατικές υποθέσεις τεράστιας σπουδαιότητας ο σ. Στάλιν βρήκε τον καιρό να θυμηθεί τον καλλι­τέχνη, να ελέγξει την ψυχική του κατάσταοη, να του αφαιρέσει το αίσθημα έστω και μιας φανταστικής δέσμευσης και να του δώσει πλήρη ελευθερία εκλογής. Είπα στο σ. Στάλιν πως ίσα-ίσα είμαι έτοιμος να πραγματο­ποιήσω τον ”Στσορς”. Τον ευχαρίστησα για την ιδέα και κατάκρινα πολλές φορές τον εαυτό μου γιατί εγώ, ένας ουκρανός καλλιτέχνης, δεν το σκέφτηκα μόνος μου” (Α. Ντοβζένκο, Ο δάσκαλος και φίλος του καλ­λιτέχνη, ”Κινηματογραφική τέχνη”, αρ. 10, 1937).

Από δω βγαίνει το συμπέρασμα ότι με το να παίρνει κανείς υπόψη του την ιδιομορφία της καλλιτεχνικής δημιουργίας δεν απο­κλείει την κοινωνικοπολιτική και μεθοδολογική καθοδήγησή της.

Ο σ. Στάλιν είχε το σκοπό του όταν ρωτούσε τους κομμουνιστές αν ξέρουν τι ακριβώς γράφουν οι συγγραφείς (Β. Στάφσκι, ”Φι­λολογική εφημερίδα”. Αρ. 49 της 1 Σεπτέμβρη 1936).

Ο σ. Στάλιν παρακολουθεί προσεκτικά, μέρα με τη μέρα, τη σοβιετική τέχνη κ’ εφαρμόζει συγκεκριμένα μέτρα για την παραπέρα ανάπτυξή της με την εξαιρετική εκείνη «απλότητα, λεπτότητα και ευρύτητα κατανόησης» των ζητημάτων, που έκαναν τόση εν-τυπωση στο Ρομαίν Ρολλάν, όταν συναντήθηκε με το Στάλιν (Μ. Έρλιχ, Ο Ρομαίν Ρολλάν για την επίσκεψη του στο Στάλιν «Πράβντα» 5 του Ιούλη 1935).

Αυτή η λεπτότητα και η ευρύτητα κατανόησης στην καθοδήγηση της τέχνης εκδηλώθηκαν ανάγλυφα στις συζητήσεις του σ. Στάλιν με το σκηνοθέτη του κινηματογράφου A. Π. Ντοβζένκο.

“Όταν στη συνεδρίαση του προεδρείου της Κεντρικής εκτελεστικής επιτροπής της ΕΣΣΔ απονεμήθηκε στο σ. Ντοβζένκο το παράσημο του Λένιν, ο Ντοβζένκο γυρίζοντας στη θέση του, άκουσε την παρατήρηση του σ. Στάλιν: ”Τώρα μας χρωστάς τον Ουκρανό Τσαπάγιεφ”. Σε λίγο στην ίδια συνεδρίαση ο σ. Στάλιν ρώτησε το σ. Ντοβζένκο. ”Ξέρετε την ιστορία του Τσαπάγιεφ; για σκεφτείτε γι αυτόν” (Μ. Έρλιχ, Ουκρανός Τσαπάγιεφ, ”Πράβντα”, 29 του Γενάρη 1936).

Όταν ο σ. Στάλιν βεβαιώθηκε ότι ο σ. Ντοβζένκο είναι γεμάτος χαρά και προθυμία για να πραγματοποιήσει την ταινία για τον «Ου­κρανό Τσαπάγιεφ», άρχισε να μιλάει λεπτομερειακά για τη διαφορά ανάμεσα στον Τσαπάγιεφ και το Στσορς, για την ανάγκη να χρησι­μοποιηθούν τα ουκρανικά τραγούδια, η μουσική κλπ.

Η τέχνη είναι ιδιόμορφη. Ξεχωρίζει από την ειδική της φύση. Δεν πρέπει να ταυτίζεται τυπικά με τις άλλες μορφές που απεικονίζουν την πραγματικότητα. Όσοι εργάζονται στην περιοχή της τέχνης ή την καθοδηγούν, πρέπει να έχουν πάντα υπόψη τους την ειδική της φύση. Aυτό βγαίνει ξεκάθαρα από τα λόγια του σ. Στάλιν.

5.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΠΩΣ Η ΤΕΧΝΗ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ και ιδεολογική, ψυχοπλαστική δύναμη, ο σ, Στάλιν, που συνεχίζει τη γραμμή του Λένιν, παρακολουθεί προσεκτικά την εξέλιξη της σο­βιετικής τέχνης, την καθοδηγεί καθημερινά και την κατευθύνει στο σωστό δρόμο.

Έτσι στο σ. Στάλιν ανήκει η πρωτοβουλία της ιστορικής απόφασης της Κεντρικής επιτροπής του ΚΚΣΕ (μπ.) της 23ης του Απρίλη 1932 για την Αναδιοργάνωση των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών ορ­γανώσεων. Έτσι

”αποδίδοντας μεγάλη σημασία στην παιδική λογοτεχνία, στα ζητή­ματα της αγωγής και γνωρίζοντας τις εκδοτικές της αδυναμίες, ο σ. Στάλιν έβαλε το ζήτημα να περάσει αυτή η δουλειά στην κομμουνιστική νεολαία” (Αντρέγιεφ, Για την παιδική λογοτεχνία, ”Πράβντα” 29 του Γενάρη 1936).

Ο σ. Στάλιν επανειλημμένα συζητεί με τους αντιπροσώπους του θεάτρου, σημειώνει την προοπτική της μελλοντικής του εξέλιξης, δεί­χνει τις ελλείψεις του. Συμβουλεύει στο καλλιτεχνικό θέατρο της Μό­σχας να ανεβάσει έργα όπως οι ”Εχθροί” είτε η ”Λιουμπόβ Γιαροβάγιαν (Λόγος του Β. Ν. Νεμίροβιτς – Νταντσένκο στη συνεδρίαση του προεδρείου της Κεντρικής εκτελεστικής επιτροπής της ΕΣΣΔ της 7 του Μάη 1937, «Ισβέστια» της 8 του Μάη 1937). Σε συζήτηση με το σ. Σαμοσούντ δίνει την ιδέα για τη δημιουργία κλασικού σοβιετι­κού μελοδράματος, κάνει παρατηρήσεις στο συνθέτη Ντζορζίνσκι για το μελόδραμά του ”Ο ήσυχος Nτον”, προτείνει να χρησιμοποιείται όσο μπορεί πιο πλατιά και θαρραλέα η λαϊκή δημιουργία και δίνει τε­ράστια προσοχή στη χορωδία του Κόκκινου στρατού, παρακολουθεί αδιάκοπα τις επιτυχίες της κλπ.

Από την αφήγηση του καθηγητή Αλεξάντρωφ, διευθυντή της χο­ρωδίας του Κόκκινου στρατού, μπορεί κανείς να κρίνει πόσο βαθειές και συγκεκριμένες είναι οι υποδείξεις του σ. Στάλιν στον τομέα της σο­βιετικής τέχνης.

” . . . Στα 1933 διηγείται ο καθηγητής Αλεξάντρωφ, ο σ. Βοροσίλωφ παρουσίασε τη χορωδία μας στον ηγέτη των λαών, τον αγαπημένο μας Ιω­σήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν. Ο σ. Στάλιν είδε αμέσως οτι ο όμιλός μας κρύβει πολλά ταλέντα και μπορεί να εξελιχτεί σε πολύ δυνατό οργανι­σμό, γι’ αυτό και πρότεινε να διπλασιάσουμε τις δυνάμεις του. Από την εποχή εκείνη παίρνουμε μέρος σ’ όλες, χωρίς εξαίρεση, τις κρατικές συναυ­λίες και νιώθουμε πάντα γύρω μας την προσοχή και τη φροντίδα του σ. Στάλιν. Ο όμιλός μας μεγάλωσε. Στα 1935 είχε κιόλας 100 μέλη, σήμερα έχει 185. Έτσι, με την προσωπική πρωτοβουλία του σ. Στάλιν, μεγάλωσε η χορωδία του Κόκκινου στρατού μας.

”Το ενδιαφέρον των συντρόφων Στάλιν και Βοροσίλωφ για μας δε σταμάτησε εδώ. Στον καταρτισμό του ρεπερτορίου κι ακόμα στην εκλογή χωριστών τραγουδιών, πήραν μεγάλο μέρος οι σύντροφοι Στάλιν και Βοροσίλωφ, που είναι βαθείς γνώστες της τέχνης της χορωδίας και ειδικά της λαϊκής μουσικής. Η χορωδία τους οφείλει πολλά λαϊκά τραγούδια, ακόμα και κλασικά έργα. Έτσι η χορωδία περιέλαβε στο ρεπερτόριο της, με προσωπική υπόδειξη των συντρόφων Στάλιν καί Βοροσίλωφ, τα τραγούδια: ”Καλίνουσκα”, ”Ζακουβάλα τα σίζα ζοζούλα” και ”Παληκάρια ξεζέψτε τ’ αλόγα”. Κι ακόμα ο σ. Στάλιν συμβούλευσε να προσθέσουμε στη χο­ρωδία λαϊκά όργανα για να συνοδεύουν τα λαϊκά τραγούδια.” (A. Β. Αλεξάντρωφ, Το παρασημοφορημένο μας συγκρότημα. Περιοδικό ”Αστέρας”, 1938, II),

Ο Στάλιν παρακολουθεί προσεκτικά και την ανάπτυξη της σο­βιετικής αρχιτεκτονικής και φροντίζει αδιάκοπα για τις ανάγκες της.

Στο Στάλιν ανήκει η πρωτοβουλία για έργα όπως η ανοικοδό­μηση της Μόσχας, η διώρυγα Μόσχας – Βόλγα, το μετρό, το μέγαρο των σοβιέτ και ενδιαφέρθηκε εξαιρετικά για την αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική τους μορφή.

Η γενική ιδέα, που βρίσκεται στη βάση της αρχιτεκτονικής ανα­θεώρησης του σχεδίου της Μόσχας, ανήκει στο Στάλιν.

”Ο σ. Στάλιν, διηγείται ο Λ. Μ. Καγκανόβιτς, παρατηρώντας πως η θέση που πήραν οι οργανώσεις της Μόσχας για το σχέδιο της πόλης είναι σωστή, υπόδειξε πως στο ξαναχτίσιμο της πόλης πρέπει να διεξάγουμε πάλη σε δυο μέτωπα. Εμείς δε μπορούμε να παραδεχτούμε ούτε τη γνώμη εκεί­νων που αρνιούνται την ίδια την έννοια της πόλης, πράγμα που μας παρα­σέρνει να αφήσουμε τη Μόσχα ένα μεγάλο χωριό, ούτε τη γνώμη των οπαδών του υπέρμετρου ουρμπανισμού, που προτείνουν να χτίσουμε μια πόλη ακολουθώντας τον τύπο των κεφαλαιοκρατικών πόλεων, με ουρανοξύστες και μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού.

Η ιστορία, είπε ο σ. Στάλιν στη σύσκεψη, μας δείχνει, πως η πιο οι­κονομική μορφή τοποθέτησης του πληθυσμού στις βιομηχανικές περιοχές είναι η πόλη, που επιτρέπει οικονομία στους υπονόμους, στις υδραυλικές εγκατα­στάσεις, στο φωτισμό, στη θέρμανση κλπ. Γι’ αυτό το λόγο δεν έχουν δίκιο εκείνοι που προτείνουν να απλώσουμε την πόλη σε έκταση 70-100 χιλιό­μετρα, δηλαδή να τη μεταβάλουμε σε χωριό και να της στερήσουμε όλα τα πλεονεκτήματα της δημοτικής εξυπηρέτησης και της πολιτισμένης ζωής. Πρέπει να χτίσουμε σπίτια με 6-7 τουλάχιστον πατώματα και για μερικά δημόσια χτίρια να επιτρέψουμε 15, ακόμα και 20 πατώματα.” (Λ. Μ. Καγκανόβιτς, Για το χτίσιμο του μετρό και το σχέδιο της Μόσχας, 1934).

Από τα λόγια του ακαδημαϊκού Στσούσεφ μπορεί κανείς να κρί­νει πόσο συγκεκριμένες και λεπτομερειακές ήταν οι υποδείξεις του σ. Στάλιν, σχετικά με την αλλαγή του σχεδίου της Μόσχας. Ο ακαδη­μαϊκός Στσούσεφ διηγείται:

”Σχετικά με την επεξεργασία και την ψήφιση του σχεδίου ανοικοδό­μησης της Μόσχας, οι αντιπρόσωποι του σοβιέτ της Μόσχας, οι αρχιτέ­κτονες που πήραν μέρος στην επεξεργασία του σχεδίου, κλήθηκαν στο Κρεμλίνο σε συνεδρίαση της κυβέρνησης. Πρόεδρος ήταν ο σ. Μόλοτωφ* εισηγητής ο σ. Στάλιν. Θυμάμαι την επιβλητικότητα της μορφής του όταν με την πίπα στο χέρι ανάλυε λεπτομερειακά το σχέδιο, που συνοδευόταν από ένα μεγάλο σημείωμα και διαγράμματα. Δεν εξέτασε μόνο το ζήτημα για τα καινούρια όρια της πόλης, για τις αλλαγές τους και την προσθήκη καινούριων χώρων για τον πληθυσμό, μα εμβάθυνε εξονυχιστικά και στο ζήτημα για τη χάραξη των αρτηριών που διασχίζουν τη Μόσχα και μίλησε για το πλάτος του ενός ή του άλλου δρόμου, της μιας ή της άλλης πλατείας. Ιδαίτερη σημασία έδωσε ο σ. Στάλιν στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης. Εγώ, που είχα απασχοληθεί ειδικά με τα σχεδία του δρόμου Γκόρκι, άκουγα με ιδιαίτερη προσοχή τις παρατηρήσεις, που αφορούσαν αυτή την αρτηρία και την ανοικοδόμησή της. Ο σ. Στάλιν έδειξε πως ήταν απαραί­τητο να πλατύνουμε το δρόμο Γκόρκι σ’ όλο του το μήκος και πρώτα απ’ όλα στο πιο στενό του μέρος, στο Οχότνι ριάντ.

Οι παρατηρήσεις του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς για την καλή συγκρό­τηση της πόλης γενικά, το ύψος των σπιτιών στον ένα ή στον άλλο δρόμο και πλατεία, για το στρώσιμο των δρόμων και για την οργάνωση του πρά­σινου (κήποι, πάρκα κλπ.), είχαν εξαιρετική σημασία. Καθεμιά από τις παρατηρήσεις του εδείχνε τη φροντίδα του για τους κατοίκους της Μόσχας, χωρίς καμμιά διάκριση ανάμεσα στα κεντρικά και στα περιφερειακά τμή­ματα της πόλης. ” Βέβαια, δε μπορούμε μονομιάς ν’ αλλάξουμε την όψη της Μόσχας, είπε ο σ. Στάλιν. Η πόλη αυτή, που χίλια σχεδόν χρόνια αναπτύσσονταν αυθόρμητα, είναι τόσο μπερδεμένη σε μερικά της τμήματα, που δεν είναι δυνατό να της δώσσυμε καινούρια όψη χωρίς χειρουργική επέμβαση, δηλ. αν δεν τα γκρεμίσουμε”. Ο σ. Στάλιν απόκρουσε την πρόταση μερικών ειδικών να χτιστούν οι κατοικίες της Μόσχας σε καινούρια θέση και η σημερινή Μόσχα να μείνει και ν’ αποτελειώσει τη ζωή της έτσι όπως είναι, σαν εργατική πόλη. Η σκέψη του σ. Στάλιν ήταν να μείνει η πόλη στην παλιά της θέση και ν’ αντικατασταθεί στα κοντινά χρόνια πάνω σε καινούριες βάσεις, ν’ αυξηθεί η έκταση των κατοικουμένων τμημάτων.

Επειδή ο σ. Στάλιν μιλούσε σιγανά, σηκωθήκαμε όλοι από τις θέσεις μας και μαζευτήκαμε γύρω του για να μη χάσουμε ούτε μια λέξη. Στον τε­λικό του λόγο είπε πως το σχέδιο της ανασυγκρότησης της Μόσχας, μαζί με τα επεξηγηματικά σημειώματα και σχεδιαγράμματα, μπορεί να θεωρηθούν ικανοποιητικά κ’ υστέρα από λεπτομερειακή εξέτασή τους από τα αρμόδια όργανα πρέπει ν’ αρχίσει η πραγματική πια δουλειά για την ανασυγκρό­τηση. Τώρα η μεγαλειώδικη αυτή εργασία ξετυλίγεται με επιβλητικούς ρυθμούς” {Α. Στούσεφ, Η φροντίδα για τον άνθρωπο. ”Ισβέστια” αριθ. 258, 5 του Νοέμβρη 1936).

Εκδηλώνοντας, όπως παντού, τη φροντίδα για τον άνθρωπο, ο σ. Στάλιν έδωσε και δίνει συμβουλές και υποδείξεις και για το χτίσιμο του μετρό και του μεγάρου των σοβιέτ, φωτίζοντας ξεκάθαρα το δρόμο της αρχιτεκτονικής καλλιτεχνικής σκέψης, συγκεντρώνοντας για τη λύση των προβλημάτων της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης τις καλύτερες αρχιτεκτονικές – καλλιτεχνικές δυνάμεις, δημιουργώντας καινούρια στελέχη.

Ο σ. Στάλιν, φροντίζοντας για την ανάπτυξη της σοβιετικής λο­γοτεχνίας, της μουσικής, της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής και όλων των καλών τεχνών, αφιερώνει πολύ μεγάλη προσοχή και χρόνο στον κινηματογράφο. Συζητά πολύ με τους εργάτες του κινηματογρά­φου, βλέπει τις ταινίες σε δοκιμαστικές προβολές και συντελεί με κάθε τρόπο στην ανάπτυξη αυτής της τέχνης, της «πιο σπουδαίας» (Λένιν) και «της πιο μαζικής» (Στάλιν) απ’ όλες τις τέχνες.

Ο Α. Ντοβζένκο διηγείται:

”ΙΙριν ακόμα μου δοθεί ο μεγαλύτερος έπαινος από μέρους της κυβέρ­νησης, το παράσημο του Λένιν, είχα την ευτυχία να συζητήσω με το I. Β. Στάλιν για διάφορα προβλήματα του σοβιετικού κινηματογράφου και ιδιαί­τερα για την ουκρανική κινηματογραφία. Ο σ. Στάλιν μου υπόδειξε πως είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσω στον κινηματογράφο τα έθιμα του ου­κρανικού λαού, τα τραγούδια του, τους χορούς του και κυρίως το υπέροχο ουκρανικό χιούμορ, που αποτελούν τόσο πλούσιο υλικό” (A. Ντοβζένκο, Θα φτιάξουμε τον Ουκρανό Τσαπάγιεφ, ”Λογοτεχνική εφημερίδα”, αρ. 16 της 20 του Μάρτη 1935),

Στις συνομιλίες του με τους σκηνοθέτες Αϊζενστάϊν και Αλε­ξάντρωφ, ο σ. Στάλιν έκανε μια σειρά υποδείξεις για τον κινηματογράφο και για το ρόλο των δασκάλων της τέχνης στη σοβιετική χώρα. Έβαλε το καθήκον να δημιουργηθούν καλλιτεχνικές ταινίες με ανώ­τερο περιεχόμενο, με ενδιαφέρον θέμα και με δυνατή ηθοποιία.

“Υστερα από τη δοκιμαστική προβολή των ταινιών ”Μόνη”, ”Τα χρυσά βουνά”, ”Το διαβατήριο για τη ζωή”, ”Σνάϊπερ”, ο σ. Στάλιν σύ­στησε στους κινηματογραφιστές ν’ αναπτύξουν τολμηρά τον ηχητικό κινη­ματογράφο, όχι μόνο στις πόλεις μα και στα χωριά. Έλεγε πως δεν επιτρέπεται να προβάλλονται οι ηχητικές ταινίες μόνο στις πόλεις. Τις καλύ­τερες ταινίες μας, όπως λόγου χάρη τον ”Tσαπάγιεφ” και άλλες, πρέπει να τις δουν και οι κολχόζνικοι”. Με δική του πρωτοβουλία πάρθηκαν αποφάσεις για να εφοδιαστούν ως την 1η του Ιούλη 1935 τα σοβιετικά κινηματο­θέατρα και στα αγροτικά κέντρα της χώρας με ηχητικά μηχανήματα. Ακόμα με δική του πρωτοβουλία γυρίστηκαν μια σειρά ταινίες, όπως ”Η συνάντηση” και ”Ο Λένιν τον Οχτώβρη” (Β. Κάπλερ, Εικόνα του αρχηγού. Περιοδικό ο ”Κινηματογράφος”, αρ. 52, 11 του Νοέμβρη 1937).

Ο σ. Στάλιν χαράζοντας την καθοδηγητική ιδεολογική πολιτική γραμμή για την ανάπτυξη της τέχνης, της δημιουργεί ταυτόχρονα λαμπρές οργανωτικές συνθήκες. Ο σ. Καγκανόβιτς, έλεγε σχετικά με τη λογοτεχνία, πριν από την ιστορική απόφαση της Κεντρικής επιτρο­πής του ΚΚΣΕ (μπ.) της 23 του Απρίλη 1932:

”Θα μπορούσαμε φυσικά να βγάζαμε μια μεγάλη απόφαση για τα καθήκοντα των κομμουνιστών στη λογοτεχνία. Θα μπορούσαμε να προτείνουμε στην Ένωση των προλετάριων συγγραφέων ν’ αλλάξει την πορεία της* ωστόσο όλα αυτά μπορούσε και να μείνουν μόνο αγαθές προθέσεις. Ο σ. Στάλιν έβαλε διαφορετικά το ζήτημα: πρέπει, είπε, ν’ αλλάξουμε οργανωτικά την κατάσταση. Και τότε μπήκε το ζήτημα για τη διάλυση της Ένωσης των προλετάριων συγγραφέων και τη δημιουργία μιας ενιαίας ένωσης των συγγρα­φέων. Ύστερα από αυτή την οργανωτική λύση, οι δυνάμεις των συγγραφέων πήραν πάνω τους, αναπτύχτηκαν και η γενική κατάσταση στη λογοτεχνία καλυτερεύει. Έτσι, με τη λύση του οργανωτικού ζητήματος εξασφαλίστηκε η σωστή εφαρμογή της γραμμής του κόμματος στη λογοτεχνία” (Καγκανόβιτς, Εισήγηση για τα οργανωτικά ζητήματα στο 17ο συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ.).